μανία θεάτρου
Les cheveux du soleil sont nos mains aussi.
Και τα μαλλιά του ήλιου είναι χέρια μας επίσης.
Sophie Podolski
Άννα Σεξτον
Ο θάνατος
της Σύλβιας
μετάφραση Γιάννη Φαρμακίδη
Η ποιήτρια Άννα Σέξτον έγραψε αυτό το ποίημα όταν πληροφορήθηκε την αυτοκτονία της φίλης της και ποιήτριας επίσης Σύλβιας Πλαθ.
Η Σύλβια Πλαθ έφυγε από την ζωή βάζοντας το κεφάλι της μέσα σε έναν φούρνο υγραερίου και ανοίγοντας την στρόφιγγα. Ήταν μητέρα δύο μικρών παιδιών.
Έντεκα χρόνια αργότερα αυτοκτόνησε και η Άννα Σέξτον.
Άννα Σέξτον (Anne Sexton)
(ΗΠΑ, 1928 –1974)
Σύλβια Πλαθ (SylviaPlath)
(ΗΠΑ, 1932 –1963)
Sylvia's Death
for Sylvia Plath
O Sylvia, Sylvia,
with a dead box of stones and spoons,
with two children, two meteors
wandering loose in a tiny playroom,
with your mouth into the sheet,
into the roofbeam, into the dumb prayer,
(Sylvia, Sylvia
where did you go
after you wrote me
from Devonshire
about rasing potatoes
and keeping bees?)
what did you stand by,
just how did you lie down into?
Thief --
how did you crawl into,
crawl down alone
into the death I wanted so badly and for so long,
the death we said we both outgrew,
the one we wore on our skinny breasts,
the one we talked of so often each time
we downed three extra dry martinis in Boston,
the death that talked of analysts and cures,
the death that talked like brides with plots,
the death we drank to,
the motives and the quiet deed?
(In Boston
the dying
ride in cabs,
yes death again,
that ride home
with our boy.)
O Sylvia, I remember the sleepy drummer
who beat on our eyes with an old story,
how we wanted to let him come
like a sadist or a New York fairy
to do his job,
a necessity, a window in a wall or a crib,
and since that time he waited
under our heart, our cupboard,
and I see now that we store him up
year after year, old suicides
and I know at the news of your death
a terrible taste for it, like salt,
(And me,
me too.
And now, Sylvia,
you again
with death again,
that ride home
with our boy.)
And I say only
with my arms stretched out into that stone place,
what is your death
but an old belonging,
a mole that fell out
of one of your poems?
(O friend,
while the moon's bad,
and the king's gone,
and the queen's at her wit's end
the bar fly ought to sing!)
O tiny mother,
you too!
O funny duchess!
O blonde thing!
February 17, 1963
Ο θάνατος της Σύλβιας
για την Σύλβια Πλαθ
Ω Σύλβια, Σύλβια,
ένα άψυχο κουτί με πέτρες και κουτάλια,
δύο παιδιά, δυό μετεωρίτες
που αλωνίζουν το μικρό παιδικό δωμάτιο,
με το στόμα σου κολλημένο στο σεντόνι,
στο δοκάρι της οροφής, στην βουβή προσευχή,
(Σύλβια, Σύλβια
πού πήγες
μετά που μού έγραψες
από το Ντέβονσάϊαρ
ότι φύτευες πατάτες
και διατηρούσες κυψέλες;)
με τι πάλευες,
τι σ’ έριξε;
Κακιά --
πώς σύρθηκες εκεί,
πώς σύρθηκες εκεί κάτω μόνη
στον θάνατο που τόσο ποθούσα τόσο καιρό,
στον θάνατο που είπαμε κι οι δύο μας να δυναμώσουμε
σ’ αυτόν που φορούσαμε στα κοκκαλιάρικα στήθη μας,
σ’ αυτόν που συζητήσαμε τόσο συχνά κάθε φορά
που πίναμε τρία έξτρα μαρτίνι στη Βοστώνη,
στον θάνατο που μιλούσαμε για ψυχαναλυτές και θεραπείες,
στον θάνατο που μιλούσαμε σαν συννυφάδες σε συνομωσία,
στον θάνατο που πίναμε στη γειά του,
στα κίνητρα και την ήρεμη πράξη;
(Στην Βοστώνη
οι νεκροί
πάνε με ταξί,
ναι πάλι ο θάνατος,
σαν διαδρομή για το σπίτι
με γκόμενο.)
Ω Σύλβια, θυμάμαι τον κοιμισμένο ντράμερ
που μάς ζάλιζε με τα ίδια και τα ίδια,
πόσο θέλαμε να τον φέρουμε
για θύτη ή νεοϋρκέζο ήρωα
να κάνει το δουλειά του,
μιά ανάγκη, παράθυρο σε τοίχο ή στη κούνια του μωρού,
και από τότε αυτός περίμενε
κάτω από την καρδιά μας, την πιατοθήκη μας,
και βλέπω τώρα ότι εκεί τον είχαμε βολέψει
χρόνια ολόκληρα, παλιές αυτοκτονίες
και νοιώθω καθώς μαθαίνω τον θάνατό σου
μια τρομερή επιθυμία γι’ αυτές, σαν για κάτι αλμυρό,
(Κι εγώ,
κι εγώ επίσης.
Και τώρα, Σύλβια,
εσύ πάλι
με τον θάνατο πάλι,
σαν διαδρομή για το σπίτι
με γκόμενο.)
Και διηγούμαι μόνον
με τα χέρια μου ανοιγμένα εκεί στο λίθινο μέρος
αυτό που είναι ο θάνατός σου
μήπως κάτι παλιό που σού ανοίκε,
ἠ ένας αρουραίος που ξέφυγε
από κάποιο ποίημά σου;
(Ω φίλη,
ενώ το φεγγάρι είναι δυσοίωνο,
κι ο βασιλιάς νεκρός,
κι η βασίλισσα μέσα στην τρέλα
η μεθυσμένη γυναίκα στο μπαρ πρέπει να τραγουδήσει!)
Ω μικρομάνα,
και ’σύ το ίδιο!
Ω τρελιάρα δούκισσα!
Ω ξανθό πράγμα!
17 Φεβρουαρίου 1963