μανία θεάτρου
Les cheveux du soleil sont nos mains aussi.
Και τα μαλλιά του ήλιου είναι χέρια μας επίσης.
Sophie Podolski
Νίνα Μπουράουϊ
Νίνα Μπουράουϊ
(Nina Bouraoui)
Εύα, Παρίσι 1990
(Ève, Paris 1990)
Ένα κεφάλαιο από το μυθιστόρημα "Τα φιλιά μας είναι τα αντίο" (Nos baisers sont des adieux), σελίδα 65.
μετάφραση Γιάννη Φαρμακίδη
Η μετάφραση έγινε από το γαλλικό πρωτότυπο όπως υπάρχει στην έκδοση Nos baisers sont des adieux, του οίκου J'ai lu, Παρίσι 2012.
Η Νίνα Μπουράουϊ είναι γαλλίδα αραβικής καταγωγής. Γεννήθηκε το 1967.
Εύα, Παρίσι 1990
Εγώ στο σπίτι της, καθισμένη στο πάτωμα, εκείνη σήκωνε τα χέρια της, κι αυτό ήταν που με γέμιζε ΦΡΙΚΗ, τα χέρια της, απλωμένα προς εμένα όπως απλώνουν τα χέρια προς τον ουρανό. Εκείνη ικέτευε:
- Κύττα, δεν είναι πάνω στα χέρια μου είναι στο μέσα μέρος των χεριών μου, το αισθάνομαι, το έχω κι εγώ, όπως και οι άλλοι, το έχει πάρει, δεν το έχω αρπάξει, πήγα και το αναζήτησα, βλέπεις, δεν συνέβη τυχαία, είναι στο βάθος μέσα μου, είναι αυτό που ήθελα και είναι αυτό για οποίο έχω φρίκη, καταλαβαίνεις, κι αυτή η φρίκη είναι πολύ πιο μαύρη απ’ τη νύχτα, και δεν θα φύγει όταν ξημερώσει, αυτή η φρίκη, θα πρέπει να μάθω να ζω μαζί της, ξέρεις, θα είναι το δεύτερο δέρμα μου, επειδή, όχι, δεν θα πάω να κάνω το τεστ, επειδή υπάρχει μιά ελάχιστη πιθανότητα να μην το έχω, θέλω να κρατήσω αυτήν την ιδέα, για να συνεχίσω να ζω· βλέπεις ήμουνα τόσο λυπημένη, η C. μόλις μού είχε ’πεί ότι όλα είχαν τελειώσει, ότι εκείνη είχε συναντήσει μιά άλλη κοπέλα, έβλεπα διαρκώς μπροστά μου όλα εκείνα τα σώματα να μπλέκουν μεταξύ τους, είπα μέσα μου ότι εγώ δεν ήμουνα ούτε καλύτερη, ούτε λιγότερη καλή, απλά κάποια πριν από μιά άλλη που η ίδια θα είναι κάποια πριν από μιά άλλη κι αισθάνθηκα τυλιγμένη, ναι, αυτή είναι η λέξη, σ’ ένα παράξενο συναίσθημα, αισθάνθηκα ότι δεν υπήρχα πλέον, το δέρμα μου, η καρδιά μου, τα μάτια μου, τίποτα, δεν μού έμενε τίποτα, κάθε τι από ’μένα είχε εξαφανιστεί, επειδή η C. δεν ήθελε πλέον τίποτα από ’μένα, έπεφτα μπροστά της στα πόδια της, έπεφτα εξ αιτίας της κι έλεγα στον εαυτό μου ότι δεν ήταν δυνατόν να ζω έτσι, πνιγμένη από την C., ότι αυτό ήταν κακό για ’μένα και ότι δεν θα κλεινόμουνα σ’ αυτήν την λύπη που ήταν μιά λύπη ψυχρή δηλαδή μιά λύπη χωρίς δάκρυα· και τότε πήρα το αυτοκίνητό μου και τριγύριζα στο Παρίσι, δεν ήξερα πού πήγαινα, σκέφτηκα να σού τηλεφωνούσα και μετά είπα μέσα μου ότι δεν ήθελα λέξεις, όχι, ήθελα να ένοιωθα το σώμα μου, ήθελα να με ποθούσαν, ήθελα επίσης κάτι αρκετά άγριο και δεν ήξερα γιατί, έφτασα στην Πορτ Ντωφίν, στην αρχή, σκέφτηκα ότι εγώ θα ήμουνα που θα έκανα την πουτάνα, και ότι θα μπορούσα να το έκανα, και ότι αυτό ταίριαζε με την ψυχρή μου λύπη, και ότι ήξερα να διαχωρίσω την καρδιά μου από το μυαλό μου, και μετά υπήρξε αυτός ο νεαρός, σκούρο δέρμα, λεπτός, μ’ όλους εκείνους τους μυς χωρίς ίχνος από λίπος, μάτια και μαλλιά μαύρα, κυτταχτήκαμε, και μετά ήταν αυτός, και κανένας άλλος, κάπως έτσι έγινε, διαλέξαμε ο ένας τον άλλον, μ’ ένα μόνον βλέμμα, σαν κεραυνός, αλλά ένας κεραυνός χωρίς έρωτα, ξέραμε πολύ καλά και οι δυό μας γιατί είμασταν εκεί, τότε αυτός ανέβηκε στο αυτοκίνητό μου, δεν φοβήθηκα ,αυτός είπε – Η τιμή είναι τριακόσια φράνκα, αλλά εσύ δεν πληρώνεις, δεν απάντησα, δεν έλεγα τίποτα, φανταζόμουνα την C. με την άλλη, ήθελα να αισθανθώ μέσα μου ότι είμαι ζωντανή, και ότι όλο αυτό σκάει και με ακινητοποιεί, και ότι με πλένει, σαν χείμαρρος από λάσπη, και ότι αυτό παρασέρνει όλα όσα ήξερα εγώ για ’μένα, όλα όσα είχα εγώ γνωρίσει μέχρι εκείνη την στιγμή, και ότι αυτό με αφανίζει ώστε να γίνω επί τέλους μιά άλλη, για να μεγαλώσω επίσης, ήταν αυτό, να μεγαλώσω· έπρεπε να κάνω αρκετά γρήγορα, αφέθηκα να γίνει, αυτός με ρώτησε εάν ήθελα να έβαζε προφυλακτικό κι εγώ απάντησα όχι, προπάντων όχι, και είναι αυτό το προπάντων όχι που με διαλύει από φρίκη καταλαβαίνεις, είναι αυτή η λέξη, είναι σαν μιά λεπτομέρεια και στην πραγματικότητα είναι τεράστια, είναι ατέλειωτη, δεν καταλαβαίνω, προπάντων όχι, αυτό σημαίνει, προπάντων όχι στη ζωή, προπάντων όχι, και μετά έγινε ό,τι έγινε, τόν ένοιωσα μέσα μου, είχε ’μπεί τόσο απαλά, δεν είχα ηδονή εξ αιτίας της ψυχρής λύπης αλλά ήταν αρκετά ευχάριστο να νοιώθω κάποιον μέσα μου, κάποιον που δεν τόν γνώριζα, κάποιον που δεν τόν ποθούσα, ήμουνα δεμένη με κάποιον, εξακολουθούσα να είμαι μόνη, αλλά είχα την εντύπωση ότι δεν ήμουνα πλέον, ότι κάποιος ξόδευε χρόνο μαζί μου, εγώ κι αυτός, ότι ανταλλάσσαμε κάτι, δεν σκέφτηκα το αίμα, δεν σκέφτηκα το σπέρμα, έκλεισα τα μάτια και αναρωτήθηκα αν θα γούσταρα τον εαυτό μου μετά απ’ αυτό· έπειτα καπνίσαμε ένα τσιγάρο, αυτός μού διηγήθηκε τη ζωή του, ότι ήταν τυνήσιος, ότι συνήθως το έκανε με άντρες, ότι δούλευε καλά, ότι είχε επιτυχία, ότι όλοι τον ήξεραν σ’ εκείνο μέρος, ότι ήταν κάτι σαν βεντέτα στην περιοχή, μού είπε ότι μαζί μου ήταν μόνον για την ευχαρίστηση και αναρωτήθηκα τι ευχαρίστηση μπορούσε να είχε, εάν είχε αισθανθεί την ψυχρή λύπη μου, εάν είχε ’δεί το πρόσωπο της C. μέσα στα μάτια μου, εάν είχε καταλάβει ότι τα δάκρυά μου δεν ήταν γι αυτόν.