Το μισό
του προσώπου σου
είναι μάτια
(απόσπασμα)
ένα έργο του
Γιάννη Φαρμακίδη
μανία θεάτρου
κανένας, ούτε ακόμη η βροχή, δεν έχει τόσο μικρά χέρια
nobody, not even the rain, has such small hands
E E Cummings
Γιάννη Φαρμακίδη
Το μισό του προσώπου σου είναι μάτια
(απόσπασμα)
ΔΩΡΑ Ώστε εσύ είσαι η Ρούλα;
ΡΟΥΛΑ Και συ λοιπόν η Δώρα. Να που επί τέλους γνωριστήκαμε. Εμένα όμως δεν μ’ αρέσει τ’ όνομά μου.
ΔΩΡΑ Πως θες να σε λένε;
ΡΟΥΛΑ Να με λένε... μιά μεγάλη αίθουσα γυμναστικής, χωρίς παράθυρα, όπου είμαι μόνη μου, ξαπλωμένη στο κέντρο, γύρω μου έχει σχηματιστεί μια λίμνη αίματος, επειδή αιμορραγώ, αλλά αισθάνομαι καλά και παίζω βουτώντας τις παλάμες στο αίμα μου κι αφήνοντας σημάδια πάνω στο δάπεδο.
ΔΩΡΑ Γιατί φοράς μαντήλι στο κεφάλι;
ΡΟΥΛΑ Κάνω μιά θεραπεία. Είμαι άρρωστη. Πάω μια στιγμή στην τουαλέττα.
Βγαίνει η ΡΟΥΛΑ. Η ΔΩΡΑ μένει μόνη.
ΔΩΡΑ Τι είναι εκείνο το βιβλίο πάνω στο τραπέζι; Για να δούμε τι λέει απ’ έξω: «Έρωτος χάριν! Υπό Ιωάννου Φαρμακίδου.» Μάλιστα. Για να δούμε και τι γράφει μέσα. (Διαβάζει.) «Έχει χιονίσει στο τσιμέντο της παραλίας, ένας κρύος χειμωνιάτικος ήλιος χαϊδεύει τα μαλλιά μου κι εγώ πλάϊ σου, ερωτευμένη μαζί σου, χωρίς εσύ να νοιώθεις κάτι για μένα. Δεν τολμώ να ζητήσω περισσότερα γιατί, αν το κάνω, μπορεί να θυμώσεις, ίσως και να φύγεις. Τα χείλια σου έχουν μελανιάσει απ’ τον παγωμένο αέρα, μάλλον γι’ αυτό δεν μπορείς να μου πεις «σ’ αγαπώ». Είσαι άσχημη. Σ’ έχω ερωτευτεί. Παρ’ όλο που δεν έχεις καμιά ομορφιά πάνω σου. Είμαι ερωτευμένη μαζί σου. Η ασχήμια σου διεγείρει το σώμα μου, θέλω μαζί της να παλέψω, να κυλιστώ, να την υποτάξω. Επειδή κανένα άλλο ανθρώπινο ον δεν θέλει να σ’ αγγίξει, αναλαμβάνω εγώ το αγαπημένο φορτίο της δυσμορφίας σου. Αιώνες πολλούς θα χρειαστεί ν’ αφήσω πίσω μου για να σε δεχτώ όπως είσαι. Αγάλματα αναρίθμητα και ποιήματα να λησμονήσω για ν’ αντέξω την αναπηρία σου. Άρρωστο κορίτσι, η αρρώστια γύμνωσε το κεφάλι σου. Ν’ αλλάξω μυαλά πρέπει, οράματά μου να σβύσω γυναικών που κτενίζουν τα μακριά μαλλιά τους. Κι όμως... Μα, ναι, φυσικά, πως δεν το κατάλαβα! Εσύ, όταν θα γδύνεσαι, θα μένεις πιό γυμνή, πιό σάρκινη, πιό γυναίκα.»
Επιστρέφει η ΡΟΥΛΑ.
ΔΩΡΑ Θα κόψω κι εγώ τα μαλλιά μου για να σε μοιάσω.
ΡΟΥΛΑ Γιατί;
ΔΩΡΑ Γιατί έτσι. Γιατί σ’ αγαπώ. Θες να ζήσουμε μαζί; Δεν έχω κανέναν.
ΡΟΥΛΑ Ούτε εγώ έχω. Όμως θα πεθάνω σύντομα. Και τότε κάθε μιά από μάς θα ξαναμείνει μόνη της.
ΔΩΡΑ Όχι, δεν είναι έτσι. Ο θάνατος δεν είναι ανίκητος. Αν ζήσουμε απολαμβάνοντας τις χαρές τις ζωής, αν ζήσουμε ευτυχισμένες, ο θάνατος δεν θα μας αγγίξει.
ΡΟΥΛΑ Λες αλήθεια;
ΔΩΡΑ Ναι, όσο πιό πολύ θα γευόμαστε τις ηδονές της ζωής, τόσο ο θάνατος θα λυώνει μέχρι που θα εξαφανιστεί. Έλα, άφησέ με να σ’ αγκαλιάσω. Ας κάνουμε τις ηδονές σκοπό της ζωής και τότε αυτή θα γίνει αιώνια.
ΡΟΥΛΑ Ναι, έχεις δίκαιο. Ας απολαύσουμε πρώτα-πρώτα το φαγητό που θα μας σερβίρουν. Τα μαχαιροπήρουνα θα μας είναι άχρηστα. Θα φάμε με τα χέρια για να νοιώσουμε στο δέρμα την ζέστα του φαγητού. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θέλω ακόμη...
ΡΟΥΛΑ Θέλω να αλείψω το πρόσωπό μου μ’ αυτή τη ζεστή, κόκκινη σαν αίμα σάλτσα που θα έχει τα φαγητό, θέλω να αλείψω τον λαιμό μου, το στήθος μου, να ζεστάνω το σώμα μου.
ΔΩΡΑ Θέλω εγώ να σ’ αλείψω. Να πλύνω το σώμα σου, να σ’ αγγίξω παντού μ’ αυτήν την ζεστή, κόκκινη σαν αίμα σάλτσα.
Η ΡΟΥΛΑ και η ΔΩΡΑ περπατούν στον δρόμο.
ΡΟΥΛΑ Πρέπει να προσέξω τα λόγια που θα σου πω γιατί θέλω να σε κάνουν να μ’ αγαπήσεις.
ΔΩΡΑ Μα ήδη σ’ αγαπώ.
ΡΟΥΛΑ Όχι, δεν μ’ αγαπάς. Ή νομίζεις πως μ’ αγαπάς. Ή το λες για να με παρηγορήσεις. Ή δεν μ’ αγάπησες ακόμα. Όμως εγώ θα σου πω αυτά τα λόγια για να σου δείξω πόσο σ’ αγαπώ.
ΔΩΡΑ Μ’ αφού σου λέω σ’ αγαπώ.
ΡΟΥΛΑ Δεν ξέρω αν μ’ αγαπάς. Ίσως πραγματικά να μη μ’ αγαπάς. Όμως επειδή εγώ σ’ αγαπώ, θέλω να σου πω τούτα τα λόγια. Το πρώτο πράγμα που μου ’κανε εντύπωση όταν μπήκα στην ψυχή σου ήταν η ακαταστασία που βασίλευε εκεί. Σ’ άλλους φαίνονταν ανυπόφορη, όμως εγώ την λάτρεψα. Ίσως γιατί ζούσα μέχρι τότε μέσα σε τάξη. Από φόβο μήπως προδοθώ και προδώσω και ’σενα δεν θα αναφέρω άλλες λεπτομέρειες για την ψυχή σου με την μικρή αυλή. Μόνο μιά λεπτομέρεια. Πως έπιανες να μισοσβυσμένα κάρβουνα με τις άκρες των δακτύλων σου. Σου φαίνεται περίεργο που θυμάμαι αυτήν την λεπτομέρεια; Μη δίνεις σημασία. Έτσι την διάλεξα στην τύχη. Ίσως όχι τυχαία, παρά επειδή φοβάμαι μην προδοθώ. Οι περισσότεροι δεν την ξέρουν ή δεν την πρόσεξαν. Καλά, ας τ’ αφήσω αυτό κι ας μιλήσω για σένα. Σ’ αγαπώ. Δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Όταν αυτή τη στιγμή σου λέω σ’ αγαπώ δεν είναι λογοτεχνία. Αυτό που ακούς τώρα είναι πραγματικό, σου το λέω πραγματικά, δεν με πιστεύεις; Γι’ αυτό σ’ έχω παρασύρει εδώ, για να μ’ ακούσεις, γι’ αυτό έχω σκαρώσει όλη τούτη την ιστορία, γι’ αυτό προσπαθώ τόσο πολύ, τι να κάνω, το μυαλό σου μ’ έχει μαγέψει, και το σώμα σου φυσικά, είσαι αβάσταχτα όμορφη, αλλά το μυαλό σου με ναρκώνει, το μυαλό σου είναι το δηλητήριό μου, έχω φαρμακωθεί από σένα, αχ πόσο σ’ αγαπώ, κι αλλοίμονο, τα πουλιά δείχνουν πως εσύ δεν θα μ’ αγαπήσεις ποτέ, αλλά τι μπορώ να κάνω, εγώ δεν είμαι λογίστρια να καταμετρώ πόσα δίνω για να λάβω τα αντίστοιχα, εγώ είμαι ένας ποταμός από ζεστό σαλέπι που σου μαλακώνει τον κρυωμένο σου λαιμό. Ένας ποταμός για χάρη σου. Κανείς δεν έμαθε ποτέ, ούτε θα μάθει για μας. Ακόμη και ’μεις οι ίδιες το έχουμε βγάλει απ’ το μυαλό μας.
ΔΩΡΑ Θα το μάθουν όμως. Πρέπει.
ΡΟΥΛΑ Όχι, κανείς δεν θα μάθει τίποτα, αυτήν την ιστορία την έχω σκαρώσει μόνο και μόνο για να σου πω αυτά τα λόγια. Μήπως είχα άλλον τρόπο; Ψάχνω αφορμές για να σου μιλώ. Πόσο έχω τρελαθεί για σένα! Όχι, όχι, δεν έχω τρελαθεί. Ξέρω καλά, μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια, για ποιόν λόγο σ’ αγαπώ.
ΔΩΡΑ Μα κι εγώ σ’ αγαπώ, δεν με πιστεύεις;
ΡΟΥΛΑ Ανόητη, όλη αυτήν την ιστορία την έχω σκαρώσει για να σου πω αυτά τα λόγια, για να σου πω ότι σε θέλω, παρ’ όλο που ξέρω ότι...
ΔΩΡΑ Γιατί σταμάτησες; Τι ήθελες να πεις;
ΡΟΥΛΑ Ξέρω καλά ότι...
ΔΩΡΑ Δεν μ’ αγαπάς;
ΡΟΥΛΑ Βασάνισέ με, αν δεν σ’ αγαπώ. Τρέμω μην τυχόν τα λόγια μου δεν ταιριάζουν σε σένα. Αλλά πίστεψε με, ό,τι σου είπα ως τώρα και ό,τι θα σου πω μετά ήταν το ξέσπασμα της ψυχής μου. Αν την βρίσκεις, την ψυχή μου βρώμικη, ανήθικη, διεστραμμένη, τέτοια είμαι, δεν μπορώ ν’ αλλάξω, αλλά και δεν μπορώ να πάψω να σε θέλω. Εσύ ίσως να μην μ’ αγαπάς, στην πραγματικότητα ξέρω ότι δεν μ’ αγαπάς, αλλά...
ΔΩΡΑ Μα τι να κάνω για να πιστέψεις ότι σ’ αγαπώ;
ΡΟΥΛΑ ...αλλά μη μου ζητάς να μην σ’ αγαπώ.
ΔΩΡΑ Μα δεν σου ζήτησα κάτι τέτοιο. Το αντίθετο, θέλω να μ’ αγαπάς, όπως κι εγώ σ’ αγαπώ.
ΡΟΥΛΑ Σ’ αγαπώ. Δεν ξέρω τίποτ’ άλλο να κάνω, παρά να σ’ αγαπώ.
ΔΩΡΑ Να μπορούσαμε τώρα, αγάπη μου, να πηγαίναμε σε δικό μας σπίτι, να σου έστρωνα για να ξαπλώσεις και να κοιμηθείς στην αγκαλιά μου.
ΡΟΥΛΑ Όχι, άγρυπνες να μείνουμε. Φοβάμαι. Είναι εντελώς παράλογη η συνήθεια του ύπνου, Από τη στιγμή που αποκοιμιόμαστε, παραδινόμαστε στα όνειρα χωρίς να μπορούμε να ξεφύγουμε. Αν κάθε φορά που νυστάζαμε, συλλογιζόμασταν τι φρικτά όνειρα μπορεί να δούμε, τότε κανένας δεν θα έπεφτε να κοιμηθεί. Από την αϋπνία θα λιποθυμούσαμε βέβαια και τότε θα βρισκόμασταν ξανά μέσα στα όνειρα, αλλά τουλάχιστον δεν θα ζούσαμε εκείνη την φρικτή ώρα που περιμένουμε να αποκοιμηθούμε, ενώ ξέρουμε τι πρόκειται να συμβεί στον ύπνο μας. Γιατί να χρειάζεται ο ύπνος; Αν χρειαζόμαστε ανάπαυση, γιατί να μην είναι αρκετό να ξαπλώνουμε με τα μάτια ανοιχτά, κυττώντας το κενό; Γιατί να ξαπλώνουμε και να περιμένουμε να αποκοιμηθούμε και να μας πιάνει η αγωνία του μελλοθάνατου μπροστά στη φωτιά;
ΔΩΡΑ Θα σε κυττάζω όση ώρα θα κοιμάσαι. Μόλις δεις κάτι κακό και σκοτεινιάσει το πρόσωπό σου, θα σε ξυπνήσω για να σε σώσω.
Στο δρόμο. Η Δώρα κρατά στα χέρια της ένα κράνος μοτοσυκλετιστή.
Έζησα ένα χρόνο ευτυχισμένη μαζί με την Ρούλα. Και τώρα φεύγω για να πεθάνω. Θα ριχτώ στις ρόδες ενός αυτοκινήτου που θα περνά με μεγάλη ταχύτητα. Θα με συνθλίψει, θα με παραμορφώσει, κομμάτια από το σώμα μου θα κολλήσουν στα λάστιχα, στις λαμαρίνες ή θα σκορπιστούν στην άσφαλτο. Πρέπει να βασανιστώ πριν πεθάνω, όπως βασανίστηκε και η Ρούλα πριν φύγει. Βάζω αυτό το κράνος για να μην χτυπήσει το κεφάλι μου, ώστε να μην ξεψυχήσω αμέσως, εύχομαι να υποφέρω πολύ πριν την τελευταία ανάσα μου, όπως υπέφερε η Ρούλα.