Η περίοδος 1936 - 1974 που εξετάζεται στο κεφάλαιο αυτό με τίτλο «Εθνιστική Περίοδος», περιλαμβάνει τις εξής πολιτειακές υποπεριόδους:
- Παλινόρθωση της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας 1935-1941
- Γερμανική Κατοχή και Εμφύλιος Πόλεμος 1941-1947
- Μετεμφυλιακή Βασιλευόμενη Δημοκρατία 1947-1967
- Δικτατορία 1967-1974.
Καλύπτει χρονικά 31 χρόνια κατά τα οποία η ενιαία και εδαφικά αποκαταστημένη ελληνική πολιτεία, με όλο τον ελληνικό κόσμο συγκεντρωμένο σ’ αυτή, λειτουργούσε ως «εθνικό κράτος», το οποίο, μετά το 1922, εγκατέλειψε τις αλυτρωτικές βλέψεις για τις πανάρχαιες πατρίδες της Μικράς Ασίας και, μολονότι, μετά την προσάρτηση των Δωδεκανήσων το 1947, διατηρούσε ακόμα ελπίδες για ένταξη της Κύπρου και της Βορ. Ηπείρου στα εδάφη της, είχε αποδεχτεί μία γεωγραφικά οριοθετημένη θέση, που θα έπρεπε να αξιοποιηθεί για την μέγιστη δυνατή παραγωγική απόδοση των διαθέσιμων πόρων. Οι δύο πρώτες υποπερίοδοι χαρακτηρίζονται από τις Πολιτειακές Ανωμαλίες της Μεταξικής δικτατορίας, της Γερμανικής κατοχή, και του Εμφύλιου πόλεμου, που κατέληξε στην κοινωνικοπολιτική συγχώνευση, συνύπαρξη και σύμπραξη της αριστοκρατικής γαιοκτητικής και επιχειρηματικής τάξης και στην οικονομική καταστροφή της χώρας. Κατά την επόμενη περίοδο της Μετεμφυλιακής Βασιλευόμενης Δημοκρατίας επιτακτικό αίτημα ήταν η ανασυγκρότηση του αστικού κράτους, η σταθεροποίηση του αστικού κόσμου, που θεμέλιο και στόχο είχε την κυριαρχία της αστικο-αριστοκρατικής δεξιάς, την οποία αποτελούσαν οι επιχειρηματίες αστοί (βιομήχανοι, έμποροι, εφοπλιστές, βιοτέχνες, ελεύθεροι επαγγελματίες) και η οικονομική αναθέρμανση, που επιτεύχθηκε με την υποστήριξη των ΗΠΑ, οι οποίες από το 1947 ανέλαβαν και επίσημα την ηγεμονία του Δυτικού Κόσμου, αντικαθιστώντας την Μ.Βρετανία, που αδυνατούσε πλέον να ανταποκριθεί σ’ αυτό το ρόλο. Η δημιουργία του άκρως ακανθώδους Κυπριακού ζητήματος ήταν μία από τις παρενέργειες της περιόδου αυτής, της οποίας κύριο μέλημα ήταν η προετοιμασία της χώρας για την ένταξη στην ΕΟΚ (Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, όπως ονομαζόταν τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση), σύμφωνα με το προσύμφωνο που συνυπογράφτηκε το 1961. Η Δικτατορική περίοδος που ακολούθησε ήταν μία ακόμη πολιτειακή ανωμαλία, που ξεκίνησε με το Βασιλικό πραξικόπημα, συνεχίστηκε με τη Δικτατορία της 21ης Απριλίου και κατέληξε στην Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ενώ παράλληλα άρχισε η διαμόρφωση της καταναλωτικής κοινωνίας, καθώς, στο καθεστώς του μονοπωλιακού καπιταλισμού που ισχυροποιήθηκε, η τάξη των εργατοϋπάλληλων διεκδικούσε και σταδιακά επιτύγχανε βελτίωση των συνθηκών της ζωής της. Στον τομέα του πολιτισμού τα νέα ρεύματα του ελληνικού υπερρεαλισμού, του νεορεαλισμού και του αμφισβητισμού θεμελιώθηκαν κυρίως στα αιτήματα ανανέωσης της γενιάς του 1930, της οποίας οι εκπρόσωποι καταξιώθηκαν, με δύο βραβεία Νόμπελ και ένα βραβείο Λένιν, και κυριάρχησαν σ’ αυτή την περίοδο.
Ο Εθνισμός της περιόδου αυτής αποτελεί συνέχεια του Εθνικισμού των προηγούμενων περιόδων, που, βασιζόμενος στη Μεγάλη Ιδέα, επεδίωξε, και σε κάποιο βαθμό πέτυχε, την αποκατάσταση των εθνικών βλέψεων του ελληνικού κόσμου, ενώ παράλληλα με το ξεθύμασμα της αντιπαράθεσης βενιζελισμού και αντιβενιζελισμού, το πολιτικό φάσμα άρχισε να διαμορφώνεται σε καθαρότερα ιδεολογικά πλαίσια, ως αντίθεση καπιταλισμού και κομμουνισμού, στις διάφορες αποχρώσεις τους, που σχημάτισαν για πρώτη φορά ένα ευδιάκριτο πολιτικό τοπίο αποτελούμενο από την άκρα δεξιά, τη δεξιά, το κέντρο, την αριστερά και την άκρα αριστερά, που διατηρείται μέχρι σήμερα.
Η τελευταία κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου (1928-32) υπήρξε η μοναδική που εξάντλησε την τετράχρονη κοινοβουλευτική θητεία της. Οι ενέργειες των επόμενων χρόνων, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν η απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου το 1933 και τα πραξικοπήματα βενιζελικών στρατοκρατών το 1933 και το 1935, οδήγησαν τον Νοέμβριο του 1935 στην κατάλυση του πολιτεύματος της Αβασίλευτης ∆ηµοκρατίας, οπότε ο Γεώργιος Β΄ επανήλθε στο θρόνο, µε πρωτοβουλία οµάδας αξιωματικών επικεφαλής των οποίων ήταν ο Γεώργιος Κονδύλης. Οι συγκυρίες του 1936 όπως ο θάνατος 6 πολιτικών (Ελ.Βενιζέλος, Γ.Κονδύλης, Π.Τσαλδάρης, Αλ.Ζαΐμης, Αλ.Παπαναστασίου, Κ.Δεμερτζής) και η έλλειψη μιας νέας ηγετικής προσωπικότητας, μετά και τον θάνατο του Α.Μιχαλακόπουλου το 1938, έδωσαν τη δυνατότητα στον βασιλικό ευνοούμενο Ιωάννη Μεταξά να ανακηρυχθεί «κυβερνήτης» της Ελλάδας, διατηρώντας ισχυρούς δεσμούς με την Αγγλία, παρά τη συμπάθειά του για τον γερμανικό πολιτισμό, και επικαλούμενος τον κίνδυνο κοινωνικών ανατροπών, κατά τρόπο που δεν είναι άσχετος με αντίστοιχα φαινόμενα στην Ιταλία και την Γερμανία. Η ελληνοϊταλική σύρραξη του 1940, στο πλευρό των αντιγερμανικών «Συμμάχων», και οι οδυνηρές συνέπειές της διέκοψαν τη συνέχεια της δικτατορίας, παράγοντας νέες παραμέτρους για τις καθεστωτικές εξελίξεις στην μεταπολεμική Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα το 1941, ο Γεώργιος Β διέφυγε με την κυβέρνηση υπό τον Εμ.Τσουδερό, στην Αίγυπτο. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1946 και βασίλεψε μέχρι το θάνατό του το 1947, εν μέσω εξελισσόμενου Εμφύλιου Πολέμου. Τον διαδέχθηκε ο μικρός αδελφός του Παύλος που βασίλεψε από το 1947 μέχρι το θάνατό του το 1964. Ο γιος του Κωνσταντίνος Β’ ήταν βασιλιάς έως ότου εξορίστηκε μετά από ένα αποτυχημένο αντιπραξικόπημα κατά της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών τον Δεκέμβριο του 1967. Με ένα προσεκτικά ελεγχόμενο δημοψήφισμα το 1973, η βασιλεία καταργήθηκε και ο Γεώργιος Παπαδόπουλος έγινε Πρόεδρος της Ελλάδας την 1η Ιουνίου 1973. Η κυριαρχία της στρατοκρατικής δικτατορίας τελείωσε το επόμενο έτος, αλλά σε ένα άλλο δημοψήφισμα τον Δεκέμβριο του 1974, που εγκαινίασε την Περίοδο της Μεταπολίτευσης, το 69% των Ελλήνων ψήφισε για την κατάργηση του θεσμού της βασιλείας, που μέχρι σήμερα παραμένει οριστική.
Ο εθνικισμός (nationalism <νάσσω, νάττω [<εν + άσσον, συγκρ. του άγχι = πλησίον, συσσωρεύω πράγματα εγγύτατα μεταξύ τους]) είναι πολιτική ιδεολογία που, εμπνεόμενη από την ιδέα της εθνικής ταυτότητας, ως ιδιοφυούς γνωρίσματος ενός συνόλου φυλετικά και γλωσσικά σχετιζόμενων ανθρώπων, αντλεί από το παρελθόν αξίες, διδάγματα και δυνάμεις για το παρόν και το μέλλον. Εσφαλμένα στον εθνικισμό αποδίδονται από ορισμένους και συστατικά περιφρόνησης ή εχθρότητας προς άλλα έθνη θεωρούμενα υποδεέστερα, στοιχεία όμως που είναι γνώρισμα του σωβινισμού, ο οποίος δομείται στη βάση της θεώρησης "ανώτερο/κατώτερο έθνος". Ως συγγενής έννοια προβάλλεται και ο «πατριωτισμός», που ορίζεται ως αγάπη για την πατρίδα, νοούμενη ως οικείος φυσικός χώρος, ιστορικό βίωμα και συλλογική συνείδηση διαμορφωμένη από ένα σύνολο αναμνήσεων, παραδόσεων, μύθων, θρύλων και συγγενικών ή φιλικών δεσμών. Σε σχέση με τον εθνικισμό χρησιμοποιείται στο παρόν έργο και ο όρος εθνισμός, που αφορά την τάση, που αναπτύχθηκε από τον 19ο αιώνα, για ίδρυση, εδραίωση και λειτουργία εθνικών κρατών, σε αντίθεση με τα φεουδαρχικά κράτη του μεσαίωνα και τις πόλεις-κράτη της αρχαιότητας.
Από πολιτική άποψη, ο εθνικισμός ήταν η κυρίαρχη πολιτική αντίληψη σε όλη τη διάρκεια του 19ου και στο πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα, όταν η ευρωπαϊκή πολιτική αναγνώριζε και αποδεχόταν τις εθνικές διαφορές και ιδιομορφίες ως βάση για τη σύσταση και λειτουργία των πολιτικών κοινοτήτων εμπνεόμενη από το φιλελεύθερο και διεθνιστικό ρεύμα που, μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους, οδήγησε στον σχηματισμό των σημερινών κρατών, που υφίστανται και λειτουργούν σε εθνική βάση. Στην άκρως ταραγμένη διαδρομή των χρόνων αυτών δεν έλειψαν και ακραίες μορφές εθνικισμού που σχετίζονται με στρατιωτικά ή αποσχιστικά καθεστώτα, όπως στην περίπτωση του ιταλικού φασισμού και του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού. Στην Ελλάδα ο εθνικισμός έγινε ιδιαίτερα αισθητός ως διάδοχη μορφή του φιλελευθερισμού, μετά την εκπνοή της περιόδου του βενιζελισμού, ιδιαίτερα στις σχέσεις αντιπαράθεσης με τον αναπτυσσόμενο τότε κομμουνισμό --- αντιπαράθεσης που έγινε το κύριο θέμα τόσο της Δικτατορίας του Μεταξά (1936-40) όσο και του Εμφύλιου Πολέμου (1944-49) και η οποία μεταπολεμικά, ιδιαίτερα κατά την ψυχροπολεμική περίοδο του Μακαρθισμού στις ΗΠΑ, έφτασε σε βαθμό υστερίας στον διεθνή χώρο. Για τους εξελικτικούς τύπους και εννοιολογικούς όρους που εμφάνισε ο εθνικισμός στα χρόνια αυτά, μπορούν συνοπτικά να αναφερθούν τα ακόλουθα:
α. Έθνος
Έθνος ονομάζεται ένα σύνολο ανθρώπων που μοιράζονται κοινά γνωρίσματα που διακρίνουν το σύνολο αυτό, σε παγκόσμια κλίμακα, όπως η φυλή, η γλώσσα, το θρήσκευμα, η κοινή ιστορία και πολιτισμός, η γεωγραφική καταγωγή και κυρίως η ανάπτυξη εθνικής συνείδησης ή συνείδησης ιστορικής αποστολής, με τη γεφύρωση απόψεων που εκφράζονται με τα καταστατικά στοιχεία ενός έθνους, μέσω λογικών διευθετήσεων μεταξύ των μελών, οι οποίες οφείλονται στο ενδιαφέρον τους για τη συλλογική ευημερία. Στην Ευρώπη, η ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης ξεκίνησε για τα περισσότερα έθνη (εκτός από την Ελλάδα και την Ιταλία) κατά την Αναγέννηση, οπότε και τα πρώτα περιορισμένα βασίλεια που υπήρχαν μέχρι τότε μετατράπηκαν σταδιακά σε κράτη σημερινής μορφής. Το έθνος καταλαμβάνει μια κοινή εδαφική έκταση (γεωγραφική περιοχή) και τα μέλη που το απαρτίζουν έχουν κοινά συμφέροντα χώρου και εδάφους, με συνέπεια την δημιουργία της έννοιας της πατρίδας. Μορφοποιείται περαιτέρω γύρω από κοινές παραδόσεις οι οποίες δεν αφορούν απλώς ένα ιδιαίτερο και ξεχωριστό, αλλά, κυρίως, ένα χωρικά προσδιορισμένο συλλογικό παρελθόν. Όταν η σχέση μεταξύ των ατόμων προσδιορίζεται με γεωγραφικούς όρους, τότε ο χώρος γίνεται βάση διάκρισης των ανθρώπινων συνόλων. Οι κάτοικοι ενός γεωγραφικού χώρου συσχετίζουν τους εαυτούς τους με άλλα άτομα των οποίων η αυτοκατανόηση έχει αναφορές στον ίδιο γεωγραφικό χώρο.
β. Φιλελεύθερος εθνικισμός
Φιλελεύθερος εθνικισμός είναι η κλασική μορφή του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού με απαρχή τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και στη συνέχεια τις ιδέες του ιταλικού εθνικιστικού κινήματος για ιταλική ενοποίηση και, αργότερα, το λατινοαμερικάνικο, κίνημα ανεξαρτησίας. Ο φιλελεύθερος εθνικισμός δέχεται ότι η ανθρωπότητα είναι εκ φύσεως διαιρεμένη σε έθνη που το καθένα έχει ξεχωριστή ταυτότητα. Βασική θεματική αρχή του φιλελεύθερου εθνικισμού είναι η εθνική αυτοδιάθεση, χωρίς να προωθούνται τα συμφέροντα ενός έθνους σε βάρος ενός άλλου, με τελικό σκοπό την οικοδόμηση ενός κόσμου αυτόνομων εθνών-κρατών.
γ. Συντηρητικός εθνικισμός
Για τον συντηρητικό εθνικισμό στόχος ήταν κυρίως η κοινωνική συνοχή, δημόσια τάξη και ασφάλεια, καθώς οι συντηρητικοί εθνικιστές πίστευαν πως το έθνος είναι μια οργανική οντότητα που πηγάζει από την βασική επιθυμία των ανθρώπων να συναναστρέφονται με εκείνους που έχουν ίδιες απόψεις, συνήθειες και τρόπο ζωής με αυτούς. Ευδοκίμησε σε εδραιωμένα έθνη-κράτη και όχι σε έθνη υπό διαδικασία εθνογένεσης. Εσωτερικοί εχθροί θεωρούνταν ο ταξικός ανταγωνισμός, με τον κίνδυνο κοινωνικής επανάστασης, και εξωτερικοί εχθροί ήταν ο διεθνισμός και η μετανάστευση. Παρόλο που πολλοί συνδέουν αυτό το είδος εθνικισμού με τον μιλιταρισμό και τον επεκτατισμό, κύριο γνώρισμα του συντηρητικού εθνικισμού είναι η εσωστρέφεια και ο απομονωτισμός.
δ. Επεκτατικός εθνικισμός
Αυτή η μορφή εθνικισμού έχει καθαρά επιθετικό χαρακτήρα, αντίθετο στην πίστη στα ίσα δικαιώματα και την αυτοδιάθεση. Ο ιμπεριαλισμός (<λατ. imperator [=αυτοκράτωρ] <εν + περάω] = περνάω από το τόπο σε τόπο {αλώνοντας την κυριαρχία μου}), που διακατείχε τα ευρωπαϊκά κράτη τον 19ο αιώνα πυροδοτούσε ένα κλίμα λαϊκού εθνικισμού, όπου το εθνικό γόητρο ήταν συνυφασμένο με την αυτοκρατορική κατοχή εδαφών, όπου κάθε αποικιακή νίκη χαιρετιζόταν με εκδηλώσεις λαϊκού ενθουσιασμού, συνδεδεμένες και με σωβινιστικές απόψεις και θεωρίες.
ε. Αντιαποικιοκρατικός Εθνικισμός
Ο αναπτυσσόμενος κόσμος στην Αφρική και την Ασία γέννησε διάφορες μορφές εθνικισμού, οι οποίες είχαν ως κοινή αρχή τη πάλη ενάντια στην αποικιοκρατία και ένα αίσθημα εθνικότητας που διαμορφώθηκε από την κοινή επιθυμία "εθνικής απελευθέρωσης". Οι μεγάλες και εκτεταμένες αυτοκρατορίες της Βρετανίας, Γαλλίας, Ολλανδίας και Πορτογαλίας λύγισαν μπροστά στον αναδυόμενο αυτό εθνικισμό στην πορεία. Στην Ινδία αναγνωρίστηκε ανεξαρτησία το 1947, ενώ η Κίνα πέτυχε ενότητα και ανεξαρτησία μετά την κομμουνιστική επανάσταση του 1949. Η δημοκρατία της Ινδονησίας ιδρύθηκε το 1949, μετά από τριετή πόλεμο εναντίον των Ολλανδών. Το Βιετνάμ με στρατιωτική εξέγερση ανάγκασε τους Γάλλους να αποσυρθούν το 1954, και η τελική απελευθέρωση και ενοποίηση του βορείου και νοτίου Βιετνάμ επετεύχθη το 1975. Ο στόχος της "εθνικής απελευθέρωσης" είχε τόσο οικονομική όσο και πολιτική διάσταση, και έτσι τα αντιαποικιοκρατικά κινήματα στράφηκαν στον σοσιαλισμό και ειδικά στον μαρξισμό-λενινισμό, ως όχημα έκφρασης των εθνικιστικών φιλοδοξιών τους.
στ. Πολιτειακός εθνικισμός
Αυτή η μορφή εθνικισμού αδιαφορεί για τις αξιώσεις περί φυλής ή αίματος, και αναπτύσσεται περισσότερο σε χώρες που τις απαρτίζουν μετανάστες όπως είναι οι Η.Π.Α, ο Καναδάς και η Αυστραλία. Οι νέοι μετανάστες ζουν για κάποιο χρονικό διάστημα στην χώρα και έπειτα δίνουν όρκο πίστης στο Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους, και με αυτό τον τρόπο γίνονται πολίτες του κράτους, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή την εθνικότητα που είχαν πριν.
ζ. Ρατσισμός (φυλετισμός)
Ρατσισμός (<ιταλικά ράτσα/ razza = φυλή), ακραία κατάληξη του σωβινισμού, είναι η αντίληψη ότι οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ίσοι μεταξύ τους, αλλά διαχωρίζονται σε ανώτερους και κατώτερους, διακρινόμενοι είτε από το χρώμα του δέρματος, είτε από την εθνικότητα, είτε από τη θρησκεία. Το πιο συνηθισμένο είδος ρατσισμού είναι ο φυλετικός ρατσισμός. Οι φυλετικοί ρατσιστές πιστεύουν σε βιολογικές διαφορές μεταξύ των φυλών, βάσει των οποίων τις κατατάσσουν σε ανώτερες και κατώτερες. Η τυπική θεωρία του σε σύγχρονες αναζητήσεις και σχετικές έρευνες, έχει τις ρίζες της στο πολυθρύλητο έργο του Ζοζέφ Αρτύρ ντε Γκομπινώ (Joseph Arthur De Gobineau 1816-1882) "Essai sur l' inégalité des races humaines" (Δοκίμιο επί της ανισότητας των ανθρωπίνων φυλών), που δημοσιεύτηκε το 1853 και έδωσε θεωρητική κάλυψη στην αποικιοκρατία. Ο πλέον εξέχων σύγχρονος υποστηρικτής του δόγματος αυτού, κατά τον 20ό αιώνα, ήταν ο Βρετανός δημοσιολόγος (που πολιτογραφήθηκε Γερμανός το 1916), Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεν (Houston Stewart Chamberlain). Γνωστοί αντίπαλοι του ρατσισμού είναι ο Νέλσον Μαντέλα που αγωνίσθηκε κατά του Απαρτχάιντ στη Ν.Αφρική και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ που αγωνίστηκε εναντίον των φυλετικών διακρίσεων στις ΗΠΑ. Από ανθρωπολογική άποψη, το βιολογικό συμπέρασμα ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν τον ίδιο πρόγονο, υποδηλώνει ότι, από άποψη φυλετικού υλικού, μπορεί να έχουν ισοδύναμες νοητικές και φυσιολογικές ικανότητες. Το κρίσιμο σημείο του ρατσισμού έγκειται στην αποδοχή της ανισότητας ως απόλυτης και αμετάβλητης, ανεξάρτητα από τις φυσικές συνθήκες του περιβάλλοντος ή από άλλους ιστορικούς ή κοινωνικούς παράγοντες, που ενδεχομένως συντέλεσαν στην εμφάνιση κάποιου προσωρινού αποτελέσματος ανισότητας.
Ο Γεώργιος Β΄ (1890-1947), ήταν βασιλιάς στο Βασίλειο της Ελλάδας κατά τα διαστήματα 27 Σεπτεμβρίου 1922 - 25 Μαρτίου 1924, 3 Νοεμβρίου 1935 - 25 Απριλίου 1941 και 1 Σεπτεμβρίου 1946 - 1 Απριλίου 1947 και πρωθυπουργός από τις 19 Απριλίου 1941 μέχρι τις 22 Απριλίου 1941. Γεννήθηκε στη Δεκέλεια, στη βασιλική έπαυλη Τατοΐου το πρωί στις 7/20 Ιουλίου (παλιό /νέο ημερολόγιο) του 1890. Ήταν πρωτότοκος γιος του τότε πρίγκιπα διαδόχου και μετέπειτα βασιλιά Κωνσταντίνου Α’ (1868-1923) και της Σοφίας (1870-1932), αδελφής του κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ της Γερμανίας. Ο Κωνσταντίνος που εκτελούσε τότε καθήκοντα αντιβασιλέα ανάγγειλε το χαρμόσυνο γεγονός στον Βασιλέα Γεώργιο Α΄, που βρισκόταν στην Ευρώπη, στη Βασίλισσα Όλγα, που βρισκόταν στη Σεβαστούπολη στη Ρωσία και στον Πρωθυπουργό Χ. Τρικούπη με το τηλεγράφημα: "Αγαπητή Σοφία έτεκεν υιόν". Η είδηση της γέννησης του πρίγκιπα και επίδοξου διαδόχου χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από τον αθηναϊκό λαό ενώ στις 11.00 ώρα, από τα πυροβολεία της Αθήνας, που τότε βρίσκονταν στο λόφο των Νυμφών (Αστεροσκοπείο), ρίχτηκαν 121 κανονιοβολισμοί. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας ο Πρωθυπουργός μαζί με τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου και τον Δήμαρχο Αθηναίων έφθασαν στη Βασιλική έπαυλη για να συγχαρούν τον αντιβασιλέα και να συντάξουν τη ληξιαρχική πράξη γέννησης. Ένα μήνα περίπου μετά τη γέννηση, σε περιορισμένο κύκλο προσκεκλημένων τελέστηκε, στο παρεκκλήσιο της βασιλικής έπαυλης, από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, η βάπτιση του νέου πρίγκιπα που έλαβε το όνομα Γεώργιος. Ανάδοχοί του ήταν η, μετέπειτα Βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας, Αλεξάνδρα (αδελφή του Γεωργίου Α της Ελλάδας), ο Αυτοκράτορας της Γερμανίας, ο Βασιλεύς της Δανίας, ο διάδοχος της Ρωσίας, εκπροσωπώντας τον Τσάρο, και οι αδελφοί του Κωνσταντίνου πρίγκιπες Γεώργιος και Νικόλαος.
Ο Γεώργιος Β΄, δυστυχισμένος και πικραμένος στην προσωπική ζωή του, υπήρξε από τις πιο δραματικές φυσιογνωμίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Σε γενικές γραμμές ακολούθησε τον πατέρα του, κατά τη διάρκεια της ζωής του. Υπηρέτησε στο στρατό ως υπασπιστής του, παρέμεινε στο πλευρό του κατά τη διάρκεια της σύγκρουσής του με τον Βενιζέλο και τον ακολούθησε το 1917 στην εξορία, παραμερίστηκε στη σειρά διαδοχής από το μικρότερο αδελφό του Αλέξανδρο, μετά από απαίτηση της Αντάντ και του Βενιζέλου. Επέστρεψε από την εξορία το 1920, μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου και την παλινόρθωση του θεσμού της Βασιλείας. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, το Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922 και την παραίτηση του Κωνσταντίνου, τον διαδέχτηκε στο θρόνο ως Βασιλεύς των Ελλήνων στις 27 Σεπτεμβρίου 1922. Μετά από ένα χρόνο αναγκάστηκε από την Επαναστατική Κυβέρνηση να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Λίγους μήνες αργότερα με απόφαση της εθνοσυνέλευσης κηρύχθηκαν αυτός και ολόκληρη η δυναστεία έκπτωτοι. Παρήλθαν 11 περίπου έτη εξορίας για να επανέλθει, έπειτα από το Δημοψήφισμα του 1935. Με την επιστροφή του στη χώρα, ο Γεώργιος μαζί με τον Ιωάννη Μεταξά έθεσαν τις βάσεις για να προετοιμαστεί η χώρα για τον πόλεμο που ήταν προφανές ότι ερχόταν. Όταν οι γερμανικές δυνάμεις εισήλθαν στην Αθήνα μαζί με την κυβέρνηση Τσουδερού έφυγαν για την Κρήτη. Όταν καταλήφθηκε και η Κρήτη από τους Γερμανούς έφυγαν για το Κάιρο. Όταν η Ελλάδα απελευθερώθηκε υποχρεώθηκε να παραμείνει στο εξωτερικό και να δεχθεί την Αντιβασιλεία. Και όταν κλήθηκε πάλι να βασιλεύσει το 1946, απεβίωσε μετά από έξι μήνες σε ηλικία 57 ετών. Στις 27 Φεβρουαρίου 1921 τελέστηκαν οι διπλοί γάμοι του Γεωργίου με την πριγκίπισσα της Ρουμανίας Ελισάβετ (1894-1956) και του πρίγκιπα διαδόχου της Ρουμανίας Καρόλου με την αδελφή του Γεωργίου, πριγκίπισσα Ελένη. Το ζευγάρι δεν ευτύχησε, δεν απέκτησαν παιδιά και χώρισαν στις 6 Ιουλίου 1935 στην εξορία, λίγους μήνες πριν την επιστροφή του Γεωργίου στην Ελλάδα.
α. Πρώτη εξορία (1923-1935)
Στις 22 Οκτωβρίου 1923 , τρεις μόλις μέρες μετά την προκήρυξη εκλογών για τις 16 Δεκεμβρίου 1923, εκδηλώθηκε Στρατιωτικό Κίνημα με ηγέτες τους υποστρατήγους Γ. Λεοναρδόπουλο και Π. Γαργαλίδη και το συνταγματάρχη Γ. Ζήρα. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε στην οργάνωση και την εκδήλωση του κινήματος μια ομάδα μοναρχικών αξιωματικών, γνωστή ως «Οργάνωση Ταγματαρχών», που βρισκόταν σε άμεση επαφή με τον Ι. Μεταξά. Οι κινηματίες προσκαλούσαν την Επαναστατική Κυβέρνηση να διαλυθεί, αλλά από τους αρχηγούς του κινήματος ο Γ. Λεοναρδόπουλος ήταν βενιζελικής προέλευσης, αφού είχε πάρει μέρος στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη το 1916. Οι υπόλοιποι όμως ήταν σαφώς φιλομοναρχικοί. Οι σχέσεις των κινηματιών με βασιλικούς κύκλους θεωρήθηκαν στοιχεία ενοχοποιητικά για τον Βασιλιά Γεώργιο Β΄. Το Κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη απέτυχε και παρέτεινε την πολιτική ανωμαλία, καθώς και την ισχύ του στρατιωτικού νόμου και την απαγόρευση έκδοσης των αντιβενιζελικών εφημερίδων. Μέσα σε κλίμα έντασης έγιναν οι βουλευτικές εκλογές στις 16 Δεκεμβρίου 1923 για την ανάδειξη της Δ΄ Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης. Στις εκλογές , από τις οποίες δήλωσε αποχή η αντιβενιζελική παράταξη, εκλέχτηκαν βουλευτές μόνο από τους βενιζελικούς. Τρεις μέρες αργότερα, στις 19 Δεκεμβρίου 1923, με υπόδειξη της κυβέρνησης Γονατά, ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ έφυγε προσωρινά από τη Ελλάδα, ώσπου να αποφασιστεί η τύχη του πολιτεύματος, και ορίστηκε Αντιβασιλιάς ο Παύλος Κουντουριώτης.
Όλα τα μέλη της βασιλικής οικογένειας άρχισαν να αναχωρούν από την Ελλάδα. Ο ίδιος με τη σύζυγό του εγκαταστάθηκαν στη Ρουμανία. Λίγο αργότερα αυτός αναχώρησε για τη Μεγάλη Βρετανία, όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα υπό την προστασία του εκεί Βασιλιά Γεωργίου Ε΄. Στις 25 Μαρτίου 1924 ανακηρύχθηκε Αβασίλευτη Δημοκρατία με ψήφισμα της Δ΄ Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης και η δυναστεία κηρύχθηκε έκπτωτη. Το ζήτημα τέθηκε στο Δημοψήφισμα της 13η Απριλίου 1924 και εγκρίθηκε με το 69% της λαϊκής ψήφου. Κατά τη διάρκεια της εξορίας του αρνήθηκε να αναγνωρίσει το νέο πολίτευμα, χαρακτηρίζοντάς το προϊόν βίας από την επαναστατική κυβέρνηση και το στρατό.
β. Παλινόρθωση (1935-1941)
Μετά το Στρατιωτικό Κίνημα των Παπάγου, Ρέπα, Οικονόμου στις 10 Οκτωβρίου 1935 που οργανώθηκε από τον Γ. Κονδύλη, καταργήθηκε η Αβασίλευτη Δημοκρατία και επαναφέρθηκε προσωρινά σε ισχύ το Σύνταγμα του 1911 με ψήφισμα της Ε΄ Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης και ορίστηκε Δημοψήφισμα για την 3η Νοεμβρίου 1935 με το οποίο ο Γεώργιος Β αποκαταστάθηκε στο θρόνο του. Αμέσως μετά την επιστροφή του, στις 25 Νοεμβρίου 1935, επιχείρησε να συμφιλιώσει τις αντιμαχόμενες πολιτικές παρατάξεις. Προχώρησε στη συγκρότηση υπηρεσιακής κυβέρνησης, στις 30 Νοεμβρίου 1935 υπό τον καθηγητή της νομικής σχολής Κωνσταντίνο Δεμερτζή και διενήργησε τις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 με απλή αναλογική, στην οποία καμία παράταξη δεν κατάφερε να εξασφαλίσει αυτοδυναμία. Υπ’ αυτές τις συνθήκες και θέλοντας να αποτρέψει το σχηματισμό αντιβασιλικής κυβέρνησης επέτρεψε στον Ιωάννη Μεταξά να σχηματίσει κυβέρνηση με την ανοχή των μεγάλων κομμάτων και αργότερα, στις 4 Αυγούστου 1936, την επιβολή ειδικού καθεστώτος περιορίζοντας συνταγματικά δικαιώματα, χαρακτηριζόμενο ως εκ τούτου Δικτατορία.
γ. Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1941-1946)
Υπό το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ο Ι.Μεταξάς κατάφερε να επιβάλει τον απόλυτο έλεγχό του στο κράτος και το στρατό. Παρά τις φημολογούμενες φιλογερμανικές ιδέες του η Ελλάδα παρέμεινε προσδεμένη στο άρμα της Μ. Βρετανίας και πολέμησε μαζί της στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τον θάνατο του Ι.Μεταξά και την αυτοκτονία του Αλ.Κορυζή, ο Γεώργιος Β΄ ανέλαβε την πρωθυπουργία μέχρι να εισβάλουν οι Γερμανοί στην πρωτεύουσα. Μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, ο Βασιλεύς μαζί με την Κυβέρνηση και τις ελεύθερες ελληνικές ένοπλες δυνάμεις Βασιλικού ναυτικού και Βασιλικής Αεροπορίας κατέφυγε στην Κρήτη, όπου συμμετείχε στις πολεμικές επιχειρήσεις των στρατευμάτων της Ελλάδας, της Μεγάλης Βρετανίας, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας (σε όλη τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης), και τελικά διέφυγε διασχίζοντας τα βουνά για να φτάσει στις νότιες ακτές του νησιού, από όπου κατέφυγε στην Αίγυπτο. Ενώ η ελληνική εξόριστη κυβέρνηση, υπό τον Εμμανουήλ Τσουδερό, παρέμεινε στην Αίγυπτο ο ίδιος μετέβη στο Συμμαχικό Στρατηγείο στο Λονδίνο, όπου παρέμεινε σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του πολέμου.
δ. Η Επάνοδος (1946-1947)
Κατά τη διάρκεια της κατοχής, η ανάπτυξη στην Ελλάδα ισχυρού αντιστασιακού κινήματος από αριστερές δυνάμεις, που αντιτάσσονταν στη Βασιλεία, οδήγησε σε συμφωνία, με βάση την οποία μετά την αποχώρηση των Γερμανών θα διενεργούνταν νέο δημοψήφισμα για το πολιτειακό και μέχρι τότε ο Γεώργιος θα παρέμενε στο εξωτερικό. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, τον Οκτώβριο του 1944, η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα οδήγησε σε ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των αστικών φιλελεύθερων και των αριστερών κομμουνιστικών κομμάτων. Για να παραμείνει ο αστικός κόσμος ενωμένος, εξαναγκάστηκε από τον Τσόρτσιλ να διορίσει Αντιβασιλέα και προσωρινό αρχηγό του κράτους τον συμπαθή στους Βενιζελικούς Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό. Ο κίνδυνος να επικρατήσουν οι Κομμουνιστές οδήγησε όλον τον αστικό κόσμο να συνασπιστεί γύρω από τον βασιλιά και να τον στηρίξει με κάθε τρόπο. Έτσι στο Δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1946 επικράτησαν οι οπαδοί της Βασιλείας (69% υπέρ της επανόδου του Γεωργίου Β΄). Ο Γεώργιος επέστρεψε στις 27 Σεπτεμβρίου 1946, αλλά πέθανε αιφνίδια την 1η Απριλίου 1947 από καρδιακή ανακοπή. Αρχικά μάλιστα, λόγω της ημέρας, δεν έγινε πιστευτή η είδηση του θανάτου του. Η πιθανότητα δολοφονίας του από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες είναι ένα ενδεχόμενο που, μετά τους αιφνίδιους θανάτους (πιθανές δολοφονίες) των Ι,Μεταξά και Αλ.Κορυζή, δεν μπορεί να αποκλείεται εκ των προτέρων. Θάφτηκε στο βασιλικό κοιμητήριο, στο Τατόι. Ήταν ηλικίας 57 ετών. Επειδή από το γάμο του με την Ελισάβετ δεν είχε αποκτήσει παιδιά, τον διαδέχτηκε ο αδελφός του και μέχρι τότε διάδοχος Παύλος.
ε. Αποτίμηση
Για έναν άνθρωπο που, λόγω και του βαρύθυμου χαρακτήρα του, δεν πέρασε σχεδόν ούτε μία ευτυχισμένη ημέρα στη ζωή του, είναι δύσκολο να διατυπώσει κανείς ανεπηρέαστος, μετά θάνατο επικρίσεις. Όλες οι ενδείξεις επιτρέπουν να συναχθεί ότι, σε όλη τη διάρκεια της 11χρονης εξορίας του και μετά την ολοκλήρωση του ιστορικού κύκλου του βενιζελισμού, ο Γεώργιος Β επιλέχτηκε (όπως και ο συνώνυμος παππούς του) από τους μηχανισμούς της βρετανικής διπλωματίας για να διαδεχτεί τον Ελ.Βενιζέλο, ως τοποτηρητής, εγγυητής και κύριος πρακτορεύων των συμφερόντων της αγγλοεβραϊκής μεγαλοαστικής κεφαλαιοκρατικής τάξης στην Ελλάδα, που δεν μπορούσε πλέον να εμπιστεύεται τους στρατιωτικούς κύκλους, που είχαν τότε αποκτήσει τον έλεγχο του βενιζελικού κόσμου. Η ανάθεση της εξουσίας στον (υποτιθέμενο φιλογερμανό) Ι.Μεταξά σε μια περίοδο που η βρετανική και γαλλική πολιτική, υπό τους Τσάμπερλαιν και Λεμπρέν, ερωτοτροπούσε με τον Χίτλερ, με σκοπό να τον χρησιμοποιήσει ως αιχμή του δόρατος κατά της αυξανόμενης επιρροής του Στάλιν, σχεδιάστηκε από τις βρετανικές υπηρεσίες και όταν χρειάστηκε εξυπηρέτησε τα συμφέροντά της. Στην περίοδο του μεγάλου κλυδωνισμού που προκάλεσε ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος ο Γεώργιος Β παρέμεινε πιστός στις δεσμεύσεις του και ακολούθησε κατά γράμμα τις οδηγίες του Ουίνστον Τσόρτσιλ, συσπειρώνοντας γύρω από το όνομά του, τον αστικό κόσμο των φιλελεύθερων εθνικιστών (ή «εθνικοφρόνων», όπως ονομάστηκαν από τους αντιπάλους τους), οι οποίοι τελικά με τη βοήθεια των Αμερικάνων επικράτησαν, επιβάλλοντας μεταπολεμικά καθεστώτα αρεστά στους νικητές.
Ο Κωνσταντίνος Δεμερτζής (1876 - 13 Απριλίου 1936) ήταν Έλληνας πανεπιστημιακός, πολιτικός, αρχηγός πολιτικού κόμματος και πρωθυπουργός της Ελλάδας την περίοδο 30 Νοεμβρίου 1935 – 13 Απριλίου 1936, ανάμεσα στον Γ.Κονδύλη και τον Ι.Μεταξά. Γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στη Νομική Σχολή του πανεπιστήμιο των Αθηνών, από την οποία αναγορεύτηκε διδάκτωρ το 1896. Στη συνέχεια μετέβη στο Μόναχο όπου παρέμεινε επί μια τριετία. Επιστρέφοντας στην Αθήνα άσκησε τη δικηγορία με επιτυχία. Το 1904 έγινε υφηγητής του ρωμαϊκού δικαίου διδάσκοντας επί τετραετία. Το 1910, εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής Αττικοβοιωτίας με το κόμμα των Φιλελευθέρων στις εκλογές της Β' Αναθεωρητικής Βουλής που διεξάχθηκαν στις 28 Νοεμβρίου του 1910, συμβάλλοντας λόγω των γνώσεών του στην αναθεώρηση του Συντάγματος το 1911.
Στις επόμενες εκλογές στις 11 Μαρτίου 1912, εκλέχθηκε επίσης βουλευτής και το 1913 διαδέχθηκε τον Νικόλαο Στράτο στο Υπουργείο των Ναυτικών της κυβέρνησης Ελ.Βενιζέλου, όπου και παρέμεινε για ένα περίπου έτος. Υπουργός όμως των Ναυτικών έγινε και δεύτερη φορά επί κυβερνήσεως Αλέξανδρου Ζαΐμη το 1917. Το 1924 μαζί με άλλους πολιτικούς της εποχής, ίδρυσε το «Ενωτικό Προοδευτικό Κόμμα», στο οποίο ανακηρύχθηκε και αρχηγός. Η ζωή του κόμματος αυτού ήταν βραχύτατη. Ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος ανέλαβε την εξουσία τον Ιούνιο του 1925, και διέλυσε την Βουλή τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1926, μετά την παραίτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας Παύλου Κουντουριώτη, ο οποίος διαμαρτυρόταν για τις αυθαιρεσίες της κυβέρνησης Πάγκαλου, ο Κ.Δεμερτζής υποδείχθηκε, σχεδόν από όλα τα τότε κόμματα, ως κοινός υποψήφιος για να τον διαδεχτεί. Τα δημοκρατικά κόμματα ζήτησαν τελικά αποχή, χωρίς όμως αποτέλεσμα, ενώ και ο Δεμερτζής δεν έτυχε υποστήριξης. Ο Πάγκαλος εκλέχτηκε άνετα Πρόεδρος της Δημοκρατίας, λαμβάνοντας 782.589 ψήφους έναντι 56.126 του Δεμερτζή. Μετά την πτώση της δικτατορίας του Πάγκαλου, στις εκλογές της 7 Νοεμβρίου του 1926, εκλέχθηκε βουλευτής Αθηνών. Το 1928, ανέλαβε τη θέση του καθηγητή οικογενειακού δικαίου στην Νομική Σχολή των Αθηνών. Από το έτος αυτό και μέχρι το 1935, παρέμεινε μακριά από κάθε ανάμιξη με την πολιτική, περιοριζόμενος στα πανεπιστημιακά του καθήκοντα.
Το 1935 μετά την παλινόρθωση του θεσμού της Βασιλείας στην Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος Δεμερτζής ως ευρισκόμενος πλέον υπεράνω των πολιτικών κομμάτων της εποχής, κλήθηκε από τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ να αναλάβει Πρωθυπουργός και να σχηματίσει τελικά μια "άχρωμη κυβέρνηση", διαδεχόμενος τον φιλόδοξο Γεώργιο Κονδύλη, που δεν ενέπνεε πλέον εμπιστοσύνη και κρίθηκε πως έπρεπε να παραμεριστεί. Έτσι στις 30 Νοεμβρίου του 1935 ορκίσθηκε Πρόεδρος της Κυβέρνησης κρατώντας για τον εαυτόν του το υπουργείο των Εξωτερικών. Κύριο έργο της κυβέρνησης του, ήταν η διενέργεια εκλογών, οι οποίες και έγιναν στις 26 Ιανουαρίου 1936, με αποδεδειγμένη τάξη. Την επομένη των εκλογών ο Δεμερτζής, έθεσε την παραίτησή του στη διάθεση του Βασιλέως, όμως, επειδή όλες οι προσπάθειες συνεννοήσεων που έγιναν με τους πολιτικούς αρχηγούς για σχηματισμό κυβέρνησης απέτυχαν, σύμφωνα με το τότε σύνταγμα, ο Βασιλεύς κατέφυγε και πάλι στον Κ.Δεμερτζή προκειμένου να σχηματίσει κυβέρνηση και στη συνέχεια να κριθεί από το Κοινοβούλιο με λήψη ψήφου εμπιστοσύνης. Όμως το πρωί της 13ης Απριλίου 1936, ο Κωνσταντίνος Δεμερτζής άφησε την τελευταία του πνοή από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία 60 ετών. Τη θέση του ανέλαβε, ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος του κόμματός του και πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησής του, Ιωάννης Μεταξάς.
Ο Κωνσταντίνος Δεμερτζής ήταν τίμιος, ειλικρινής και ευφυής πολιτικός, και γνώστης της νομικής επιστήμης. Δημοσίευσε πολλά άρθρα οικονομικού περιεχομένου και σχετικά με το κληρονομικό δίκαιο των Ρωμαίων και του γερμανικού κώδικα (1904). Το 1913 δημοσίευσε το δίτομο έργο του "Επί των Οικονομικών του Κράτους" καθώς και "Περί ευθύνης του Κράτους εκ των παρανόμων πράξεων και παραλείψεων των υπαλλήλων του" που ήταν πρωτοποριακό για την εποχή του. Αυτά υπήρξαν το έναυσμα της δημιουργίας στη συνέχεια του Αστικού Κώδικα όπου ο Δεμερτζής ορίσθηκε πρόεδρος της επιτροπής μελέτης του. Ήταν επίσης εκδότης της εφημερίδας "Ημερήσιος Τηλέγραφος". Στον πολιτικό τομέα, σε κρίσιμο σημείο της νεότερης ιστορίας, δεν πρόλαβε να αφήσει το στίγμα του, μέσα σε ένα περιβάλλον, που φαίνεται ότι δεν θα του παρείχε δυνατότητα για πολλές πρωτοβουλίες. Ο αιφνίδιος θάνατός του σε μια σειρά προγενέστερων και μεταγενέστερων θανάτων πολιτικών, αναπόφευκτα δημιουργεί ερωτηματικά.
Ο Ιωάννης (Μιχαήλ) Μεταξάς (Ιθάκη, 12 Απριλίου 1871 - Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 1941) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και στη συνέχεια πρωθυπουργός την περίοδο 13 Απριλίου 1936 – 29 Ιανουαρίου 1941. Ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στον Εθνικό Διχασμό και το 1917 εξορίστηκε στην Κορσική. Με την επιστροφή του ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, που εισήλθε πολλές φορές στη Βουλή με χαμηλά ποσοστά. Το 1936 ανέλαβε πρωθυπουργός στη θέση του αποβιώσαντος Κ.Δεμερτζή και κυβέρνησε μέχρι το θάνατό του το 1941. Όπως πολλοί πολιτικοί της νεότερης ιστορίας, περιλαμβανομένου του Ελ.Βενιζέλου και του Αλ.Παπαναστασίου, ήταν και αυτός μασόνος (ανήκε στην Στοά «Ησίοδος», στην οποία είχε διατελέσει σεβάσμιος την περίοδο 1921-1923 και έφτασε στον 30ο βαθμό της μασονίας). Έμεινε στην ιστορία για την αρνητική απάντηση που έδωσε στο Ιταλικό τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου 1940 και για την ταχεία πολεμική προπαρασκευή της Ελλάδας ενόψει του ελληνοϊταλικού πολέμου και της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα. Στα θετικά της διακυβέρνησής του περιλαμβάνονται φιλοκοινωνικά μέτρα όπως μείωση τιμών σε αγαθά και η ίδρυση ΙΚΑ.
α. Πρώτα χρόνια (1871-1885)
Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν γιος του Παναγή Μεταξά και της Ελένης Τριγώνη από το Αγρίνιο και γεννήθηκε στην Ιθάκη, όπου ο πατέρας του ήταν έπαρχος. Ήταν γόνος του κεφαλληνιακού κλάδου των Αντζουλακάτων της παλαιάς Βυζαντινής οικογένειας των Μεταξάδων, ενώ η οικογένειά του διατηρούσε τον τίτλο του Κόμη. Είχε δύο αδέρφια, τη Μαριάνθη και τον Κωνσταντίνο, ο οποίος σπούδασε νομικά, αλλά σχετικά νέος οδηγήθηκε στο ψυχιατρείο για αυτό και ο Μεταξάς του είχε αδυναμία. Τα παιδικά του χρόνια ήταν ευτυχισμένα παρ’ όλες τις οικονομικές δυσκολίες της οικογενείας του. Η κατάσταση επιδεινώθηκε το 1879, όταν ο πατέρας του έχασε την πολιτική θέση που κατείχε και αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Κεφαλονιά. Ο Μεταξάς, τελείωσε το Ελληνικό Σχολείο, στην Κεφαλονιά, ενώ το Δημοτικό, το αποπεράτωσε στην Ιθάκη. Από τότε είχε φανεί η ιδιαίτερη κλίση που είχε στα μαθηματικά.
β. Στρατιωτική σταδιοδρομία (1885-1915)
Στις 24 Σεπτεμβρίου του 1885, σε ηλικία 14 ετών, εισήλθε στη στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων επιλέγοντας το Σώμα Μηχανικών, όπου υπηρετούσαν δύο συγγενείς του, ο Γεράσιμος και ο Νικόλαος Μεταξάς, μετέπειτα υπουργός των Στρατιωτικών. Το 1890 εξήλθε από τη σχολή ως ανθυπολοχαγός του Μηχανικού. Το Σεπτέμβριο του 1892 εισάχθηκε στη σχολή Μηχανικών Στρατού και δύο χρόνια αργότερα βρέθηκε στην τοπική φρουρά του Ναυπλίου, όπου ζούσε με την οικογένεια του, αφού ο πατέρας του είχε μετατεθεί στο Ναύπλιο. Το 1897 μετατέθηκε στο υπουργείο Στρατιωτικών, δίπλα στον θείο του υπουργό Νικόλαο Μεταξά. Ύστερα από πιέσεις του ίδιου μετατέθηκε στο επιτελείο του τότε Αντιστράτηγου, στη θέση του υπευθύνου των εμπιστευτικών αρχείων του επιτελείου. Εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο και να συνδεθεί φιλικά μαζί του. Η συμμετοχή στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 τον δίδαξε πολλά και τον βοήθησε να κερδίσει την εύνοια του Βασιλιά. Το 1898 κέρδισε υποτροφία από τον Βασιλιά και συμπλήρωσε τις σπουδές του στη Γερμανία, στην Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου, από την οποία αποφοίτησε, το 1902, με ιδιαίτερες διακρίσεις. Επανερχόμενος στην Ελλάδα το 1903 τοποθετήθηκε στο τότε νεοσύστατο κατά τα ξένα πρότυπα Γενικό Επιτελείο Στρατού συμβάλλοντας σημαντικά στην οργάνωση του στρατού. Εκεί συνεργάστηκε με τον Βίκτωρα Δούσμανη για τη σύνταξη των νέων στρατιωτικών κανονισμών, οι οποίοι ψηφίστηκαν στη Βουλή το 1904, ύστερα από εισήγηση του Γ.Θεοτόκη. Δύο χρόνια αργότερα, το 1906, προάχθηκε σε Λοχαγό πρώτης τάξεως. Ως μέλος του επιτελείου ανάπτυξε στενή φιλία με τον πρίγκιπα Ανδρέα, αδερφό του διαδόχου Κωνσταντίνου, ενώ το 1907 ανέλαβε την επί διετία στρατιωτική εκπαίδευση του μετέπειτα Βασιλιά Γεωργίου Β'.
Με την έκρηξη του στρατιωτικού κινήματος το 1909, οι επαναστάτες μετέθεσαν τον Μεταξά στη Λάρισα, διότι ήταν γνωστός για τις σχέσεις του με τη βασιλική οικογένεια. Στις 19 Οκτωβρίου του 1910 ο βασιλιάς Γεώργιος Α διόρισε πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Την ίδια μέρα ο Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος είχε ανακληθεί στην Αθήνα, έλαβε πρόσκληση να επισκεφθεί τον Βενιζέλο στο ξενοδοχείο που διέμενε. Όταν τον συνάντησε, ο Βενιζέλος του πρόσφερε τη θέση του πρώτου υπασπιστή του. Έτσι ο Μεταξάς έγινε ο ουσιαστικός σύνδεσμος μεταξύ του πρωθυπουργού και των ανακτόρων.
Το 1912, λίγο πριν την έκρηξη του Α Βαλκανικού πολέμου, ο Βενιζέλος έστειλε τον Μεταξά στη Σόφια για να διαπραγματευτεί τη στρατιωτική συνθήκη μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας. Στις 5 Οκτωβρίου η συνθήκη είχε υπογραφεί. Μετά την υπογραφή της συνθήκης αναχώρησε για το Βελιγράδι και τέλος στις 17 Οκτωβρίου έφτασε στη Λάρισα, όπου είχε εγκατασταθεί το Γενικό Επιτελείο. Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν τέταρτος στην ιεραρχία του επιτελείου, αλλά μπορεί να θεωρηθεί ως ο εγκέφαλός του. Συμμετείχε σε όλες τις μάχες του Α Βαλκανικού πολέμου, και μαζί με τον Β.Δούσμανη διαπραγματεύτηκε την παράδοση της Θεσσαλονίκης από τον Ταξίν Χασάν Πασά, στις 26 Οκτωβρίου 1912. Τον Δεκέμβριο του 1912 ο Μεταξάς μετέβη στο Λονδίνο ως στρατιωτικός σύμβουλος του Ελ. Βενιζέλου για διαπραγμάτευση των όρων της σύναψης ειρήνης με την Τουρκία. Όμως στις 16 Ιανουαρίου του 1913 ο Μεταξάς ανακλήθηκε από την κυβέρνηση και στάλθηκε αμέσως στην Ήπειρο, όπου ο στρατός αντιμετώπιζε προβλήματα. Θεωρείται ο εμπνευστής και ο δημιουργός του σχεδίου κατάληψης του Μπιζανίου, που περιέλαβε τον μεγαλύτερο μέχρι τότε βομβαρδισμό της ιστορίας, και ήταν αντιπρόσωπος των Ελλήνων στην παράδοση των Ιωαννίνων. Τον Απρίλιο του 1913 προάχθηκε στο βαθμό του ταγματάρχη λόγω αρχαιότητας και διορίστηκε διοικητής του επιτελείου. Από αυτή τη θέση πήρε μέρος στον Β Βαλκανικό πόλεμο, και μετά το πέρας αυτών των πολέμων προάχθηκε σε αντισυνταγματάρχη και τοποθετήθηκε διευθυντής των Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού, καθώς και διευθυντής της Ανώτερης Στρατιωτικής Ακαδημίας.
γ. Εθνικός Διχασμός (1915-1917)
Στον Εθνικό Διχασμό του 1915 ο Ιωάννης Μεταξάς υποστήριξε τον Βασιλιά Κωνσταντίνο στην απόφασή του για ουδετερότητα και αναγκαστικά ήρθε σε σύγκρουση με τον Ελ.Βενιζέλο. Τον Φεβρουάριο του 1915, ύστερα από την απόταξη του Β.Δούσμανη, προάχθηκε σε αναπληρωτή αρχηγό του Επιτελείου. Η απόφαση του Ελ.Βενιζέλου για ένταξη της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων βρήκε αντίθετο τον Μεταξά, που τον Μάρτιο 1915 υπέβαλε την παραίτησή του στον Βενιζέλο με το αιτιολογικό ότι δεν συμφωνούσε με τον επικείμενο πόλεμο, επηρεάζοντας την απόφαση του Βασιλιά, που ήταν έτοιμος για είσοδο της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων. Την ενέργεια αυτή ο Βενιζέλος δεν του τη συγχώρεσε ποτέ με αποτέλεσμα, όταν επανήλθε στην εξουσία ως πρωθυπουργός το 1917, να τον εξορίσει στην Κορσική και μάλιστα με δικές του ενέργειες καταδικάστηκε σε θάνατο. Στις 6 Οκτωβρίου 1915 ο Ελευθέριος Βενιζέλος διώχθηκε από το αξίωμα του πρωθυπουργού, ενώ ο Μεταξάς ανακλήθηκε στο σώμα ως υπαρχηγός του Επιτελείου. Στις 26 Μαΐου του 1916 οι γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις επιτέθηκαν εναντίον του οχυρού Ρούπελ στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Ο Μεταξάς, ύστερα από πιέσεις του Βασιλιά, έδωσε εντολή να παραδοθεί το οχυρό χωρίς αντίσταση και για τη στάση του αυτή επικρίθηκε από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Στις 27 Ιουνίου 1916, ύστερα από τελεσίγραφο των Μεγάλων Δυνάμεων, δημοσιεύτηκε το διάταγμα της γενικής αποστράτευσης. Οι απόστρατοι οργανώθηκαν σε ομάδες εφέδρων και έγιναν γνωστοί ως «οι Επίστρατοι», με ανεπίσημο αρχηγό τον Ιωάννη Μεταξά. Μεγάλο μέρος του στρατού προσχώρησε στους επίστρατους. Οι Αγγλογάλλοι απαίτησαν από την κυβέρνηση των Αθηνών να τους παραδώσει μεγάλο μέρος του στόλου της καθώς και πολεμοφόδια. Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος αρνήθηκε. Τότε ο Γάλλος αντιναύαρχος Φουρνέ αποβίβασε 3000 στρατιώτες στο Φάληρο και στον Πειραιά για να προελάσουν στην Αθήνα. Το δρόμο όμως τους έφραξε ο στρατός των επιστράτων, που συγκρούσθηκε με τους Αγγλογάλλους κυρίως γύρω από την περιοχή του Φιλοπάππου. Οι Αγγλογάλλοι ηττήθηκαν και την επόμενη μέρα αποσύρθηκαν προς το Φάληρο, ενώ ο συμμαχικός στόλος άρχισε να βομβαρδίζει από το Φάληρο την Αθήνα. Από το 1916 έως το 1917, επί πρωθυπουργίας Στ.Σκουλούδη και Αλ.Ζαίμη, οι επίστρατοι ασκούσαν ουσιαστικά την εξουσία στο κράτος της Αθήνας, μέχρι και το 1920, οπότε επανήλθαν στην εξουσία τα βασιλόφρονα κόμματα. Στις 7 Ιανουαρίου του 1921 ο Ιωάννης Μεταξάς ανακλήθηκε στο στρατό, προάχθηκε σε αντιστράτηγο και αποστρατεύθηκε.
δ. Εξορία στην Κορσική και Ιταλία (1917-1920)
Αμέσως μετά την εκθρόνιση του Βασιλιά Κωνσταντίνου το 1917, ο ύπατος αρμοστής των προστάτιδων δυνάμεων έστειλε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη κατάλογο με τους ανεπιθύμητους «βασιλικούς», που έπρεπε να εξοριστούν, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Ιωάννης Μεταξάς. Στις 20 Ιουνίου του 1917 επιβιβάστηκε στο ελληνικό ατμόπλοιο «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» με προορισμό την Κορσική. Στο ίδιο πλοίο επέβαιναν οι Δημήτριος Γούναρης, Γεώργιος Πεσμαζόγλου, Κωνσταντίνος Έσσλιν. Στις 29 Ιουνίου, ύστερα από ταξίδι εννιά ημερών έφτασε στο Αιάκειο. Ο Μεταξάς είχε πάρει μαζί του την οικογένεια του, που περιλάμβανε τη σύζυγό του και τις δύο τους κόρες. Στην Κορσική ο Μεταξάς μάθαινε γαλλικά, και δίδασκε τις κόρες του ελληνικά με ένα αλφαβητάριο που είχε συντάξει ο ίδιος. Τα νέα περί ανακωχής των κεντρικών δυνάμεων ανησύχησαν τους εξόριστους. Λίγο αργότερα έφτασε η είδηση ότι οι Φιλελεύθεροι είχαν ζητήσει πίσω τους Βασιλικούς για να τους δικάσουν. Αυτή η είδηση επηρέασε τον Μεταξά που άρχισε να σκέφτεται την περίπτωση απόδρασης. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1918 μαζί με τον Δ.Γούναρη και τον Γ.Πεσμαζόγλου έφυγαν κρυφά από το ξενοδοχείο, αφού διάνυσαν μεγάλη απόσταση και επιβιβάστηκαν σε ένα καΐκι με προορισμό τη Σαρδηνία, όπου οι τοπικές αστυνομικές αρχές τους συνέλαβαν ως φυγάδες και αρνήθηκαν την έκδοσή τους στη Γαλλία. Στις 21 Δεκεμβρίου μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα της Σαρδηνίας Κάλιαρι, όπου παρέμειναν υπό αστυνομική παρακολούθηση. Τελικά ο Μεταξάς με την οικογένεια του, η οποία είχε φύγει από τη Γαλλία, εγκαταστάθηκε στη Σιένα, όπου παρέμεινε για έναν περίπου χρόνο. Εν τω μεταξύ στις 7 Νοεμβρίου άρχισε η δίκη του πρώην γενικού επιτελείου. Με παρέμβαση του Ελ.Βενιζέλου, ο Ι.Μεταξάς και ο Βίκτωρ Δούσμανης κατηγορήθηκαν για εσχάτη προδοσία και καταδικάστηκαν σε θάνατο στις 14 Φεβρουαρίου του 1920 με απόφαση του ειδικού στρατοδικείου. Στις 27 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Μεταξάς με την οικογένειά του μετακόμισαν στη Φλωρεντία. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Ιταλία είχε τακτική αλληλογραφία με τη βασιλική οικογένεια και ιδιαίτερα με τη βασίλισσα Σοφία και τον πρίγκιπα Ανδρέα.
ε. Πολιτική σταδιοδρομία
Μετά την επάνοδο των «βασιλικών» στην εξουσία, ο Μεταξάς επέστρεψε στην Αθήνα, όπου συναντήθηκε με τον υπουργό στρατιωτικών Δ.Γούναρη, με τον πρωθυπουργό Δ.Ράλλη, με τον πρώην πρωθυπουργό Στ.Σκουλούδη, τον φίλο του Ξενοφώντα Στρατηγό, τον πρώην πρωθυπουργό Στέφανο Δραγούμη, και επισκέφθηκε τον τάφο του δολοφονημένου πολιτικού Ίωνα Δραγούμη. Ύστερα αναχώρησε από την Αθήνα για την Κεφαλονιά με σκοπό να επισκεφθεί τα πάτρια εδάφη. Στο λιμάνι της Σάμης έτυχε μεγάλης υποδοχής από τους κατοίκους του νησιού αλλά και τους επίστρατους. Στις 30 Νοεμβρίου του 1920 επισκέφθηκε το Αργοστόλι, όπου η πόλη είχε ετοιμάσει ενθουσιώδη υποδοχή. Τις επόμενες μέρες πραγματοποίησε επισκέψεις στα γύρω χωριά και στην Ιθάκη. Τις επόμενες μέρες η οικογένεια Μεταξά εγκαταστάθηκε στο Φάληρο. Στις 25 Μαρτίου του 1921 ο υπουργός Οικονομικών Π.Πρωτοπαπαδάκης κάλεσε τον Μεταξά σπίτι του. Στη συνάντηση παρευρισκόταν ο υπουργός στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, ο πρωθυπουργός Δ.Γούναρης και ο συνταγματάρχης και συμφοιτητής του Μεταξά, Αθανάσιος Εξαδάκτυλος και του πρότειναν την θέση του Αντιστράτηγου της Μικράς Ασίας. Ο Μεταξάς αρνήθηκε λέγοντας ότι οποιαδήποτε επιχείρηση εναντίον της Τουρκίας ήταν καταδικασμένη σε ήττα.
Τελικά, η μικρασιατική εκστρατεία κατέληξε στην ολική καταστροφή του ελληνισμού στην Μικρά Ασία. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1922 ο Βασιλιάς κάλεσε τον Μεταξά στα ανάκτορα στο Τατόι και του ζήτησε να συντάξει την επιστολή παραίτησής του προς τον ελληνικό λαό. Στις 12 Οκτωβρίου του 1922 ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το οποίο παρουσιάστηκε ως τρίτη λύση μεταξύ Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών. Το κόμμα του δε βρήκε την ανταπόκριση που προσδοκούσε, με αποτέλεσμα να απογοητευτεί και να συμμετάσχει στο φιλομοναρχικό Κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη, εναντίον της τότε στρατιωτικής κυβέρνησης. Στην αρχή φάνηκε ότι υπερείχαν, αφού είχαν καταληφθεί όλες οι πόλεις εκτός από την Αθήνα, αλλά ύστερα από συντονισμένες προσπάθειες ο Κονδύλης και ο Πάγκαλος κατάφεραν να τους περιορίσουν στην Κόρινθο και τελικά το κίνημα έληξε άδοξα στις 28 Οκτωβρίου. Ο Μεταξάς κατάφερε να δραπετεύσει αμέσως μετά από την καταστολή του κινήματος με νορβηγικό πλοίο από την Πάτρα με προορισμό την Ιταλία.
Το 1924 επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου το κόμμα του είχε διαλυθεί. Στο δημοψήφισμα του 1924 για την αβασίλευτη δημοκρατία, ο Μεταξάς και ο Π.Τσαλδάρης εκπροσώπησαν τον «Βασιλικό» κόσμο. Με τη δικτατορία Θ.Πάγκαλου φυλακίστηκε και εκτοπίστηκε. Επέστρεψε όμως στις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου του 1926, όπου συγκέντρωσε 151.044 ψήφους και κατέλαβε 51 έδρες από τις 286. Έτσι στις 4 Δεκεμβρίου διορίστηκε υπουργός Συγκοινωνίας στην κυβέρνηση Αλ.Ζαΐμη. Το Φεβρουάριο όμως του 1928 πολλά μέλη του κόμματος αποχώρησαν με αποτέλεσμα να χάσει την εκλογική του δύναμη. Έτσι στις γερουσιαστικές εκλογές του 1929 οι Ελευθερόφρονες απέσπασαν μόνο 22.518 ψήφους και ανάδειξαν δύο γερουσιαστές. Το ίδιο περίπου συνέβη και στις βουλευτικές εκλογές του 1932, όπου το κόμμα των Ελευθεροφρόνων συγκέντρωσε 18.591 ψήφους και κατέλαβε τρεις έδρες. Παρόλα αυτά κατάφερε να συμμετάσχει στην κυβέρνηση Τσαλδάρη, αναλαμβάνοντας τη θέση του υπουργού Εσωτερικών. Το 1935 το κόμμα του ανέδειξε επτά βουλευτές, με 152.285 ψήφους, ενώ το 1936 κατέλαβε πάλι επτά έδρες, με 50.137 ψήφους. Δεδομένου ότι τότε ήταν 65 ετών, φαινόταν ότι η πολιτική σταδιοδρομία του όδευε προς το τέλος της.
στ. Προς την εκτροπή της 4ης Αυγούστου 1936
Μετά τις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936 οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί δεν μπόρεσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση εξαιτίας διαφωνιών κυρίως για το ζήτημα της επανόδου στο στράτευμα των απότακτων δημοκρατικών αξιωματικών του κινήματος του 1935. Σύμφωνα με το τότε σύνταγμα, ο Βασιλεύς κατέφυγε και πάλι στον Κ.Δεμερτζή, υπηρεσιακό πρωθυπουργό από τις 30 Νοεμβρίου 1935, για να σχηματίσει κυβέρνηση και στη συνέχεια να κριθεί από το Κοινοβούλιο με λήψη ψήφου εμπιστοσύνης. Στις 14 Μαρτίου η κυβέρνηση Κ.Δεμερτζή ορκίστηκε, με αντιπρόεδρο και υπουργό στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά (ο οποίος υποδείχτηκε από τον βασιλιά Γεώργιο Β). Ο Κ.Δεμερτζής πέθανε αιφνιδίως στις 13 Απριλίου και την ίδια ημέρα ο Μεταξάς ανέλαβε αυτοδικαίως πρωθυπουργός, ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Μετά από νέα αποτυχία των Φιλελευθέρων να έλθουν σε συμφωνία με τα κόμματα της αντιβενιζελικής παράταξης, η κυβέρνησή Μεταξά εξασφάλισε ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή στις 27 Απριλίου με 241 ψήφους υπέρ, 4 αποχές και 16 κατά (τους βουλευτές του Κ.Κ.Ε. και τον Γεώργιο Παπανδρέου). Τρεις μέρες αργότερα, η Βουλή με ψήφισμά της διέκοψε τις εργασίες της για πέντε μήνες εξουσιοδοτώντας την κυβέρνηση να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα για όλα τα θέματα, με τη σύμφωνη γνώμη μιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, η οποία δε λειτούργησε ποτέ.
Την εποχή εκείνη σημειώθηκε έξαρση των διεκδικήσεων του εργατικού κινήματος, που κατέληξαν στην αιματηρή καταστολή της απεργίας της 9ης Μαΐου στη Θεσσαλονίκη. Ο Μεταξάς έσπευσε να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία, επισείοντας τον κίνδυνο κομμουνιστικής εξέγερσης και στελεχώνοντας τον κρατικό μηχανισμό με στενούς συνεργάτες του. Στα μέσα Ιουλίου επήλθε συμφωνία για το αποτακτικό ζήτημα και το σχηματισμό κυβέρνησης μεταξύ του αντιβενιζελικού Ιωάννη Θεοτόκη και του ηγέτη των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη, ο οποίος το ανακοίνωσε στον Γεώργιο Β. Η συμφωνία θα εφαρμοζόταν με την επανάληψη των εργασιών της Βουλής. Όμως, στις 4 Αυγούστου 1936, παραμονή εικοσιτετράωρης πανελλαδικής απεργίας, ο Μεταξάς, επικαλούμενος τον κίνδυνο εσωτερικών ταραχών και την ασταθή διεθνή κατάσταση, συγκάλεσε έκτακτο υπουργικό συμβούλιο και ανακοίνωσε την απόφασή του να αναστείλει επ' αόριστον την ισχύ πολλών διατάξεων του Συντάγματος που κατοχύρωναν τις προσωπικές και συλλογικές ελευθερίες και, χωρίς να προκηρύξει εκλογές, να διαλύσει τη Βουλή με τη συγκατάθεση του βασιλιά, ο οποίος εξέδωσε δύο διατάγματα που ανέστειλαν τη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού.
ζ. Η δικτατορία του Μεταξά (1936-1941)
Το καθεστώς του Μεταξά, που επιβλήθηκε, χωρίς στρατιωτικό πραξικόπημα, με ουσιαστικά νομότυπα μέσα, αφού είχε λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, είχε σαφώς εθνικιστική και εμφανώς αντικομμουνιστική κατεύθυνση, χωρίς όμως στοιχεία αδιάλλακτου σωβινισμού (και πολύ περισσότερο χωρίς στοιχεία φυλετισμού και χωρίς καμία ιμπεριαλιστική βλέψη). Ο εθνικισμός του Μεταξά, που σε τίποτε δεν ήταν περισσότερο φανατισμένος από τον εθνικισμό των προκατόχων του, περιλαμβανομένου του Ελ.Βενιζέλου, ενσωμάτωνε ταυτόχρονα κάποιες φιλολαϊκές και «σοσιαλίζουσες» τάσεις, τουλάχιστον στο θέμα του κράτους πρόνοιας και της λήψης μέτρων για την προστασία των τιμών καταναλωτή, και εύλογα δεν είναι ορθό να συσχετίζεται ούτε με τον ιταλικό φασισμό ούτε με τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, στους οποίους άλλωστε αντιτάχθηκε σθεναρά το 1940, αφού δεν συμμάχησε με καμία φασιστική χώρα, ενώ διατήρησε καλές σχέσεις με την Βρετανία. Ο αντικοινοβουλευτισμός του Μεταξά δεν συμμεριζόταν τα πληβειοκρατικά στοιχεία του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και του φασισμού, τα οποία τον απωθούσαν, όπως και η ιμπεριαλιστική ρητορεία τους. Δημιούργησε και διέδωσε την ιδεολογία του «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού», που αποτελούσε συνέχεια του Αρχαίου (Α΄) και του Βυζαντινού (Β΄) Πολιτισμού με κύριο σκοπό τη φυλετική ενότητα του έθνους, καθώς και τη διατήρηση των παραδόσεων. Ιδιαίτερα ο Μεταξάς εμπνεόταν όχι τόσο από την Αθηναϊκή Δημοκρατία, όσο από την στρατοκρατική Σπάρτη και την αρχαία Μακεδονία, η οποία ενοποίησε πολιτικά την αρχαία Ελλάδα. Ο Μεταξάς προσπαθούσε να προβάλει κάποια ελπίδα σωτηρίας σε ένα έθνος, που πέρασε πρόσφατα ένα βαθύ και θανάσιμο διχασμό, και στρεφόταν εχθρικά απέναντι στον "παλαιοκομματισμό" και τις κοινοβουλευτικές τακτικές του παρελθόντος.
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της πολιτικής πρακτικής του ήταν η αστυνόμευση, υπό τον περιώνυμο Υπουργό Ασφαλείας Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, η οποία στράφηκε κυρίως κατά των κομμουνιστών, κατά αρκετών πολιτών που δε συμπαθούσαν το θεσμό της βασιλείας, αλλά και κατά κάποιων συντηρητικών πολιτικών, οι οποίοι, έχοντας επαφές με την Αυλή, επιδίωκαν την ανατροπή του Ι.Μεταξά. Τα κόμματα απαγορεύτηκαν, οι πολιτικοί εξορίστηκαν ή τέθηκαν σε κατ' οίκον περιορισμό και τα συνδικάτα διαλύθηκαν, ενώ οι συνθήκες διαβίωσης των εξόριστων ήταν άσχημες. Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγεται και ο πρώην πρωθυπουργός Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, που πέθανε το 1938. Η ΓΣΕΕ διαλύθηκε και αναπληρώθηκε από την Εθνική Συνομοσπονδία με πρόεδρο τον υπουργό εργασίας. Επιπλέον με βασιλικά διατάγματα ορίστηκε η εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος να γίνεται από τον Βασιλιά. Στα τέλη του 1939 μετά από εντολή του φυλακισμένου Νίκου Ζαχαριάδη, το μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ Γιάννης Μιχαηλίδης υπέγραψε δήλωση μετανοίας και αποφυλακίστηκε από την Κέρκυρα για να βοηθήσει στην ανασυγκρότησή του κόμματος. Όμως, μπλέχτηκε στα δίχτυα της Ασφάλειας και εντάχθηκε στην Προσωρινή Διοίκηση του ΚΚΕ που είχε διορίσει ο Μανιαδάκης, με αποτέλεσμα, μέχρι τα τέλη του 1941, να επικρατεί σύγχυση για την ταυτότητα της πραγματικής ηγεσίας του ΚΚΕ.
η. Κοινωνική πολιτική
Στα πλαίσια της μέριμνας για τις τάξεις των αγροτών και των εργατών, ο Ι.Μεταξάς έλαβε πρωτοβουλίες όπως η ρύθμιση των αγροτικών χρεών το 1937, η ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης, η καθιέρωση του θεσμού της υποχρεωτικής διαιτησίας μεταξύ εργατοϋπαλλήλων και εργοδοσίας και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και κυρίως η εφαρμογή αποφάσεων της περιόδου της αβασίλευτης δημοκρατίας για τη λειτουργία του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων το 1937, η οποία αναπτύχθηκε σταδιακά εξαιτίας της έλλειψης πόρων για τη χρηματοδότησή του και του αργού ρυθμού ασφάλισης των εργαζομένων. Τα αγροτικά προϊόντα άρχισαν να πωλούνται ακριβότερα, ενώ από άποψη επενδύσεων η περίοδος της 4ης Αυγούστου μπορεί να θεωρηθεί ευνοϊκή, αφού την περίοδο 1936-1938 ιδρύθηκαν 567 εργοστάσια. Ο προϋπολογισμός έδινε προτεραιότητα στην στρατιωτική οργάνωση και ήταν αυξημένος.
Από την άλλη πλευρά, στο εκπαιδευτικό σύστημα κύριος προσανατολισμός ήταν η τόνωση της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (ΕΟΝ) και ο παραγκωνισμός των αντιφρονούντων εκπαιδευτικών. Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση απέκτησε οκτάχρονη διάρκεια, ενώ η πρωτοβάθμια κατατμήθηκε. Μέσα από την ΕΟΝ γινόταν συστηματική προσπάθεια διαπαιδαγώγησης των νέων υπέρ του καθεστώτος, μέσα στα πλαίσια των παραδοσιακών αντιλήψεων για την ορθόδοξη πίστη και τον θεσμό της οικογένειας,. Στα νεότερα χρόνια οργανώσεις νεολαίας, όπως ΚΝΕ, ΠΑΣΟΝ (ή Νεολαία του ΠΑΣΟΚ), ΟΝΝΕΔ, λειτούργησαν στα πρότυπα της ΕΟΝ για την προώθηση κομματικών επιδιώξεων με τη δραστηριοποίηση των νέων.
Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Μεταξάς προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ της Αγγλίας, η οποία ήταν η κυρίαρχη ναυτική δύναμη της Μεσογείου και προς την οποία άλλωστε στρέφονταν οι συμπάθειες του βασιλιά, και της Γερμανίας, με την οποία υπήρχαν στενότατοι οικονομικοί δεσμοί, αφού εκτός των άλλων η γερμανική κυβέρνηση είχε αγοράσει το 40% των ελληνικών καπνών. Ήδη από το 1939 η Ελλάδα είχε ευθυγραμμιστεί απόλυτα με τους Βρετανούς, οι οποίοι αποδέχονταν την ουδέτερη στάση της Ελλάδας εξαιτίας της αδυναμίας τους να της παράσχουν ουσιαστική στρατιωτική υποστήριξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των στενών σχέσεων που υπήρχαν μεταξύ των δύο κυβερνήσεων είναι το γεγονός ότι ο Μεταξάς πρότεινε το 1938 στην αγγλική κυβέρνηση τη σύναψη αμυντικής συμμαχίας, την οποία η αγγλική κυβέρνηση αρνήθηκε διπλωματικά, αφού δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει σχετικά με την στάση της Ελλάδας σε επικείμενο πόλεμο. Σημαντικό ρόλο στις διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών διαδραμάτισε και η στάση της Ιταλίας, με τις συνεχείς προκλήσεις της. Το γεγονός της βύθισης της Έλλης, στις 15 Αυγούστου 1940, σηματοδότησε το τέλος των φιλικών σχέσεων με τις δυνάμεις του Άξονα. Παρόλα αυτά η πολιτική της ουδετερότητας απέτρεψε τον Μεταξά από τη λήψη άμεσων μέτρων.
θ. Ελληνοϊταλικός πόλεμος
Ο Μεταξάς αρχικά επέδειξε καρτερικότητα απέναντι στις ιταλικές προκλήσεις, προετοιμαζόμενος όμως ταυτοχρόνως για μια στρατιωτική αναμέτρηση στο πλευρό των Συμμάχων. Το μυστικό όπλο του Μεταξά ήταν η επιστράτευση με τα φύλλα πορείας, με την οποία μπορούσε μέσα σε 2-3 εβδομάδες να συγκεντρώσει γρήγορα στρατό και να τον στείλει στο μέτωπο. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι δεν έκανε νωρίτερα επιστρατεύσεις ήταν το στοιχείο του αιφνιδιασμού για τους Ιταλούς, οι οποίοι πίστευαν ότι ο πόλεμος με την Ελλάδα θα ήταν εύκολος. Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, στις 3 π.μ., ο Ιταλός πρέσβης επισκέφθηκε τον Μεταξά και του έδωσε τελεσίγραφο, με το οποίο ζητούσε να επιτραπεί η είσοδος των ιταλικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Ο Μεταξάς αρνήθηκε να δεχτεί το τελεσίγραφο. Η απόφασή του ήταν αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης, αφού η Ελλάδα προετοιμαζόταν χρόνια για επικείμενη επίθεση εχθρικών δυνάμεων. Η Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1940 υπήρξε αποδέκτης προτάσεων εκ μέρους της Γερμανίας για παρέμβασή της προς ειρήνευση με την Ιταλία, τις οποίες ο Μεταξάς απέρριψε συνεπής με τη στρατηγική της ευθυγράμμισης με τη Μεγάλη Βρετανία. Με την άρνησή του να υποκύψει στους Ιταλούς απέκτησε γενική αποδοχή, γεγονός που βοήθησε σημαντικά στην πανεθνική προσπάθεια για απόκρουση και απώθηση των Ιταλών. Είναι καθολικά αποδεκτό ότι η στάση του εμπνεόταν από την πίστη του ότι, με την υπέρτατη αυτή προσπάθεια διασφάλιζε ύψιστα συμφέροντα της πατρίδας του, αποφεύγοντας νέο εθνικό διχασμό και αποτρέποντας χώρες όπως η Ιταλία, η Βουλγαρία και η Τουρκία να καταλάβουν αμφισβητούμενες περιοχές (Μακεδονία, Αιγαίο, Θράκη), καθώς πίστευε στην νίκη των αγγλοσαξονικών δυνάμεων, από την οποία θεωρούσε βέβαιο ότι η Ελλάδα θα αποκόμιζε τουλάχιστον τα Δωδεκάνησα.
Τον Ιανουάριο του 1941 οι Άγγλοι έκαναν πρόταση στον Μεταξά να φέρουν δυνάμεις στο μέτωπο της Ηπείρου, ενόψει αναμενόμενης επίθεσης των Γερμανών, και εκείνος τους ζήτησε 10 μεραρχίες με ανάλογη αεροπορική υποστήριξη. Οι Άγγλοι ανταπάντησαν ότι μπορούν να προσφέρουν μόνο 2 μεραρχίες με μικρή αεροπορική δύναμη, υπονοώντας ότι τις υπόλοιπες δυνάμεις πρέπει να τις διαθέσει η Ελλάδα. Τότε ο Μεταξάς απάντησε "Καλύτερα να μη μας στείλετε τίποτε. Το μόνο που θα καταφέρετε να κάνετε σε αυτή την περίπτωση είναι να προκαλέσετε επίθεση των Γερμανών." Μετά από αυτό απεβίωσε αιφνιδίως από βαριά φλεγμονή του φάρυγγα στις 29 Ιανουαρίου του 1941 και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Αλέξανδρος Κορυζής. Η κηδεία πραγματοποιήθηκε στις 31 Ιανουαρίου. Από πολλούς έχει υποστηριχθεί ότι ο θάνατός του μπορεί να οφείλεται σε επέμβαση των Άγγλων εξαιτίας της προαναφερόμενης στάσης του για το μέτωπο της Ηπείρου, που, όπως δείχνουν τα πράγματα, ήταν επίσης ο λόγος που «αυτοκτόνησε» και ο Αλ.Κορυζής λίγο αργότερα. Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν νυμφευμένος από το 1909 με τη Λέλα Χατζηιωάννου, με την οποία απέκτησε δύο κόρες.
Από τον Σεπτέμβριο του 1939 ξέσπασε στη Ευρώπη ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, τις επιχειρήσεις του οποίου η ελληνική πολιτική ηγεσία παρακολουθούσε με αγωνία, ως ουδέτερη δύναμη. Την 28η Οκτωβρίου 1940, η Ιταλία, με ηγέτη τον Μουσολίνι, αφού είχε επιδείξει ηγεμονικές προθέσεις κατά της Ελλάδας με σειρά προκλήσεων, κήρυξε επίσημα τον πόλεμο. Η ελληνική κοινή γνώμη ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό, ύστερα από την αρνητική απάντηση του Ιωάννη Μεταξά στο ιταλικό τελεσίγραφο, που ζητούσε ελεύθερη είσοδο των ιταλικών δυνάμεων στην χώρα. Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου που ακολούθησε, παρά την αριθμητική και τεχνολογική του υπεροχή, ο ιταλικός στρατός, που επιτέθηκε από την αλβανική μεθόριο, αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Τους επόμενους μήνες οι ελληνικές δυνάμεις είχαν διεισδύσει σε βάθος 50 έως 80 περίπου χιλιομέτρων καταλαμβάνοντας την περιοχή της Βορείου Ηπείρου.
Στις 6 Απριλίου 1941, η Γερμανία, ως σύμμαχος της Ιταλίας, κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας και εισέβαλε από το βουλγαρικά σύνορα. Ακολούθησε μάχη στα οχυρά, όμως οι γερμανικές δυνάμεις προέλασαν αστραπιαία και στο τέλος του Μαΐου κατέλαβαν όλη την ηπειρωτική Ελλάδα. Μετά την Μάχη της Κρήτης, ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς, που διατήρησαν την Κατοχή για σχεδόν τέσσερα έτη (1941-1944), σε μια από τις πιο δραματικές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, κατά την οποία μεγάλος αριθμός αμάχων πέθανε από ασιτία, αλλά ταυτόχρονα εκδηλώθηκε το κίνημα Εθνικής Αντίστασης κατά των δυνάμεων κατοχής. Τελικά, καθώς διαφαινόταν η ήττα των δυνάμεων του Άξονα, το τέλος της Κατοχής της Ελλάδας επήλθε στις 12 Οκτωβρίου του 1944, όταν οι δυνάμεις των Γερμανών αποχώρησαν από την ελληνική πρωτεύουσα, ημερομηνία που συμβολικά ταυτίσθηκε με την (κατ’ ευφημισμόν) «Απελευθέρωση» της χώρας. Η κατάσταση, όμως, παρά τη φαινομενική αγαλλίαση της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, σύντομα εκτραχύνθηκε με αφορμές που σχετίζονταν, κυρίως, με τις εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων ανταρτικών ομάδων (ΕΛΑΣ με ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ), αλλά και τις πολιτικές και κοινωνικές αντιθέσεις που είχαν δημιουργηθεί στα χρόνια του Μεσοπολέμου και επιδεινώθηκαν με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του Ι. Μεταξά. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, τότε, εντολοδόχος πρωθυπουργός, υποστηριζόμενος από τους Βρετανούς «Συμμάχους», σχημάτισε κυβέρνηση εθνικής ενότητας με μέλη από την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση αλλά και από τις τοπικές αντιστασιακές οργανώσεις.
Ο Αλέξανδρος Γ. Κορυζής (Πόρος, 1885 – Αθήνα, 18 Απριλίου 1941) ήταν Έλληνας νομικός, οικονομολόγος και πρωθυπουργός της χώρας για μόνο 80 ημέρες, από τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά μέχρι και την 12η ημέρα από την γερμανική εισβολή (29 Ιανουαρίου 1941 – 18 Απριλίου 1941). Χαρακτηρίστηκε πρωθυπουργός του 2ου ΟΧΙ της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν γιος του Γεωργίου Κορυζή, παλαίμαχου πολιτικού που διετέλεσε βουλευτής Τροιζηνίας και δήμαρχος Πόρου, εγγονός του Σταματίου Κορυζή (1815-1898), πληρεξούσιου βουλευτή Τροιζηνίας και δισέγγονος του Γεωργίου Κορυζή, αγωνιστή του 1821. Η μητέρα του, Αικατερίνη, το γένος Αθανασίου Μισυρλή, κατάγονταν από την Πύλο και ήταν ανιψιά του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Ο Κορυζής πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στον Πόρο. Στα επτά του χρόνια έμεινε ορφανός από μητέρα, γεγονός που είχε αρνητική επίδραση στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1901-1905) και σε πολύ νεαρή ηλικία διορίστηκε το 1903 στη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, όπου σημείωσε ταχεία άνοδο στην ιεραρχία, υπηρετώντας κυρίως στην Επιθεώρηση και στο τμήμα Οργάνωσης. Από το 1915 συνέβαλε στην οργάνωση κλάδου αγροτικής πίστης στην Εθνική Τράπεζα, από την απόσπαση του οποίου προήλθε αργότερα η Αγροτική Τράπεζα (1929) της οποίας διετέλεσε πρώτος πρόεδρος του διοικητικού της Συμβουλίου.
Έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, αρχικά ως έφεδρος ανθυπολοχαγός του πυροβολικού, και στη συνέχεια, ως απόφοιτος σχετικής σχολής, έφεδρος υπολοχαγός πυροβολικού, και παρασημοφορήηκε από τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ (1914). Μετά τη λήξη των πολέμων ανέλαβε τμηματάρχης της ΕΤΕ και το 1919 γενικός επιθεωρητής. Από τη θέση αυτή, επί κυβερνήσεως Ελ.Βενιζέλου, υπήρξε οικονομικός σύμβουλος του Υπάτου Αρμοστή στη Σμύρνη, Α. Στεργιάδη, την περίοδο 1919-1920 ιδρύοντας παράλληλα το υποκατάστημα της ΕΤΕ Σμύρνης. Αργότερα συνέβαλε στην ίδρυση του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού, (ΑΣΟ), του οποίου διετέλεσε πρώτος πρόεδρος (1925-28). Στις 12 Μαΐου του 1928 ανέλαβε υποδιοικητής της ΕΤΕ μετά την παραίτηση του Εμμ. Τσουδερού, ο οποίος διορίστηκε υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Την εποχή εκείνη, μετά από εντολή της τότε κυβέρνησης, ο Αλ. Κορυζής συνέταξε το σχέδιο νόμου για τη δημιουργία του Ανωτάτου Οικονομικού Συμβουλίου που αποτέλεσε στην ουσία και τον πρώτο συντονιστικό οικονομικό δημόσιο φορέα της Ελλάδας στην οικονομική πολιτική.
Μετά την αυθημερόν καταστολή του κινήματος του Ν. Πλαστήρα, (6 Μαρτίου 1933), οπότε ανέλαβε για λίγες ημέρες η κυβέρνηση Α. Οθωναίου, ο Α. Κορυζής διορίστηκε υπουργός Οικονομικών (6-10 Μαρτίου 1933) και στη συνέχεια επανήλθε στη θέση του. Τη επομένη της επιβολής του καθεστώτος Μεταξά (4 Αυγούστου 1936), στις 5 Αυγούστου του 1936, διορίστηκε υπουργός Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως όπου και παρέμεινε επί τρία σχεδόν συνεχή χρόνια (ως τις 12 Ιουλίου 1939), όταν υπέβαλε παραίτηση, η οποία έγινε δεκτή. Η προσφορά του ήταν σημαντική σε νομοθετικές ρυθμίσεις θεμάτων που απευθύνονταν στη λαϊκή βάση και αφορούσαν διοικητικό τομέα και κοινωνική πρόνοια τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό χώρο (νοσοκομεία και κοινωνικά κέντρα). Στη συνέχεια στις 9 Αυγούστου του ίδιου έτους διορίστηκε διοικητής της ΕΤΕ, μετά τον θάνατο του προκατόχου της θέσης αυτής Ι. Δροσοπούλου. Με τον θάνατο του Μεταξά, τον Ιανουάριο του 1941 και διαρκούντος του πολέμου, ο Βασιλεύς Γεώργιος Β΄ τον επέλεξε και τού ανέθεσε απευθείας την πρωθυπουργία της Ελλάδας στις 29 Ιανουαρίου 1941.
Ο Α. Κορυζής, αποδεχθείς τον διορισμό, ανέλαβε πρωθυπουργός, υπουργός Εξωτερικών, υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, υπουργός Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας καλύπτοντας έτσι όλες τις υπουργικές θέσεις του Ι. Μεταξά, χωρίς να προβεί σε αλλαγές του υπουργικού συμβουλίου. Στις 6 Απριλίου του 1941, ο Κορυζής, πιστός στην παρακαταθήκη του προκατόχου του, απέρριψε το αίτημα των Γερμανών για απομάκρυνση των βρετανικών δυνάμεων από την Ελλάδα, μη ενδίδοντας στο τελεσίγραφο που του επέδωσε ο Γερμανός πρεσβευτής Έρμπαχ-Σένμπεροχ, μισή ώρα μετά την έναρξη της γερμανικής εισβολής. Στις 18 Απριλίου, δώδεκα ημέρες μετά την έναρξη της γερμανικής εισβολής, και ενώ μαίνονταν οι μάχες ο Κορυζής συμμετείχε σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου. Ακολούθησε κατ' ιδίαν συνομιλία με τον βασιλέα Γεώργιο. Ο Κορυζής εξήλθε συντετριμμένος από τη συνάντησή του με τον Βασιλέα με κατεύθυνση την οικία του στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας. Ο Βασιλεύς ανησυχώντας για τον Κορυζή, που πολύ πιθανόν κάτι να είχε υπονοήσει στο λόγο του, έστειλε τον διάδοχο Παύλο στην οικία του. Όταν έφτασε εκεί ο Παύλος και ενώ μιλούσε στην είσοδο της πρωθυπουργικής κατοικίας με την σύζυγο του Κορυζή, ακούστηκαν δύο πυροβολισμοί από τον πρώτο όροφο. Ο Κορυζής είχε αυτοκτονήσει με δύο σφαίρες στην καρδιακή χώρα. Ήταν σύζυγος της Ελισάβετ Τσιτσάρα, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Για τον θάνατό του, τρεις μήνες μετά τον επίσης αιφνίδιο θάνατο του Ι.Μεταξά, εύλογα εγείρονται ερωτήματα.
Ο Εμμανουήλ Ι. Τσουδερός (Ρέθυμνο, 1882 – Νέρβι Ιταλίας, 10 Φεβρουαρίου 1956) ήταν Έλληνας νομικός, οικονομολόγος και πρωθυπουργός της ελληνικής κυβέρνησης που μετά τη γερμανική εισβολή συνέχισε τον πόλεμο κατά του Άξονα, εκτός χώρας, στα χρόνια της Κατοχής (21 Απριλίου 1941 – 14 Απριλίου 1944) μέχρι σχεδόν τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Ήταν γιος του Ιωάννη Τσουδερού, ιατρού, πολιτικού και γόνου επιφανούς κρητικής οικογένειας με μεγάλη παρουσία στη σύγχρονη ιστορία του νησιού και της Ελλάδας γενικότερα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και οικονομικές επιστήμες στο Παρίσι και το Λονδίνο. Αρχικά διετέλεσε βουλευτής Ρεθύμνης στην Κρητική Βουλή την περίοδο 1906-1912, αντιπρόεδρος της Συνέλευσης των Κρητών και αντιπρόσωπός της στην Αθήνα, την περίοδο 1911-1912. Το ίδιο διάστημα ήταν Επίτροπος Δημοσίας Ασφαλείας και Δημοσίων Έργων στη Διοικητική Επιτροπή Κρήτης. Μετά την ενσωμάτωση της Κρήτης στην Ελλάδα (1/12/1913) εκλέχθηκε στη Βουλή των Ελλήνων και πάλι βουλευτής Ρεθύμνης με το Κόμμα των Φιλελευθέρων το 1915 επανεκλεγείς ομοίως το 1920 και το 1923. Από το 1918 εκπροσώπησε την Ελλάδα επανειλημμένως σε διεθνείς συναντήσεις.
Το 1924 ανέλαβε το Υπουργείο Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Ελ.Βενιζέλου και την ίδια χρονιά ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών στην κυβέρνηση Αλ.Παπαναστασίου και την Κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη του 1924. Το 1925 διορίσθηκε υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας. Από τη θέση αυτή, το 1927 πρότεινε και διαπραγματεύθηκε με τους εκπροσώπους της Κοινωνίας των Εθνών τη δημιουργία της Τράπεζας της Ελλάδος, της οποίας το 1931, σε μια δύσκολη στιγμή για την ελληνική οικονομία, ανέλαβε τη διοίκηση, θέση που διατήρησε μέχρι το 1939 όταν παύτηκε από το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά. Στις 21 Απριλίου του 1941, και ενώ οι Γερμανοί είχαν καταλάβει τη μισή Ελλάδα, ο Τσουδερός αποδέχθηκε την πρόταση του βασιλιά Γεωργίου Β να αναλάβει την πρωθυπουργία της χώρας σε αντικατάσταση του Αλεξάνδρου Κορυζή, ο οποίος είχε αυτοκτονήσει τρεις ημέρες νωρίτερα. Στις 23 Απριλίου, η κυβέρνηση Τσουδερού, με τη βασιλική οικογένεια μετακινήθηκε στην Κρήτη και από εκεί, έναν μήνα αργότερα, κατέφυγε στο Κάιρο της Αιγύπτου, στην έδρα της εκεί βρετανικής συμμαχίας, θέτοντας τις μονάδες του ελληνικού πολεμικού ναυτικού και αεροπορίας υπό την επιχειρησιακή διοίκηση της εκεί βρετανικής διοίκησης.
Το 1942, ως πρωθυπουργός της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, ο Τσουδερός μαζί με τον βασιλιά Γεώργιο, διατύπωσε υπόμνημα προς την κυβέρνηση της Βρετανίας ορίζοντας την Κύπρο ως μεταπολεμική διεκδίκηση της Ελλάδας για τις θυσίες της κατά τον πόλεμο. Στις 18 Μαρτίου του 1944, η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), γνωστή και ως «Κυβέρνηση του Βουνού», έκανε γνωστή την ύπαρξή της και λίγες ημέρες αργότερα ζήτησε την παραίτηση της εξόριστης κυβέρνησης Τσουδερού και τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας με βάση την ΠΕΕΑ. Ο Τσουδερός,, αντικομμουνιστής ο ίδιος, αλλά και υπό την πίεση των Βρετανών που δεν έβλεπαν με φιλικό μάτι μία ελληνική κυβέρνηση που δεν θα έλεγχαν οι ίδιοι, δεν δέχθηκε να παραιτηθεί. Ακολούθησε το κίνημα των εξόριστων Ελλήνων στρατιωτών (Απρίλιος 1944) που συμπαθούσαν το ΕΑΜ. Έχοντας χάσει τον έλεγχο της κατάστασης, ο Τσουδερός τελικά παραιτήθηκε, και κατόπιν οι πιστοί στον βασιλιά Έλληνες στρατιωτικοί, σε συνεργασία με τους Βρετανούς, κατέστειλαν βίαια το κίνημα των στρατιωτών.
Στα πρώτα χρόνια μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ο Τσουδερός χρημάτισε αντιπρόεδρος και υπουργός Συντονισμού στην πρώτη κυβέρνηση Θ.Σοφούλη (22 Νοεμβρίου 1945 – 4 Απριλίου 1946). Τον Οκτώβριο του 1946 ανέλαβε πρόεδρος του Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος με το οποίο το 1950 συμμετείχε στην ίδρυση της ΕΠΕΚ, ως βουλευτής Πειραιώς. Το 1952 ως βουλευτής Αθηνών ανέλαβε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση Αλ.Παπάγου (19 Νοεμβρίου 1952 – 6 Οκτωβρίου 1955). Παλαίμαχος πλέον ο Εμμανουήλ Τσουδερός πέθανε στην πόλη Νέρβι της Ιταλίας (όπου είχε μεταβεί για ανάπαυση) τον επόμενο χρόνο σε ηλικία 74 ετών. Ήταν νυμφευμένος και απέκτησε δύο παιδιά, που ασχολήθηκαν και τα δύο με την πολιτική, τον Ιωάννη Τσουδερό και την Βιργινία Τσουδερού, οικονομολόγο που διετέλεσε υφυπουργός Εξωτερικών σε κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ.
Ο Γεώργιος Τσολάκογλου του Κωνσταντίνου (Ρεντίνα Αγράφων, Απρίλιος 1886 – Αθήνα, 22 Μαΐου 1948) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός, πρωθυπουργός, διορισμένος από τους Γερμανούς, κατά την περίοδο κατοχής της Χώρας (30 Απριλίου 1941 – 2 Δεκεμβρίου 1942). Κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό και στη συνέχεια εισήλθε στη Σχολή Υπαξιωματικών από την οποία αποφοίτησε την 7η Ιουλίου του 1912 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού Πεζικού. Μετά την αποφοίτησή του τοποθετήθηκε στο 4ο Σύνταγμα Πεζικού Λαρίσης. Ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, ο Τσολάκογλου συμμετείχε στις κυριότερες μάχες στους Βαλκανικούς Πολέμους (Ελασσόνα, Σαραντάπορο, Γιαννιτσά, Λαχανάς, Δεμίρ Ισάρ, Άνω Τζουμαγιά ) και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο μέτωπο του Στρυμόνα. Συμμετείχε στις εκστρατείες στην Ουκρανία και στην Μικρά Ασία ως διοικητής του 1/39 τάγματος ευζώνων και αργότερα ως επιτελάρχης της 4ης Μεραρχίας, κατά την επίθεση του Αυγούστου το 1922. Στην επακολουθήσασα σύμπτυξη του Α΄ Σώματος Στρατού, στο οποίο ανήκε, ακολούθησε στην αρχή την φάλαγγα του στρατηγού Ν.Τρικούπη και λίγο πριν την Σμύρνη την φάλαγγα του στρατηγού Φράγκου. Αντισυνταγματάρχης το 1923, συνταγματάρχης το 1925 και ανώτατος πλέον αξιωματικός το 1935 διοίκησε διαδοχικά Μεραρχία, την Σχολή Ευελπίδων και το Γ΄ Σώμα στρατού, του οποίου την διοίκηση ανέλαβε αφού παρέδωσε τη διοίκηση της Κρήτης που είχε αναλάβει το 1938, όταν εκδηλώθηκε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Το 1940, είχε φθάσει στον βαθμό του αντιστράτηγου και ήταν διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού (Δυτική Μακεδονία). Μετά την επίθεση των Ιταλών κατά τη μάχη του Μοράβα, με επιτυχημένο ελιγμό, και παρά τους δισταγμούς των ανωτέρων του, συνέβαλε στην πλήρη νίκη του υπ' αυτού Σώματος στρατού. Μετά την επίθεση όμως των Γερμανών κατά της Ελλάδος (6 Απριλίου 1941), την βαθιά στην συνέχεια διείσδυσή τους προς τη Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου του 1941 και την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από το μέτωπο της Βορείου Ηπείρου, ο Γ.Τσολάκογλου και ορισμένοι άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί του Στρατού έλαβαν την απόφαση για συνθηκολόγηση, χωρίς έγκριση της προϊσταμένης τους Αρχής, κρίνοντας οι ίδιοι πως κάθε αντίσταση στους Γερμανούς θα ήταν μάταιη, μολονότι, πριν εκδηλωθεί η ιταλική επίθεση του Μαρτίου, στην ειδική σύσκεψη αντιστράτηγων που είχε γίνει στην Αθήνα, ο Τσολάκογλου είχε ταχθεί υπέρ της συνέχισης του αγώνα, ακόμα και με το ενδεχόμενο γερμανικής επίθεσης που ήδη διαφαινόταν στον ορίζοντα.
Στις 20 Απριλίου 1941, ημέρα του Πάσχα, σε συνεννόηση με τον διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Παναγιώτη Δεμέστιχα, τον διοικητή του Β΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Γεώργιο Μπάκο, και τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα που ήταν ο κύριος φορέας και υποκινητής αυτής της εξέλιξης, υπερκέρασε τον διοικητή Στρατιάς Ηπείρου Ιωάννη Πιτσίκα, ανέλαβε ο ίδιος διοικητής της Στρατιάς και υπέγραψε πρωτόκολλο ανακωχής με τον διοικητή της 1ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Ες-Ες, υποστράτηγο Γιόζεφ (Σεπ) Ντήτριχ (Josef "Sepp" Dietrich), στο Βοτονόσι του Μετσόβου. Ο αρχηγός του Ελληνικού Στρατού, αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, σε τηλεγράφημά του προς το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου, κατάγγειλε την πρωτοβουλία του Τσολάκογλου ως αντίθετη προς τα συμφέροντα της πατρίδας, διέταξε την αντικατάσταση του Τσολάκογλου και αγώνα «μέχρις εσχάτου ορίου δυνατοτήτων». Ήταν όμως ήδη αργά. Την επόμενη ημέρα (21 Απριλίου) στην Λάρισα, ο Τσολάκογλου, «υπό το κράτος βίας», υπέγραψε ως διοικητής της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας την άνευ όρων παράδοση του Ελληνικού Στρατού στους Γερμανούς. Εκ μέρους των Γερμανών, το πρωτόκολλο της παράδοσης συνυπέγραψε ο αρχηγός των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, στρατηγός Φον Γκράιφφενμπεργκ (von Greinffenberg). Στις 23 Απριλίου, ο Τσολάκογλου αναγκάσθηκε να υπογράψει στην Θεσσαλονίκη και τρίτο πρωτόκολλο με τον Γερμανό στρατηγό Άλφρεντ Γιοντλ (Alfred Jodl) και τον Ιταλό στρατηγό Αλμπέρτο Φερρέρο (Alberto Ferrero), για να ικανοποιηθεί και το γόητρο των Ιταλών. Την ίδια ημέρα ξεκίνησε και ο αεροπορικός βομβαρδισμός του Ναυστάθμου Σαλαμίνας και των γύρω της Αττικής λιμένων, από όπου η ελληνική κυβέρνηση και ο Βασιλεύς Γεώργιος αναγκάσθηκαν να μετακινηθούν με υδροπλάνο στην Κρήτη.
Στα απομνημονεύματα του, ο Τσολάκογλου γράφει: «Ευρέθην αντιμέτωπος ιστορικού διλήμματος : Ή ν' αφήσω να συνεχισθή ο αγών και να γίνη ολοκαύτωμα, ή υπείκων εις τας παρακλήσεις όλων των ηγητόρων του στρατού ν' αναλάβω την πρωτοβουλίαν της συνθηκολογήσεως... "Τολμήσας" δεν υπελόγισα ευθύνας... Μέχρι σήμερον δεν μετενόησα δια το τόλμημά μου. Τουναντίον αισθάνομαι υπερηφάνειαν.» Γεγονός είναι ότι ο ελληνικός στρατός στη συνέχεια δεν αιχμαλωτίσθηκε και οι βομβαρδισμοί ελληνικών περιοχών της Μακεδονίας διακόπηκαν. Στις 30 Απριλίου του 1941 και ώρα 11 το πρωί, ο Τσολάκογλου ορκίσθηκε πρωθυπουργός στα Παλαιά Ανάκτορα, (σημερινή Βουλή), από τον πρωθιερέα του Ι. Ν. Αγίου Γεωργίου Καρύτση Ν. Παπαδόπουλο, κατόπιν αποδοχής των κατοχικών δυνάμεων και παρουσία των ανωτάτων διοικητών τους, αφού ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος είχε αρνηθεί να τον ορκίσει, απαγορεύοντας και στους υπόλοιπους αρχιερείς και ιερείς της Ελλάδας, με το επιχείρημα ότι η Ελλάδα είχε εθνική κυβέρνηση, την οποία είχε ορκίσει ο ίδιος, εννοώντας εκείνη που βρισκόταν ακόμα σε ελληνικό έδαφος, στην Κρήτη, πριν μετακινηθεί ακόμα στη Μέση Ανατολή.
Οι Βρετανοί στο μεταξύ έσπευσαν να τον καταγγείλουν ως Έλληνα Κουΐσλιγκ (The Times, 30/04/1941). Την ίδια ημέρα που ανακήρυξε επίσημα την Ελληνική Πολιτεία, εκπρόσωποι των δύο πολιτικών παρατάξεων (Βενιζελικοί, Λαϊκό Κόμμα), αναγνώρισαν την κυβέρνησή του ως «κυβέρνηση εθνικής ανάγκης» (Ελεύθερον Βήμα, 08/05/1941). Κατά την πρωθυπουργία του, αρχικά υποχρέωσε σε παραίτηση τον τότε Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο προωθώντας στη θέση του τον μετέπειτα αντιβασιλέα Δαμασκηνό με σύμφωνη γνώμη και των κατοχικών δυνάμεων. Επίσης προσπάθησε να διατηρήσει τη δραχμή ως κατοχικό νόμισμα, πλην όμως η δέσμευσή του από τις Αρχές κατοχής είχε σαν συνέπεια τη συνεχή υποτίμηση, που οδήγησε σε ραγδαίες αυξήσεις τιμών και πείνα, ενώ η χρυσή λίρα τότε αποθησαυριζόταν. Για την κατάσταση εκείνη οι Γερμανοί επέρριψαν ακέραιη την ευθύνη στους Ιταλούς που δεν έπραξαν τίποτε, κατά την αρμοδιότητα που διατηρούσαν, για να προλάβουν αυτή την οικονομική εξέλιξη, αν και εισήγαγαν στη συνέχεια τη λεγόμενη "μεσογειακή δραχμή". Τελικά ο Τσολάκογλου παραιτούμενος από το αξίωμά του, μετά από πολλές πιέσεις που του άσκησαν εγγράφως οι άλλοι πολιτικοί αρχηγοί, μεταξύ των οποίων οι Καφαντάρης, Σοφούλης, Γονατάς, Μάξιμος, Πάγκαλος, ακόμη και ο Ι.Ράλλης, αλλά και μετά από δύο ανεπιτυχείς γύρους διαπραγματεύσεων με τους Γερμανούς (Βερολίνο - Σεπτέμβριος 1942) και Ιταλούς (Ρώμη - Οκτώβριος 1942), που αφορούσαν τα ελληνικά δημοσιονομικά, στη συνέχεια ιδιώτευσε. Στην πρώτη αυτή κατοχική κυβέρνηση συμμετείχαν οι άλλοι δύο αντιστράτηγοι της συνθηκολόγησης, Δεμέστιχας και Μπάκος, ο επόμενος κατοχικός πρωθυπουργός ιατρός Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, που τελούσε χρέη αντιπροέδρου, καθώς και ο τότε υπουργός οικονομικών Σωτήριος Γκοτζαμάνης που διατηρήθηκε στην ίδια θέση από την επόμενη κυβέρνηση.
Αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ο Τσολάκογλου συνελήφθη και φυλακίσθηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Παραπέμφθηκε στο δια της Συντακτικής Πράξεως με αριθμό 6/1945, της κυβέρνησης Ν. Πλαστήρα, συσταθέν Ειδικό Δικαστήριο, κατηγορούμενος για παράνομη συνθηκολόγηση που είχε προβεί με τον εχθρό, χαρακτηριζόμενη ως «συνθηκολόγησις εν ανοικτώ πεδίω» και «πριν η υπ' αυτόν στρατιωτική δύναμις εκπληρώση πάν ό,τι το στρατιωτικόν καθήκον επιβάλλει», καθώς και για εθνική αναξιότητα για την συνεργασία του, στη συνέχεια, με τις κατοχικές Δυνάμεις. Η δίκη του ξεκίνησε στις 21 Φεβρουαρίου και έληξε στις 31 Μαΐου του 1945, ενώ η απολογία του ήταν λακωνική αλλά περιεκτική. Τελικά το Ειδικό Δικαστήριο την τελευταία ημέρα της δίκης τον καταδίκασε σε θάνατο, ενώ ταυτόχρονα το ίδιο δικαστήριο ζήτησε την μετατροπή της ποινής σε ισόβια δεσμά για τις "πολλαπλές υπηρεσίες του στη χώρα ως στρατιωτικός". Έτσι, το Συμβούλιο Χαρίτων συνήλθε στις 19 Αυγούστου του 1945 και μετέτρεψε την ποινή σε ισόβια κάθειρξη και ακολούθως οδηγήθηκε στις "φυλακές Ζελιώτη" της Αθήνας (όπου αργότερα το μέγαρο Μινιόν). Έχοντας όμως προσβληθεί από λευχαιμία, νοσηλεύθηκε επί έναν χρόνο στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (ΝΙΜΤΣ), όπου και πέθανε στις 22 Μαΐου του 1948, στερημένος σύνταξης και πάμπτωχος. Η κηδεία του έγινε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών σε στενό οικογενειακό κύκλο. Πέρα από την κρατούσα άποψη που επέβαλαν μεταπολεμικά οι Άγγλοι ως νικητές, ο Τσολάκογλου δικαιούται να αναγνωριστεί γενναίος στρατιωτικός, αλλά και τραγικό πρόσωπο, που, παραβιάζοντας θεμελιώδεις στρατιωτικές υποχρεώσεις, ανέλαβε, με βαρύ προσωπικό κόστος, την πολιτική ευθύνη της αποφυγής μιας άσκοπης εκατόμβης των στρατιωτών του και της, κατ’ ανάγκην επιβαλλόμενης, εκπροσώπησης της ελληνικής διοίκησης απέναντι στις ούτως ή άλλως παρούσες δυνάμεις κατοχής.
Ο Κωνσταντίνος Ι. Λογοθετόπουλος (Ναύπλιο, 1878 – Αθήνα, 6 Ιουλίου 1961) ήταν Έλληνας καθηγητής της Ιατρικής, αλλά και πρωθυπουργός μιας διορισμένης από τους Γερμανούς κατοχικής κυβέρνησης από τις 2 Δεκεμβρίου 1942 έως τις 7 Απριλίου 1943. Σπούδασε Ιατρική στο Μόναχο. Με την αποφοίτησή του το 1903 παρέμεινε στη Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική του Μονάχου, για να εργαστεί ως επιμελητής και μετά ως υφηγητής. Το 1910 επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε ιδιωτική χειρουργική γυναικολογική και μαιευτική κλινική δυναμικότητας 40 κλινών. Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό, αρχικά ως έφεδρος χειρουργός ιατρός στο Γ΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης και κατόπιν στο χειρουργείο της Σκάλας Σταυρού. Το 1913, με το τέλος του πολέμου, επέστρεψε στην Αθήνα και παραχώρησε την ιδιωτική κλινική του για τη δωρεάν περίθαλψη 50 τραυματιών αξιωματικών. Απολύθηκε από το Στρατό το 1916. Το 1922 επιστρατεύθηκε ξανά για να υπηρετήσει στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών.
Το 1922 ανέλαβε την έδρα της Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από τη θέση αυτή ανέπτυξε αξιόλογη επιστημονική δραστηριότητα και συνέβαλε στην ίδρυση νέων νοσοκομειακών ιδρυμάτων, μεταξύ των οποίων και το πρώτο Αντικαρκινικό Ινστιτούτο το 1924 στο Αρεταίειο με δωρεά του Ζαχάρωφ. Διετέλεσε κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής (1928–1929), και αργότερα πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών (1932–1933). Επί πρυτανείας του εγκαινιάστηκαν τα Εργαστήρια της Ιατρικής Σχολής στο Γουδί. Την ίδια εποχή εγκαινιάστηκαν πανεπιστημιακές κλινικές στα νοσοκομεία Λαϊκό και Ιπποκράτειο, και θεμελιώθηκε το Δημόσιο Μαιευτήριο Αθηνών, το μετέπειτα «Αλεξάνδρα». Συνέγραψε πολλές επιστημονικές εργασίες και είχε μαθητές πολλούς νέους γιατρούς, μεταξύ των οποίων και ο μετέπειτα βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης. Ανήκε στα υψηλά στρώματα της αθηναϊκής κοινωνίας και ήταν μέλος μασονικής στοάς. Ήταν νυμφευμένος με την ανεψιά του Γερμανού Στρατάρχη Βίλχελμ Λιστ και λίγο πριν την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έγινε πρόεδρος του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου.
Στις 27 Απριλίου 1941, με την είσοδο του γερμανικού στρατού στην Αθήνα, ο γερμανικής παιδείας Κ.Λογοθετόπουλος ήταν από τους πρώτους που συνεχάρησαν τον Γερμανό πρέσβη και λίγες ημέρες αργότερα διορίστηκε αντιπρόεδρος και υπουργός Προνοίας και Παιδείας στην πρώτη κατοχική κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου. Τον επόμενο χρόνο ίδρυσε την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στα τέλη του 1942 διορίστηκε πρωθυπουργός της διορισμένης από τους Γερμανούς «Ελληνικής Πολιτείας», μετά την παραίτηση του προκατόχου του. Η κυβέρνησή του ανέλαβε, χωρίς επιτυχία, να επιστρατεύσει Έλληνες που θα πολεμούσαν ως εθελοντές στο Ανατολικό Μέτωπο ή θα εργάζονταν σε γερμανικά εργοστάσια. Η θητεία του διάρκεσε μόλις τέσσερις μήνες, αφού τον Απρίλιο του 1943 οι Γερμανοί τον αντικατέστησαν με τον Ιωάννη Ράλλη, επιθυμώντας έναν πιο δυναμικό πρωθυπουργό για την αντιμετώπιση του αναδυόμενου ΕΑΜ.
Με την αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής το φθινόπωρο του 1944, ο Λογοθετόπουλος έφυγε στη Γερμανία και εκεί παραδόθηκε στον Αμερικανικό Στρατό. Το 1945 καταδικάστηκε ερήμην από το Ειδικό Δικαστήριο σε ισόβια κάθειρξη, για τη συνεργασία του με το στρατό κατοχής. Το 1946 μεταφέρθηκε με αμερικανικό μεταγωγικό αεροπλάνο στη Θεσσαλονίκη και παραδόθηκε στις ελληνικές αρχές, οι οποίες τον οδήγησαν στη φυλακή για να εκτίσει την ποινή του. Το 1951 του απονεμήθηκε χάρη και πέθανε εκτός φυλακής, δέκα χρόνια αργότερα. Όπως και οι άλλοι δύο κατοχικοί πρωθυπουργοί, παρουσίασε την απολογία του σε βιβλίο με τίτλο «Ιδού η αλήθεια» (Αθήναι 1948, 207 σελίδες). Η επιστημονική προσφορά του επισκιάστηκε από την «μοίρα των ηττημένων» που επέβαλαν οι νικητές Άγγλοι στους συνεργάτες της Γερμανίας.
Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης (Αθήνα, 1878 – Αθήνα, 26 Οκτωβρίου 1946) ήταν Έλληνας πολιτικός, Μακεδονομάχος, και πρωθυπουργός των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων από τις 7 Απριλίου του 1943 μέχρι τις 12 Οκτωβρίου του 1944. Ήταν γιος του Δημητρίου Ράλλη, Αθηναίου πολιτικού και πρωθυπουργού της χώρας, με ρίζες από την Κωνσταντινούπολη, και πατέρας του Γεωργίου Ι. Ράλλη (1918 –2006), πρωθυπουργού στα χρόνια 1980–81. Γεννήθηκε στην Αθήνα όπου και σπούδασε νομικά συμπληρώνοντας τις σπουδές του στην Γαλλία και την Γερμανία, για να επιδοθεί στην συνέχεια στην δικηγορία. Η πρώτη σημαντική ανάμειξη του στα κοινά της Ελλάδας έγινε την άνοιξη του 1904, όταν, μαζί με τον Δημήτρη Καλαποθάκη, τον Στέφανο Δραγούμη, τον Πέτρο Σαρόγλου, τον Παύλο Μελά και άλλους, δημιούργησε το Μυστικό Ελληνικό Μακεδονικό Κομιτάτο για την δημιουργία αντάρτικου στην υπό οθωμανική κατοχή Μακεδονία. Το 1906 αναμείχθηκε στην πολιτική και εκλέχτηκε πρώτα βουλευτής Μεγάρων, επανεκλεγείς έκτοτε σε όλες σχεδόν τις μέχρι το 1936 εκλογές βουλευτής, άλλοτε Αττικής και άλλοτε Αθηνών. Ανέλαβε για πρώτη φορά το 1920 (επί κυβερνήσεως Δημητρίου Ράλλη) το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και προσωρινά το Υπουργείο Ναυτικών. Αργότερα, πολιτεύθηκε με το φιλοβασιλικό Λαϊκό Κόμμα και, επί κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη, ανέλαβε για λίγους μήνες το Υπουργείο Εξωτερικών (από 04/11/1932 έως 16/01/1933) και μετά τις εκλογές του Μαρτίου 1933 το Υπουργείο Εσωτερικών και Αεροπορίας (Μάρτιος – Αύγουστος 1933). Μετά από διαφωνία του με τον Τσαλδάρη, παραιτήθηκε από την κυβέρνηση. Στις εκλογές όμως τού 1935 απέτυχε να εκλεγεί, οπότε μαζί με τον Ιωάννη Μεταξά και τον Γεώργιο Στράτο κατήλθαν σε εκλογές με το σύνθημα της επαναφοράς της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας. Στις εκλογές του 1936 ηγήθηκε ιδίας ομάδας που αντιπροσωπεύθηκε στην Βουλή από 8 βουλευτές. Στη συνέχεια τάχθηκε εναντίον της δικτατορίας Μεταξά και το 1938 ηγήθηκε του Κινήματος της Κρήτης.
Κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, τον Απρίλιο του 1943 ο Ιωάννης Ράλλης ανέλαβε πρωθυπουργός της διορισμένης κυβέρνησης της «Ελληνικής Πολιτείας» που ίδρυσαν οι δυνάμεις κατοχής. Παράλληλα, διατήρησε ο ίδιος τα υπουργεία Γεωργίας, Επισιτισμού και Εθνικής Άμυνας. Ως κατοχικός πρωθυπουργός, ο Ιωάννης Ράλλης οργάνωσε τα Τάγματα Ασφαλείας, για την άμυνα της υπαίθρου και την αντιμετώπιση των ενόπλων ανταρτών του ΕΑΜ και άλλων αντιστασιακών ομάδων. Επίσης αναδιοργάνωσε την Ειδική Ασφάλεια σε μια υπηρεσία με εξουσία για τον έλεγχο του κομμουνισμού. Τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν υπό τις απόλυτες διαταγές των Γερμανών (ο όρκος τους δινόταν στον Χίτλερ), όπως και όλες οι υπηρεσίες του κρατικού μηχανισμού της χώρας. Τα μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας έφεραν στολή ευζώνου, και γι' αυτό έγιναν γνωστοί ως «Γερμανοτσολιάδες».
Με την αποχώρηση των Γερμανών, ο Ιωάννης Ράλλης συνελήφθη και δικάστηκε για εθνική αναξιότητα (προδοσία). Στην δίκη του, τον Φεβρουάριο 1945, συνήγοροί του ήταν ο γιος του και μετέπειτα πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης, και ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, πατέρας του μετέπειτα πολιτικού Ιωάννη Βαρβιτσιώτη, οι οποίοι ισχυρίσθηκαν ότι «ο Ιωάννης Ράλλης προσέφερε τεράστιες εθνικές υπηρεσίες κατά την κατοχή ενόσω ήταν πρωθυπουργός με το να αποσοβήσει τον λιμό των Ελλήνων, δίδοντας καθημερινά ένα μισθό, ενώ έσωσε επίσης πολλούς πατριώτες από το εκτελεστικό απόσπασμα των Γερμανών και ακόμη διευκολύνοντας τη διαφυγή πολλών πολιτικών και σημαινόντων πολιτών στη Μέση Ανατολή». Τελικά, ο Ιωάννης Ράλλης καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά. Πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα, στη φυλακή, στις 26 Οκτωβρίου του 1946. Έναν χρόνο μετά, ο γιος του εξέδωσε ένα βιβλίο απολογητικό για τις επιλογές του πατέρα του (Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου, Αθήνα 1947).
Ο Σοφοκλής Ε. Βενιζέλος (Χανιά, 3 Νοεμβρίου 1894 – Επιβατηγό πλοίο «Ελλάς» εν πλω από τα Χανιά προς Πειραιά, 7 Φεβρουαρίου 1964) ήταν Έλληνας πολιτικός που διετέλεσε και πρωθυπουργός της χώρας για τρία μικρά διαστήματα (13 Απριλίου 1944 – 26 Απριλίου 1944, μετά τον Εμμ.Τσουδερό, 23 Μαρτίου 1950 – 15 Απριλίου 1950, μετά τον Ιωάννη Θεοτόκη και 21 Αυγούστου 1950 – 1 Νοεμβρίου 1951, μετά τον Ν.Πλαστήρα). Ήταν δευτερότοκος γιος του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η μητέρα του, Μαρία Βενιζέλου, το γένος Σοφοκλή Κατελούζου ή Ελευθερίου, έπαθε λοίμωξη (επιλόχειο πυρετό) μετά την γέννηση του και υπέκυψε λίγες ημέρες αργότερα. Ο μεγάλος του αδελφός, Κυριάκος, και ο Σοφοκλής μεγάλωσαν κοντά στην θεία τους Μαριώ Βενιζέλου. Το 1911 έγινε δεκτός στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, απ' όπου αποφοίτησε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού. Το 1920 παραιτήθηκε από τον Στρατό, για να εκλεγεί βουλευτής Χανίων στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του ίδιου έτους, όμως με την ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές αυτές ο Σοφοκλής Βενιζέλος ακολούθησε τον πατέρα του στην Νίκαια της Γαλλίας όπου νυμφεύτηκε, στις 27 Δεκεμβρίου 1920 την Κατερίνα Ζερβουδάκη.
Μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την επάνοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου στην Ελλάδα το 1922, ο Σοφοκλής Βενιζέλος επανήλθε στο στράτευμα και διορίσθηκε στρατιωτικός ακόλουθος στο Παρίσι, όπου παρέμεινε επί οκτώ χρόνια, για να αποστρατευθεί τελικά με τον βαθμό του συνταγματάρχη. Το 1936, μετά τον θάνατο του πατέρα του, εκλέχθηκε στην διοικούσα επιτροπή του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Στον πόλεμο του 1940 ζήτησε να καταταγεί, όμως, η αίτησή του δεν έγινε δεκτή. Με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, ακολούθησε την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στην Αίγυπτο. Στις 7 Μαΐου του 1943 ανέλαβε το Υπουργείο Ναυτικού στην εξόριστη κυβέρνηση του Εμμ.Τσουδερού. Όταν εκδηλώθηκε το Κίνημα του Ναυτικού (1944), ο Εμμανουήλ Τσουδερός παραιτήθηκε και έτσι ο Σοφοκλής Βενιζέλος ανέλαβε την πρωθυπουργία της εξόριστης κυβέρνησης στις 14 Απριλίου του 1944. Μέσα σε τρεις ημέρες, ο Σοφοκλής Βενιζέλος κατέστειλε το κίνημα του Ναυτικού, αλλά με μεγάλο πολιτικό κόστος για τον ίδιο. Έχοντας χάσει την ευρύτερη λαϊκή αποδοχή που απολάμβανε μέχρι τότε, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί δώδεκα ημέρες αργότερα (26 Απριλίου 1944), για να σχηματισθεί κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, παρέμεινε ως αντιπρόεδρος έως τον Αύγουστο του 1944. Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1944 μετείχε στην τελευταία εξόριστη κυβέρνηση εθνικής ενότητας, στην οποία συμμετείχαν και έξι υπουργοί της «κυβέρνησης του βουνού» (ΠΕΕΑ).
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών επέστρεψε στην Ελλάδα. Στις 30 Αυγούστου του 1945 ανακηρύχθηκε υπαρχηγός των Φιλελευθέρων, με αρχηγό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη. Τον Φεβρουάριο του 1946, το Κόμμα των Φιλελευθέρων διασπάσθηκε, και ο Σοφοκλής Βενιζέλος ανέλαβε την ηγεσία του Κόμματος των Βενιζελικών Φιλελευθέρων, ενώ στις πρώτες μετακατοχικές εκλογές, ένα μήνα αργότερα, πολιτεύθηκε με τον κόμμα Εθνική Πολιτική Ένωσις (ΕΠΕ), συνυποψήφιος με τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Τον Απρίλιο του 1946, ανέλαβε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην ολιγοήμερη κυβέρνηση του Παναγιώτη Πουλίτσα, από την οποία παραιτήθηκε μαζί με τον Παπανδρέου και τον Κανελλόπουλο, επειδή οι τρεις τους διαφώνησαν με την πρόθεση της κυβέρνησης να επισπεύσει το δημοψήφισμα για την επαναφορά της βασιλείας. Το 1947 έγινε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Στρατιωτικών και Προσωρινώς Υγιεινής και Αεροπορίας καθώς και υπουργός Άνευ Χαρτοφυλακίου, εντεταλμένος στον συντονισμό των υπουργείων που είχαν σχέση με την ασφάλεια της χώρας και προσωρινά υπουργός Ταχυδρομείων, Τηλεγράφων και Τηλεφώνων και αργότερα υπουργός Ναυτικών στην Κυβέρνηση Δημητρίου Μαξίμου 1947. Για την μεταπολεμική δραστηριότητα του Σοφοκλή Βενιζέλου γίνεται λόγος σε επόμενη παράγραφο
Εθνική Αντίσταση ονομάστηκε η αντίδραση των Ελλήνων εναντίον των δυνάμεων κατοχής, στα βουνά ή στις πόλεις για την υποβοήθηση της αποχώρησής τους από τη χώρα. Η αντίσταση ξεκίνησε σχεδόν αμέσως μετά την πτώση και την συνθηκολόγηση της Ελλάδας, τον Απρίλιο του 1941, αρχικά ως προϊόν αυθόρμητων ενεργειών μεμονωμένων πολιτών ή μικρών ομάδων πολιτών, άλλα σταδιακά απέκτησε οργανωμένη μορφή με την ίδρυση αντιστασιακών οργανώσεων, που υποστηρίχτηκαν από τις μυστικές υπηρεσίες της Μ.Βρετανίας. Μόλις εισήλθαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 1941, οι Γερμανοί όρκισαν κυβέρνηση φιλική προς αυτούς, με πρωθυπουργό τον στρατηγό Γεώργιο Τσολάκογλου. Μετά την κατάληψη και της Κρήτης (Μάιος 1941) από τα γερμανικά στρατεύματα, ολόκληρη η ελληνική επικράτεια βρέθηκε στην κατοχή των δυνάμεων του Άξονα. Οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι ακολούθησαν τους Γερμανούς στην κατάληψη τμημάτων της χώρας και αμέσως τέθηκε σε εφαρμογή σχέδιο διαμελισμού της Ελλάδας. Η Ιταλία κατέλαβε τα Επτάνησα, ενώ στη Βουλγαρία παραχωρήθηκε αρχικά η ζώνη ανάμεσα στο Στρυμόνα και στο Νέστο, καθώς και τα νησιά Θάσος και Σαμοθράκη. Το τμήμα αυτό επεκτάθηκε αργότερα σχεδόν ως την Αλεξανδρούπολη. Τόσο οι Ιταλοί στα Επτάνησα όσο και οι Βούλγαροι στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη επιχείρησαν να εφαρμόσουν πολιτική αφελληνισμού. Η υπόλοιπη χώρα διαιρέθηκε σε δύο ζώνες κατοχής, μία γερμανική και μία ιταλική. Η γερμανική ζώνη περιλάμβανε τα 2/3 του νομού Έβρου, την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, όλα τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου εκτός από τη Θάσο και τη Σαμοθράκη, την Αττική, την Κρήτη (εκτός από τον νομό Λασιθίου που ήταν υπό ιταλική διοίκηση) και από τις Κυκλάδες τη Μήλο. Η ιταλική ζώνη περιλάμβανε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα.
Οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής ανέρχονταν σε 100-120.000 άνδρες και οι ιταλικές σε 140.000. Οι βούλγαροι στρατιώτες μαζί με τους κομιτατζήδες ήταν περίπου 40.000. Τον Αύγουστο του 1944 οι Γερμανοί στρατιώτες ήταν 250.000 άνδρες (από τους οποίους οι 54.000 από τη Βουλγαρία) καθώς και 28.000 ναυτικοί. Οι δυνάμεις κατοχής, και ιδίως οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι, δαπανούσαν για την συντήρησή τους πόρους της χώρας, ενώ συγχρόνως η Ελλάδα αναγκάστηκε να καταβάλει μεγάλα χρηματικά ποσά για τα έξοδα συντήρησης τους. Οι Γερμανοί δέσμευσαν όλα τα αγαθά, το φυσικό πλούτο και την παραγωγή. Οι ελεύθερες ζώνες, τα τελωνεία, οι γενικές αποθήκες, οι αποθήκες συγκέντρωσης προϊόντων, τα εμπορικά βιομηχανικά αποθέματα , ακόμη και τα λαχανικά, δεσμεύτηκαν για τις ανάγκες των στρατευμάτων κατοχής ή και για να σταλούν πολύτιμα φορτία στη Γερμανία και στην Ιταλία και έτσι, από την πρώτη στιγμή, η προμήθεια τροφίμων και άλλων χρειωδών έγινε προβληματική για τον ελληνικό πληθυσμό. Συγχρόνως τα εισοδήματα, οι μισθοί και τα ημερομίσθια εκμηδενίζονταν με ραγδαίο ρυθμό υπό την πίεση ενός καλπάζοντος πληθωρισμού, ενώ η εξαφάνιση των τροφίμων είχε ως άμεσο επακόλουθο την εμφάνιση της μαύρης αγοράς. Η κατάσταση αυτή, ήδη από το καλοκαίρι του 1941, είχε ως συνέπεια τον υποσιτισμό του λαού και αργότερα η πείνα άρχισε να μαστίζει την Ελλάδα. Χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν τον τρομερό χειμώνα του 1941-42, στον λεγόμενο Μεγάλο Λιμό (μέχρι και 300.000 άτομα στα μεγάλα αστικά κέντρα).
α. Η γέννηση της Εθνικής Αντίστασης
Ενώ η ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου ήταν σχεδόν αποκομμένη από τη χώρα, οι υπόδουλοι Έλληνες άρχισαν να αναζητούν τρόπους αντίδρασης στις δυνάμεις κατοχής. Η πάλη για την επιβίωση ήταν ήδη μια πρώτη αυθόρμητη αντιστασιακή πράξη. Τα λαϊκά συσσίτια που άρχισαν να λειτουργούν με την πρωτοβουλία των πιο δραστήριων στοιχείων των διαφόρων επαγγελματικών οργανώσεων και συλλόγων εργαζομένων ήταν από τα πρώτα ανακουφιστικά μέτρα. Η πρώτη αντιστασιακή οργάνωση "Ελευθερία" ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη (πρώτη στην Ευρώπη επίσης), στις 15 Μαΐου 1941, περίπου ένα μήνα μετά την κατάληψη της πόλης από τα Γερμανικά στρατεύματα, με πρωτοβουλία των Παρασκευά Μπάρμπα (ΚΚΕ), Απόστολου Τζανή (ΚΚΕ), Ιωάννη Πασαλίδη (Ελληνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, ΕΔΑ), Σίμου Κερασίδη (ΚΚΕ), Αθανάσιου Φείδα (Αγροτικό Κόμμα), Ιωάννη Ευθυμιάδη (Δημοκρατική Ένωση) και του στρατιωτικού Δημήτριου Ψαρρού. Η "Ελευθερία" συγκρότησε τις δύο πρώτες ένοπλες αντάρτικες ομάδες, τον "Αθανάσιο Διάκο" στα Κρούσσια του Κιλκίς με αρχηγό τον Χριστόδουλο Μόσχο (καπετάν Πέτρο) και τον "Οδυσσέα Ανδρούτσο" στη Βισαλτία των Σερρών με αρχηγό τον Αθανάσιο Γκένιο (καπετάν Λασσάνη), που έδρασαν κατά Γερμανικών στόχων, καθώς η Κεντρική Μακεδονία ήταν στη Γερμανική ζώνη ελέγχου. Συμβολική αντιστασιακή σημασία αποδόθηκε στο κατέβασμα της καθεστωτικής σημαίας των Γερμανών (σβάστικα) από την Ακρόπολη, τη νύχτα της 30ης Μαΐου 1941, από δύο νέους φοιτητές, τον Μανώλη Γλέζο της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών και τον Απόστολο Σάντα της Νομικής.
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1941 ανακοινώθηκε η ίδρυση του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου (ΕΔΕΣ), του οποίου την πολιτική ηγεσία είχε ο στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, ενώ στρατιωτικός αρχηγός του ανέλαβε ο στρατηγός Ναπολέων Ζέρβας. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 ιδρύθηκε το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) με την συνεργασία των κομμάτων Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος, Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας, Αγροτικό Κόμμα Ελλάδος. Τον Οκτώβριο του 1942 ιδρύθηκε η οργάνωση Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση. Άλλες αντιστασιακές ομάδες που αναγνωρίζονται επίσημα από το ελληνικό κράτος είναι η Εθνική Αλληλεγγύη, η Πανελλήνια Ένωση Αγωνιζόμενων Νέων (ΠΕΑΝ), η Εθνική Δημοκρατική Ένωση Ελληνοπαίδων (ΕΔΕΕ), τα ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ, η Έφεδρων Αξιωματικών Πατριωτική Οργάνωση (ΕΑΠΟ), η Ιερή Ταξιαρχία και η Ομοσπονδία Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (ΟΕΝΟ). Άλλες μη αναγνωρισμένες οργανώσεις ήταν η Επιτροπή Εθνικής Σωτηρίας, το Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας, η οργάνωση Μπουμπουλίνα, ο ΕΣΕΑ (Ένωσις Συμπολεμιστών Εθνικού Αγώνος) και η ΠΑΟ (Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωση).
β. Η έναρξη της ένοπλης αντίστασης στην ύπαιθρο
Η πρώτη μαζική αντιστασιακή ενέργεια, που έλαβε μαχητικό χαρακτήρα συνέβη στην περιοχή της Δράμας, όπου η βουλγαρική κατοχική διοίκηση επιχειρούσε με μεθοδικότητα τον εκβουλγαρισμό των κατοίκων. Στις 28 προς 29 Σεπτεμβρίου 1941 ο λαός της Δράμας και των γύρω χωριών αντέδρασε στην προσπάθεια αφελληνισμού και κατάλυσε τις βουλγαρικές αρχές. Η αυθόρμητη αυτή εξέγερση, καταπνίχτηκε από τους Βούλγαρους που εκτέλεσαν ομαδικά 3.000 πατριώτες στην πόλη της Δράμας και στο χωριό Δοξάτο. Τα γεγονότα της Δράμας είχαν συγκλονιστική επίδραση σε ολόκληρο τον υπό κατοχή ελληνικό λαό. Και καθώς σ' αυτά προσθέτονταν οι καθημερινές εκτελέσεις Ελλήνων από τα στρατεύματα κατοχής, ως αντίποινα για σποραδικές αντιστασιακές ενέργειες, και η ομαδική εξόντωση των κατοίκων των χωριών Άνω και Κάτω Κερδυλίων (17 Οκτωβρίου 1941), Μεσόβουνου Κοζάνης (23 Οκτωβρίου 1941) και Κλειστού, Κυδωνίας και Αμπελοφύτου Κιλκίς (25 Οκτωβρίου 1941) από τους Γερμανούς, άρχισε να γίνεται κοινή συνείδηση ότι μόνο με τον ένοπλο αγώνα ήταν δυνατό να αντιμετωπιστούν οι εισβολείς.
Από τις αρχές του 1942 σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη η αντίσταση έλαβε χαρακτήρα γενικότερης συμμετοχής. Το Φεβρουάριο του 1942 η κεντρική επιτροπή του ΕΑΜ αποφάσισε την ίδρυση ένοπλων ανταρτικών σωμάτων, στα οποία δόθηκε η ονομασία Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ). Τα πρώτα αυτά ανταρτικά σώματα έδρασαν στη Στερεά Ελλάδα. Επικεφαλής τους ορίστηκε από το ΕΑΜ ο γεωπόνος από τη Λαμία Θανάσης Κλάρας, ο οποίος έλαβε αμέσως το ψευδώνυμο Άρης Βελουχιώτης. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1942, στην περιοχή της Ρεκάς στη Φωκίδα, δόθηκε η πρώτη μάχη ανάμεσα στους αντάρτες του Βελουχιώτη και στα ιταλικά στρατεύματα κατοχής, η οποία υπήρξε νικηφόρα για τους αντάρτες. Στις 21 Οκτωβρίου 1942 οι αντάρτες συγκρούστηκαν με τους Ιταλούς στο χωριό Κρίκελλο, όπου κατάφεραν να διαλύσουν το ιταλικό καταδιωκτικό απόσπασμα που επιχειρούσε στην περιοχή. Στις 5 Δεκεμβρίου 1942 χτύπησαν ιταλική φάλαγγα στην περιοχή της Χρύσως, ενώ στις 18 Δεκεμβρίου 1942 χτύπησαν σε ενέδρα κοντά στο Μικρό Χωριό, την εμπροσθοφυλακή ιταλικού συντάγματος, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους Ιταλούς. Μετά τις συνεχιζόμενες επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ, σε μεγάλες περιοχές της ορεινής Στερεάς Ελλάδας οι αντάρτες άρχισαν να οργανώνουν την εξουσία του ΕΑΜ, ορίζοντας σε κάθε χωριό «υπεύθυνους» στις διάφορες δραστηριότητες. Στα χωριά άρχισαν να λειτουργούν νέοι θεσμοί λαϊκής συμμετοχής για τα θέματα που αφορούσαν την κοινότητα, αναβιώνοντας τις κοινοτικές παραδόσεις της Τουρκοκρατίας.
Παράλληλα, με την ίδρυση του ΕΛΑΣ, στις 28 Ιουλίου 1942, ο στρατηγός Ναπολέων Ζέρβας ανάγγειλε την ίδρυση των Εθνικών Ομάδων Ελλήνων Ανταρτών (ΕΟΕΑ) ως ένοπλο τμήμα του ΕΔΕΣ. Οι πρώτες ανταρτικές δυνάμεις του στρατηγού Ζέρβα έδρασαν στην περιοχή του Βάλτου, στην Αιτωλοακαρνανία. Τέλος η τρίτη αντιστασιακή οργάνωση, η ΕΚΚΑ, ίδρυσε και αυτή με τη σειρά της ανταρτικό σώμα, με αρχηγό τον Δημήτριο Ψαρρό, που έδρασε κυρίως στην περιοχή της Γκιώνας. Το Σεπτέμβριο του 1942 αγγλικό κλιμάκιο μελών της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής (ΒΣΑ), με αρχηγό το συνταγματάρχη Μάγερς (Edie C.W. Myers), αποβιβάστηκε κρυφά στην Ελλάδα, ήρθε σε επαφή με διάφορες ανταρτικές ομάδες και ανέλαβε να συντονίσει τις ενέργειές τους. Αποτέλεσμα του συντονισμού αυτού ήταν η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, στις 25 Νοεμβρίου 1942. Στην ανατίναξη έλαβαν μέρος 120 άνδρες του ΕΛΑΣ, 65 των ΕΟΕΑ και 12 Άγγλοι κομάντος υπό την προσωπική καθοδήγηση του Άρη Βελουχιώτη και του Ναπολέοντα Ζέρβα. Η ανατίναξη της γέφυρας καθυστέρησε για αρκετές εβδομάδες τον εφοδιασμό των Γερμανών που μάχονταν στην Αφρική, ανύψωσε το ηθικό των Ελλήνων και καταξίωσε τον ένοπλο ελληνικό αγώνα στη συνείδηση των συμμάχων.
γ. Η κορύφωση της ένοπλης αντίστασης στην ύπαιθρο
Από τις αρχές του 1943 το κύμα της ένοπλης αντίστασης στην ύπαιθρο δυνάμωσε. Αποδέκτες της δράσης των αντιστασιακών ομάδων στην ύπαιθρο, κατά τα πρώτα χρόνια της αντίστασης, υπήρξαν κυρίως οι Ιταλοί που κατείχαν τις περιοχές στις οποίες έδρασαν οι κυριότερες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Στις 12 Φεβρουαρίου 1943 διεξάχθηκε η μάχη της Οξύνειας, στην ευρύτερη περιοχή της Καλαμπάκας, ανάμεσα σε δυνάμεις του ΕΛΑΣ και μιας Ιταλικής φάλαγγας 350 στρατιωτών που είχαν λεηλατήσει το χωριό. Στις αρχές Μαρτίου 1943 ομάδες του ΕΛΑΣ ανατίναξαν σιδηροδρομική γέφυρα κοντά στην Καρδίτσα. Το ιταλικό στρατιωτικό σώμα που βρισκόταν στην πόλη της Καρδίτσας φοβούμενο για επίθεση στους στρατώνες του αποχώρησε από την πόλη, στην οποία λίγο μετά εισήλθαν αγήματα του ΕΛΑΣ. Η Καρδίτσα απελευθερώθηκε στις 11 Μαρτίου 1943 και παρέμεινε ελεύθερη μέχρι τις 10 Οκτώβριου 1943, όταν την ανακατέλαβαν οι Γερμανοί. Κοντά στην Καρδίτσα, στο οροπέδιο της Νεβρόπολης Αγράφων (όπου σήμερα βρίσκεται η λίμνη Ταυρωπού), τέθηκε σε λειτουργία από τις 9 Αυγούστου 1943, το αντάρτικο αεροδρόμιο με το οποίο εξασφαλίστηκε ανεφοδιασμός των αντάρτικων σωμάτων από τις συμμαχικές δυνάμεις. Στο διάστημα 4-7 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε η Μάχη του Φαρδύκαμπου, στην περιοχή της Σιάτιστας. Οι Ιταλοί είχαν σημαντικές απώλειες. Η θέση τους στην περιοχή έγινε επισφαλής με συνέπεια να αναγκαστούν λίγο καιρό αργότερα να εγκαταλείψουν την πόλη των Γρεβενών. Λίγο αργότερα ακολούθησε και η απελευθέρωση του Καρπενησίου με αποτέλεσμα ήδη από τα μέσα του 1943 να έχει σχηματιστεί μία σημαντική ελεύθερη ζώνη στην ραχοκοκαλιά της κεντρικής Ελλάδας.
Οι επιθέσεις που δέχονταν οι Ιταλοί από τους αντάρτες, είχαν ως αποτέλεσμα να απαντούν συχνά με πράξεις αντιποίνων, που περιελάμβαναν είτε μαζικές εκτελέσεις κρατουμένων, είτε καταστροφές χωριών και εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού. Τον Οκτώβριο του 1942 κατέστρεψαν το χωριό Προσήλιο, στη Φωκίδα. Τον Δεκέμβριο του 1942 έκαψαν τα χωριά Χρύσω και Μικρό Χωριό στην Ευρυτανία και εκτέλεσαν κατοίκους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αγριότητας από την πλευρά των Ιταλών κατακτητών υπήρξε η Σφαγή στο Δομένικο, τον Φεβρουάριο του 1943 ως αντίποινα για επιθέσεις που είχαν δεχτεί στην ευρύτερη περιοχή. Τον Απρίλιο του 1943 κατέστρεψαν τα χωριά Αγία Ευθυμία και Βουνιχώρα στην Φωκίδα. Στις 2 Ιουνίου 1943 δυνάμεις του ΕΛΑΣ προχώρησαν στην ανατίναξη της σιδηροδρομικής σήραγγας στην περιοχή του Κουρνόβου (Τρίλοφο Φθιώτιδας). Από την έκρηξη σκοτώθηκαν 580 Ιταλοί που επέβαιναν στο διερχόμενο τρένο. Σε αντίποινα οι Ιταλοί εκτέλεσαν στην περιοχή 106 κρατουμένους από το Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Λάρισας.
Καθοριστικό γεγονός στην εξέλιξη της αντίστασης στην ύπαιθρο υπήρξε η συνθηκολόγηση της Ιταλίας, τον Σεπτέμβριο του 1943. Οι Γερμανοί υποχρεώθηκαν να αντικαταστήσουν τους Ιταλούς στη ζώνη ευθύνης τους διασπείροντας περισσότερο τις δυνάμεις τους. Επιπλέον μέρος του οπλισμού των Ιταλικών μεραρχιών που δρούσαν στην Ελλάδα, πέρασε σε αντάρτικες ομάδες. Η ιταλική μεραρχία Πινερόλο που δρούσε στην κεντρική Ελλάδα, παραδόθηκε στον ΕΛΑΣ, ο οποίος με την εξασφάλιση του οπλισμού των Ιταλών αύξησε σημαντικά τη δύναμή του. Από τα τέλη του 1943 οι επιχειρήσεις των αντάρτικων ομάδων εναντίον των Γερμανών, αλλά και των Ταγμάτων Ασφαλείας που συνεργάζονταν μαζί τους, πύκνωσαν. Στο διάστημα αυτό δόθηκαν πολλές μάχες, κυριότερες από τις οποίες ήταν η Μάχη στα Δερβενοχώρια, η Μάχη της Γλόγοβας, η Μάχη των Καλαβρύτων, η Μάχη της Στυμφαλίας, η Μάχη της Αμφιλοχίας, η Μάχη της Αγορέλιτσας, η Μάχη στις Καρούτες και η Μάχη της σοδειάς. Οι Γερμανοί απαντούσαν με αντίποινα, που περιλάμβαναν μαζικές εκτελέσεις αμάχων και κρατουμένων και καταστροφές πολυάριθμων χωριών. Τα στρατόπεδα πολιτικών κρατουμένων του Χαϊδαρίου στην Αθήνα και του Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη υπήρξαν δεσμωτήρια από τα οποία επιλέγονταν τυχαία θύματα που εκτελούνταν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής ή στο Επταπύργιο. Στις 16 Αυγούστου 1943, εκτελέστηκαν στο χωριό Κομμένο 317 άνθρωποι, ανάμεσά τους νήπια και παιδιά. Στις 9-13 Δεκεμβρίου 1943 οι Γερμανοί πυρπόλησαν τα Καλάβρυτα και εξόντωσαν τον πληθυσμό τους. Συνολικά φονεύτηκαν 1101 άτομα ανάμεσα στα οποία βρίσκονταν βρέφη και παιδιά κάτω των 14 χρονών. Στις 10 Ιουνίου 1944 πυρπολήθηκε το Δίστομο και εξοντώθηκε ολόκληρος ο πληθυσμός του. Στην Κρήτη από τις πρώτες περιπτώσεις μαζικών εκτελέσεων ήταν οι σφαγές στα χωριά Κοντομαρί και Κάνδανος των Χανίων, στις 2 Ιουνίου του 1941 (μία ημέρα μετά την ολοκλήρωση της κατάληψης της Κρήτης) και στις 3 Ιουνίου 1941 ως αντίποινα για την αντίσταση που συνάντησαν από τους κατοίκους του. Σε αντίποινα για τις απώλειες που είχαν σε επιχειρήσεις στο διάστημα από 13 έως 16 Σεπτεμβρίου 1943, οι Γερμανοί κατέστρεψαν χωριά της ανατολικής Βιάννου και δυτικής Ιεράπετρας και λίγο αργότερα το χωριό Δαμάστα, καθώς και τα χωριά του όρους Κέντρους (Γερακάρι, Άνω Μέρος, Βρύσες, Γουργούθοι, Σμιλές, Δρυγιές, Καρδάκι και Κρύα Βρύση), στις 22 Αυγούστου 1944, ενώ στις 13 Αυγούστου 1944 πυρπολήθηκαν τα Ανώγεια στην Κρήτη και εκτελέστηκε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού τους. Τον Σεπτέμβριο του 1944 στην Προσοτσάνη και ενώ η ευρύτερη Ανατολική Μακεδονία βρισκόταν ακόμη υπό την κατοχή των Βουλγάρων, ο δημοδιδάσκαλος Κωνσταντίνος Καζάνας μαζί με τον Αστέριο Αστεριάδη υπέστειλαν τη βουλγαρική σημαία και ύψωσαν την ελληνική, στην κεντρική πλατεία της πόλης, παρά τις απειλές των Βουλγάρων. Ο Κωνσταντίνο Καζάνας καταδικάστηκε σε εξορία στις φυλακές στη Σόφια. Οι Γερμανοί για έναν νεκρό στρατιώτη τους σκότωναν 10 Έλληνες, για έναν αξιωματικό 100 και για συνταγματάρχες και στρατηγούς πάνω από 1000. Σχεδόν 50.000 Έλληνες εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και τους Βούλγαρους.
δ. Η Εθνική αντίσταση στις πόλεις
Στις πόλεις ο αγώνας εναντίον των δυνάμεων κατοχής είχε άλλη μορφή, αφού σ’ αυτόν μετείχαν πολίτες κάθε κοινωνικής τάξης και κάθε πολιτικής απόχρωσης. Στις 25 Μαρτίου του 1942 έγινε στην Αθήνα φοιτητική διαδήλωση ενώ στις 22 Απριλίου του ίδιου χρόνου η πρώτη καθολική απεργία των δημοσίων υπαλλήλων. Τον ίδιο χρόνο, στις 22 Σεπτεμβρίου μέλη μιας μικρής αντιστασιακής οργάνωσης, της ΠΕΑΝ (Πανελλήνια Ένωση Αγωνιζομένων Νέων), η οποία συνεργαζόταν με τους Άγγλους, ανατίναξαν, στο κέντρο της Αθήνας τα γραφεία της φασιστικής οργάνωσης ΕΣΠΟ (Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωση). Το Φεβρουάριο του 1943 το ΕΑΜ ίδρυσε την Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ). Στις 28 Φεβρουαρίου η κηδεία του ποιητή Κωστή Παλαμά έγινε αυθόρμητη λαϊκή διαδήλωση του λαού της Αθήνας κατά των κατακτητών. Στις 5 Μαρτίου 1943 μια γενική απεργία στην πρωτεύουσα ματαίωσε την επιστράτευση των Ελλήνων εργατών, τους οποίους οι Γερμανοί σκόπευαν να στείλουν στη Γερμανία για να δουλέψουν στα γερμανικά εργοστάσια. Στις 22 Ιουλίου του ίδιου χρόνου μια παναθηναϊκή διαδήλωση διαμαρτυρίας εναντίον της σχεδιαζόμενης εισόδου των Βουλγάρων στη Θεσσαλονίκη καταπνίχτηκε βίαια από τα γερμανικά τανκς.
ε. Η κρίση μεταξύ των αντάρτικων οργανώσεων
Από τα μέσα του 1943 άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημεία ανταγωνισμού και δυσπιστίας μεταξύ του ΕΑΜ (κυριαρχούμενο από την κομμουνιστική ιδεολογία) από τη μία μεριά και των ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ (κυριαρχούμενων από την φιλελεύθερη εθνικιστική ιδεολογία) από την άλλη. Κατηγορίες για αντεθνική δράση άρχισαν να εκτοξεύονται και από τις δύο πλευρές και ο ανταγωνισμός απέκτησε κομματική απόχρωση. Στην εξέλιξη αυτή ρόλο έπαιξαν και οι Άγγλοι οι οποίοι, ενώ στην αρχή εφοδίαζαν με όπλα και χρήματα όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις, στη συνέχεια έδειξαν προτίμηση στον ΕΔΕΣ και στην ΕΚΚΑ. Στις αρχές του 1944, όταν η ώρα της αποχώρησης των δυνάμεων του Άξονα πλησίαζε, οι αντιθέσεις ανάμεσα στις αντιστασιακές οργανώσεις οδηγήθηκαν σε ανοιχτή ρήξη. Τον Απρίλιο του 1944 ο ΕΛΑΣ, μετά από σκληρές μάχες, εξουδετέρωσε τις ανταρτικές δυνάμεις της ΕΚΚΑ στην περιοχή της Γκιώνας. Ο συνταγματάρχης Δημήτριος Ψαρρός συνελήφθη αιχμάλωτος και δολοφονήθηκε από έναν αντάρτη του ΕΛΑΣ. Συγχρόνως ο ΕΛΑΣ οργάνωσε ευρείας κλίμακας επίθεση εναντίον των ανταρτικών τμημάτων του ΕΔΕΣ και τα περιόρισε σε ένα τμήμα της Ηπείρου, και έτσι στις παραμονές της Αποχώρησης των Γερμανών, ο ΕΛΑΣ ήταν κυρίαρχος στην ελληνική ύπαιθρο.
Στο μεταξύ στις 10 Μαρτίου 1944 το ΕΑΜ δημιούργησε την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), ένα είδος κυβέρνησης της ελεύθερης Ελλάδας με πρόεδρο από τις 18 Απριλίου 1944 τον καθηγητή συνταγματολογίας του Πανεπιστημίου της Αθήνας Αλέξανδρο Σβώλο, με αποστολή να οργανώσει και να κατευθύνει τον εθνικό αγώνα για την Αποχώρηση των Γερμανών, να διοικήσει τις μέχρι τότε ελεύθερες περιοχές και να εξασφαλίσει τη λαϊκή κυριαρχία σε ολόκληρη τη χώρα. Στο τέλος Απριλίου με πρωτοβουλία της ΠΕΕΑ διοργανώθηκαν μυστικές εκλογές όπου ψήφισαν πάνω από ένα εκατομμύριο Έλληνες στέλνοντας αντιπροσώπους σε μια εθνοσυνέλευση που είχε το όνομα Εθνικό Συμβούλιο. Το Συμβούλιο συνήλθε για πρώτη φορά στο χωριό Κορυσχάδες της Ευρυτανίας από τις 14 ως τις 27 Μαΐου και επικύρωσε την εξουσία της ΠΕΕΑ ως αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης. Έτσι δημιουργήθηκε μια δεύτερη ελληνική αρχή, παράλληλη με τη κυβέρνηση του Καΐρου.
Η ΠΕΕΑ, από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής της έθεσε ως πρωταρχικό στόχο την αντικατάσταση της κυβέρνησης Εμμ.Τσουδερού, που βρισκόταν στην Αίγυπτο, με κυβέρνηση εθνικής ενότητας, στην οποία θα μετείχε και η ίδια. Στις 30 Μαρτίου μια συντονιστική επιτροπή των δύο όπλων ζήτησε ακρόαση από τον Τσουδερό και του υπέβαλε ένα υπόμνημα υπογραμμένο από την πλειοψηφία των στρατιωτών, ναυτών και αξιωματικών, ζητώντας την παραίτηση της κυβέρνησής του. Ο Εμμ.Τσουδερός, πιεζόμενος από τους Άγγλους που δεν επιθυμούσαν κυβέρνηση εθνικής ενότητας, αρνήθηκε να παραιτηθεί και τότε εκδηλώθηκε στα ελληνικά στρατιωτικά σώματα, που βρίσκονταν στην Αλεξάνδρεια, ανταρσία (υποκινημένη από το ΕΑΜ), η οποία καταπνίχθηκε από τους Άγγλους. 20.000 άνδρες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος (σχεδόν το μισό του δυναμικού του), στάλθηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Λιβύης και της Ερυθραίας. Μετά την κατάπνιξη της ανταρσίας ο Εμμανουήλ Τσουδερός παραιτήθηκε και ανέλαβε την πρωθυπουργία αρχικά ο Σοφοκλής Βενιζέλος (14 Απριλίου 1944), και ακολούθως ο Γεώργιος Παπανδρέου (27 Απριλίου 1944) πρώην υπουργός του Ελ.Βενιζέλου, γνωστός για τα δημοκρατικά αλλά και αντικομμουνιστικά του φρονήματα. Ο Γ.Παπανδρέου, μετά από διαπραγματεύσεις, κατόρθωσε, τον Μάιο του 1944, να συγκαλέσει διάσκεψη στον Λίβανο, όπου συμμετείχαν αντιπρόσωποι όλων των κομμάτων και των αντιστασιακών οργανώσεων. Η διάσκεψη, μετά από δύσκολες συνομιλίες ανάμεσα στους αντιπροσώπους της ΠΕΕΑ και των άλλων αντιστασιακών οργανώσεων και των κομμάτων, κατέληξε σε συμφωνία συγκρότησης κυβέρνησης εθνικής ενότητας με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου, στην οποία θα συμμετείχε και η ΠΕΕΑ. Με την συμφωνία του Λιβάνου (20 Μαΐου 1944) δεν λύθηκαν οι βασικές διαφορές που χώριζαν τις δύο παρατάξεις (ΕΑΜ και λοιποί) και κυρίως το πρόβλημα του αφοπλισμού των ενόπλων ανταρτικών σωμάτων μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Πάντως στις 3 Σεπτεμβρίου 1944, σχηματίστηκε η νέα κυβέρνηση, στην οποία η ΠΕΕΑ μετείχε με έξι υπουργούς. Στις 12 Οκτωβρίου οι Γερμανοί και οι Ιταλοί εγκατέλειψαν την Αθήνα και στις 18 του ίδιου μήνα ο πρωθυπουργός Γ.Παπανδρέου και τα μέλη της εθνικής κυβέρνησης εισήλθαν στην πόλη.
Για τις κυριότερες αντιστασιακές οργανώσεις μπορούν επιπρόσθετα να αναφερθούν συνοπτικά τα εξής:
Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) ιδρύθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941 στην κατεχόμενη τότε Αθήνα, με πρωτοβουλία του ΚΚΕ. Είχε προηγηθεί η ίδρυση άλλων οργανώσεων, όπως η «Ελευθερία» στη Θεσσαλονίκη (15 Μαΐου 1941), η «Εθνική Αλληλεγγύη» στην Αθήνα (28 Μαΐου 1941), το «Πατριωτικό Μέτωπο» στα Ιωάννινα (2 Ιουνίου 1941). Στις 1-3 Ιουλίου του 1941 συνήλθε στην Αθήνα η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ που αποφάσισε «...να οργανώσει τις δυνάμεις της λαϊκής εξέγερσης για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση της Ελλάδας». Ακολούθησε επιστολή του Νίκου Ζαχαριάδη, από τις φυλακές της Κέρκυρας, όπου, ως Γ.Γ. του ΚΚΕ, καλούσε τον Ελληνικό λαό να αντισταθεί στην εισβολή. Στα μέσα του Ιουλίου του 1941, η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος συναντήθηκε με όλους τους πολιτικούς αρχηγούς. Τρία μικρά κόμματα δέχθηκαν να συμπορευτούν με την απόφαση του ΚΚΕ: το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΚΕ, με εκπρόσωπο τον Χρήστο Χωμενίδη), το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας (ΑΚΕ, με εκπρόσωπο τον Απόστολο Βογιατζή) και η Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΕΛΔ, με εκπρόσωπο τον Ηλία Τσιριμώκο).
Όπως αναφέρεται στο Ιδρυτικό κείμενο, σκοπός του ΕΑΜ ήταν «...η απελευθέρωση του Έθνους από τον ξένο ζυγό...» και «...η κατοχύρωση του κυριαρχικού δικαιώματος του ελληνικού λαού, να αποφανθεί περί του τρόπου της διακυβερνήσεώς του...», καθώς και η «διατήρηση ακμαίου του απελευθερωτικού πνεύματος του ελληνικού λαού [...] με την εξασφάλιση κατά το δυνατόν μιας συνεργασίας με τους άλλους λαούς οι οποίοι αγωνίζονται κατά των δυνάμεων του Άξονος...».
Το ΕΑΜ προχώρησε στην πραγματοποίηση των σχεδίων του. Στις 10 Οκτωβρίου του 1941 έκανε την επίσημη εμφάνισή του με ένα Διάγγελμα, που καλούσε σε ξεσηκωμό, ένταξη στο ΕΑΜ και πόλεμο εναντίον του στρατού κατοχής. Σύντομα στις τάξεις του βρέθηκε σημαντικό μέρος του πληθυσμού της Ελλάδας, ενώ παράλληλα, από τον Φεβρουάριο του 1942, οργανώθηκε ο ένοπλος αγώνας με την ίδρυση του ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Στρατός), με επικεφαλής τον Άρη Βελουχιώτη (Θανάση Κλάρα). Παράλληλα το ΕΑΜ ξεκίνησε την προσπάθειά του για δημιουργία κράτους (γνωστό ως «Ελεύθερη Ελλάδα») σε περιοχές της υπαίθρου, διαμορφώνοντας ένα είδος λαϊκής τοπικής αυτοδιοίκησης, στα πλαίσια της οποίας άρχισε η λειτουργία σχολείων, πατάχθηκαν οι ληστείες και οι ζωοκλοπές, και λειτούργησαν λαϊκά δικαστήρια, με δικαιοδοσία να επιβάλλουν μέχρι και την θανατική ποινή. Στις 10 Μαρτίου 1944 το ΕΑΜ δημιούργησε την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), με επικεφαλής τον καθηγητή συνταγματικού δικαίου Αλέξανδρο Σβώλο. Η ΠΕΕΑ διοργάνωσε εκλογές στις οποίες πήραν μέρος πάνω από 1.000.000 άτομα, μεταξύ αυτών και γυναίκες και νέοι άνω των 18 ετών, εκλέγοντας αντιπροσώπους σε μια εθνοσυνέλευση που είχε το όνομα Εθνικό Συμβούλιο, το οποίο επικύρωσε την λειτουργία της ΠΕΕΑ, ως αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης της «Ελεύθερης Ελλάδας».
Εκτός από τις επιχειρήσεις κατά των δυνάμεων κατοχής, στα πλαίσια της Εθνικής Αντίστασης, που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, με την υλικοτεχνική και επιχειρησιακή υποστήριξη ομάδας Βρετανών στρατιωτικών υπό τον συνταγματάρχη Μάγερς (Edie C.W. Myers), η δράση του ΕΑΜ στις απελευθερωμένες περιοχές περιέλαβε και εμφύλιες συγκρούσεις με τις υπόλοιπες αντιστασιακές οργανώσεις, όπως η Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση (ΕΚΚΑ) του Δ.Ψαρρού, και ο ΕΔΕΣ του στρατηγού Ναπ.Ζέρβα, με την αιτιολογία ότι η ΕΚΚΑ είχε κακοποιό δράση στην περιοχή που έλεγχε ο ΕΛΑΣ, και ο ΕΔΕΣ είχε αρχίσει να συνεργάζεται με τους Γερμανούς. Κατάληξη των συγκρούσεων αυτών ήταν τα Δεκεμβριανά για τα οποία γίνεται λόγος κατωτέρω. Ο Άρης Βελουχιώτης (που τότε καταδικάστηκε και διαγράφτηκε από το ΚΚΕ ως "ύποπτο και τυχοδιωκτικό στοιχείο) συνέχισε την αντίσταση εναντίον των Άγγλων, της νέας κυβέρνησης και των ταγμάτων Ασφαλείας που επάνδρωναν πλέον τον Εθνικό Στρατό. Στις 15 Ιουνίου 1945 αυτοκτόνησε, όταν περικυκλώθηκε από τάγμα εθνοφυλακής, στην Χαράδρα του Φάγκου. Το ΕΑΜ με πρωτοβουλία του ΚΚΕ διαλύθηκε το 1946.
Ο Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος (ΕΔΕΣ) ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη Ελληνική αντιστασιακή οργάνωση κατά τη διάρκεια της κατοχής. Ιδρύθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1941 από τον απόστρατο συνταγματάρχη Ναπολέοντα Ζέρβα, τον αξιωματικό Λεωνίδα Σπάη, το δικηγόρο Ηλία Σταματόπουλο, και τον Μιχάλη Μυριδάκη. Η οργάνωση εκπροσωπούσε κυρίως τον βενιζελικό και αντιβασιλικό πολιτικό χώρο και είχε ανακηρύξει ως αρχηγό ερήμην του τον στρατηγό Νικόλαο Πλαστήρα. Το ιδρυτικό καταστατικό του Συνδέσμου προέβλεπε "Νὰ ἐγκαθιδρύση εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ Δημοκρατικὸν πολίτευμα, σοσιαλιστικῆς μορφῆς" ενώ αποκαλούσε τον εξόριστο βασιλέα προδότη, στρεφόμενο κατά του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου ("τὴν προδοσίαν τοῦ τέως Βασιλέως Γεωργίου Βʹ καὶ τῆς περὶ αὐτὸν σπείρας τῆς αὐτοκληθείσης Δικτατορία τῆς 4ης Αὐγούστου"), ενώ δεν έκανε καθόλου λόγο για αντίσταση στις κατοχικές δυνάμεις.
Αρχικά ο Σύνδεσμος οργανώθηκε μόνο στην περιοχή της Αθήνας με επιρροή κυρίως στις προσφυγικές συνοικίες, σε ένα τμήμα του βενιζελικού πολιτικού προσωπικού και σε ορισμένους απότακτους αξιωματικούς του κινήματος του 1935. Όταν με παρέμβαση των Βρετανών άρχισε η προετοιμασία της αντιστασιακής δράσης, τον Μάρτιο του 1942, οι ιδρυτές του ΕΔΕΣ εμφάνισαν αντιστασιακούς σκοπούς και έστειλαν μήνυμα νομιμοφροσύνης στον εξόριστο βασιλιά. Μετά από διασύνδεση με τον Προμηθέα Β´, ένα δίκτυο κατασκοπείας που οργάνωσαν οι Βρετανοί, και αφού ενισχύθηκε οικονομικά, ο Ναπολέων Ζέρβας άρχισε τον ένοπλο αγώνα στα βουνά της Δυτικής Ελλάδας στις 23/7/1942. Οι πρώτες ομάδες του ΕΔΕΣ εμφανίστηκαν στον ορεινό χώρο του Ραδοβιζίου, στα ΝΑ της Άρτας. Ο ίδιος ο Ζέρβας εμφανίστηκε στην περιοχή του Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας τον Ιούλιο του 1942. Η οργάνωση του ΕΔΕΣ βασίστηκε στη δημιουργία Επιτροπών Εθνικού Αγώνα οι οποίες αρχικά ορίζονταν από τον Ζέρβα που περιόδευε τις κοινότητες. Η ένοπλη οργάνωση του ΕΔΕΣ μεγάλωσε και συνδέθηκε με τον υπαρχηγό της Βρετανικής Αποστολής στην Ελλάδα Chris Woodhouse, από τον οποίο καθοδηγήθηκε η επιχείρηση στον Γοργοπόταμο με συμμετοχή και του ΕΛΑΣ. Η Βρετανική κυβέρνηση ζήτησε στις 25 Μάρτιου 1943 δήλωση υποταγής στο βασιλιά και στην Βρετανική κυβέρνηση. Ο Ζέρβας έστειλε τηλεγράφημα, ενώ ο ΕΛΑΣ όχι, και με την δημοσιοποίηση, της επιστολής ο ΕΔΕΣ έγινε δημοφιλής στους βασιλόφρονες. Τελικά ο ΕΔΕΣ υπάχθηκε στο Κοινό Γενικό Στρατηγείο Ανταρτών μαζί με τον ΕΛΑΣ και την ΕΚΚΑ τον Αύγουστο του 1943. Αυτήν την περίοδο ο ΕΔΕΣ συμμετείχε στην επιχείρηση Animals όπου έδωσε μια σειρά από μάχες με τους κατακτητές, με κυριότερη τη Μάχη του Μακρυνόρους.
Από τον Οκτώβριο του 1943 άρχισαν αψιμαχίες και συμπλοκές ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ. Στις 3 Οκτωβρίου, ο ΕΛΑΣ αφόπλισε ένα μικρό αντάρτικο τμήμα του ΕΔΕΣ Θεσσαλίας με την κατηγορία ότι ο αρχηγός του ήταν ζωοκλέπτης και είχε άμεσες σχέσεις με πρώην φιλογερμανους. Στις 7/8 Οκτωβρίου ο ΕΔΕΣ συνέλαβε στελέχη του ΚΚΕ της περιοχής της Ηπείρου, με αφορμή τις γεωγραφικές σφαίρες επιρροής των ανταρτοομάδων. Απαντώντας ο ΕΛΑΣ άρχισε εκστρατεία διάλυσης του ΕΔΕΣ στις 9/10 Οκτωβρίου, κατηγορώντας τον για συνεργασία με τους Γερμανούς και κινητοποιώντας μεγάλο τμήμα ανταρτών του ΕΛΑΣ. Όταν ενημερώθηκε σχετικά η Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή (ΣΣΑ) η 8η Μεραρχία του ΕΛΑΣ δέχτηκε την συμφωνία για εκεχειρία, αλλά το Γενικό στρατηγείο του ΕΛΑΣ την απέρριψε. Ο ΕΔΕΣ έφτασε σε σημείο διάλυσης έναντι δύο ανωτέρων αντιπάλων. Στις 31 Οκτωβρίου 1943 στη μάχη της Νεράιδας, ανάμεσα στα αλληλοσυγκρουόμενα πυρά του ΕΔΕΣ, του ΕΛΑΣ και του Γερμανικού στρατού, ο Ζέρβας κινδύνεψε να αιχμαλωτισθεί και διέφυγε τον κλοιό με μερικές δυνάμεις ανταρτών. Μετά από αυτό φαίνεται ότι ο Ναπ.Ζέρβα προσανατολίστηκε σε ανεπίσημη εκεχειρία με τους Γερμανούς μέσω αντιπροσωπείας του Ερυθρού σταυρού και παραγόντων της περιοχής των Ιωαννίνων, ανάμεσα στο Νοέμβρη του 1943 και τον Αύγουστο του 1944, λόγω των συνεχών επιθέσεων του ΕΛΑΣ εναντίον του, αλλά και της βρετανικής οδηγίας μη επίθεσης κατά των κατοχικών αρχών. Οι Γερμανοί ανέκτησαν έτσι προσωρινά την αισιοδοξία τους, αλλά τελικά οι μάχες συνεχίστηκαν με κυριότερη τη Μάχη της Μενίνας τον Αύγουστο του 1944 υπό τον αντισυνταγματάρχη Βασίλειο Καμάρα.
Η τελική επίθεση του ΕΛΑΣ κατά του ΕΔΕΣ συνέβη στις 20/21 Δεκεμβρίου 1944, κατά την διάρκεια των Δεκεμβριανών για τα οποία γίνεται λόγος κατωτέρω. Η πιο αιματηρή μάχη δόθηκε στην Άρτα, όπου στις 21 και 22 Δεκεμβρίου διεξάχθηκαν σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτών ενώ η έκβαση της μάχης απέβη υπέρ του ΕΛΑΣ και οι αντάρτες του ΕΔΕΣ αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη μαζί με πλήθος αμάχων. Στις 30 και 31 Δεκεμβρίου 1944 τα τελευταία τμήματα του ΕΔΕΣ περίπου 8500 αντάρτες εγκατέλειψαν την Πρέβεζα, επιβιβάστηκαν σε βρετανικά και ελληνικά πλοία με προορισμό την Κέρκυρα. Ο ΕΛΑΣ μέχρι το τέλος των Δεκεμβριανών είχε κυριαρχήσει σε όλη την Ήπειρο. Ο Ναπ.Ζέρβας απέδωσε την ήττα στο ότι ο στρατός του ήταν «κατώτερος από τον ΕΛΑΣ στο να πολεμάει εναντίον άλλων Ελλήνων».
Η Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωσις (ΕΚΚΑ) ήταν μία από τις κύριες ελληνικές μαχόμενες αντιστασιακές οργανώσεις που έδρασαν στη διάρκεια της Κατοχής, σοσιαλδημοκρατικών αντιλήψεων που ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1942 από τον δημοκρατικό βενιζελικό συνταγματάρχη Δημήτριο Ψαρρό σε συνεργασία με τους πολιτικούς Απόστολο Καψαλόπουλο και Γεώργιο Καρτάλη, πρώην υπουργό που προερχόταν από τον χώρο του Λαϊκού Κόμματος. Στο εσωτερικό της οργάνωσης υπήρχε διχογνωμία αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο θα γινόταν η αποχώρηση των Γερμανών. Πέντε μήνες πέρασαν ώσπου να κυκλοφορήσει το καταστατικό με σύνθημα την εγκαθίδρυση ολοκληρωμένης Λαοκρατούμενης Δημοκρατίας, στην οποία τα βασικά οικονομικά και τεχνικά μέσα παραγωγής θα κοινωνικοποιούνταν, δηλαδή θα ελέγχονταν από τον εργαζόμενο λαό οργανωμένο σε συνδικάτα. Χρέη και έμμεσοι φόροι θα διαγράφονταν, ενώ στις περιουσίες και την ατομική πρωτοβουλία θα έμπαιναν ανώτατα όρια μέσα στο νέο σύστημα.
Στρατιωτικό σκέλος της οργάνωσης ήταν το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, που συγκροτήθηκε στις 20 Απριλίου του 1943 στην Παρνασσίδα, και ονομάστηκε έτσι από το ομώνυμο θρυλικό ευζωνικό σύνταγμα. Η οργάνωση έφτασε να έχει 1000 μαχητές και να εκπροσωπείται στο γενικό αρχηγείο των ανταρτικών οργανώσεων μαζί με τον ΕΔΕΣ και τον ΕΛΑΣ, με τους οποίους, μέχρις ενός σημείου, συνεργαζόταν. Δραστηριοποιήθηκε στην περιοχή της Φωκίδας. Ο ΕΛΑΣ, με την αιτιολογία ότι μέλη της ΕΚΚΑ είχαν προβεί σε αντικομμουνιστική και κακοποιό δράση στην περιοχή, (σύμφωνα όμως με την αντίθετη άποψη, σε μια προσπάθειά του να μονοπωλήσει την αντίσταση, θεωρώντας την ΕΚΚΑ «αντιδραστική»), επιτέθηκε και αφόπλισε την ΕΚΚΑ δύο φορές, στις 13 Μαΐου του 1943 και στις 23 Ιουνίου του 1943.Μετά από υποσχέσεις της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής και του ΕΑΜ οι Δημήτριος Ψαρρός και Γεώργιος Καρτάλης, συγκατατέθηκαν να ανασυγκροτήσουν τη μονάδα τους στο πλαίσιο του Συμφώνου Εθνικών Ομάδων. Εκπρόσωποι του 5/42 Συντάγματος έφθασαν στα τέλη Ιουλίου του 1943 στο Περτούλι, όπου ήταν το Κοινό Γενικό Στρατηγείο Ανταρτών. Εκπρόσωποι της ΕΚΚΑ συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις των εκπροσώπων των οργανώσεων ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και του Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, στο Μυρόφυλλο (15-22 Φεβρουαρίου) και έπειτα στην Πλάκα (27-29 Φεβρουαρίου 1944). Όμως στις τάξεις του 5/42 εισχώρησαν και φιλομοναρχικές δυνάμεις, όπως οι λοχαγοί Θύμιος Δεδούσης και Γεώργιος Καπετζώνης, ενώ μερικά στελέχη της ΕΚΚΑ όπως ο Ευριπίδης Μπακιρτζής και ο υποδιοικητής του 5/42 Λαγγουράνης επιδίωξαν συνεργασία με το ΕΑΜ στο οποίο τελικά προσχώρησαν.
Με αφορμή την εκτέλεση του Κωνσταντίνου Βάρσου υπεύθυνου του Εφεδρικού ΕΛΑΣ περιοχής από τον λόχο Θ.Δεδούση, ο ΕΛΑΣ συγκέντρωσε δύναμη 1400 ανδρών και επιτέθηκε εναντίον του 5/42 συντάγματος στις 14 Απριλίου του 1944 στην θέση Κλήματα Δωρίδος. Οι 450 άντρες του 5/42 συντάγματος κράτησαν την θέση τους μέχρι το πρωί της 17ης Απριλίου, όταν αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν προς τη Σκάλα Καραΐσκου. 94 επιζήσαντες, που κατάφεραν να διαπεραιωθούν στον Κορινθιακό κόλπο, αιχμαλωτίστηκαν από τους Γερμανούς και οι περισσότεροι, υπό την ηγεσία του ταγματάρχη Γεώργιου Καπετζώνη, κατατάχθηκαν στα Τάγματα Ασφαλείας. Το μεγαλύτερο μέρος του συντάγματος παρέμεινε με τον συνταγματάρχη Δ.Ψαρρό, ο οποίος αρνήθηκε να φύγει και τελικά δολοφονήθηκε, από τον ταγματάρχη του ΕΛΑΣ Θύμιο Ζούλα εξυπηρετώντας τρέχουσες πολιτικές σκοπιμότητες, όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος ο Ζούλας το 1951 με έγγραφη μεταπολεμική έκθεσή.
Εκτός από τις προαναφερθείσες οργανώσεις εθνικής αντίστασης, στο διάστημα της Κατοχής και του Εμφύλιου Πολέμου, δραστηριοποιήθηκαν και άλλες οργανώσεις, στρατιωτικού ή παραστρατιωτικού χαρακτήρα, για τον ρόλο των οποίων διατυπώνονται εκατέρωθεν επικρίσεις.
Η Οργάνωση Χ προέκυψε ως μετονομασία της Στρατιωτικής Οργανώσεως Γρίβα που ιδρύθηκε την περίοδο της γερμανικής κατοχής τον Ιούνιο του 1941 στην Αθήνα από τον αντισυνταγματάρχη Πεζικού Γεώργιο Γρίβα. Η μετονομασία έγινε τον Μάρτιο του 1943. Πολιτικός αρχηγός της οργάνωσης ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χρύσανθος. Η οργάνωση αυτή είχε εθνικιστικό, αντικομμουνιστικό και φιλοβασιλικό προσανατολισμό και παρέμενε πιστή στον Γεώργιο Β' που ήταν στο Κάιρο. Το σήμα της ήταν η μονογραφή του Γεωργίου B΄ που έμοιαζε με Χ. Διατηρούσε 2.500 μέλη, ενώ η ένοπλη δύναμή της ήταν περί τα 300 άτομα. Αρχικά η οργάνωση ασχολήθηκε με δολιοφθορές και κατασκοπεία κατά των Γερμανών. Δημιουργήθηκε ένα δίκτυο συγκέντρωσης στρατιωτικών πληροφοριών για υποβοήθηση της Αγγλικής υπηρεσίας Force 133. Δημιουργήθηκαν 14 τάγματα επιδρομών σε Αθήνα, Πειραιά και περίχωρα και το τάγμα θανάτου στις ανατολικές συνοικίες, διοικούμενα συνήθως από πρώην αξιωματικούς του Εθνικού Στρατού. Τα τάγματα είχαν ως αποστολή την διενέργεια ένοπλων επιχειρήσεων, την κάλυψη ομάδων που διενεργούσαν σαμποτάζ, συγκέντρωση πληροφοριών, αναγραφή συνθημάτων, την αφαίρεση παντός είδους εξοπλισμού και οπλισμού από τους Γερμανοϊταλούς και την φυγάδευση Ελλήνων προς τη Μέση Ανατολή. Ονομαστότερες από τις δραστηριότητές τους ήταν το καλοκαίρι του 1942, όταν επιχειρήθηκε επιτυχώς σαμποτάζ στο αεροδρόμιο Τατοΐου, και το πρωινό της 25ης Μαρτίου 1943, όταν μέλη της οργάνωσης κατέθεσαν στεφάνι στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου μπροστά στα έκπληκτα μάτια των Γερμανών και Ιταλών. Το 1944 σημειώθηκαν επίσης μικροσυμπλοκές με τμήματα του ΕΛΑΣ, ενώ το Κατοχικό Υπουργείο Εθνικής Αμύνης κάλεσε τον αρχηγό της Οργάνωσης Γ. Γρίβα να παρουσιασθεί και να αναλάβει υπηρεσία στα τάγματα ασφαλείας, αλλά εκείνος και άλλοι αξιωματικοί δεν παρουσιάστηκαν επισύροντας εναντίον τους πιεστικά μέτρα (διαταγή σύλληψης και διακοπή αποδοχών).
Σημαντική ήταν η συμμετοχή της Οργάνωσης στη Μάχη του Θησείου κατά τα Δεκεμβριανά (4 Δεκεμβρίου 1944). Αντικειμενικός σκοπός της Χ ήταν να προασπίσει την περιοχή του Μακρυγιάννη από την πλευρά του Θησείου. Την επίθεση κατά του στρατηγείου της Οργάνωσης ανέλαβε το 4ο Σύνταγμα της 2ης Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ με δύναμη 400 ανδρών. Μέχρι τις 4 το απόγευμα, οι θέσεις της Οργάνωσης Χ καταλήφθηκαν από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Οι διασωθέντες μαζί με τον αρχηγό τους Γ.Γρίβα φυγαδεύτηκαν από τους Βρετανούς με την βοήθεια αρμάτων μάχης στα Παλαιά Ανάκτορα. Η δεύτερη γραμμή άμυνας της Οργάνωσης Χ βρισκόταν κατά μήκος της οδού Σόλωνος, από όπου, έπειτα από αλλεπάλληλες επιθέσεις του ΕΛΑΣ που διάρκεσαν 4 ημέρες, διέφυγαν με αγγλική υποστήριξη.
Με το τέλος των Δεκεμβριανών και την ήττα του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ, πολλοί πολίτες της υπαίθρου και ιδιαίτερα της Πελοποννήσου, διωχθέντες από το ΕΑΜ, εντάχθηκαν στην Οργάνωση Χ παρατείνοντας τη δράση της μέχρι το 1945, σε ένα διάστημα για το οποίο κατηγορήθηκε ότι άσκησε «Λευκή Τρομοκρατία (διασφάλιση της τάξης σύμφωνα με την άλλη πλευρά)» κατά στελεχών του ηττηθέντος ΕΑΜ. Η Χ κατηγορήθηκε επίσης ότι είχε στενές σχέσεις από το 1943 με την κατοχική κυβέρνηση. Η αντίθετη άποψη της Χ είναι ότι υπό την εποπτεία του Αγγλικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής (ΣΜΑ) συνασπίσθηκαν οι εθνικές οργανώσεις Χ, ΡΑΝ, Εθνική Δράση, ΕΔΕΣ, ΕΔΕΜ, ΕΚΟ, και Τρίαινα, αλλά το σχέδιο συνασπισμού δεν είχε ευρύτερη επιτυχία λόγω των εμποδίων του ΕΑΜ στο Κάιρο. Ο αρχηγός της Οργάνωσης αντισυνταγματάρχης Γρίβας αποστρατεύτηκε το 1945 για να ασχοληθεί με τον απελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου. Η Χ αναγνωρίστηκε επίσημα ως Εθνική Οργάνωσις Εσωτερικής Αντιστάσεως με βασιλικό διάταγμα της 10ης Μαρτίου 1950.
Τα Τάγματα Ασφαλείας (κατά την επίσημη ονομασία τους Τάγματα Ευζώνων) ήταν παραστρατιωτικές ομάδες που έδρασαν στην Ελλάδα στην περίοδο του Β Παγκόσμιου Πολέμου, σε ρόλο υποστηρικτικό των Γερμανο-Ιταλο-Βουλγαρικών δυνάμεων κατοχής. Με την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς τον Μάιο του 1941 τα υπάρχοντα τότε Σώματα Ασφαλείας δεν καταργήθηκαν, αλλά οι Γερμανοί αποφάσισαν την διατήρησή τους για την εσωτερική ασφάλεια με μειωμένη όμως δύναμη. Τον Μάρτιο του 1942, υπό την πίεση των Ιταλών η ελληνική κυβέρνηση δια των Νομαρχών άρχισε να χορηγεί άδειες οπλοφορίας σε ειδικά επιλεγμένα άτομα, τα οποία θα ενίσχυαν τους κατά τόπους Σταθμούς Χωροφυλακής, που είχαν αποδυναμωθεί με κύρια αποστολή την καταστολή του κομμουνισμού και την προστασία από επιθέσεις αντιστασιακών. Αυτά τα άτομα ήταν οι λεγόμενοι τότε «άνευ θητείας χωροφύλακες» που συγκρότησαν περίπου 19 τμήματα Ελλήνων εθελοντών που με την πάροδο του χρόνου τελικά εντάχθηκαν στη δύναμη της Χωροφυλακής.
Την ίδια εκείνη εποχή κάποιοι απόστρατοι αξιωματικοί, επικεφαλής των οποίων φέρονταν οι στρατηγοί Θεόδωρος Πάγκαλος και Στυλιανός Γονατάς, άρχισαν να ανησυχούν από την εντεινόμενη δραστηριότητα του ΕΑΜ και μετά από συνεννόηση με τον πρώην στρατιωτικό ακόλουθο της Γερμανίας στην Αθήνα Κρίστιαν Φον Κλεμ και έγκριση από τον Αρχηγό των Ες-Ες Ελλάδος, ενημέρωσαν σχετικά τον Ιωάννη Ράλλη, πείθοντάς τον τελικά να αναλάβει πρωθυπουργός, θέτοντας ως όρο τη δημιουργία μιας ένοπλης δύναμης που σκοπό της θα είχε τη διατήρηση της έννομης τάξης και τον περιορισμό της δράσης του ΕΛΑΣ. Ως αρχικοί σκοποί της ίδρυσης των Ταγμάτων αναφέρθηκαν η τήρηση της τάξης σε περίπτωση κομμουνιστικών ενεργειών, καθώς και η παρεμπόδιση της επιστροφής του βασιλιά. Τα τάγματα δημιουργήθηκαν στις 18 Ιουνίου του 1943 και έδρασαν τον υπόλοιπο χρόνο της κατοχής, κυρίως στη Βόρεια Πελοπόννησο, τη δυτική Στερεά Ελλάδα, και ιδίως στην Αιτωλοακαρνανία, την Εύβοια και την Αθήνα.
Το πρώτο Τάγμα Ασφαλείας συγκροτήθηκε τον Μάιο του 1943 και μέχρι τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους δημιουργήθηκαν στην Αθήνα άλλα τέσσερα τάγματα, με δυναμικό 300 οπλίτες και 20 αξιωματικούς έκαστο. Η επάνδρωσή τους γινόταν με αξιωματικούς του στρατού, με υποχρεωτική κλήτευση νέων σειρών και αποστράτων αξιωματικών, με συμμετοχή και ενός Γερμανού αξιωματικού. Επικεφαλής όλων των ταγμάτων αυτών ανέλαβε στις 25 Νοεμβρίου ο προαχθείς σε υποστράτηγο Βασίλειος Ντερτιλής. Η στολή των τακτικών Ταγμάτων ήταν αυτή των Ευζώνων του Άγνωστου Στρατιώτη, και έτσι έμειναν γνωστοί ως «Γερμανοτσολιάδες». Στον όρκο που έδιναν οι αξιωματικοί και οπλίτες των Ταγμάτων ορκίζονταν απόλυτη υπακοή στον Αδόλφο Χίτλερ και υπάγονταν στη δικαιοδοσία των γερμανικών στρατιωτικών νόμων. Ανώτατος διοικητής των Ταγμάτων ήταν ο αντιστράτηγος -διοικητής των SS και της αστυνομίας στην Ελλάδα- Βάλτερ Σιμάνα.
Τα Τάγματα Ασφαλείας συνεργάζονταν στενά με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, τόσο ως μάχιμη δύναμη σε επιχειρήσεις όσο και ως σώμα φύλαξης αιχμαλώτων, υποστηρικτική δύναμη, και ως αποσπάσματα θανάτου. Καταδικάστηκαν ως προδοτικά με διάγγελμα της κυβέρνησης του Καΐρου τον Ιανουάριο του 1944, και με κοινή ανακοίνωση των αντιστασιακών οργανώσεων ΕΚΚΑ, ΕΔΕΣ και ΕΑΜ το Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου. Στη Συμφωνία της Καζέρτας, που προηγήθηκε της αποχώρησης των Γερμανών από την Ελλάδα, τα Τάγματα Ασφαλείας χαρακτηρίστηκαν όργανα του εχθρού. Με την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων Κατοχής από την Ελλάδα τα Τάγματα πολιορκήθηκαν σε διάφορες πόλεις από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ (Ναύπλιο, Αγρίνιο, Τρίπολη, Κόρινθο, Πάτρα) και παραδόθηκαν είτε σε αυτόν είτε σε βρετανικές δυνάμεις που κατέφθαναν στη χώρα. Το Τάγμα Ασφαλείας Μελιγαλά εξολοθρεύτηκε από τον ΕΛΑΣ μέσα στην κωμόπολη ύστερα από τριήμερη μάχη (13-15 Σεπτεμβρίου) την οποία ακολούθησε εκτέλεση των κατηγορουμένων αιχμαλώτων για εγκλήματα κατά του λαού της Μεσσηνίας, ενώ κατόπιν σε ανοικτό Λαϊκό Δικαστήριο στην Καλαμάτα, κρίθηκε ένοχος και εκτελέστηκε στην κεντρική πλατεία της πόλης ο νομάρχης Περωτής, επικεφαλής των Ταγμάτων Ασφαλείας της Μεσσηνίας και άλλοι 17 επιφανείς πολίτες ως κύριοι υποστηρικτές των Ταγμάτων. Στην Αθήνα τα Τάγματα Ευζώνων αφοπλίστηκαν και οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο του Γουδή.
Δυνάμεις των Ταγμάτων Ασφαλείας παρέμειναν επιτηρούμενες στο στρατόπεδο στου Γουδή, απελευθερώθηκαν όμως από εκεί από την κυβέρνηση Παπανδρέου, οπλίστηκαν και πολέμησαν στο πλευρό της κυβέρνησης και των Βρετανών κατά τα Δεκεμβριανά. Αρκετά μέλη τους ενσωματώθηκαν στα Τάγματα Εθνοφυλακής, τον στρατό που δημιουργήθηκε μετά την Κατοχή. Λαμβάνοντας μέρος στον Εμφύλιο με την πλευρά του κυβερνητικού στρατού, πολλοί από τους καταδικασθέντες αμνηστεύθηκαν, και μερικοί από αυτούς ακολούθησαν καριέρα στον Ελληνικό Στρατό.
Τα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ), τα οποία λανθασμένα αναφέρονται πολλές φορές ως Τάγματα Εθνικής Ασφαλείας, ήταν ένα ειδικό παραστρατιωτικό σώμα που συγκροτήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1948, κατά τη διάρκεια του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου με απόφαση του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ). Τα ΤΕΑ ήταν η συνέχεια των Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ) και των Μικτών Αποσπασμάτων Διώξεως (ΜΑΔ), που είχαν στελεχωθεί από άντρες εθνικιστικών οργανώσεων, με δράση ήδη από την εποχή της Κατοχής. Τα ΤΕΑ είχαν παρουσία σε όλη την ελληνική επικράτεια -εκτός από τα πιο μεγάλα αστικά κέντρα- και κυρίως στην Βόρεια Ελλάδα για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Καταργήθηκαν το 1982 και αντικαταστάθηκαν από την Εθνοφυλακή. Τα ΤΕΑ αναπτύχθηκαν κυρίως στα χωριά και τις κωμοπόλεις, καθώς στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας την ευθύνη της ασφάλειας είχαν η Αστυνομία Πόλεων ή σε μερικές περιπτώσεις η Χωροφυλακή. Βασικός ρόλος των ΤΕΑ ήταν η τήρηση της τάξεως κυρίως στην ύπαιθρο, χωρίς να αποκλείεται η αντιπαράθεση με την ενεργό Αριστερά. Σύμφωνα με τον Στρατιωτικό Κανονισμό (ΣΚ) 522 αποστολή των ΤΕΑ ήταν: «...η εσωτερική ασφάλεια της Χώρας, ήτοι η μη αναμόλυνσις της Ελλάδος από του Κομμουνιστοσυμμοριτισμού, η αντιμετώπισις εχθρικών αεραγημάτων και η εξασφάλισις της ησυχίας των κατοίκων της υπαίθρου από κακοποιά, εγκληματικά και Αναρχικά στοιχεία εν στενή συνεργασία μετά της Χωροφυλακής τόσον εν ειρήνη όσον και εν πολέμω».
Αν και είχαν συγκροτηθεί από το 1948, η επισημοποίηση και μονιμοποίησή των ΤΕΑ έγινε τον Μάρτιο του 1951 με τον Νόμο 1707, ικανοποιώντας έτσι αίτημα της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων. Για τα ΤΕΑ προβλεπόταν ρόλος και στη μυστική συμφωνία του 1955 για την επιχείρηση «Κόκκινη Προβιά», η οποία εντασσόταν στο πανευρωπαϊκό αντικομμουνιστικό δίκτυο stay behind που είχαν οργανώσει το ΝΑΤΟ και η CIA, για την αντιμετώπιση μιας ενδεχόμενης κομμουνιστικής απειλής σε χώρες της δυτικής Ευρώπης. Αναφέρεται ότι τα ΤΕΑ είχαν εμπλοκή στις βουλευτικές εκλογές του 1961, κατά τις οποίες καταγράφηκαν πολλά περιστατικά βίας και νοθείας, επιφορτισμένα με το καθήκον της διενέργειας «φαιάς προπαγάνδας», της διανομής διαφωτιστικού υλικού, της σύνταξης καταλόγων κομμουνιστών και «συνοδοιπόρων» στην περιοχή ευθύνης τους, της συγκέντρωσης και διασταύρωσης πληροφοριών, καθώς και της άσκησης πιέσεων και εκφοβισμών προς τους πιθανούς ψηφοφόρους της Αριστεράς.
Το 1970, με το Νομοθετικό Διάταγμα 485, καταργήθηκε ο νόμος 1707/1951 και καθορίστηκε νέο πλαίσιο λειτουργίας των ΤΕ, που θεωρούνταν συνέχεια των ΤΕΑ και χαρακτηρίζονταν ως «οργανική ένοπλος δύναμις του Στρατού» και «ειδικαί Στρατιωτικαί Μονάδες». Η νέα τους αποστολή οριζόταν ως: «...η συμβολή εις την διατήρησιν και εξασφάλισιν της εσωτερικής ασφαλείας της Χώρας και η εξασφάλισις της περιοχής των εκ πάσης Κομμουνιστικής ή Αναρχικής ενεργείας ως και πάσης φύσεως και μορφής εχθρικής ενεργείας». Το 1982 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με υπουργό Άμυνας τον Ανδρέα Παπανδρέου, αποφάσισε την διάλυση και κατάργηση των ΤΕΑ και την αντικατάστασή τους από την Εθνοφυλακή, που υπάρχει μέχρι και σήμερα.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής (1941-44) μία μονάδα της Αστυνομίας Πόλεων, το «Μηχανοκίνητο Τμήμα», εξελίχθηκε σε μία από τις πλέον διαβόητες κρατικές υπηρεσίες της περιόδου, λόγω της έντονα αντικομμουνιστικής δράσης του και της ανοικτής και συστηματικής συνεργασίας του με φιλογερμανικές οργανώσεις και τα Γερμανικά SS. Το Μηχανοκίνητο Τμήμα δημιουργήθηκε τον Απρίλιο του 1939, επί δικτατορίας του Μεταξά, με απόφαση του Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, υφυπουργού Δημοσίας Ασφαλείας στο υπουργείο Εσωτερικών και συντονιστή όλων των κατασταλτικών μηχανισμών του καθεστώτος. Αποστολή του Μηχανοκίνητου ήταν να δρα ως ένοπλη μονάδα καταστολής και άμεσης επέμβασης σε περιπτώσεις εξεγέρσεων και ταραχών στο κέντρο και τις συνοικίες της Αθήνας. Το Τμήμα διέθετε 120 τρίκυκλες και δίκυκλες μοτοσικλέτες, 26 ειδικά τεθωρακισμένα αυτοκίνητα για ταχεία μεταφορά αστυνομικών δυνάμεων, 30 κοινά επιβατηγά αυτοκίνητα και 120 ποδήλατα, και περιλάμβανε 700 άνδρες όλων των βαθμών, εξοπλισμένους με αυτόματα όπλα. Η πρώτη δημόσια εμφάνιση του νέου Τμήματος πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια της παρέλασης για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1940, παρουσία του Ι.Μεταξά. Διοικητής του Τμήματος τοποθετήθηκε ο αστυνόμος Νίκος Μπουραντάς (γεννημένος το 1900 στο Χλαπατσάρι Βοιωτίας) και οι άνδρες του έγιναν γνωστοί ως «Μπουραντάδες». Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, το Τμήμα πρωταγωνίστησε σε διωγμούς, συλλήψεις, φυλακίσεις και εκτελέσεις αντιστασιακών, με αποκορύφωμα της φιλογερμανικής δράσης του στο Μπλόκο της Κοκκινιάς το 1944. Για πολλά χρόνια μετά το τέλος της Κατοχής, ο χαρακτηρισμός «Μπουραντάς» έφτασε να σημαίνει «φανατισμένος διώκτης των κομμουνιστών». Ο Νίκος Μπουραντάς αργότερα έγινε αστυνομικός διευθυντής Αθηνών.
Η Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών (Ο.Π.Λ.Α.) ήταν μια ένοπλη οργάνωση, με καθήκοντα ασφαλείας, συλλογής πληροφοριών και εκτέλεσης ειδικών αποστολών, που έδρασε στις πόλεις της Ελλάδας από το καλοκαίρι του 1943 μέχρι το 1947, στην περίοδο της Κατοχής, και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Οι μαχητές της επιλέγονταν από τα πλέον δραστήρια μέλη των ΕΑΜ - ΕΛΑΣ - ΕΠΟΝ. Όλα τα τμήματα της ΟΠΛΑ υπάγονταν απευθείας στις λεγόμενες "Αχτίδες" του ΚΚΕ. Αρχηγός της ΟΠΛΑ ήταν το στέλεχος του ΠΓ του ΚΚΕ, Στέργιος Αναστασιάδης. Αποστολή της οργάνωσης αυτής ήταν κυρίως η εξασφάλιση κάλυψης μελών των ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που καταδιώκονταν και έπρεπε να μετακινηθούν από συνοικία σε συνοικία ή άλλη περιοχή. Παράλληλα αναλάμβανε με μικρές ομάδες εκτελεστών, την εξουδετέρωση, αφενός μεν μελών των παραπάνω οργανώσεων που θεωρούνταν ύποπτα ή επικίνδυνα για προδοτική δράση και αφετέρου πολιτών που θεωρούνταν φιλογερμανοί, αλλά και στυλοβατών του αστικού καθεστώτος όπως στρατιωτικών, πολιτικών, αστυνομικών και χωροφυλάκων. Επίσης αποτελούσαν τμήμα των ομάδων περιφρούρησης των διαδηλώσεων και προστασίας των συνοικιών όπου έδρευαν, από τα διαβόητα μπλόκα και άλλες επιθετικές ενέργειες των αντιπάλων. Οι ομάδες της ΟΠΛΑ δρούσαν κατά συνοικίες πόλεων, εκτελώντας περιπολίες, όπου ακολουθώντας προηγουμένως μεθοδική και λεπτομερή παρακολούθηση, επιχειρούσαν αιφνίδια και με ιδιαίτερη σφοδρότητα κατά των στόχων τους. Ανάλογα με την επικινδυνότητα των αποστολών αυτών, συγκροτούνταν και άλλες ομάδες υποστήριξης των δραστών για την ασφαλή φυγάδευση ή την απόκρυψή τους.
Η ΟΠΛΑ φέρεται να συστάθηκε λίγο πριν από το καλοκαίρι του 1943. Την άνοιξη του 1944, όταν η ΠΕΕΑ αποφάσισε να συγκροτήσει μονάδες πολιτοφυλακής, με καθαρά αστυνομικά καθήκοντα, τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στην ύπαιθρο, που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του ΕΛΑΣ, η ΟΠΛΑ μετονομάστηκε σε Εθνική Πολιτοφυλακή (ΕΠ) και με την ονομασία αυτή συνέχισε πλέον τη δράση της, ως προέκταση του ΕΛΑΣ, ενώ κατά τον εμφύλιο πόλεμο ονομαζόταν Στενή Αυτοάμυνα. Η ανάγκη της ύπαρξής της, κατά την άποψη του ΚΚΕ, ενισχύθηκε από τη γενικευμένη επιθετική στάση (τη λεγόμενη Λευκή Τρομοκρατία - διασφάλιση της τάξης σύμφωνα με την άλλη πλευρά) του κυρίαρχου αντικομμουνιστικού πολιτικού χώρου εναντίον του ΕΑΜ, που ακολούθησε τα Δεκεμβριανά και τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Η δράση της οργάνωσης περιλάμβανε καταρχήν δολιοφθορές σε στρατιωτικούς στόχους, αλλά επεκτάθηκε και σε εκτελέσεις ατόμων που κρίνονταν ως φιλογερμανοί, και επικίνδυνοι πολιτικοί αντίπαλοι του ΚΚΕ (ακόμα και από το χώρο της αριστεράς όπως αρχειομαρξιστές, τροτσκιστές, αναρχικοί). Αποκτώντας εξαρχής χαρακτηριστικά αντάρτικου πόλης, είχε ως στόχο να προστατεύσει αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης από τις επιθέσεις των εντολοδόχων του γερμανικού καθεστώτος, της Αστυνομίας Πόλεων και της Χωροφυλακής, ενώ προέβη και σε συμπλοκές με γερμανικά στρατεύματα μέσα στις πόλεις. Έδρασε επίσης κατά τα Δεκεμβριανά. Η δράση και ο προσανατολισμός της οργάνωσης άλλαξε το Φλεβάρη του 1946, μετά την απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ να αρχίσει το Δεύτερο Αντάρτικο και συνδυάστηκε με τη δράση της οργάνωσης Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα (Μ.Λ.Α. που διέφερε από την ΟΠΛΑ στο ότι ήταν μαζικότερη οργάνωση και κυρίως ασκούσε καθήκοντα συνδέσμου, απόκρυψης και μεταφοράς όπλων, χωρίς ομάδες εκτελεστών).
Η οργάνωση έχει επικριθεί διότι στράφηκε αδιακρίτως εναντίον των πολιτικών αντιπάλων της επίσημης τότε σταλινικής γραμμής του ΚΚΕ, με αποτέλεσμα δολοφονίες από το χώρο της αστικής Δεξιάς έως και τον χώρο της Αριστεράς (τροτσκιστές, αρχειομαρξιστές). Σύμφωνα με επίσημες απολογίες κατηγορούμενων μελών της, η ΟΠΛΑ ήταν η κυρίως υπεύθυνη για τις μαζικές εκτελέσεις στην περιοχή του Φενεού κατά τη διάρκεια της Αντίστασης, ενώ, η δράση της κατά τη περίοδο των Δεκεμβριανών περιλάμβανε πολλές εκτελέσεις στη περιοχή των διυλιστηρίων της ΟΥΛΕΝ, καθώς και την εφαρμογή της «αρχής της οικογενειακής ευθύνης». Ανάμεσα στα θύματα της ΟΠΛΑ ήταν δύο υπουργοί ελληνικών κυβερνήσεων: ο Νικόλαος Καλύβας, συνδικαλιστής, υπουργός Εργασίας στην φιλογερμανική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου, και ο Χρήστος Λαδάς, υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη, η οποία διεξήγαγε τον Εμφύλιο. Άλλα γνωστά θύματα της ΟΠΛΑ ήταν ο Σήφης Βαρδινογιάννης, αρχηγός του ΕΔΕΣ Πειραιά και διευθυντής της Ασφάλειας Πειραιά, ο Δημήτριος Κωφίτσας, διευθυντής της Διώξεως Κομμουνισμού της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, ο Μανώλης Μανωλέας, πρώην βουλευτής του ΚΚΕ και στη συνέχεια συνεργάτης των φιλογερμανικών κυβερνήσεων, ο Νίκος Σκανδάλης, ιδρυτής της φιλογερμανικής οργάνωσης «Εθνική Ένωσις Ελλάδος», ο Νίκος Παπαγεωργίου, επικεφαλής της Οργάνωσης Χ στο Παγκράτι (του οποίου εκτελέστηκε στη συνέχεια και όλη η οικογένεια), το πρώην κορυφαίο στέλεχος του ΚΚΕ και μετέπειτα στέλεχος των αρχών ασφαλείας Μιχάλης Τυρίμος τον Ιανουάριο του 1945, καθώς και η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Επίσης θύματα της οργάνωσης αναφέρονται και αρκετοί τροτσκιστές, καθώς και δεκάδες αξιωματικοί της Χωροφυλακής, της Αστυνομίας Πόλεων και των Ταγμάτων Ασφαλείας.
Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (Δ.Σ.Ε.) ήταν στρατός προσκείμενος στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, κατά την διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου (1946–1949). Οι απαρχές της δημιουργίας του ανάγονται στα τέλη Νοεμβρίου του 1944, όταν προέκυψε αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις για τη συγκρότηση ενιαίου Εθνικού Στρατού και οι υπουργοί που συνδέονταν με την Αριστερά παραιτήθηκαν. Ακολούθησε η στρατιωτική σύγκρουση των Δεκεμβριανών (στις 4 Δεκεμβρίου 1944), που διάρκεσε 33 μέρες και τερματίστηκε με τη Συμφωνία της Βάρκιζας, στις 12 Φεβρουαρίου 1945. Βασικοί όροι της συμφωνίας ήταν η αποστράτευση του ηττημένου ΕΛΑΣ, η τιμωρία των γερμανόφιλων, η μερική αμνήστευση των κινηματιών και η εξασφάλιση των ατομικών ελευθεριών και των πολιτικών δικαιωμάτων των πολιτών. Οι όροι αυτοί δεν τηρήθηκαν κατά γράμμα με ευθύνη και των δυο πλευρών. Άρχισε τότε μια σειρά αντεκδικήσεων των νικητών σε βάρος των ηττημένων (η λεγόμενη Λευκή Τρομοκρατία (διασφάλιση της τάξης σύμφωνα με την άλλη πλευρά) που σύντομα οδήγησε στη συγκρότηση ομάδων αριστερών πρώην μαχητών του ΕΛΑΣ, στα βουνά, που απετέλεσαν τους αρχικούς πυρήνες για τη σύσταση του ΔΣΕ. Η ηγεσία του ΚΚΕ, πιεζόμενη από τη βάση της, την οποία αποτελούσαν άνθρωποι κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά αποκλεισμένοι από το δημόσιο βίο, εξέτασε το ενδεχόμενο συνδυασμού πολιτικής δράσης και ενόπλου αγώνα για την επίτευξη του πολιτικού της σκοπού, που (κατά τους ιδεολογικούς υπερασπιστές του ΚΚΕ) ήταν μόνο η συμμετοχή στην εξουσία. Η στόχευση επικεντρώθηκε στην κατοχή εδαφικών περιοχών (κυρίως ορεινών ή ημιορεινών) της βόρειας Ελλάδας, με σκοπό την εγκαθίδρυση «δημοκρατικής κυβέρνησης» που θα είχε τα χαρακτηριστικά των λαοκρατικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης.
Απαρχή του Δεύτερου Αντάρτικου (ή Συμμοριτοπόλεμου, όπως ονομάστηκε αρχικά), υπήρξε η επίθεση στην χωροφυλακή Λιτόχωρου στις 31 Μαρτίου 1946, την παραμονή των πρώτων βουλευτικών εκλογών έπειτα από δέκα ολόκληρα χρόνια. Η τακτική των ανταρτών, που θύμιζε κλεφτοπόλεμο, ήταν η περιστασιακή επιλογή μιας πόλης ή ενός χωριού και η αιφνιδιαστική επίθεση σε αυτά. Το δεύτερο έτος του πολέμου (1947) η ηγεσία του ΚΚΕ επιχείρησε να εγκαταλείψει μερικώς την ανταρτική τακτική και να προσδώσει στο ΔΣΕ χαρακτηριστικά τακτικού λαϊκού στρατού. Για το σκοπό αυτό προχώρησε σε πλήρη διοικητική συγκρότηση των μονάδων χωρίζοντας την επικράτεια δράσης τους σε έξι επιμέρους αρχηγεία (Πελοποννήσου, Ηπείρου, Στερεάς, Κεντρικής Μακεδονίας, Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης), που υπάγονταν στο γενικό στρατηγείο του. Στις 24 Δεκεμβρίου του 1947 ανακοινώθηκε η ίδρυση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης και το καλοκαίρι του 1948, με σχετικό διάταγμα του υπουργού στρατιωτικών της ΠΔΚ, ο ΔΣΕ αναβαθμίστηκε σε πλήρως τακτικό στρατό, με τη δημιουργία δυο κλιμακίων, για τη νότια και τη βόρεια Ελλάδα. Στις 26 Αυγούστου ο Νίκος Ζαχαριάδης ανέλαβε προσωπικά την ευθύνη ενός νέου πολιτικο-στρατιωτικού σχηματισμού του Ανώτατου Πολεμικού Συμβουλίου, ενώ ο Μάρκος Βαφειάδης ήταν επικεφαλής του Γενικού Αρχηγείου. Παράλληλα με τις μάχιμες μονάδες, υπήρχαν και σχολές εκπαίδευσης (αξιωματικών και υπαξιωματικών, σχολές δολιοφθορών, σχολές μηχανικού) και καταβλήθηκε προσπάθεια για τη συγκρότηση υγειονομικής υπηρεσίας. Ο οπλισμός του ΔΣΕ ήταν κυρίως όπλα που περιήλθαν στον ΕΛΑΣ κατά τη διάρκεια της Κατοχής και δεν παραδόθηκαν μετά τη Βάρκιζα, ή από όπλα που κατασχέθηκαν από τους αντιπάλους, ενώ μέρος βαρέως κυρίως οπλισμού, παραχωρήθηκε από τους Γιουγκοσλάβους κομμουνιστές. Στη διοίκηση των μονάδων ο ΔΣΕ είχε εισαγάγει την διαρχία, που την αποτελούσε ο στρατιωτικός διοικητής και ο πολιτικός επίτροπος.
Οι μάχες στις οποίες έλαβε μέρος ο ΔΣΕ κράτησαν μέχρι το 1949. Στα τέλη Αυγούστου του 1949 ο κυβερνητικός στρατός, με υλική βοήθεια των Αμερικανών, με 100.000 στρατιώτες, με τεθωρακισμένα, πυροβολικό και αεροπορία κατέβαλε τον ΔΣΕ στο μέτωπο Γράμμου-Βιτσίου. Οι άνδρες του ΔΣΕ πέρασαν τα σύνορα και εγκαταστάθηκαν προσωρινά στην Αλβανία, από όπου μεταφέρθηκαν και εγκαταστάθηκαν σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Οι περισσότεροι επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά το 1974 (εξαιρουμένων των Σλαβομακεδόνων).
Ηγετικές θέσεις στο ΔΣΕ κατείχαν οι Χαρίλαος Φλωράκης (‘Καπετάν-Γιώτης’), Κωστής Καραγιώργης, Γιάννης Αλεξάνδρου (‘Διαμαντής’), Κώστας Κολιγιάννης, Αλέξανδρος Ρόσιος (‘Υψηλάντης’), Γιώργος Ερυθριάδης (‘Πετρής’), Στέφανος Γκιουζέλης, Δημήτρης Παλαιολόγος, Νίκος Θεοχαρόπουλος (‘Σκοτίδας’), Θανάσης Γκένιος (‘Λασάνης’). Σε ολόκληρη τη διάρκεια του Εμφυλίου συνολικά πέρασαν από τις γραμμές του ΔΣΕ περίπου 100.000 άνδρες και γυναίκες, ενώ στην φάση της πλήρους ανάπτυξής του, κατά τα μέσα του 1948, η μάχιμη δύναμη ήταν 26.000 άτομα. Το 80% ήταν νέοι κάτω των 25 ετών και γυναίκες 16-19 ετών, όπως ήταν επόμενο χωρίς μαχητική εμπειρία. Η πλειοψηφία των μαχητών ήταν κάτοικοι αγροτικών περιοχών, που υπερέβαιναν το 75 -80% του συνόλου των ανταρτών. Το μορφωτικό τους επίπεδο ήταν χαμηλό, αφού στοιχειώδη μόνο μόρφωση είχαν περίπου 90%. Οι περισσότεροι ήταν ακούσια στρατολογημένοι νέοι και έφηβοι αγρότες και αγρότισσες, αλλά και Σλαβομακεδόνες, που είχαν ελάχιστη σχέση με τον μαρξισμό και τα προγράμματα του ΚΚΕ και οι οποίοι συγκροτούσαν το 25-30 % της δύναμης του ΔΣΕ σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Με δήλωσή του το 1947, ο Νίκος Ζαχαριάδης έθεσε ζήτημα πλήρους αποκατάστασης του "[σλαβο]μακεδονικού λαού" ύστερα από τη νίκη του Δημοκρατικού Στρατού (πιθανώς σε μια προσπάθεια προσεταιρισμού Σλαβομακεδόνων). Επίσης επιχειρήθηκε στρατολόγηση μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, με κίνητρο τη δυσφορία τους απέναντι στο ελληνικό κράτος. Συγκροτήθηκε ένα μικρό Τάγμα Οθωμανών, συνολικής δύναμης 200-300 ατόμων, προερχόμενων κυρίως από τα Πομακικά χωριά και άλλοι 2000-3000 για βοηθητικές θέσεις, οι οποίοι όμως δεν υπήρξαν συνεργάσιμοι για λόγους θρησκευτικούς, αμοιβαίας καχυποψίας, κοινοτικούς και μορφωτικούς. Από τους Αλβανούς μόλις 130-150 άτομα εντάχθηκαν στον ΔΣΕ. Οι γυναίκες προορίζονταν κυρίως για βοηθητικές (καθαριότητα, μαγείρεμα, φροντίδα τραυματιών και αρρώστων, οχυρωματικά έργα) και ελαφρές στρατιωτικές εργασίες, ενώ αναπόφευκτη ήταν, σε λίγες περιπτώσεις, και η σεξουαλική εκμετάλλευση στρατολογημένων γυναικών. Από τις αντίπαλες δυνάμεις οι μαχητές του ΔΣΕ ονομάζονταν Συμμορίτες, και λόγω της εθνικής ανομοιογένειας Σλαβοκομμουνιστές και Εαμοβούλγαροι.
Στους πρώτους μήνες του 1944 οι «σύμμαχοι» δεν είχαν ακόμη αποσαφηνίσει τις θέσεις τους στις υπό απελευθέρωση περιοχές. Η μεν Σοβιετική Ένωση ακολουθώντας την συμμαχική ενότητα απέβλεπε πρώτιστα στην εξουδετέρωση του κινδύνου της Γερμανίας και τη διάλυσή της. Αντίθετα η Μ.Βρετανία υπό τον Τσόρτσιλ διέβλεπε στον Στάλιν ιμπεριαλιστικά κίνητρα σε υπονομευτικά παιχνίδια εις βάρος των συμμάχων, λαμβάνοντας υπόψη την κομμουνιστικοποίηση της Γιουγκοσλαβίας και τα γεγονότα στην Ελλάδα και στον στρατό της στη Μέση Ανατολή. Ο Τσόρτσιλ, θέλοντας να εξασφαλίσει τον αγγλικό έλεγχο στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και ιδίως στην Ελλάδα, παρουσιάσθηκε αποφασισμένος να φθάσει ακόμα και σε κλονισμό της συμμαχικής ενότητας όταν στις 4 Μαΐου του 1944 σημείωνε στον Ήντεν: «...Προφανώς οδηγούμαστε σε αναμέτρηση με τους Ρώσους, λόγω των κομμουνιστικών συνωμοσιών τους στην Ιταλία, Γιουγκοσλαβία και Ελλάδα... Είμαστε στ΄ αλήθεια διατεθειμένοι να συναινέσουμε στη κομμουνιστικοποίηση των Βαλκανίων και της Ιταλίας;». Ο Εμφύλιος Πόλεμος που εκδηλώθηκε στην Ελλάδα αμέσως μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, ως συνέχεια της Εθνικής Αντίστασης, σαφώς ήταν ένοπλη αντιπαράθεση δύο ιδεολογικών παρατάξεων (του κομμουνισμού και του φιλελεύθερου εθνικισμού), οι οποίες διεθνώς εκείνα τα χρόνια αποτελούσαν ένα πεδίο αντιθέσεων, υποστηρίζοντας δύο αντίπαλες οικονομικές θεωρίες (την κοινωνιστική και την κεφαλαιοκρατική).
Από μία άποψη ο Εμφύλιος Πόλεμος ήταν συνέπεια συσσωρευμένων πολιτικών και κοινωνικών αντιθέσεων, που ξεκίνησαν από την εποχή του Εθνικού Διχασμού το 1915, εντάθηκαν με τη Μικρασιατική Καταστροφή και την έλευση και εγκατάσταση ενός τεράστιου αριθμού προσφύγων και κορυφώθηκαν με την επιβολή της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Καταλυτικό στοιχείο υπήρξε η γερμανική εισβολή τον Απρίλιο του 1941 και η τριπλή (γερμανική, ιταλική και βουλγαρική) Κατοχή, η οποία επέβαλε ένα καθεστώς Ελλήνων συνεργατών των δυνάμεων κατοχής, με καταβολές στο προκατοχικό οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο της Ελλάδας. Τα γεγονότα εξελίχτηκαν ουσιαστικά σε τρεις φάσεις. Αν «πρώτος γύρος» θεωρηθούν οι συγκρούσεις στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης από το 1943, τα Δεκεμβριανά του 1944 στην Αθήνα αποτελούν τον «δεύτερο γύρο», που οδήγησε στον «τρίτο γύρο» (το λεγόμενο «Δεύτερο Αντάρτικο» ή παλιότερα «Συμμοριτοπόλεμο»), που τερματίστηκε το 1949 με την στρατιωτική ήττα του ΚΚΕ. Σημαντικοί σταθμοί ανάμεσα στον πρώτο και δεύτερο γύρο ήταν ο διορισμός της ΠΕΕΑ (κυβέρνησης των βουνών), το Κίνημα του Ναυτικού στην Αίγυπτο, το Συνέδριο του Λιβάνου, η Πολιτική κρίση του Καΐρου και η Συμφωνία της Καζέρτας.
Στον στρατό, όπως και στο ναυτικό της εξόριστης κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή, άρχισαν να λειτουργούν ομάδες στρατιωτικών, που, υποκινημένες από το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, χαρακτήριζαν ως «φασίστες» όσους αξιωματικούς και στρατιώτες είχαν εθνικιστικά φρονήματα. Στο εσωτερικό των Ενόπλων Δυνάμεων αναπτύχθηκε ένας σκληρός ανταγωνισμός για το ποιος θα ελέγξει το στράτευμα. Η πρώτη κρίση έκανε την εμφάνισή της τον Μάρτιο του 1943 με την άρνηση της δημοκρατικής Αντιφασιστικής Οργάνωσης Στρατού (ΑΣΟ) να συμφωνήσει για τη μετάθεση ενός αξιωματικού. Μια σειρά από αιτήματά της έγιναν αποδεκτά και το κίνημα του Μαρτίου 1943 έληξε με πλήρη νίκη της ΑΣΟ. Όμως τον Ιούλιο η ΑΣΟ έθεσε νέα αιτήματα, που δημιούργησαν εκρηκτική κατάσταση και επέβαλαν δυναμικές λύσεις από την κυβέρνηση. Με την συνδρομή των Βρετανών, που αντέδρασαν με μερικές εκτελέσεις, την διοίκηση ανέλαβαν Βρετανοί αξιωματικοί, ώστε να επανακτηθεί ο έλεγχος από την κυβέρνηση. Εννέα μήνες μετά, στις 31 Μαρτίου του 1944, η είδηση της συγκρότησης της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) από το ΕΑΜ αφύπνισε τους αριστερούς αξιωματικούς που, υποκινούμενοι και πάλι από το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, επέδωσαν ένα υπόμνημα στον Εμμ.Τσουδερό, πρωθυπουργό της κυβέρνησης του Καΐρου, με αίτημα την συμφωνία της κυβέρνησης με την πρόταση της ΠΕΕΑ για δημιουργία κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Πολύ γρήγορα εκδηλώθηκε κίνημα στο στράτευμα, γνωστό ως Ανταρσία της Αλεξάνδρειας (ή Κίνημα του Ναυτικού), που έφερε νέες συγκρούσεις και διαιρέσεις. Η στάση της Αλεξάνδρειας προκάλεσε πρόβλημα στις συμμαχικές επιχειρήσεις της Μέσης Ανατολής, και την οργή των συμμάχων. Ο Τσόρτσιλ δήλωσε ότι "η λάμψη της Ελλάδος μεταξύ των εθνών αμαυρώθηκε", ενώ ο Ρούσβελτ με πιο σκληρό τρόπο δήλωσε ότι "η Ελλάς εξήλθε του συμμαχικού στρατοπέδου", δημιουργώντας φόβους στην Ελληνική Κυβέρνηση ακόμα και για ενδεχόμενη μη παραχώρηση των Δωδεκανήσων μετά το τέλος του πολέμου. Μετά τη στάση της Αλεξάνδρειας διακόπηκε η βρετανική βοήθεια προς το ΕΑΜ. Έτσι αποφασίστηκε, και με συμμαχική παρότρυνση, η καταστολή του κινήματος από τον Σοφοκλή Βενιζέλο, που ορίστηκε πρωθυπουργός στις 14 Απριλίου 1944. Οι Βρετανοί ανέλαβαν δράση, με αποτέλεσμα να συλληφθούν και να φυλακιστούν 8.000 στρατιώτες από ένα σύνολο 18.500 ενόπλων. Στο Ναυτικό η καταστολή της στάσης έγινε αποκλειστικά από Έλληνες αξιωματικούς και ναύτες. Η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ αποδέχθηκε αργότερα στο Συνέδριο του Λιβάνου, τον Μάιο του 1944, την ενοποίηση όλων των αντιστασιακών δυνάμεων υπό την εξουσία της εξόριστης κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου ως μέρος του «Εθνικού Συμβολαίου», και καταδίκασε το Κίνημα του Ναυτικού.
Συνέδριο του Λιβάνου ονομάστηκε η πανεθνική διάσκεψη με στόχο τον σχηματισμό εθνικής κυβέρνησης, που έλαβε χώρα στον Λίβανο, μεταξύ της «ελεύθερης ελληνικής κυβέρνησης» και των οργανώσεων εθνικής αντίστασης που δρούσαν στην Ελλάδα, κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, την περίοδο που η χώρα βρισκόταν υπό τριπλή κατοχή των δυνάμεων του Άξονα (Γερμανίας, Ιταλίας και Βουλγαρίας). Το συνέδριο αυτό, υπό την αιγίδα των Άγγλων, άρχισε στις 17 Μαΐου του 1944 και έληξε τρεις ημέρες μετά, στις 20 Μαΐου 1944.
Πριν από την αποχώρηση των Γερμανών, λόγω των εμφυλίων συγκρούσεων που άρχισαν να παρατηρούνται μεταξύ των αντιστασιακών ομάδων και άλλων δυνάμεων, και μετά από πίεση της «κυβέρνησης του βουνού» ΠΕΕΑ που προκάλεσε ανταρσία των εξόριστων στην Αίγυπτο ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων, υποχρεώνοντας τον πρωθυπουργό Εμμ.Τσουδερό σε παραίτηση, κατέστη επείγουσα και αναγκαία η συγκρότηση ενός εθνικού συμβουλίου που θα εναρμόνιζε τις απόψεις και τη συνεργασία όλων των πολιτικών δυνάμεων και των αντιστασιακών οργανώσεων με κοινό σκοπό την ομαλή επαναφορά του δημόσιου βίου στην Ελλάδα. Αρχικά το συνέδριο αυτό ανέλαβε να οργανώσει ο αντικαταστάτης του Εμμ.Τσουδερού, που είχε μεταβεί στο Λονδίνο, Σοφοκλής Βενιζέλος ο οποίος είχε αναλάβει πρόεδρος στην ελεύθερη (εξόριστη) κυβέρνηση από τις 14 Απριλίου του 1944. Όμως την ίδια ημέρα έφθασε στο Κάιρο με αεροπλάνο της ΡΑΦ, μέσω Τουρκίας, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος με την μεσολάβηση των Άγγλων, μέσα σε 13 ημέρες επιχείρησε την οργάνωση του συνεδρίου, στο αμέσως επόμενο εικοσαήμερο, αναλαμβάνοντας στις 26 Απριλίου 1944 και τη θέση του πρωθυπουργού παραμερίζοντας τον Σ. Βενιζέλο και σχηματίζοντας νέα (εξόριστη) κυβέρνηση.
Τόπος του Συνεδρίου ορίστηκε ο Λίβανος και συγκεκριμένα ο χώρος του εστιατορίου του ξενοδοχείου "Δάσος της Βουλώνης", στο Ντουρ Σαουέρ, ένα ορεινό δενδρόφυτο θέρετρο της Βηρυτού. Ημερομηνία έναρξης εργασιών ήταν η 17 Μαΐου του 1944. Οι 25 σύνεδροι που προσκλήθηκαν και έλαβαν μέρος στο Συνέδριο του Λιβάνου, εκπροσωπώντας 15 κόμματα και οργανώσεις ήταν:
Ο Πρόεδρος της σχηματισθείσας κυβέρνησης Γεώργιος Παπανδρέου, ως εκπρόσωπος του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος.
Οι Σ. Βενιζέλος, Κ. Ρέντης, Γ. Εξηντάρης και Γ. Βασιλειάδης εκ μέρους του Κόμματος των Φιλελευθέρων,
Ο Δ. Λόντος εκ μέρους του Λαϊκού Κόμματος,
Ο Σπύρος Θεοτόκης εκ μέρους του Εθνικού Λαϊκού Κόμματος,
Ο Γ. Σακαλής εκ μέρους του Προοδευτικού Κόμματος,
Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς εκ μέρους του Αγροτικού Κόμματος,
Ο Ιωάννης Σοφιανόπουλος εκ μέρους της "Ένωσης Αριστερών",
Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος εκ μέρους του Εθνικού Ενωτικού Κόμματος,
ο Φίλιππος Δραγούμης ως ανεξάρτητος,
ο Αλέξανδρος Σβώλος ως πρόεδρος της ΠΕΕΑ συνοδευόμενος από τους Α. Αγγελόπουλο και Ν. Ασκούτση μέλη της ΠΕΕΑ,
Ο Πέτρος Ρούσος εκ μέρους του ΚΚΕ,
Ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης ως Γ.Γ. του ΕΑΜ, συνοδευόμενος από τον Δ. Στρατή μέλος του ΕΑΜ,
Ο Υποστράτηγος Στέφανος Σαράφης ως αρχηγός του ΕΛΑΣ,
Ο Κομνηνός Πυρομάγλου ως υπαρχηγός του ΕΔΕΣ, συνοδευόμενος από τους αντισυνταγματάρχη Σ. Μεταξά και λοχαγό Ι. Μεταξά μέλη του ΕΔΕΣ,
Ο Γεώργιος Α. Καρτάλης ως εκπρόσωπος της ΕΚΚΑ,
Οι Υποστράτηγοι Κ. Βεντήρης και Α. Σταθάτος ως εκπρόσωποι των Εθνικών Δυναμικών Οργανώσεων.
Τις εργασίες του συνεδρίου παρακολουθούσε αδιάλειπτα ο Άγγλος πρέσβης Ρέτζιναλτ Λίπερ, ο οποίος κατέγραφε με το επιτελείο του όλες τις θέσεις, απόψεις και αντιρρήσεις των συνέδρων. Στις προκαταρτικές συνεννοήσεις, πριν από την έναρξη των εργασιών του Συνεδρίου, διαφάνηκε η αντίθεση μεταξύ του ΕΑΜ και των υπολοίπων δυνάμεων. Οι αντιπροσωπείες του ΕΑΜ, της ΠΕΕΑ και του ΚΚΕ επεδίωκαν ως "μίνιμουμ αξιώσεων" πέντε όρους για το σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας που ήταν:
1. Το 25% της υπό σύσταση κυβερνήσεως εθνικής ενότητας των υπουργείων να παραχωρηθούν στο ΕΑΜ και ειδικά το Υπουργείο Εσωτερικών και το Υφυπουργείο Στρατιωτικών.
2. Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης θα ήταν ο Α. Σβώλος.
3. Κλιμάκιο της κυβέρνησης αυτής θα έπρεπε να εγκατασταθεί το ταχύτερο στην Ελλάδα.
4. Συγκρότηση ενιαίου Στρατού με αρχιστράτηγο κοινής εμπιστοσύνης,
5. Διορισμό αντιβασιλείας, μέχρι τη διενέργεια δημοψηφίσματος.
Στις αξιώσεις αυτές αντιτάχθηκαν όλες οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις φοβούμενες ότι έτσι η κυβέρνηση θα περιερχόταν στον ουσιαστικό έλεγχο του ΕΑΜ, το οποίο ταυτόχρονα αποκήρυξε το στασιαστικό κίνημα της Αλεξάνδρειας, για να αντιστρέψει τις εναντίον του διαθέσεις των Άγγλων και Αμερικάνων. Το πρωί της 17ης Μαΐου ξεκινώντας πρώτος τον λόγο ο προεδρεύων Γεώργιος Παπανδρέου εξαπέλυσε έντονη επίθεση κατά του ΕΑΜ, το οποίο κατηγόρησε ότι απέβλεπε σε πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας μετά τον πόλεμο, λέγοντας «...Η ευθύνη του ΕΑΜ είναι ότι δεν απέβλεψε μόνον εις τον απελευθερωτικόν αγώνα, αλλά ηθέλησε να προετοιμάση την μεταπολεμικήν δυναμικήν του επικράτησιν. Δια τούτο επεδίωξε την μονοπώλησιν του εθνικού αγώνος. Δεν επιτρέπει εις κανένα άλλον ν΄ ανέβη εις τα βουνά και να πολεμήση τον κατακτητήν, εμποδίζει με ποινήν θανάτου τους Έλληνας να εκπληρώσουν το πατριωτικόν των καθήκον...Διότι ο ελληνικός λαός δεν κάμνει επιλογήν τυράννων. Αρνείται την τυραννίαν». Οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ εναντίον άλλων αντιστασιακών οργανώσεων και ιδιαίτερα η δολοφονία του Δ.Ψαρρού, που μόλις είχε γνωστοποιηθεί στη Μέση Ανατολή, προκάλεσαν μεγάλη ανησυχία. Για το λόγο αυτό ακολούθησαν δραματικές συζητήσεις και ενστάσεις επί τετραήμερο. Ιδιαίτερα επικριτικοί κατά του ΕΑΜ υπήρξαν στους λόγους τους ο Σ. Βενιζέλος και ο Π. Κανελλόπουλος, ενώ ο Γ. Καρτάλης δεν έπαψε, σε έντονη συγκινησιακή φόρτιση, να κατηγορεί το ΕΑΜ για τον φόνο του Δ.Ψαρρού, καταγγέλλοντας τις διαφαινόμενες προθέσεις του. Παίρνοντας τον λόγο ο Ι. Σοφιανόπουλος υποστήριξε την ανάγκη δημιουργίας εθνικού στρατού και τη συνδιαλλαγή όλου του ελληνικού πολιτικού κόσμου για την εξασφάλιση ομαλού πολιτικού βίου και δημοκρατικής εξέλιξης. Τελικά, το βράδυ της 20ης Μαΐου, μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού, έγιναν δεκτές ομόφωνα από όλους τους σύνεδρους οι προγραμματικές αρχές ενός Εθνικού Συμβολαίου που περιλάμβανε τα ακόλουθα οκτώ κεφάλαια:
1. Καταδίκη του στασιαστικού κινήματος, τιμωρία των υποκινητών, ανασύνταξις και πειθάρχισις των ενόπλων ελληνικών δυνάμεων της Μέσης Ανατολής υπό την σημαίαν της ελληνικής πατρίδος.
2. Η ενοποίησις και πειθάρχησις υπό τας διαταγάς της κυβερνήσεως εθνικής ενώσεως και του Συμμαχικού Στρατηγείου όλων των ανταρτικών σωμάτων της ελευθέρας Ελλάδος, καθώς και η κινητοποίησις, όταν επιστή ο καιρός, όλων των μαχητικών δυνάμεων του έθνους εναντίον των κατακτητών.
3. Η κατάργησις της «εαμικής» τρομοκρατίας εις την ελληνικήν ύπαιθρον και η παγίωσις της προσωπικής ασφαλείας και της πολιτικής ελευθερίας του λαού, όταν και όπου ο κατακτητής αποσύρεται.
4. Η συνεχής μέριμνα δια την επαρκή αποστολήν τροφίμων και φαρμάκων εις την υπόδουλον Ελλάδα, επίσης και την ορεινή.
5. Η εξασφάλισις κατά την προσεχή από κοινού μετά των Συμμαχικών δυνάμεων απελευθέρωσιν της πατρίδος, της τάξεως και της ελευθερίας, του ελληνικού λαού εις τρόπον ώστε απηλλαγμένος από υλικής και ψυχολογικής βίας, να αποφασίση κυριαρχικώς και δια το πολίτευμα, και δια το κοινωνικό καθεστώς, και δια την κυβέρνηση της αρεσκείας του.
6. Η επιβολή σκληρών κυρώσεων κατά των προδοτών της πατρίδος και κατά των εκμεταλλευτών της δυστυχίας του ελληνικού λαού.
7. Η πρόνοια δια την άμεσον ικανοποίησιν, μετά την απελευθέρωσιν, των υλικών αναγκών του ελληνικού λαού.
8. Η πλήρης ικανοποίησις των εθνικών μας δικαίων. Αι μεγάλαι υπηρεσίαι και αι μεγάλαι θυσίαι μας, τα ολοκαυτώματα της πατρίδος μας δεν ημπορούν να έχουν άλλην δικαίωσιν, εκτός από την δημιουργίαν μίας νέας ελεύθερης και μεγάλης Ελλάδος.
Η ηγεσία του Εθνικού Συμβουλίου (γνωστού και ως Βουλή των Βουνών, αποτελούμενη από 175 αντιπροσώπους) στις 19 Μαΐου εξέδωσε αποκήρυξη – καταγγελία εκφράζοντας «κατάπληξη, γιατί ο κ. Παπανδρέου μίλησε με ασέβεια χρησιμοποιώντας συκοφαντικές ανακρίβειες για τη μεγάλη μαχητική οργάνωση του ΕΑΜ και τον ηρωικό εθνικό στρατό ΕΛΑΣ που από τρία χρόνια διεξάγουν αμείλικτη πάλη ενάντια στον κατακτητή και τους προδότες.....Καταγγέλλει τον κ. Παπανδρέου στον ελληνικό λαό και στους λαούς των συμμάχων, σαν διασπαστή του εθνικού αγώνα και εχθρό των ελευθεριών του λαού». Συνέπεια όλων αυτών ήταν να ξεσπάσει στη συνέχεια η λεγόμενη πολιτική κρίση του Καΐρου (1944).
Πολιτική κρίση του Καΐρου χαρακτηρίστηκε η περίοδος που ακολούθησε στο Κάιρο, μετά το Συνέδριο του Λιβάνου, χρονικής διάρκειας 2,5 μηνών και η οποία φέρεται να έληξε στις 17 Αυγούστου του 1944. Αμέσως μετά τη λήξη των εργασιών του Συνεδρίου του Λιβάνου και την συνομολόγηση του λεγομένου Εθνικού Συμβολαίου, όλοι οι σύνεδροι με μέριμνα των Άγγλων μετέβησαν αεροπορικώς στο Κάιρο για την συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Εκεί η αντιπροσωπεία των βουνών περίμενε κάποιο μήνυμα από την Ελλάδα (από τους Κορυσχάδες Ευρυτανίας όπου συνεδρίαζε το Εθνικό Συμβούλιο της ΠΕΕΑ) για να εξουσιοδοτηθούν τα μέλη της για να ορκιστούν υπουργοί, μη γνωρίζοντας την από 19 Μαΐου αποκήρυξη - καταγγελία του Εθνικού Συμβουλίου που είχε σταλεί στο Συνέδριο, αλλά είχε τηρηθεί μυστική από τους Άγγλους. Αντί για εξουσιοδότηση έφτασε τελικά από τα "βουνά", τηλεγράφημα που ζητούσε εξηγήσεις για τις υποχωρήσεις της αντιπροσωπείας στο Συνέδριο. Ο Αλέξανδρος Σβώλος, αρχηγός της αντιπροσωπείας, θεωρώντας ότι είχε θιγεί, αποφάσισε να παραιτηθεί. Αποφασίστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα (για τα βουνά) ο Στεφ. Σαράφης για να "ενημερώσει" την ΠΕΕΑ επί των εργασιών και των αποφάσεων που λήφθηκαν στο Συνέδριο.
Στις 28 Ιουνίου, μετά παρέλευση 40 ημερών από τη συνομολόγηση της Συμφωνίας του Λιβάνου ο Γ. Παπανδρέου σε ραδιοφωνική ομιλία του προς τον ελληνικό λαό κατήγγειλε τον ΕΑΜ/ΕΛΑΣ για υπαναχώρηση και τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 2 Ιουλίου, ενημέρωσε την βρετανική κυβέρνηση περί της αναγκαιότητας παρουσίας βρετανικών στρατευμάτων κατά την αποχώρηση των Γερμανών από την χώρα, για την αποτροπή του ορατού πλέον κινδύνου ελληνικού εμφυλίου πολέμου. Τελικά στις 2 Ιουλίου, την ίδια ημέρα της αποστολής του παραπάνω τηλεγραφήματος, έφτασε στο Κάιρο τηλεγράφημα της κοινής επιτροπής του ΕΑΜ, της ΠΕΕΑ και του ΚΚΕ, προς την αντιπροσωπεία, που έθετε όρους "έξι σημείων" που ουσιαστικά αποτελούσαν επανάληψη των αρχικών αξιώσεων που είχαν όμως απορριφθεί στο Συνέδριο:
1. Επανόρθωσις ... λεχθέντων περί τρομοκρατίας ....
2. [Ο] ΕΛΑΣ [θα] ενταχθή αμέσως, υπό ενιαίαν κυβέρνησιν και Αρχιστράτηγον και ενοποιηθή μετ΄ άλλων ανταρτικών ομάδων....
3. Αρχιστράτηγον αποδεχόμεθα τον[Α.Οθωναίο]....
4. Αποφυγή πάσης θανατικής εκτελέσεως δια στάσιν Μέσης Ανατολής.
5. Επί [συνόλου] 15 (δέκα πέντε) συνολικώς Υπουργείων και Υφυπουργείων πέντε Υπουργεία και εν Υφυπουργείον [Υφυπουργείο Στρατιωτικών και Υπουργεία Εσωτερικών, Δικαιοσύνης, Παιδείας, Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας, ενώ στον Λίβανο είχαν συμφωνηθεί πέντε (Οικονομικών, Δημ. Έργων, Γεωργίας, Εθν. Οικονομίας και Εργασίας)].
6. Ρητή συμφωνία αμέσου ελεύσεως κλιμακίου [εις] Ελευθέραν Ελλάδα, οπότε διαλυθώσιν ΠΕΕΑ και Εθνικόν Συμβούλιον.
Στις 7 Ιουλίου ο Γεώργιος Παπανδρέου ανήγγειλε ραδιοφωνικά ότι οι νέοι όροι απορρίπτονται γιατί "ανατρέπουν την βάσιν της Συμφωνίας του Λιβάνου", καταλήγοντας στο μήνυμά του: «Μας ζητούν να παραδώσωμεν την Ελλάδα: Αρνούμεθα [...] Η αποστολή μας είναι να εντάξωμεν τας οργανώσεις εις το Έθνος, όχι να υποτάξωμεν το Έθνος εις τας οργανώσεις...». Στις 2 Αυγούστου έφτασε από τα βουνά νέο κοινό τηλεγράφημα που έδινε έγκριση στην αντιπροσωπεία για συμμετοχή στη κυβέρνηση χωρίς όρους αυτή τη φορά, αλλά με την προϋπόθεση ότι πρωθυπουργός της κυβέρνησης δεν θα ήταν ο Γ. Παπανδρέου. Μετά από προσωπική παρέμβαση του Τσόρτσιλ, που έθεσε βέτο για το ζήτημα αυτό, στις 15 Αυγούστου του 1944, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ σε μια ολοκληρωτική αναδίπλωση, αποδέχτηκαν συμμετοχή τους στη κυβέρνηση εθνικής ενότητας έστω και με πρωθυπουργό τον Γ. Παπανδρέου υποκύπτοντας σε «εξαναγκασμό από τους Άγγλους». Το τηλεγράφημα αυτό λήφθηκε στο Κάιρο στις 17 Αυγούστου του 1944, όταν η πολιτική κρίση θεωρείται πως έληξε. Όμως αν ληφθεί υπόψη η παρουσία Ρώσου συνταγματάρχη ως παρατηρητή, η αποφυγή του Ρώσου πρέσβη στο Κάιρο να έλθει σε προσωπική επαφή με την αντιπροσωπεία του ΕΑΜ και οι συστάσεις του γραμματέα της ρωσικής πρεσβείας, φαίνεται ότι το ΚΚΕ και ΕΑΜ δεν ενήργησαν μόνο από αγγλικό εξαναγκασμό όπως δικαιολογήθηκαν, αλλά και από πιέσεις που δέχτηκαν από τους Ρώσους. Αυτό σήμαινε ότι συνέβαινε κάτι άλλο, που δεν θα έπρεπε, στις μετέπειτα εξελίξεις, να παραγνωριστεί --- και αυτό ήταν η Αγγλο-Ρωσική συμφωνία επί των Βαλκανίων του 1944, που και οι δύο πλευρές πέτυχαν να διατηρήσουν κρυφή.
Η Συμφωνία της Καζέρτας ήταν μια ιστορική συμφωνία που υπογράφηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1944 στην πόλη Καζέρτα της Ν. Ιταλίας, περί το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου μεταξύ της "ελεύθερης" ελληνικής κυβέρνησης εθνικής ενότητας που συστάθηκε στο Κάιρο και που είχε στο μεταξύ μεταφερθεί, στη παρακείμενη πόλη Κάβα ντε Τιρρένι, και των ελληνικών αντιστασιακών οργανώσεων (ΕΑΜ και ΕΔΕΣ) που δρούσαν τότε στην Ελλάδα. Η συμφωνία αυτή έγινε υπό την επίβλεψη των Βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων της Μεσογείου που είχαν πλέον την έδρα τους στη παρακείμενη πόλη Σαλέρνο. Σκοπός της συμφωνίας αυτής ήταν να καθορισθούν θέματα σχετικά με τη δράση, τον έλεγχο και τον αφοπλισμό των ένοπλων τμημάτων αντίστασης που είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής, στον ελληνικό χώρο, προκειμένου η Χώρα να οδηγηθεί στην ομαλότητα, μετά την αποχώρηση των Γερμανών.
Στην σύσκεψη μετείχαν ο Βρετανός υπουργός Μέσης Ανατολής Χάρολντ Μακ Μίλαν, ο αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων της Μεσογείου, (AFHQ), Σερ Χένρι Μέτλαντ Ουίλσον, ο Άγγλος στρατηγός Ρόναλντ Σκόμπι με τον επιτελάρχη του Μπένφιλ και άλλοι Άγγλοι πολιτικοί και στρατιωτικοί. Από την ελληνική πλευρά μετείχαν ο τότε "επιλεγείς" και αναγνωρισθείς ως πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου με τέσσερις υπουργούς του ΕΑΜ (Μιλτιάδης Πορφυρογένης, Γιάννης Ζέβγος, Αλέξανδρος Σβώλος και Ηλίας Τσιριμώκος), καθώς και οι Θεμιστοκλής Τσάτσος και Χρήστος Σγουρίτσας. Στη σύσκεψη κλήθηκαν επίσης και παρευρέθηκαν και οι στρατιωτικοί αρχηγοί, του ΕΔΕΣ στρατηγός Ναπολέων Ζέρβας και του ΕΛΑΣ στρατηγός Στέφανος Σαράφης, έχοντας ο τελευταίος μαζί του ως νομικό σύμβουλο τον Κ. Δεσποτόπουλο.
Μετά από μακρές συζητήσεις, τρεις ημέρες αργότερα, στις 26 Σεπτεμβρίου 1944 το απόγευμα, υπογράφηκε συμφωνία, που υπήρξε καθοριστική για τις μετέπειτα εξελίξεις. Κατά τους όρους της συμφωνίας αυτής, όλες οι ανταρτικές δυνάμεις που δρούσαν στην Ελλάδα θα υπάγονταν στον έλεγχο της ελληνικής κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, η οποία στη συνέχεια θα τις έθετε υπό τις διαταγές του στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι, που θα ηγούνταν των βρετανικών απελευθερωτικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Οι στρατιωτικοί ηγέτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ αναλάμβαναν την υποχρέωση να απαγορεύσουν στις ανταρτικές μονάδες οποιαδήποτε δράση που θα απέβλεπε στην κατάληψη της εξουσίας. Συγκεκριμένα για την Αθήνα, αναφερόταν ότι "ουδεμία ενέργεια θα αναληφθεί εκτός υπό τας αμέσους διαταγάς του στρατηγού Σκόμπι". Με την ίδια συμφωνία, τα ιδρυμένα από τις κατοχικές κυβερνήσεις Τάγματα Ασφαλείας θεωρούνταν όργανα του εχθρού και θα αντιμετωπίζονταν ως φιλογερμανοί, αν δεν παραδίδονταν, με διαταγές που θα εξέδιδε ο Ρ. Σκόμπι. Οι στρατιωτικοί διοικητές των επιμέρους περιοχών θα είχαν ως αποστολή την παρενόχληση της γερμανικής υποχώρησης, την εξουδετέρωση των γερμανικών φρουρών και την τήρηση του νόμου και της τάξης στα εδάφη που θα απελευθερώνονταν. Επιπλέον θα παρείχαν τη συνδρομή τους για την αποκατάσταση της πολιτικής εξουσίας και για την πρόληψη "επιβολής οποιασδήποτε ποινής και αδικαιολογήτου συλλήψεως". Στις 12 Οκτωβρίου του 1944, αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών και την συμφωνία της Καζέρτας, ο Γεώργιος Παπανδρέου μαζί με τα μέλη της κυβέρνησής του επέστρεψε στην Ελλάδα, από το Σαλέρνο της Ιταλίας με το αγγλικό πολεμικό πλοίο "Πρίγκιψ Δαυίδ".
Δεκεμβριανά ονομάστηκε μία σειρά ένοπλων συγκρούσεων που έλαβαν χώρα στην Αθήνα το Δεκέμβριο 1944 - Ιανουάριο 1945, ανάμεσα στις δυνάμεις του κομμουνιστικής κατεύθυνσης ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και στις Κυβερνητικές δυνάμεις, που είχαν γενικότερα φιλελεύθερο εθνικιστικό προσανατολισμό με βρετανική υποστήριξη. Οι μάχες κράτησαν 33 μέρες και τερματίστηκαν στις 5-6 Ιανουαρίου 1945. Ήταν η μόνη περίπτωση κατά την οποία σημειώθηκαν πολεμικές συγκρούσεις τέτοιας έκτασης στην ελληνική πρωτεύουσα από τη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους (1830) και η μόνη κατά την οποία συγκρούσθηκαν μεταξύ τους δυνάμεις συμμαχικές κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο (ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και Βρετανοί). Η πανηγυρική ατμόσφαιρα της αποχώρησης των Γερμανών δεν μπορούσε να αποκρύψει τα μεγάλα προβλήματα που παρέμειναν στη χώρα. Η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα, ενώ τμήμα του ΕΛΑΣ την υποδέχτηκε με τιμητικό άγημα. Παράλληλα ο ΕΛΑΣ κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής χώρας. Γερμανικές δυνάμεις παρέμεναν στην Κρήτη, στα Δωδεκάνησα και σε διάφορα άλλα νησιά του Αιγαίου. Η κατάσταση ήταν χαώδης. Η Ελλάδα είχε ερημωθεί, ο λαός πεινούσε, χρήματα δεν υπήρχαν, ενώ πολιτικά η χώρα ήταν χωρισμένη σε αντίπαλα στρατόπεδα. Βαθύτερη αιτία των γεγονότων ήταν η διαμάχη ανάμεσα στις δυνάμεις που διεκδικούσαν την εξουσία της μεταπολεμικής Ελλάδας: Από τη μια το κομμουνιστικό ΕΑΜ, είχε ευρύτερη απήχηση, ιδιαίτερα στα λαϊκά στρώματα και τις τάξεις των διανοουμένων και το οποίο, μετά το τέλος του πολέμου, είχε καταστεί ισχυρός πολιτικός και στρατιωτικός μηχανισμός, ελέγχοντας τις περισσότερες περιοχές της χώρας (εκτός κάποιων νησιών του Αιγαίου, της Κρήτης, της Ηπείρου και της Αθήνας. Από την άλλη πλευρά είχε συνασπιστεί το σύνολο των αντικομμουνιστικών ένοπλων δυνάμεων, φιλελεύθερου εθνικιστικού προσανατολισμού με βρετανική υποστήριξη.
a. Αποχώρηση των Γερμανών (12 Οκτωβρίου 1944)
Οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 1944. Σε αντίθεση με τις μαζικές αντεκδικήσεις εις βάρος των συνεργασθέντων με τις Κατοχικές δυνάμεις σε Ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, όπου υπήρξαν 9.000 και 12.000-20.000 νεκροί αντίστοιχα, στην Αθήνα δεν συνέβησαν βίαια έκτροπα. Στις 15 Οκτώβρη 1944 οργανώθηκε διαδήλωση από τις εθνικιστικές οργανώσεις η οποία χτυπήθηκε στη περιοχή της Ομόνοιας από οπαδούς του ΕΑΜ. Η απάντηση δόθηκε όταν μέλη διαδήλωσης του ΕΑΜ πυροβολήθηκαν από ένοπλους αντικομμουνιστικών οργανώσεων που είχαν καταλύσει υπό περιορισμό στα ξενοδοχεία της περιοχής (σκοτώθηκαν επτά μέλη του ΕΑΜ και τραυματίστηκαν 82). Η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου, διορισμένη από τις βρετανικές υπηρεσίες και έχοντας την αποδοχή από τις αντιστασιακές οργανώσεις και τα άλλα κόμματα, με τη Συμφωνία του Λιβάνου, εισήλθε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 1944 και ανέλαβε το δύσκολο έργο της ανόρθωσης της χώρας, με έξι υπουργικά στελέχη από την Αριστερά (Σβώλος, Αγγελόπουλος, Ασκούτσης από την Π.Ε.Ε.Α., Τσιριμώκος από το Ε.Α.Μ. και οι Πορφυρογένης, Ζέβγος από το Κ.Κ.Ε.). Τα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπισθούν άμεσα ήταν το πολιτειακό ζήτημα, η παραπομπή σε δίκη και τιμωρία των δοσίλογων και η συγκρότηση εθνικού στρατού και αστυνομίας, με παράλληλη κατάργηση των ενόπλων τμημάτων των αντιστασιακών ομάδων και αφοπλισμό των ανταρτών, σύμφωνα με την συμφωνία της Καζέρτας, η οποία υπέτασσε όλες τις ελληνικές δυνάμεις (εθνικό στρατό και ανταρτικές ομάδες) υπό συμμαχική διοίκηση και συγκεκριμένα τον στρατηγό Ρόναλντ Σκόμπι. Για το πολιτειακό συμφωνήθηκε ότι θα λυνόταν με ελεύθερο δημοψήφισμα αμέσως μόλις το επέτρεπαν οι συνθήκες, χωρίς να καθοριστεί σαφώς ο χρόνος. Σε αυτό το πλαίσιο, ο εξόριστος βασιλιάς Γεώργιος Β, είχε πιεσθεί ώστε να μην επιστρέψει στη χώρα πριν ο λαός αποφασίσει για τη μορφή του πολιτεύματος. Παρά τις αντιρρήσεις του, ο Γεώργιος δέχτηκε τελικά με παρότρυνση και των Βρετανών να παραχωρήσει την αντιβασιλεία στον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό. Η δίκη των συνεργατών των Γερμανών συμφωνήθηκε να ξεκινήσει στα μέσα Δεκεμβρίου.
Ο στρατηγός Αλέξανδρος Οθωναίος διορίστηκε αρχιστράτηγος των Ελληνικών δυνάμεων με υπαρχηγό τον στρατηγό Στέφανο Σαράφη, αλλά μέχρι την συγκρότηση νέου στρατού ο αρχιστράτηγος δεν μπορούσε να ελέγχει τις ένοπλες δυνάμεις, που παρέμεναν στην διοίκηση του Σκόμπι. Τελικά ο Οθωναίος παραιτήθηκε λόγω της πρόθεσης της κυβέρνησης να μειώσει στρατιωτικά το ΕΑΜ. Το σημείο που τελικά οδήγησε στην κρίση ήταν ο αφοπλισμός των αντάρτικων ομάδων για τη δημιουργία εθνικού στρατού, που θα μπορούσε να καθορίσει την κατανομή της εξουσίας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Στις 5 Νοεμβρίου ο Γ.Παπανδρέου ανακοίνωσε, σε συμφωνία με τον στρατηγό Σκόμπι, ότι ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ θα αποστρατευθούν ως τις 10 Δεκεμβρίου, σύμφωνα με απόφαση μετά από σύσκεψη, στην οποία μετείχε και ο Γιώργος Σιάντος του ΚΚΕ. Ακολούθησαν μακρές διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβερνήσεως και του ΕΑΜ. Στις 18 Νοεμβρίου συμφωνήθηκε η ίδρυση Εθνοφρουράς, η οποία θα στελεχωνόταν από τους κληρωτούς της τάξης του 1936. Στις 25 Νοεμβρίου ο υφυπουργός Στρατιωτικών Λάμπρος Λαμπριανίδης αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Πτολεμαίο Ζαρογιάννη μέλος του ΕΑΜ. Στις 27 Νοεμβρίου ο Γ.Παπανδρέου ανακοίνωσε τη συμφωνία με τους εαμικούς υπουργούς Σβώλο, Τσιριμώκο, Ζέβγο για την αποστράτευση του ΕΛΑΣ, του ΕΔΕΣ και της Χωροφυλακής της Μ. Ανατολής. Η συμφωνία προέβλεπε ότι θα εξαιρούνταν η Τρίτη Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος, με το σκεπτικό ότι ήταν το μόνο εν λειτουργία τμήμα του τακτικού Ελληνικού Στρατού το οποίο πολέμησε στη Βόρειο Αφρική και Ιταλία (η ταξιαρχία είχε λάβει μέρος στη Μάχη του Ρίμινι). Σε αυτές τις δυνάμεις προστέθηκε ένα τμήμα του ΕΔΕΣ και μια Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ για να βοηθήσουν, αν χρειαζόταν, σε επιχειρήσεις των συμμάχων στην Κρήτη και στα Δωδεκάνησα, που κατείχαν ακόμα οι Γερμανοί. Αυτό που επιδίωκε η Βρετανική Κυβέρνηση ήταν «να δημιουργηθεί εθνικός στρατός με δύναμη 40.000 ανδρών, ικανός να αναλάβει καθήκοντα εσωτερικής ασφάλειας, ώστε να γίνει εφικτή η ταχύτερη αποδέσμευση των βρετανικών δυνάμεων από την Ελλάδα προς τις άλλες ζώνες επιχειρήσεων». Η συμφωνία θα έπρεπε να επικυρωθεί στις 28 Νοεμβρίου του 1944, αλλά αυτό δεν έγινε. Την 1η Δεκεμβρίου η κυβέρνηση διέταξε τον γενικό αφοπλισμό, βάσει της πρόσφατης συμφωνίας.
β. Το συλλαλητήριο της 3ης Δεκεμβρίου 1944
Η ηγεσία του ΕΑΜ ζητούσε επίμονα την επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας, θέτοντας ως επιπλέον όρους τον αφοπλισμό της Τρίτης Ελληνικής Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου. Την 1 Δεκεμβρίου ο στρατηγός Σκόμπι, εξέδωσε διαταγή αφοπλισμού των αντιστασιακών ομάδων, βάσει της ανεπικύρωτης συμφωνίας της 27ης Νοεμβρίου. Αντιλαμβανόμενος το αδιέξοδο, ο Αλ.Σβώλος συναντήθηκε με τον επικεφαλής της εν Ελλάδι Σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής συνταγματάρχη Ποπώφ, με πρόθεση να τον πείσει να αναλάβει μεσολαβητικό ρόλο προς τους ηγέτες του ΚΚΕ, αλλά εκείνος αρνήθηκε. Οι υπουργοί που ανήκαν στο ΕΑΜ παραιτήθηκαν στις 2 Δεκεμβρίου του 1944 (εκτός του στρατηγού Σαρηγιάννη που το έπραξε λίγες μέρες αργότερα), ενώ το ΕΑΜ ζήτησε άδεια για συγκέντρωση διαμαρτυρίας στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην πλατεία Συντάγματος. Την ίδια μέρα (2 Δεκεμβρίου) η ηγεσία του ΕΑΜ ανακοίνωσε κήρυξη γενικής απεργίας, διαταγή προς την εαμική πολιτοφυλακή να μη παραδώσει τον οπλισμό της στην κρατική Εθνοφυλακή, καθώς και την ανασύσταση της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ.
Η κυβέρνηση τελικά απέρριψε το αίτημα για τη διαδήλωση. Μέλη του ΕΑΜ της Αθήνας την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου, αψηφώντας την κυβερνητική απαγόρευση, κατέκλυσαν την πλατεία Συντάγματος, με την παρουσία ένοπλων πολιτοφυλάκων του ΕΑΜ διάσπαρτων εντός του πλήθους, ως ομάδα περιφρούρησης του συλλαλητηρίου. Όταν το συλλαλητήριο έφτασε στον Άγνωστο Στρατιώτη, εκδηλώθηκαν πυροβολισμοί, για τους οποίους ο τότε διοικητής της Αστυνομίας Άγγελος Έβερτ σε μετέπειτα συνέντευξη παραδέχτηκε την ευθύνη έναρξης, με τελικό απολογισμό 33 νεκρούς και περισσότερους από 140 τραυματίες. Την ίδια ημέρα, σύμφωνα με μαρτυρία του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, μέλη του ΕΑΜ προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του με χειροβομβίδα, αλλά απέτυχαν χάρη στην αντίδραση της φρουράς του.
Το ίδιο εκείνο βράδυ (3 Δεκεμβρίου 1944) ο Γ.Παπανδρέου κατέθεσε πρόταση σχηματισμού οικουμενικής κυβέρνησης με επικεφαλής τον Θεμ. Σοφούλη, ενώ ο ίδιος δεχόταν να παραιτηθεί. Αλλά ενώ όλοι (περιλαμβανομένων του ΚΚΕ και του βρετανού πρεσβευτή Λήπερ) την αποδέχθηκαν, ο Τσόρτσιλ την απέρριψε με τηλεγράφημα χαρακτηριστικό της αυταρχικής νοοτροπίας του: Πρέπει να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου να κάνει το καθήκον του και να τον διαβεβαιώσετε ότι, αν το κάνει, θα υποστηριχθεί με όλες τις δυνάμεις μας. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο καλά να αρρωστήσει και να μην μπορεί να τον πλησιάσει κανείς. Έχει περάσει ο καιρός που η οποιαδήποτε ομάδα Ελλήνων πολιτικών θα μπορούσε να επηρεάσει αυτή την εξέγερση του όχλου. Η μόνη του ελπίδα είναι να βγει απ' αυτή την κατάσταση, τασσόμενος ανεπιφύλακτα στο πλευρό μας.
Την επόμενη μέρα, στις 4 Δεκεμβρίου, πραγματοποιήθηκε η γενική απεργία που είχε προκηρύξει το ΕΑΜ και τελέστηκε η κηδεία των θυμάτων του συλλαλητηρίου της προηγούμενης μέρας. Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε στη Μητρόπολη της Αθήνας και στη συνέχεια η νεκρική πομπή κατευθύνθηκε προς το Σύνταγμα. Στην κορυφή της πομπής ξεχώριζε ένα πανό το οποίο κρατούσαν τρεις νεαρές μαυροφορεμένες γυναίκες και έγραφε «Όταν ο Λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα». Στην εξέλιξη της πορείας αυτής εκδηλώθηκαν πάλι πυροβολισμοί, άγνωστης προέλευσης, με αρκετούς νεκρούς.
γ. Οι δυνάμεις των αντιπάλων
Στην Αθήνα και στον Πειραιά, οι βρετανικές δυνάμεις αποτελούνταν από μία ελλιπή ταξιαρχία τεθωρακισμένων, την 23η, με μία επιλαρχία αρμάτων Sherman, των 35 τόνων. Υπήρχαν επίσης μονάδες αλεξιπτωτιστών και δύο τάγματα πεζικού που έφθασαν αεροπορικώς στην αρχή των γεγονότων, συνολικά 5.000 άνδρες. Υπήρχε ένα πλήθος βοηθητικών μονάδων με το προσωπικό τους, σχεδόν 10.000 άτομα. Στις μάχες των πρώτων ημερών μετείχαν η 4η Μεραρχία (10η, 12η, 23η Ταξιαρχίες Πεζικού), 2η Ταξιαρχία Αλεξιπτωτιστών, 23η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία, 139η Ταξιαρχία Πεζικού, 5η Ινδική Ταξιαρχία. Βρετανικές ενισχύσεις - τρεις μεραρχίες πεζικού, η 4η Ινδική, η 4η και 46η Βρετανικές - έφτασαν στα μέσα Δεκεμβρίου. Συνολικά η δύναμη των βρετανικών στρατευμάτων ήταν διπλάσια από αυτή των Βρετανών το 1941 εναντίον της Ιταλικής και Γερμανικής εισβολής.
Οι κυβερνητικές δυνάμεις περιλάμβαναν την Τρίτη Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία με 2.423 άνδρες, μονάδες της Χωροφυλακής με 3.000 άνδρες, της Αστυνομίας με 2.500 άνδρες, άνδρες των οργανώσεων "Χ", ΕΔΕΣ, Ρ.Α.Ν, ΠΕΑΝ, και περίπου 1.200 αφοπλισμένους άνδρες των διαλυθέντων Ταγμάτων Ασφαλείας.
Από την άλλη μεριά οι κομμουνιστικές δυνάμεις πλησίαζαν τις 20.000 γυναίκες και άνδρες, που διέθεταν 6.000 όπλα. Οι μονάδες της Στερεάς, η IIη και η ΧΙΙΙη μεραρχίες, είχαν περίπου 5.000 ενόπλους κοντά στην Αθήνα. Στη διάρκεια των μαχών έφθασαν επιπλέον στην Αθήνα μονάδες από την Πελοπόννησο, τη Στερεά και τη Θεσσαλία (η Ταξιαρχία Ιππικού και το 54ο Σύνταγμα), συνολικά 6.000 έως 7.000 ένοπλοι.
δ. Οι ένοπλες συγκρούσεις (33 ημέρες μαχών)
Το ίδιο απόγευμα που διοργανώθηκε το συλλαλητήριο (3 Δεκεμβρίου) ο στρατηγός Σκόμπι διέταξε την απομάκρυνση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από την Αθήνα. Το βράδυ της ίδιας ημέρας αγγλική μονάδα τεθωρακισμένων αφόπλισε στην περιοχή του Παλαιού Ψυχικού το 2ο σύνταγμα της 2ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Την επόμενη ημέρα τα ξημερώματα, στην περιοχή του Θησείου διεξάχθηκε η πρώτη μάχη ανάμεσα σε δύο τάγματα του ΕΛΑΣ και το σύνολο της Οργάνωσης Χ που έδρευε στην περιοχή. Η μάχη διήρκεσε μερικές ώρες και ο ΕΛΑΣ κατέβαλε την άμυνα των αντιπάλων του, όμως οι Βρετανοί επενέβησαν με άρματα και μετέφεραν τον αρχηγό της Οργάνωσης Χ, Γεώργιο Γρίβα, στο βρετανοκρατούμενο κέντρο της Αθήνας. Την ίδια ημέρα οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ προχώρησαν σε κατάληψη πολλών αστυνομικών τμημάτων στον Πειραιά και σε περιοχές περιμετρικά του κέντρου της Αθήνας, όπως στην Κυψέλη, στον Νέο Κόσμο, στους Αμπελόκηπους, στον Κολωνό, στα Πατήσια. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιτέθηκαν στις φυλακές στην αρχή της λεωφόρου Βουλιαγμένης τις οποίες κατέλαβαν.
Τη νύχτα της 4ης προς 5η Δεκεμβρίου οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιχείρησαν την κατάληψη των φυλακών Συγγρού, όπου κρατούνταν φιλογερμανοί. Η επίθεση ανακόπηκε μετά από παρέμβαση των Βρετανών που χρησιμοποίησαν τεθωρακισμένα οχήματα. Παρόμοια εξέλιξη είχε η επίθεση στις φυλακές Χατζηκώνστα που έληξε με παρέμβαση των Βρετανών. Τα ξημερώματα της 6ης Δεκεμβρίου δυνάμεις του ΕΛΑΣ εξαπέλυσαν επίθεση στο σύνταγμα χωροφυλακής Μακρυγιάννη. Μετά από τετραήμερη σκληρή μάχη οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ αποκρούστηκαν ύστερα από δραστική επέμβαση βρετανικών τεθωρακισμένων, με αποτέλεσμα να καθηλωθούν γύρω από το στρατόπεδο. Παρόμοια εξέλιξη είχε και η επίθεση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στους στρατώνες του Γουδή όπου έδρευε η 3η Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία. Στις 9 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ πραγματοποίησε επίθεση στη σχολή Ευελπίδων, στον χώρο της οποίας βρίσκονταν 23 αξιωματικοί και 183 ευέλπιδες. Η πολιορκία λύθηκε με παρέμβαση των Βρετανών που μετέφεραν το προσωπικό της σχολής στα ανάκτορα.
Στις 5 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ κατέλαβε την Γενική Ασφάλεια Αθηνών στην οδό Πατησίων και Τοσίτσα και συνέλαβε μερικούς αιχμάλωτους, ενώ οι περισσότεροι αστυνομικοί που υπεράσπιζαν το κτήριο φυγαδεύτηκαν από αγγλικά άρματα. Επίσης το 4ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ κατέλαβε την έδρα της Ανώτατης Διοίκησης Χωροφυλακής Ελλάδας στην οδό Πατησίων στο Πεδίο του Άρεως και αιχμαλώτισε 80 περίπου αξιωματικούς της χωροφυλακής. Στις 6 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ μετά από διήμερη πολιορκία κατέλαβε την Ειδική Ασφάλεια Αθηνών στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου και Δεριγνί και πυρπόλησε το κτίριο που ήταν κέντρο βασανισμού και εκτελέσεων αντιστασιακών την περίοδο της κατοχής.
Στις 9 Δεκεμβρίου ο Τσόρτσιλ διέταξε αποστολή νέων ενισχύσεων στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο στρατάρχης Αλεξάντερ έχοντας δει την κατάσταση στην Αθήνα, αποφάσισε την αντικατάσταση του στρατηγού Σκόμπι ο οποίος δεν είχε πολεμική εμπειρία καθώς είχε υπηρετήσει σε διοικητικές θέσεις. Ο Αλεξάντερ διέταξε την άμεση αναχώρηση από την Ιταλία του υποστράτηγου Τζων Χώκσγουερθ και του ταξιάρχου Χιου Μάνεριγκ, οι οποίοι πλαισιώθηκαν από το εμπειροπόλεμο επιτελείο του 10ου Σώματος Στρατού και συστάθηκε η Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών (Military Command Athens), η οποία διεξήγαγε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ως το τέλος της μάχης.
Την επόμενη μέρα οι Βρετανοί ξεκίνησαν επιχείρηση για την ανακατάληψη του Πειραιά. Στην επιχείρηση για την κατάληψη του λόφου της Καστέλας χρησιμοποιήθηκε η 5η Ινδική Μεραρχία, η οποία έπειτα από σκληρή μάχη, στην οποία είχε σημαντικές απώλειες, κατέλαβε την Καστέλα στις 14 Δεκεμβρίου.Στις 16 Δεκεμβρίου αποβιβάστηκαν στο Φάληρο νέες Βρετανικές ενισχύσεις και ξεκίνησαν επιχειρήσεις για την ανακατάληψη των περιοχών της Αθήνας που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του ΕΛΑΣ. Αφού εξασφάλισαν τον έλεγχο της Λεωφόρου Συγγρού που τους επέτρεπε την μεταφορά στρατιωτών από το Φάληρο στο κέντρο της Αθήνας, κατέλαβαν στις 18 Δεκεμβρίου τον Λυκαβηττό από τον οποίο έλεγξαν με τα πυροβόλα που τοποθέτησαν τους σημαντικότερους δρόμους της Αθήνας.
Τη νύχτα της 17ης προς 18η Δεκεμβρίου οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ πραγματοποίησαν επιτυχημένη επιχείρηση καταλαμβάνοντας τα ξενοδοχεία της Κηφισιάς Σεσίλ, Απέργη και Πεντελικόν, στα οποία διέμενε το προσωπικό της RAF. Συνολικά 50 αξιωματικοί και 500 σμηνίτες της RAF αιχμαλωτίστηκαν. Τη νύχτα της 23ης προς 24η Δεκεμβρίου δυνάμεις του ΕΛΑΣ προχώρησαν στην υλοποίηση σχεδίου που στόχευε στην ανατίναξη του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία όπου διέμεναν η ελληνική κυβέρνηση και το βρετανικό επιτελείο. Για τον σκοπό αυτό παγιδεύτηκε με εκρηκτικά υπόνομος που κατέληγε δίπλα στα θεμέλια του κτιρίου. Η έκρηξη αναβλήθηκε προσωρινά και στο διάστημα αυτό οι Άγγλοι εντόπισαν και απενεργοποίησαν τα εκρηκτικά.
Ο πρωθυπουργός της Μ.Βρετανίας Ουίνστον Τσόρτσιλ έφτασε στην Ελλάδα το μεσημέρι της 25ης Δεκεμβρίου, συνοδευόμενος από τον υπουργό Εξωτερικών Άντονι Ήντεν. Την πρώτη ημέρα διέμεινε στο Φάληρο στο θωρηκτό Ajax και την επόμενη πήγε στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία όπου συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβέρνησης (και Σκόμπι) και αντιπροσωπείας του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν και οι μάχες συνεχίστηκαν ως τις 5 με 6 Ιανουαρίου του 1945. Λίγες ημέρες αργότερα τοποθετήθηκε στη θέση του αντιβασιλέα ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός και πρωθυπουργός ο Νικόλαος Πλαστήρας. Αιτία της αποτυχίας των διαπραγματεύσεων ήταν η αδιαλλαξία των ηγετών του ΚΚΕ, οι οποίοι πιθανώς δεν γνώριζαν τη συμφωνία των "ζωνών επιρροής" στη μεταπολεμική Ευρώπη, η οποία είχε συνομολογηθεί τον Οκτώβριο του 1944 στη Μόσχα, μεταξύ Τσόρτσιλ και Στάλιν, σύμφωνα με την οποία η ΕΣΣΔ είχε δεχθεί να παραχωρηθεί το 90% του ελέγχου της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία. Με βάση την εσφαλμένη τους εντύπωση ότι η επίσκεψη του Τσόρτσιλ στην Αθήνα αποτελούσε ένδειξη αδυναμίας απέρριψαν κάθε πρόταση που δεν εξυπηρετούσε τις επιδιώξεις τους.
Στο μέτωπο των μαχών οι βρετανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν από τις 27 Δεκεμβρίου, γενική επίθεση κατά του ΕΛΑΣ. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ αναγκάστηκαν, υπό την πίεση των βρετανικών μηχανοκινήτων, να εγκαταλείψουν την Αθήνα στις 5 Ιανουαρίου και τον Πειραιά στις 7 Ιανουαρίου και να υποχωρήσουν προς τα βόρεια. Πέντε μέρες αργότερα, στις 11 Ιανουαρίου, δόθηκε τέρμα στις μάχες, μετά από συμφωνία του Ε.Α.Μ. με τον στρατηγό Σκόμπι. Τα Δεκεμβριανά τερματίστηκαν οριστικά με την υπογραφή της Συνθήκης της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου 1945.
ε. Χαρακτηριστικά και συνέπειες της σύγκρουσης
Οι πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές που χώριζαν τις δυο ελληνικές αντιμαχόμενες παρατάξεις (αφού οι βρετανοί στρατιωτικοί απλά εκτελούσαν ψυχρά τις εντολές που λάμβαναν από τους προϊσταμένους τους) προσέδωσαν στη Δεκεμβριανή σύρραξη το χαρακτήρα μιας ένοπλης αντιπαράθεσης μέχρις εσχάτων. Από τη μια υπήρχαν οι μαχητές (άνδρες και γυναίκες) του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ που πολεμούσαν με φανατισμό έναν αντίπαλο ο οποίος στα δικά τους μάτια εκπροσωπούσε τα συμφέροντα της πλουτοκρατίας. Από την άλλη, τα μέλη των εθνικιστικών ομάδων που πήραν ενεργό μέρος στη σύγκρουση και οι απλοί χωροφύλακες αντιστέκονταν με παρόμοιο σθένος, υποκινούμενοι από το αντικομμουνιστικό πάθος της εποχής. Σημειώθηκαν αρκετές περιπτώσεις αυτοδικίας, κακοποίησης ή ακόμη και ομαδικού λιντσαρίσματος αιχμαλώτων του ΕΛΑΣ (ανδρών των σωμάτων ασφαλείας), οι οποίοι, αφού ανακρίνονταν, κατόπιν με συνοπτικές διαδικασίες καταδικάζονταν σε θάνατο από πρόχειρα ανταρτοδικεία και εκτελούνταν σε απομακρυσμένες περιοχές του λεκανοπεδίου.
Μετά την ήττα του ο ΕΛΑΣ (υπό την ηγεσία του Γεώργιου Σιάντου) αποχώρησε από την Αθήνα, μαζί με χιλιάδες υποστηρικτές του, καθώς και με χιλιάδες αιχμαλώτους αμάχους και μη, ως αντιστάθμισμα σε προηγούμενη πράξη των Βρετανών που μετέφεραν μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων (περίπου 7.540), σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (Ελ Τάμπα) στη Μέση Ανατολή. Μεγάλο μέρος της Αθήνας μετατράπηκε σε ερείπια και πολλοί άμαχοι έχασαν τη ζωή τους από τις μάχες που διεξάγονταν στους δρόμους της Αθήνας, άλλα και από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς των Άγγλων. Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών μέλη της οργάνωσης ΟΠΛΑ, δολοφόνησαν υποστηρικτές του φιλελεύθερου καθεστώτος, αλλά και αμφισβητίες της επίσημης κομματικής γραμμής του ΚΚΕ, μεταξύ των οποίων και 50 τροτσκιστές οι οποίοι χαρακτήριζαν τα Δεκεμβριανά ως σταλινικό πραξικόπημα. Στην περιοχή των διυλιστηρίων της ΟΥΛΕΝ έγιναν αρκετές εκτελέσεις. Ανάμεσα στα θύματα της ΟΠΛΑ ήταν η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, ο πρύτανης του ΕΜΠ Ιωάννης Θεοφανόπουλος και οι Σπύρος Τρικούπης, Στέλιος Κορυζής (αδερφός του πρώην πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή). Οι περιπτώσεις ακραίας βίας, κατά υποστηρικτών της κυβέρνησης και του αστικού καθεστώτος, αύξησε το αντικομμουνιστικό μένος της αντίπαλης πλευράς και έκανε πολύ δύσκολη την προοπτική της άμβλυνσης των παθών.
Μια άλλη πλευρά θέασης ομιλεί για ιμπεριαλιστική επέμβαση της Βρετανίας που έστειλε στην Ελλάδα για να υπερασπίσει τα γεωστρατηγικά συμφέροντα της σχεδόν 100.000 στρατό, μεγαλύτερο από εκείνον που στάλθηκε για βοήθεια της Ελλάδας όταν δέχθηκε την Ιταλική επίθεση και σχεδόν όμοιο με τον αριθμό των Ιταλών εισβολέων της περιόδου 1940-41. Δεν έλειπε όμως από την υπόθεση και κάποιο σαφές, αν και ανεκδήλωτο έμπρακτα, ενδιαφέρον από την πλευρά της Σοβιετικής Ένωσης, την οποία ουσιαστικά εκπροσωπούσε στην Ελλάδα το ΚΚΕ και της οποίας οι μυστικές συμφωνίες με τους Βρετανούς (πιθανόν εν αγνοία των στελεχών του ΚΚΕ), διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη και στην έκβαση των πραγμάτων. Στις μάχες της Αθήνας, οι βρετανικές δυνάμεις είχαν 210 νεκρούς, 55 μόνιμα αγνοούμενους και 1100 αιχμαλώτους στα χέρια του ΕΛΑΣ. Οι κυβερνητικές δυνάμεις είχαν 3480 νεκρούς και πολλούς αιχμαλώτους. Οι απώλειες του ΕΛΑΣ υπολογίστηκαν στους 3000 νεκρούς και 7000 αιχμαλωτισθέντες.
Η Συμφωνία της Βάρκιζας υπογράφτηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945 από την τότε κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα και αντιπροσώπους του ΕΑΜ, μετά την ανακωχή των Δεκεμβριανών στις 11 Ιανουαρίου 1945, ανάμεσα στη νόμιμη Ελληνική κυβέρνηση και τον ΕΛΑΣ, βάσει της οποίας οι δυνάμεις του υποχρεώθηκαν να εκκενώσουν την Αττική και τη Θεσσαλονίκη. Την αντιπροσωπεία του ΕΑΜ αποτελούσαν ο Γεώργιος Σιάντος [γ.γ. ΚΚΕ], Ηλίας Τσιριμώκος [γ.γ. Ε.Λ.Δ.], Δημήτρης Παρτσαλίδης [γ. Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ] και ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης ως στρατιωτικός σύμβουλος, ενώ η κυβερνητική αντιπροσωπεία απαρτιζόταν από τον Ιωάννη Σοφιανόπουλο, υπουργό Εξωτερικών, Περικλή Ράλλη (υπουργό Εσωτερικών), Ιωάννη Μακρόπουλο (υπουργό Γεωργίας) και Παυσανία Κατσώτα ως στρατιωτικό σύμβουλο.
Η Συμφωνία περιελάμβανε εννέα άρθρα που πρόβλεπαν:
Την δημιουργία μιας δημοκρατικής πολιτείας με πλήρεις πολιτικές ελευθερίες.
Την άρση του στρατιωτικού νόμου.
Την αμνηστία των πολιτικών αδικημάτων, που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 3 Δεκεμβρίου 1944 (με εξαίρεση για τα ποινικά αδικήματα).
Την πλήρη απελευθέρωση των συλληφθέντων από τον ΕΛΑΣ.
Τη δημιουργία ενός νέου Εθνικού Στρατού.
Την αποστράτευση του ΕΛΑΣ και τον πλήρη αφοπλισμό του.
Την εκκαθάριση των δημοσίων υπηρεσιών.
Την αντίστοιχη εκκαθάριση των σωμάτων ασφαλείας, και
Τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το πολιτειακό ζήτημα και εκλογών με συμμετοχή διεθνών παρατηρητών.
Σε εφαρμογή της Συμφωνίας της Βάρκιζας στις 28 Φεβρουαρίου ολοκληρώθηκε ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, ο οποίος παρέδωσε 100 πυροβόλα διαφόρων τύπων, 81 ομαδικούς και 138 ατομικούς όλμους, 419 πυροβόλα, 1412 οπλοπολυβόλα, 713 αυτόματα τουφέκια, 48.953 τουφέκια και πιστόλια, 57 αντιαρματικά τουφέκια και 17 συσκευές ασυρμάτου. Μερικές μονάδες του ΕΛΑΣ, όπως και ο ηγέτης του Άρης Βελουχιώτης, αρνήθηκαν να δεχτούν τη Συμφωνία και κατέφυγαν και πάλι στα βουνά, παρότι ο τελευταίος την είχε υπογράψει. Το Κ.Κ.Ε. τους αποκήρυξε αμέσως, αν και πλέον έχει παραδεχθεί ότι η απόφαση του Βελουχιώτη ήταν σωστή και τον έχει αποκαταστήσει πολιτικά.
Η Συμφωνία της Βάρκιζας παραχωρούσε αμνηστία στους αντάρτες του ΕΛΑΣ, αλλά προέβλεπε μέτρα για τα ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν στην περίοδο των Δεκεμβριανών. Ως συνέπεια αυτού, μετά την υπογραφή της Συνθήκης, το καλοκαίρι του 1946, με το Γ' Ψήφισμα και με την αιτιολογία ότι είχαν διαπράξει ποινικά αδικήματα, άρχισε η δίωξη, από το επίσημο κράτος, αριστερών και φιλοαριστερών πολιτών με έκτακτα στρατοδικεία και εκτελέσεις και ξέσπασε η λεγόμενη Λευκή Τρομοκρατία (διασφάλιση της τάξης σύμφωνα με την άλλη πλευρά) και κύμα αντεκδικήσεων όχι μόνο εναντίον των κομμουνιστών, αλλά και πολιτών που απλώς είχαν ενταχθεί στο ΕΑΜ. Λόγω της συνθήκης, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας παρέμεινε τυπικά νόμιμο κατά τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου μέχρι τις 27/12/1947, όταν με τον Α.Ν. 509/1947 (Ιδιώνυμο) κηρύχτηκε παράνομο. Οι εκατέρωθεν παραβιάσεις των όρων της οδήγησαν σε νέα πολιτική πόλωση και στα δραματικά γεγονότα του λεγόμενου Δεύτερου Αντάρτικου 1946-1949.
Με τον όρο «Δεύτερο Αντάρτικο» 1946-1949 (υπονοώντας ότι ήταν συνέχεια της Εθνικής Αντίστασης 1941-1944) εννοούμε την περίοδο ενόπλων συγκρούσεων που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα μεταξύ του Ελληνικού Στρατού και του ανταρτικών δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (υπό τον έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας). Τα γεγονότα ονομάστηκαν αρχικά «Συμμοριτοπόλεμος», που αναφέρεται στην εφαρμοσθείσα τακτική αιφνιδιαστικών και περιστασιακών επιθέσεων, που έμοιαζε με κλεφτοπόλεμο, διάρκεσαν από τον Μάρτιο του 1946 έως τον Αύγουστο του 1949 και είχαν ως αποτέλεσμα την στρατιωτική ήττα του ΚΚΕ. Ως πολεμική σύγκρουση παρουσίασε τις μεγαλύτερες απώλειες που γνώρισε η χώρα από το 1830 μέχρι σήμερα και από μία πλευρά ήταν ο «τρίτος γύρος» ενός ένοπλου αγώνα που ξεκίνησε με τις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ αντιστασιακών οργανώσεων κατά τη διάρκεια του 1943 (πρώτος γύρος) και τις μάχες στην Ήπειρο και στην Αθήνα το Δεκέμβριο του 1944 (δεύτερος γύρος).
β. Οι αντιμαχόμενες δυνάμεις
Στη σύγκρουση που ακολούθησε έλαβαν μέρος οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις με την συνδρομή δυνάμεων της Χωροφυλακής και των ΤΕΑ (Τάγματα Εθνικής Ασφαλείας), υπό τον γηραιό βενιζελικό πρωθυπουργό Θεμιστοκλή Σοφούλη στο μεγαλύτερο διάστημα των επιχειρήσεων (Θεμιστοκλής Σοφούλης 11/45-4/46, Παναγιώτης Πουλίτσας 4/46, Κωνσταντίνος Τσαλδάρης 8/46-1/47, Δημήτριος Μάξιμος 1-8/47, Κ.Τσαλδάρης 8-9/47, Θεμιστοκλής Σοφούλης 9/47-6/49). Την κυβέρνηση συνέδραμε και πλήθος κόσμου αντικομμουνιστικών φρονημάτων, οι οποίοι πολέμησαν αυτοβούλως μέχρι το πέρας των επιχειρήσεων. Επιπρόσθετα, η Ελληνική κυβέρνηση έκανε χρήση των μονάδων του Πολεμικού Ναυτικού (όπου ήταν δυνατό), και της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας (ΕΒΑ), της οποίας η συνεισφορά ήταν σημαντική. Τον Εθνικό Στρατό συνέδραμαν αρχικά οι Βρετανοί, αλλά ενώπιον των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν, αποφάσισαν να αποχωρήσουν σταδιακά. Η ελληνική πλευρά απηύθυνε τότε έκκληση για βοήθεια στις ΗΠΑ, οδηγώντας στο Δόγμα Τρούμαν (1947), που περιλάμβανε οικονομική και στρατιωτική βοήθεια στην Ελλάδα. Τον γενικό συντονισμό του Εθνικού Στρατού ανέλαβε αρχικά ο Αμερικανός στρατηγός Τζέιμς Βαν Φλιτ.
Από την άλλη μεριά βρίσκονταν οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), ενώ το κύριο μέρος των όπλων, πυρομαχικών και άλλων εφοδίων έφταναν ως υλική στήριξη από τις γειτονικές νεοσύστατες Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία και Αλβανία μέσων αμαξιτών δρόμων που κατασκευάστηκαν στα όρη του Γράμμου και του Βιτσίου. Στην Πελοπόννησο και στα νησιά ο εφοδιασμός γινόταν με αφοπλισμό των αντιπάλων. Ιδιαίτερα η συνδρομή της Γιουγκοσλαβίας, μέχρι το δεύτερο ήμισυ του 1948, έγινε δωρεάν και είχε αποφασιστική σημασία, περιλαμβάνοντας, εκτός από στρατιωτικό υλικό, ρουχισμό, τρόφιμα, φάρμακα, μέριμνα τραυματιών, υποστήριξη στην προπαγάνδα, χρηματική βοήθεια, ηθική και πολιτική υποστήριξη. Επιπλέον, το έδαφος της Γιουγκοσλαβίας ήταν βάση επιμελητείας, όπου εκπαιδεύονταν μαχητές και στελέχη του ΔΣΕ. Στον ΔΣΕ συσπειρώθηκαν μέλη και φίλοι του ΚΚΕ, αλλά και αρκετοί από τους σλαβόφωνους πληθυσμούς της Μακεδονίας. Οι γυναίκες του ΔΣΕ τον Απρίλιο έφτασαν να αποτελούν το 70% στις βοηθητικές υπηρεσίες και το 30% στις μάχιμες μονάδες.
γ. Τα γεγονότα του 1946
Στις 5 Φεβρουαρίου ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης ρώτησε τη Μόσχα αν θα πρέπει να πάρει μέρος στις επικείμενες εκλογές και πήρε καταφατική απάντηση. Όμως ο Ζαχαριάδης, με απόφαση της Β΄ Ολομέλειας του ΚΚΕ, ακολούθησε δρόμο υπονόμευσης των εκλογών και διεξαγωγή του αγώνα με κάθε δυνατή μέθοδο, χωρίς ένοπλη εξέγερση. Η εφημερίδα του ΚΚΕ Ριζοσπάστης κάλεσε τον ελληνικό λαό να απόσχει από τις πρώτες μεταπολεμικές βουλευτικές εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946. Η φιλοβασιλική Ηνωμένη Παράταξις Εθνικοφρόνων, συγκέντρωσε ποσοστό 55,12%, με σημαντικό ποσοστό αποχής (μέχρι 20%). Το ΚΚΕ δεν αναγνώρισε το εκλογικό αποτέλεσμα και κατήγγειλε τις εκλογές ως νόθες και παράνομες.
Σημείο έναρξης του Εμφυλίου Πολέμου θεωρείται η επίθεση ομάδας πρώην ανταρτών του ΕΛΑΣ του Μακεδονικού γραφείου του ΚΚΕ υπό την ηγεσία του Αλέξη Ρόσιου («Καπετάν Υψηλάντης») στο Σταθμό Χωροφυλακής Λιτόχωρου Πιερίας την νύχτα της 30ής Μαρτίου 1946, παραμονή των εκλογών. Η ομάδα των ανταρτών αποτελούμενη από 33 ένοπλους διενήργησε επίθεση εναντίον μιας διμοιρίας Εθνοφυλακής και μιας δύναμης Χωροφυλακής, με σκοπό την απελευθέρωση ΕΛΑΣιτών και ΕΑΜιτών κρατουμένων. Από την επίθεση σκοτώθηκαν εννέα χωροφύλακες, δύο λοχίες και ένας οπλίτης της Εθνοφυλακής. Η ομάδα των ανταρτών αποχώρησε το πρωί πυρπολώντας τον σταθμό, ενώ αποκόμισε 4 αιχμαλώτους και λιγοστό οπλισμό. Η επίθεση θεωρήθηκε απάντηση στις εκτελέσεις, διώξεις, εξορίες και φυλακίσεις των πολιτών που ανήκαν στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, αλλά ο Ριζοσπάστης την επομένη κατάγγειλε την επίθεση ως «προβοκάτσια» των κυβερνητικών.
Στο επόμενο διάστημα οι ένοπλες επιθέσεις εναντίον σταθμών χωροφυλακής άρχισαν να πληθαίνουν και οι συγκρούσεις στην ύπαιθρο έγιναν συχνότερες (που υποδηλώνουν αβάσιμους τους ισχυρισμούς του ΚΚΕ περί προβοκάτσιας). Σημαντικότερη υπήρξε η επίθεση ανταρτών εναντίον λόχου του στρατού στην Ποντοκερασιά του Κιλκίς, όπου ο λόχος εξοντώθηκε και 40 στρατιώτες του προσχώρησαν στις ομάδες των ανταρτών. Μέσα σε αυτό το κλίμα η κυβέρνηση ενέκρινε στις 18 Ιουνίου 1946 το Γ΄ Ψήφισμα «περί εκτάκτων μέτρων κατά των επιβουλευομένων την δημοσίαν τάξιν και την ακεραιότητα της χώρας». Με το ψήφισμα άρχισαν συλλήψεις και ανακρίσεις αριστερών ή ύποπτων για αριστερά φρονήματα. Οι πρώτες εκτελέσεις θανατοποινιτών έγιναν στα τέλη του επόμενου μήνα. Τον Αύγουστο του 1946 δολοφονήθηκε στη Θεσσαλία ο δημοσιογράφος του Ριζοσπάστη Κώστας Βιδάλης.
Την 1η Σεπτεμβρίου 1946 πραγματοποιήθηκε δημοψήφισμα για την επάνοδο του βασιλιά Γεωργίου Β΄, με αποτέλεσμα 68,4% υπέρ της παλινόρθωσης του βασιλικού θεσμού και 31,6% εναντίον. Το ΚΚΕ συμμετείχε στο δημοψήφισμα καλώντας τον ελληνικό λαό να ρίξει λευκό. Η επιστροφή του βασιλιά οδήγησε σε πυροδότηση του εμφυλίου. Στις 21 Σεπτεμβρίου οι αντάρτες κατέλαβαν προσωρινά τη Δεσκάτη και στις 2 Οκτωβρίου τη Νάουσα. Στις 27 Οκτωβρίου 1946 σχηματίστηκε ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας και εγκατέστησε το γενικό αρχηγείο του στην Τσούκα Χασίων.
Ταυτόχρονα η κυβέρνηση άρχισε την αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων με σκοπό τη δημιουργία ισχυρού εθνικού στρατού, με εκκαθαρίσεις όσων ήταν ύποπτοι για αριστερά φρονήματα, οι οποίοι από τον Φεβρουάριο του 1947 εκτοπίζονταν στο στρατόπεδο της Μακρονήσου, που δημιουργήθηκε γι' αυτό τον σκοπό. Για την ανάληψη τοπικών αποστολών συγκροτήθηκαν οι Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ) και οι Μονάδες Αποσπασμάτων Διώξεως (ΜΑΔ).
Προς το τέλος του χρόνου σημειώθηκαν σφοδρότερες ένοπλες συγκρούσεις. Στις 13 Νοεμβρίου μεγάλη δύναμη ανταρτών που ξεπερνούσε τους 300 άνδρες επιτέθηκε εναντίον λόχου του ΕΣ στο Σκρα. Οι αντάρτες, αφού κατέλαβαν το χωριό, αποχώρησαν την επόμενη μέρα. Σύμφωνα με δήλωση του υπουργού των Στρατιωτικών βρέθηκαν νεκροί 17 του ΕΣ και 50 κάτοικοι, εκ των οποίων ένα βρέφος δύο ετών. Στις 31 Δεκεμβρίου ο Δημοκρατικός Στρατός κατέλαβε προσωρινά την Υπάτη.
δ. Τα γεγονότα του 1947
Από τα τέλη του προηγούμενου χρόνου οι Άγγλοι είχαν εκφράσει την πρόθεσή τους να αποχωρήσουν από την Ελλάδα. Η ελληνική κυβέρνηση στράφηκε τότε προς τις ΗΠΑ, τις οποίες επισκέφτηκε τον Δεκέμβρη του 1946 ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Τσαλδάρης. Οι ΗΠΑ έστειλαν στην Ελλάδα, στις αρχές Ιανουαρίου, επιτροπή εμπειρογνωμόνων επικεφαλής της οποίας ήταν ο Πωλ Α. Πόρτερ. Ένα από τα αιτήματα της αμερικανικής πλευράς ήταν η δημιουργία κυβέρνησης ευρύτερης συνεργασίας με τη συμμετοχή των κεντρώων παρατάξεων. Η δεξιά κυβέρνηση Τσαλδάρη παραιτήθηκε και στις 24 Ιανουαρίου 1947 σχηματίστηκε ευρύτερη κυβέρνηση συνεργασίας με νέο πρωθυπουργό τον Δημήτριο Μάξιμο. Οι ΗΠΑ εξέφρασαν επίσημα τη στήριξή τους στην Ελλάδα με το Δόγμα Τρούμαν που ανακοινώθηκε από τον Αμερικανό πρόεδρο στις 12 Μαρτίου, με το οποίο εξασφάλιζαν στην Ελλάδα οικονομική, τεχνική και στρατιωτική υποστήριξη. Το σχέδιο για βοήθεια στην Ελλάδα εγκρίθηκε από το Κογκρέσο στις 10 Μαΐου και στις 22 Μαΐου έγινε νόμος του Αμερικανικού κράτους, σηματοδοτώντας την έναρξη της ηγεμονίας των ΗΠΑ στην Ελλάδα (αλλά και γενικότερα στην Ευρώπη, γνωστή και ως Αμερικανοκρατία). Οι όροι της αμερικανικής βοήθειας καθορίστηκαν με την υπογραφή της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας στις 20 Ιουνίου 1947. Αρχηγός της αμερικανικής αποστολής βοήθειας ανέλαβε ο Ντουάιτ Γκρίνσγουολντ, πρώην Κυβερνήτης της Νεμπράσκα, ο οποίος έφτασε στην Ελλάδα στις 14 Ιουλίου 1947. Ο αιφνίδιος (και ύποπτος στην ταραχώδη αλληλουχία των γεγονότων της εποχής) θάνατος του βασιλιά Γεωργίου Β την 1η Απριλίου 1947, σε ηλικία 57 ετών, είχε ως συνέπεια την διαδοχή του από τον μικρότερο αδελφό του Παύλο.
Από τις αρχές του χρόνου οι συγκρούσεις ανάμεσα στις αντίπαλες πλευρές βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη. Στις 13 Φεβρουαρίου του 1947 ομάδα του Δημοκρατικού Στρατού Πελοποννήσου κατέλαβε αιφνιδιαστικά τη Σπάρτη και απελευθέρωσε από τις φυλακές της πόλης 176 κρατουμένους. Τον Απρίλιο τέθηκε σε εφαρμογή από την κυβέρνηση το σχέδιο «Τέρμινους» με σκοπό την εκμηδένιση των αντάρτικων ομάδων που δρούσαν στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα. Η επιχείρηση ξεκίνησε από τα νότια Άγραφα, όπου δρούσαν ισχυρές δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ). Ένα τάγμα του ΔΣΕ της περιοχής βρέθηκε εγκλωβισμένο από τις δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού στα Μεγάλα Βραγγιανά. Οι ομάδες των ανταρτών, έχοντας ως μόνη διέξοδο το πέρασμα από τον ορεινό αυχένα της Νιάλας, αποφάσισαν να το διασχίσουν. Στην πορεία τους οι καιρικές συνθήκες επιδεινώθηκαν και η σφοδρή χιονοθύελλα που ξέσπασε προκάλεσε τον θάνατο πολλών στρατιωτών και αμάχων που τους συνόδευαν. Οι επιχειρήσεις μεταφέρθηκαν στη συνέχεια βορειότερα, στον Κόζιακα και στα Τζουμέρκα. Τον Μάιο μεταφέρθηκαν στα Χάσια, τα Αντιχάσια και τη βόρεια Πίνδο και τον επόμενο μήνα επεκτάθηκαν προς τον Όλυμπο και τα Πιέρια. Οι επιχειρήσεις δε στέφτηκαν από επιτυχία γιατί οι αντάρτες του ΔΣΕ κατάφερναν να ανακαταλαμβάνουν περιοχές ή να διεισδύουν σε νέες. Από τα μέσα του καλοκαιριού ο ΔΣΕ ανέλαβε μεγάλης έκτασης επιθετικές επιχειρήσεις με την απόπειρα κατάληψης της πόλης των Γρεβενών (25 Ιουλίου) και του Μετσόβου δύο μήνες αργότερα (18 Οκτωβρίου). Και οι δύο απόπειρες απέτυχαν. Η αποτυχία των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων προκάλεσε κυβερνητική κρίση που οδήγησε σε πτώση της κυβέρνησης Μαξίμου στις 23 Αυγούστου. Μετά από μία βραχύβια κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, σχηματίστηκε στις 7 Σεπτεμβρίου κυβέρνηση συνεργασίας Λαϊκού Κόμματος - Φιλελευθέρων, πρωθυπουργός της οποίας ανέλαβε ο Θεμιστοκλής Σοφούλης. Η κυβέρνηση Σοφούλη ψήφισε στις 11 Σεπτεμβρίου τη χορήγηση αμνηστίας σε όσους αντάρτες παρέδιδαν τα όπλα τους σε διάστημα ενός μήνα. Η προσπάθεια αυτή δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα λόγω της έντονης δυσπιστίας προς την κυβέρνηση. Το σχέδιο κατευνασμού εγκαταλείφθηκε τελικά στα μέσα Οκτωβρίου με νέες διώξεις και με την απαγόρευση κυκλοφορίας του Ριζοσπάστη (18 Οκτωβρίου).
Την ίδια περίοδο η 3η ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ που συνήλθε στις 12 με 15 Σεπτεμβρίου αποφάσισε τη μεταφορά του κέντρου βάρους του κόμματος στη διεξαγωγή του ένοπλου αγώνα. Καθορίστηκε επίσης το σχέδιο «Λίμνες», το οποίο στόχευε στη δημιουργία ξεχωριστού κράτους στη βόρεια Ελλάδα με κομμουνιστική κυβέρνηση. Για την επίτευξη του στόχου προέβλεπε δημιουργία τακτικού στρατού με δύναμη τουλάχιστον 60.000 στρατιωτών. Στις 24 Δεκεμβρίου ανακοινώθηκε η ίδρυση κυβέρνησης στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές, που ονομάστηκε Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, της οποίας πρόεδρός της ανέλαβε ο Μάρκος Βαφειάδης, που είχε και τη θέση του υπουργού στρατιωτικών. Την επόμενη μέρα ο ΔΣΕ εξαπέλυσε επίθεση για την κατάληψη της Κόνιτσας, η οποία προοριζόταν για έδρα της νέας κυβέρνησης. Η κυβέρνηση αντέδρασε άμεσα και στις 27 Δεκεμβρίου εξέδωσε τον Αναγκαστικό Νόμο 509 «Περί μέτρων ασφαλείας του Κράτους, του Πολιτεύματος, του Κοινωνικού Καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών» που έθεσε εκτός νόμου το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και την Εθνική Αλληλεγγύη.
Στις 20 Μαρτίου 1947, δολοφονήθηκε ο Γιάννης Ζέβγος, μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ και ένα από τα στελέχη του ΕΑΜ που υπουργοποιήθηκαν στη κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου το 1944. Μετά από χρόνια ο δράστης ομολόγησε ότι ήταν όργανο της κυβέρνησης. Στις 9 Μαΐου 1947, πέθανε στην Ικαρία, όπου βρισκόταν εξόριστος, ο Ευριπίδης Μπακιρτζής, πρώην ηγετικό στέλεχος του ΕΑΜ. Ο θάνατός του παρουσιάστηκε ως αυτοκτονία. Τον Μάιο του 1947 πέθανε από καρδιακή προσβολή ο Γιώργης Σιάντος, ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της εθνικής αντίστασης.
Μετά από αίτημα της Ελληνικής Κυβέρνησης της 3 Δεκεμβρίου 1946 που βασίστηκε σε πόρισμα επιτροπής του ΟΗΕ που εξέτασε το θέμα, στις 21 Οκτωβρίου 1947 ο ΟΗΕ ενέκρινε ψήφισμα στο οποίο αναφερόταν ότι η Αλβανία, η Γιουγκοσλαβία και η Βουλγαρία βοηθούσαν και υποστήριζαν τους αντάρτες που μάχονταν κατά της Ελληνικής Κυβέρνησης και καλούσε τις χώρες αυτές να σταματήσουν τη βοήθεια.
ε. Τα γεγονότα του 1948
Στις αρχές του 1948 βρισκόταν σε εξέλιξη η μάχη της Κόνιτσας η οποία τερματίστηκε στις 6 Ιανουαρίου 1948, με την αποτυχία του ΔΣΕ να καταλάβει την πόλη. Στις αρχές Φεβρουαρίου ομάδα ανταρτών προχώρησε σε μία παράτολμη επιχείρηση φτάνοντας σε απόσταση 8 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη. Στην τοποθεσία Δερβένι – Λεμπέτ οι αντάρτες τοποθέτησαν ένα πυροβόλο και πραγματοποίησαν ρήψεις οβίδων προς τη Θεσσαλονίκη. Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας ο στρατός και η χωροφυλακή εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό συλλαμβάνοντας μεγάλο αριθμό ανταρτών που συμμετείχαν στην επιχείρηση. Την ίδια περίοδο ο κυβερνητικός στρατός πραγματοποιούσε επιχειρήσεις για την κατάληψη του όρους Μουργκάνα που κατέληξαν σε αποτυχία.
Την άνοιξη του 1948 τέθηκε σε εφαρμογή από τον κυβερνητικό στρατό το σχέδιο «Χαραυγή», που στόχευε στην εκκαθάριση της Στερεάς Ελλάδας από τις δυνάμεις του ΔΣΕ που δρούσαν εκεί. Οι επιχειρήσεις πέτυχαν προσωρινή εκκαθάριση των Βαρδουσίων και της Γκιώνας, όμως οι μονάδες του ΔΣΕ ανασυντάχθηκαν στα νότια Άγραφα. Το τελείωμα της άνοιξης του 1948 σημαδεύτηκε από δύο πολιτικές δολοφονίες. Την 1η Μαΐου 1948 δολοφονήθηκε στο κέντρο της Αθήνας ο υπουργός Δικαιοσύνης Χρήστος Λαδάς, από μέλος της ΟΠΛΑ, της πολιτοφυλακής του ΔΣΕ. Η δολοφονία του Χρήστου Λαδά είχε ως συνέπεια τη λήψη έκτακτων στρατιωτικών μέτρων, που περιελάμβαναν απαγόρευση της κυκλοφορίας τις νυχτερινές ώρες. Στις 16 Μαΐου βρέθηκε δολοφονημένος στη Θεσσαλονίκη ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τζορτζ Πολκ, ο οποίος επρόκειτο να πάρει συνέντευξη από τον ηγέτη του ΔΣΕ Μάρκο Βαφειάδη. Τα ίχνη του χάθηκαν την επόμενη μέρα και μία εβδομάδα αργότερα το πτώμα του βρέθηκε να επιπλέει στον Θερμαϊκό. Για τις δολοφονίες αυτές, όπως και για τους αιφνίδιους θανάτους του Γ.Ζέβγου, του Ευρ.Μπακιρτζή, αλλά και του βασιλιά Γεώργιου Β, είναι εύλογο να προκύπτουν ερωτήματα που τις συσχετίζουν με ενέργειες μυστικών υπηρεσιών.
Το καλοκαίρι του 1948 τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο «Κορωνίς» με στόχο την διάλυση του κύριου σώματος του ΔΣΕ που βρισκόταν στην περιοχή του Γράμμου. Στις αρχές Αυγούστου ο κυβερνητικός στρατός κατέλαβε το στρατηγικής σημασίας ύψωμα του Κλέφτη, στα βόρεια της Κόνιτσας, ανοίγοντας τον δρόμο για τον Γράμμο. Μετά την πτώση και του Κάμενικ, στα βορειοδυτικά της Κόνιτσας, ο ΔΣΕ εγκατέλειψε τις θέσεις του στον Γράμμο και με έναν ελιγμό που επιχείρησε τη νύχτα της 20ης προς 21ης Αυγούστου 1948 διέφυγε και ανασυντάχτηκε στο Βίτσι. Με βάση τα νέα δεδομένα ο κυβερνητικός στρατός κατάρτισε νέο σχέδιο για τη συντριβή των ανταρτών που είχαν διαφύγει στο Βίτσι. Η νέα σχεδίαση απαιτούσε εξόντωση των δυνάμεων του ΔΣΕ στον χώρο των βουνών Μάλι Μάδι και Μπούτσι τα οποία έλεγχαν τα περάσματα από το Βίτσι προς την Αλβανία. Η επίθεση στις θέσεις των ανταρτών ξεκίνησε στις 30 Αυγούστου και μέχρι τις 7 Σεπτεμβρίου ο κυβερνητικός στρατός είχε καταλάβει τα υψώματα Βούτσι, Ραμπατίνα και Μεσκίνα άλλα δεν κατάφερε να πετύχει τη συνολική κατάληψη του βουνού Μάλι Μάδι λόγω της ισχυρής αντίστασης που συνάντησε στην κορυφή του βουνού και στο ύψωμα Μπούτσι στη βορειοανατολική πλευρά του. Στις 9 Σεπτεμβρίου όμως ο ΔΣΕ ξεκίνησε αντεπίθεση, ανακαταλαμβάνοντας τις κορυφές Μεσκίνα και Ραμπατίνα. Στις 12 Σεπτεμβρίου κατέλαβε την κορυφή Βούτσι στην νοτιοανατολική πλευρά του Μάλι Μάδι, ολοκληρώνοντας την ανακατάληψη του βουνού. Ο κυβερνητικός στρατός που υπέστη ανέλπιστη ήττα υποχώρησε και κατέφυγε στην Καστοριά. Με την ήττα του κυβερνητικού στρατού στο Μάλι Μάδι τερματίστηκε η αποτυχημένη επιχείρηση Κορωνίς.
Στο επόμενο διάστημα ο ΔΣΕ πραγματοποίησε επιχειρήσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα. Στις 12 Δεκεμβρίου 1948 κατέλαβε προσωρινά την πόλη της Καρδίτσας και προχώρησε σε στρατολόγηση 1000 κατοίκων. Με συμφωνία που υπογράφτηκε τον Ιούλιο του 1948 εγκαινιάστηκε το σχέδιο Μάρσαλ που προσέφερε μεγάλη οικονομική ενίσχυση στην Ελλάδα, η οποία είχε λάβει ήδη σημαντικές ενισχύσεις από τον Αύγουστο του 1947 στο πλαίσιο του δόγματος Τρούμαν.
Στις κοινωνικές εξελίξεις του έτους περιλαμβάνεται η αναγκαστική απομάκρυνση παιδιών από τις εμπόλεμες περιοχές και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Τα παιδιά ηλικίας 3 έως 14 ετών που μεταφέρθηκαν από την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης υπολογίζονται σε περισσότερα από 20.000, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων στην αντίπαλη πλευρά που παρομοίασε το γεγονός με το παιδομάζωμα της Τουρκοκρατίας. Η κυβέρνηση από την άλλη πλευρά μετέφερε χιλιάδες παιδιά από τις εμπόλεμες περιοχές στις επονομαζόμενες Παιδουπόλεις της Φρειδερίκης, ιδρύματα που δημιουργήθηκαν για τον σκοπό αυτό.
στ. Τα γεγονότα του 1949
Μετά την αποτυχία του σχεδίου Κορωνίς η κυβέρνηση πρότεινε τη θέση του αρχιστράτηγου στον Αλέξανδρο Παπάγο, ο οποίος, αφού έγιναν δεκτοί οι όροι του, ανέλαβε καθήκοντα στις 11 Ιανουαρίου 1949. Το πρώτο μέρος του νέου σχεδίου, που εκπονήθηκε, αφορούσε την εκκαθάριση της Πελοποννήσου, ονομάστηκε «Περιστέρα», τέθηκε σε εφαρμογή στα μέσα Δεκεμβρίου 1948 και ολοκληρώθηκε με επιτυχία μέχρι τις αρχές Μαρτίου του 1949. Σημαντικότερη υπήρξε η επιχείρηση εκκαθάρισης των αντάρτικων ομάδων του Πάρνωνα που ήταν από τις ισχυρότερες που δρούσαν στην Πελοπόννησο. Καθοριστικές νικηφόρες μάχες εναντίον τους δόθηκαν στο Λεωνίδιο και στον Άγιο Βασίλειο στις 20 και 22 Ιανουαρίου.
Στο ίδιο διάστημα ο ΔΣΕ πραγματοποίησε επιθετικές επιχειρήσεις με στόχο την κατάληψη πόλεων που θα εξασφάλιζαν εφόδια και νέες στρατολογίες. Πετυχημένες ήταν οι επιθέσεις στη Νάουσα (12 Ιανουαρίου) και στο Καρπενήσι (20 Ιανουαρίου-7 Φεβρουαρίου), ενώ απέτυχε η επίθεση εναντίον της Φλώρινας (11-14 Φεβρουαρίου). Στο ίδιο διάστημα προχώρησε και στην ανακατάληψη του Γράμμου. Μετά την ρήξη Ζαχαριάδη – Βαφειάδη που έθεσε τον τελευταίο εκτός της κυβέρνησης, τον Απρίλιο του 1949 ανασχηματίστηκε η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση επικεφαλής της οποίας τέθηκε ο Μήτσος Παρτσαλίδης.
Στις αρχές της άνοιξης ο κυβερνητικός στρατός έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο Πύραυλος με σκοπό την εκκαθάριση της Στερεάς Ελλάδας και της νότιας Θεσσαλίας. Το σχέδιο ολοκληρώθηκε με επιτυχία στις αρχές του καλοκαιριού. Στο διάστημα αυτό, στις 24 Ιουνίου 1949 πέθανε ο πρωθυπουργός Θεμιστοκλής Σοφούλης σε ηλικία 89 ετών. Αντικαταστάτης του ορίστηκε ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου Αλέξανδρος Διομήδης. Λίγες ημέρες μετά, στις 11 Ιουλίου 1949, έλαβε χώρα η απόφαση του Τίτο για κλείσιμο των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων. Η απόφαση αυτή υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη του εμφυλίου και επιτάχυνε την ήττα του ΔΣΕ.
Τον Αύγουστο του ίδιου έτους τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο Πυρσός με στόχο τις θέσεις του ΔΣΕ στον Γράμμο και στο Βίτσι. Η κύρια επιχείρηση προς το Βίτσι ξεκίνησε στις 10 Αυγούστου. Ο κυβερνητικός στρατός, που υπερίσχυε σε αριθμητικές δυνάμεις και πολεμικό εξοπλισμό και διέθετε αεροπορική υποστήριξη, κατόρθωσε μέχρι τις 16 Αυγούστου να εκκαθαρίσει πλήρως το Βίτσι. Ο κύριος όγκος των ανταρτών του Βιτσίου διέφυγε προς τον Γράμμο, όπου διεξάχθηκε η τελική φάση της επιχείρησης Πυρσός. Η επίθεση του Εθνικού Στρατού εξαπολύθηκε στον Γράμμο στις 25 Αυγούστου. Έπειτα από σφοδρό βομβαρδισμό, στον οποίο χρησιμοποιήθηκαν ακόμα και εμπρηστικές βόμβες Ναπάλμ, η άμυνα των ανταρτών κάμφθηκε και στις 29 Αυγούστου ο ΔΣΕ εγκατέλειψε τον Γράμμο και διέφυγε προς την Αλβανία. Με την κατάληψη του Κάμενιτς στις 30 Αυγούστου έληξε το πολεμικό σκέλος του Εμφυλίου Πολέμου.
ζ. Παράγοντες και επιπτώσεις των συγκρούσεων
Το Δεύτερο Αντάρτικο, ως απόπειρα επαναστατικής αλλαγής της ελληνικής πολιτικής σε κομμουνιστική κατεύθυνση, φαίνεται ότι δεν έλαβε σοβαρά υπόψη τη συμφωνία περί ζωνών επιρροής, όπως καθορίστηκαν στην Διάσκεψη της Γιάλτας του 1945. Ο περιορισμός, του ΔΣΕ τον χειμώνα του (1948-1949) στα ορεινά συγκροτήματα της Δυτικής Μακεδονίας που στηρίζονταν στα σύνορα της χώρας με την Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία, η αποτυχημένη προσπάθεια της μάχης της Φλώρινας (11-15 Φεβρ. 1949) και η φυγή προς τη Γιουγκοσλαβία περίπου 5.000 Σλαβομακεδόνων μέχρι τα τέλη του Ιουλίου 1949 αποτέλεσαν τον αποφασιστικό προπομπό της επερχόμενης ήττας. Η τελική έκβαση των επιχειρήσεων κρίθηκε από τους συσχετισμούς δυνάμεων. Στις τάξεις του ΔΣΕ πέρασαν περίπου 100.000 αντάρτες σε όλη τη διάρκεια της δράσης του. Από την άλλη, στο κυβερνητικό στρατόπεδο, στα 3 χρόνια του εμφυλίου πέρασαν πάνω από 300.000 ένοπλοι. Σημαντικός παράγοντας για την ήττα του ΔΣΕ ήταν και η ανυπαρξία μηχανοκίνητων και αεροπορίας στις τάξεις του, η έλλειψη ναρκών, συρματοπλεγμάτων και η πενιχρή χρήση πυροβολικού. Επιπλέον, αντίθετα με την κλασική σύνθεση του κυβερνητικού στρατού, στον ΔΣΕ, στον οποίο τυπικά υπήρχε παρόμοια διαρθρωτική δομή, υπήρχαν πολλοί νέοι από 15 ως 19 χρονών, χωρίς εμπειρία μαχών και χωρίς επαρκή εκπαίδευση.
Παρά τις αδυναμίες αυτές ο Νίκος Ζαχαριάδης επέμενε στην μετατροπή της σύγκρουσης από αγώνα φθοράς σε τακτική εκ παράταξης αναμέτρηση, διαφωνώντας με τον επικεφαλής της κυβέρνησης του βουνού και αρχιστράτηγο Μάρκο Βαφειάδη, ο οποίος περιθωριοποιήθηκε. Ο ΔΣΕ βρέθηκε στην ιδιόρρυθμη κατάσταση που από τη μία δεν μπορούσε να σταματήσει τον πόλεμο (γιατί τους μαχητές του τους περίμενε η θανατική ποινή) και από την άλλη δεν έβρισκε τρόπο να τον συνεχίσει (γιατί δεν υπήρχαν "μετόπισθεν" για να τον στηρίξουν με την παραγωγή υλικών αγαθών και στρατολογία) και ο μόνος τρόπος ανεφοδιασμού του ήταν τα λάφυρα από τον αντίπαλο, σε περίπτωση επιτυχίας επιθετικών επιχειρήσεων, που γίνονταν όλο και λιγότερες από τις αντίστοιχες επιτυχίες της κυβερνητικής παράταξης. Αυτό οδήγησε στη συρρίκνωση των μαχητικών δυνατοτήτων του ΔΣΕ και στο αναπόφευκτο τέλος του το καλοκαίρι του 1949.
Αποφασιστικός παράγοντας όμως φαίνεται πως ήταν ο ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας Γιόσιπ Μπροζ Τίτο ο οποίος διαφώνησε με τον Ιωσήφ Στάλιν και αποπέμφθηκε από την Κομιντέρν, οπότε και σταμάτησε τη βοήθεια, έκλεισε τα σύνορα στον ΔΣΕ, και επιτέθηκε ανοιχτά στις δυνάμεις του ΔΣΕ, όταν το ΚΚΕ τάχθηκε στη γραμμή Στάλιν (τον Ιούνιο 1949).
Σε ψυχολογικό επίπεδο, οι δυο αντίπαλοι χρησιμοποιούσαν εκφράσεις επηρεασμού, για να προσελκύσουν τις κοινωνικές ομάδες που τους υποστήριζαν και για να απαξιώσουν τον εχθρό. Η κυβερνητική πλευρά αποκαλούσε επίσημα τον ΔΣΕ "Κομμουνιστοσυμμορίτες" και ανεπίσημα "Αναρχο-κομμουνιστο-Ληστο-Συμμορίτες", αλλά και "εαμοβούλγαρους" και "σλαβοκομμουνιστές", λόγω της εθνικής τους ανομοιογένειας, ενώ στον αντίποδα από το ΚΚΕ επιλέχθηκε ο όρος "Μοναρχοφασίστες" και "Αμερικανόδουλοι". Επιπλέον η κυβερνητική πλευρά ενισχύθηκε ηθικά από τις αρνητικές εντυπώσεις που προκάλεσαν στην κοινή γνώμη οι αναγγελίες του Ν.Ζαχαριάδη για δικαίωση των σλαβοβουλγαρικών επιδιώξεων με τη δημιουργία ανεξάρτητου Μακεδονικού κράτους, που βάρυνε καταλυτικά εναντίον των ανταρτών.
Στα επόμενα ψυχροπολεμικά χρόνια, σε εποχή που και στην Αμερική κυριαρχούσε η αντικομμουνιστική ψύχωση του Μακαρθισμού, στα στρατοδικεία κρίθηκαν χιλιάδες περιπτώσεις φυλακισμένων στρατιωτών του ΔΣΕ με μαζικές εξορίες στα ξερονήσια του Αιγαίου (Αϊ Στράτης, Μακρόνησος, Γυάρος). Οι διωγμοί αριστερών συνεχίστηκαν μέχρι τη μεταπολίτευση του 1974. Μεγάλος ήταν και ο αριθμός των προσφύγων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και χιλιάδες παιδιά), που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τα χωριά τους είτε για να μη βρεθούν στο επίκεντρο των μαχών είτε λόγω αναγκαστικής στρατολόγησης από τον ΔΣΕ. Ο αριθμός των καταφυγόντων του εμφυλίου πολέμου το 1949 ανερχόταν σε 684.607 άτομα, από τα οποία 166.000 πρόσφυγες επαναπατρίστηκαν και άλλοι 225.000 θα επαναπατρίζονταν σύντομα. Μέχρι το 1956 υπήρχαν επίσης αιχμάλωτοι στρατιωτικοί του Εθνικού Στρατού σε στρατόπεδα εργασίας στην Αλβανία και σε άλλες χώρες του Ανατολικού Μπλοκ.
Ο Εμφύλιος Πόλεμος αποτελεί την τραγικότερη πολιτική και ταξική αντιπαράθεση στην ελληνική κοινωνία από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Η ήδη ρημαγμένη από την Κατοχή χώρα μετατράπηκε σε ερείπια στα χρόνια της σύρραξης, η ανθρωπογεωγραφία της άλλαξε, καθώς ερημώθηκαν εκτεταμένες κυρίως ορεινές ζώνες, και μεγάλη φτώχεια μάστιζε τον λαό. Ακόμη σοβαρότερες όμως ήταν οι ηθικές συνέπειες, καθώς η βαθύτατη διαίρεση του λαού σε «εθνικιστές» και «κομμουνιστές» (και αργότερα σε «δεξιούς» και «αριστερούς») δημιούργησε οξύτατα πάθη και φανατισμούς, που διατηρούνται και εκδηλώνονται μέχρι σήμερα, παρά το γεγονός ότι όσοι έζησαν τα γεγονότα εκείνα δεν υπάρχουν πλέον. Η κατανόηση του νοήματος και του χαρακτήρα της φοβερής αυτής εθνικής εκατόμβης («όσα δε σφάχτηκαν αρνιά ποτέ για Πάσχα», όπως λέει ο ποιητής), της οποίας οι πληγές παραμένουν αθεράπευτες στον ψυχισμό του σύγχρονου ελληνικού κόσμου, είναι ένα θλιβερό, αλλά επιβεβλημένο, καθήκον, τα συμπεράσματα του οποίου δεν είναι δυνατόν ούτε να καλύψουν όλες της πτυχές του πολύπλοκου δράματος ούτε να ικανοποιήσουν όλες τις γενεσιουργές πλευρές του.
α. Αντιπαράθεση κομμουνισμού και φιλελεύθερου εθνικισμού
Η πρώτη και κυρίαρχη κατεύθυνση ερμηνείας μπορεί να αποδώσει στον Εμφύλιο χαρακτήρα αντιπαράθεσης της ανερχόμενης κομμουνιστικής με την επικρατούσα φιλελεύθερη εθνικιστική ιδεολογία, στα πλαίσια ενός επαναστατικού κινήματος, που αποσκοπούσε στην εγκαθίδρυση στην Ελλάδα σοσιαλιστικού πολιτεύματος, εμπνευσμένου από την λενινιστική και σταλινική μεταρρύθμιση στη Ρωσία. Ο (υποδηλούμενος από τους αντιπάλους του) σχεδιασμός των ενεργειών των ΚΚΕ / ΕΑΜ, με αφετηρία τις επιθέσεις εναντίον άλλων αντιστασιακών οργανώσεων το 1943, τον διορισμό της ΠΕΕΑ το 1944, το επακόλουθο κίνημα των ενόπλων δυνάμεων στην Αίγυπτο, την κωλυσιεργία στην λειτουργία της κυβέρνησης εθνικής ενότητας το 1944, την άρνηση αφοπλισμού και την περικύκλωση της Αθήνας με δυνάμεις του ΕΛΑΣ τον Δεκέμβριο του 1944, μέχρι την ανυποχώρητη επανάληψη των εχθροπραξιών το 1946, ακόμη και αν συνυπήρχαν και άλλοι γενεσιουργοί παράγοντες, αφήνουν ελάχιστα περιθώρια αμφισβήτησης της εκδοχής αυτής.
Τα ερωτήματα που σχετίζονται με αυτό το πλαίσιο θεώρησης αφορούν δύο ακανθώδη θέματα: (α) Αν το ΚΚΕ/ΕΑΜ νομιμοποιείται να έχει λάβει το επαναστατικό δικαίωμα να αποφασίσει για λογαριασμό του ελληνικού λαού την εφαρμογή ενός πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού συστήματος ανατρεπτικά αντίθετου με το υφιστάμενο στις χώρες της Ευρώπης, από τις οποίες το ελληνικό κράτος ήταν και παραμένει άμεσα εξαρτημένο και (β) Αν η στιγμή που επιλέχτηκε για την εφαρμογή της μεταρρύθμισης αυτής ήταν ευνοϊκή για την έκβαση του εγχειρήματος, λαμβανομένων υπόψη των γενικότερων συνθηκών.
Λύση στο πρώτο ερώτημα θα ήταν δυνατό να προκύψει από την ουτοπική και εξωπραγματική υπόθεση ότι ένδειξη απάντησης θα μπορούσε να έχει δοθεί από ένα τίμιο και αμερόληπτο δημοψήφισμα, το οποίο την εποχή εκείνη ήταν αντικειμενικά αδύνατο να γίνει στην Ελλάδα, όπου δεν έγιναν ποτέ όχι μόνο έντιμα δημοψηφίσματα, αλλά ούτε πράγματι νηφάλιες εκλογές, αφού σε όλες τις περιπτώσεις κάποια εξωγενής «πίεση» επηρέαζε την αυθεντική βούληση του λαού και τα αποτελέσματα. Το ΚΚΕ μπορεί να επικαλείται στο σημείο αυτό την εμφανή μαζική απήχηση του ΕΑΜ και τις εκλογές για την ανάδειξη λαϊκών αντιπροσώπων στη «βουλή των βουνών», όπου (κατά την δήλωσή του) μετείχαν 1 εκατομμύριο άνθρωποι, αλλά οι ενδείξεις αυτές απέχουν πολύ από το να μπορούν να θεωρηθούν έγκριση για την εφαρμογή επαναστατικών πολιτικών προγραμμάτων. Αναπόφευκτα τα μόνα διαθέσιμα σχετικά στοιχεία είναι οι εκλογές από το 1974 και μετά, οι οποίες, στο βαθμό που μπορούν να θεωρούνται άδολες και ανόθευτες, δεν έδωσαν ποτέ αποτελέσματα δικαιωτικά των ενεργειών του ΚΚΕ στα χρόνια του Εμφύλιου, ενώ και ο κλονισμός από την κατακρήμνιση της Σοβιετικής Ένωσης το 1990 εξουθένωσε ιδεολογικά με τρόπο δραματικό τα ηθικά όπλα του ΚΚΕ.
Στο δεύτερο ερώτημα το ΚΚΕ/ΕΑΜ, από επιχειρησιακή άποψη, έχει με το μέρος του ορισμένα θετικά σημεία, σε ό,τι αφορά την επιλογή της αποχώρησης των Γερμανών ως χρόνου εκδήλωσης του εγχειρήματος, αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου, κατά την οποία η ανθρώπινη ζωή ήταν το «φτηνότερο είδος στον κόσμο» (και επομένως μερικοί ενδεχόμενοι θάνατοι παραπάνω δεν θα κόστιζαν και πολύ), με οπλισμό διαθέσιμο σε μεγάλο πλήθος μαχητών και με χαλαρές τις δυνάμεις του επίσημου κράτους, 28 χρόνια μετά την επιτυχία του Λένιν στη Ρωσία σε ανάλογες συνθήκες, και σε μια συγκυρία, όπου παρόμοιες μεταβολές μόλις είχαν πραγματοποιηθεί σε άλλα βαλκανικά κράτη. Κρίσιμο όμως παραμένει και εδώ το ζήτημα, αν η ηγεσία του ΚΚΕ είχε σαφείς εγγυήσεις υποστήριξης από τη Ρωσία, χωρίς την οποία, δεν υπήρχε πιθανότητα επιτυχίας, εν όψει βέβαιης αντίδρασης των Άγγλων, που είχαν ζωτικά συμφέροντα στην Ελλάδα. Όπως δείχνουν τα πράγματα τέτοιες εγγυήσεις δεν δόθηκαν με κατηγορηματικότητα και αντίθετα υπήρχε η περιώνυμη Συμφωνία της Γιάλτας, μεταξύ Τσόρτσιλ και Στάλιν, κατά την οποία η Ελλάδα παρέμενε άνευ ετέρου στη σφαίρα επιρροής της Μ.Βρετανίας.
β. Αντίθεση κατά της ελληνικής φασιστικής ακροδεξιάς
Παραλλαγή της προηγούμενης εκδοχής, που θα μπορούσε να αποτελέσει βάση δικαίωσης του ΚΚΕ/ΕΑΜ, είναι η αιτιολόγηση της δράσης του από την άποψη ενός αγώνα εναντίον της ελληνικής φασιστικής ακροδεξιάς. Το επιχείρημα αυτό εδράζεται στην προηγηθείσα εθνικιστικής κατεύθυνσης Δικτατορία του Μεταξά, που εγκαινίασε την τακτική των διώξεων κατά των υποστηρικτών του ΚΚΕ, αλλά και στην εμφάνιση αντικομμουνιστικών οργανώσεων (Οργάνωση Χ, Τάγματα Ασφαλείας, ΜΑΥ, ΜΑΔ, ΤΕΑ), οι οποίες κατά τη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου ανάπτυξαν (συχνά βίαιη) δραστηριότητα περιοριστική της δράσης των κομμουνιστών, ως απάντηση σε αντίστοιχη δράση του ΕΛΑΣ. Στελέχη και μαχητές των οργανώσεων αυτών έγιναν μετά την απελευθέρωση δεκτά (άμεσα ή ως υποστηρικτικά σώματα) στον Εθνικό Στρατό, λόγω της εξαιρετικά χρήσιμης πολεμικής εμπειρίας τους κυρίως σε συγκρούσεις ανταρτοπόλεμου, που κατ’ εξοχήν εφάρμοζαν οι αντίπαλες δυνάμεις. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στο ΚΚΕ να βαφτίσει απαξιωτικά «φασιστικό» όλο τον Εθνικό Στρατό, που μόλις λίγα χρόνια πριν είχε χύσει ποταμούς αίματος πολεμώντας τον πραγματικό «φασισμό» στα βουνά της Αλβανίας, προβάλλοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του στο ηρωοποιημένο επίπεδο της αντιπαράθεσης που χαρακτήρισε τον Εμφύλιο Πόλεμο της Ισπανίας (1936-40), ο οποίος είχε συνεγείρει όλους τους λαούς της Ευρώπης. Επισείοντας τον κίνδυνο να επανέλθει μετά την απελευθέρωση αντικομμουνιστικό καθεστώς «τύπου Μεταξά», στο οποίο θα έβρισκαν ευκαιρία να ασυδοτούν ακροδεξιά στοιχεία, το ΚΚΕ μπορούσε να φανατίζει τα μέλη του και να προσελκύει μαχητές και ταυτόχρονα να είναι μέχρι τα νεότερα χρόνια αρεστό στους αριστερών αποκλίσεων πνευματικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους, στους οποίους το ΚΚΕ στήριξε μεγάλο μέρος της επιρροής του.
Η αντίπαλη πλευρά, όπως είναι αναμενόμενο, προβάλλει στο σημείο αυτό το αντεπιχείρημα της καθ’ υπερβολήν χρήσης του όρου «φασίστας» και «συνεργάτης των Γερμανών» εκ μέρους των υποστηρικτών του ΚΚΕ, οι οποίοι με τον τρόπο αυτό ουσιαστικά έχρισαν «ακροδεξιούς» όλους τους Έλληνες που δεν ήταν μέλη του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ και οι οποίοι, μετά την επικράτηση των Γερμανών, μέσα σε ένα καθεστώς δυσεξήγητης αιματοχυσίας, συνέχισαν να ασχολούνται με την καθημερινή εργασία τους, με την ελπίδα να επιβιώσουν.
γ. Αντιπαράθεση με τους Βρετανούς αποικιοκράτες
Μια τρίτη περιοχή ερμηνείας, επίσης αρεστή στους υποστηρικτές του ΚΚΕ, αφού δίνει στη δράση του μια άλλου είδους ηρωική χροιά, εδράζεται στην άποψη ότι ο Εμφύλιος Πόλεμος, ως σύγκρουση με τους Άγγλους αποικιοκράτες, που κατέληξε να είναι τουλάχιστον σε στρατιωτικό επίπεδο, ουσιαστικά ήταν συνέχεια της Εθνικής Αντίστασης, που εναντιώθηκε στους Γερμανούς κατακτητές. Αν στην κατεύθυνση αυτής της οπτικής, που υποστηρίχτηκε ιδιαίτερα από τον Άρη Βελουχιώτη, εξομοιώσουμε τους Άγγλους με τους Γερμανούς, θεωρώντας και τους δύο εξίσου «κατακτητές» η θέαση αυτή μπορεί να έχει το νόημα της ανάγκης απαλλαγής της χώρας από ξένους δυνάστες (από τους οποίους βέβαια δεν αποδεσμεύτηκε ποτέ μέχρι σήμερα).
Η περίπτωση αυτή έχει ωστόσο αρκετές δύσβατες, θλιβερές και δυσάρεστες πτυχές, αν ληφθεί υπόψη ότι το σύγχρονο ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε από ένα πλέγμα συμφερόντων στα οποία η άρχουσα χρηματοοικονομική και κεφαλαιοκρατική τάξη της Μ.Βρετανίας (που αργότερα έγινε διεθνής) είχε κυρίαρχη θέση. Από την άποψη αυτή (μιλώντας με ωμή γλώσσα) οι Άγγλοι ήταν «ιδιοκτήτες» (περισσότερο από κατακτητές) και ως ιδιοκτήτες υπερασπίστηκαν λυσσαλέα τα συμφέροντά τους στην Ελλάδα (όπως αποδείχτηκε από τις φοβερές και πολύνεκρες μάχες των Δεκεμβριανών). Από την άλλη μεριά, χωρίς ίσως να το έχουν συνειδητοποιήσει, τα στελέχη του ΚΚΕ αγωνίζονταν για την επικράτηση μιας πολιτικής ιδεολογίας, η οποία (όπως έδειξαν τα πράγματα και μιλώντας πάλι με ωμή γλώσσα) θα κατέληγε στην ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη επιρροής ενός άλλου υποψήφιου ιδιοκτήτη (που θα μπορούσε να θεωρηθεί και κατακτητής), ο οποίος με σοβιετικό προσωπείο, υλοποιώντας ένα παλιό όνειρο των ηγετών του, δημιούργησε μεταπολεμικά μια μεγάλη πανσλαβική αυτοκρατορία, στην οποία δεν είχε λόγο να μη θέλει να συμπεριλάβει και την Ελλάδα (με την αίρεση βέβαια της Συμφωνίας της Γιάλτας).
Η στυγνή εξέταση της πραγματικότητας οδηγεί στη διαπίστωση ότι η Ελλάδα είχε εκείνη την εποχή έναν ιδιοκτήτη (που δεν ήταν ο ελληνικός λαός), τρεις κατακτητές (αν συνυπολογίσουμε Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους) και έναν υποψήφιο ιδιοκτήτη (γνωστό από τα παλιά ως υποψήφιο αγοραστή). Επομένως οι εκφράσεις «συνεργάτης των κατακτητών», «δοσίλογος» «κουίσλινγκ» κλπ, που κατά κόρον χρησιμοποιήθηκαν στην επιχειρηματολογία του ΚΚΕ, δεν έχουν νόημα, αφού όσοι αγωνίστηκαν για να υπαχθεί η Ελλάδα στη Ρωσική αυτοκρατορία, ήαν εξίσου «συνεργάτες του κατακτητή», με αυτούς που αγωνίστηκαν για να παραμείνει η Ελλάδα στη Βρετανική αυτοκρατορία ή να ενταχθεί στην υπό ίδρυση (τότε) Γερμανική αυτοκρατορία. Οι ηττημένοι βέβαια, με παρότρυνση των νικητών, βαπτίστηκαν «δοσίλογοι των Γερμανών» και καταδικάστηκαν στη λήθη. Δικαιούται όμως κανείς να αναρωτιέται αν έπρεπε να εξακολουθούν να έχουν λόγο στην εξουσία οι «δοσίλογοι των Άγγλων --- και αργότερα των Αμερικάνων», αλλά και οι «δοσίλογοι των Ρώσων», που δεν νομιμοποιούνται να πιστεύουν ότι προκάλεσαν στη χώρα λιγότερα δεινά από τους πρώτους.
Στο σημείο αυτό, για αποφυγή παρερμηνειών, πρέπει να τονιστεί ότι οι όροι «Άγγλοι», «Βρετανοί», «Αμερικανοί», «Γερμανοί», «Ρώσοι», «Βούλγαροι», «Τούρκοι» και άλλες παρόμοιες, αποτελούν εκφραστικές απλοποιήσεις που δεν αφορούν το σύνολο των αντίστοιχων, καθόλα άξιων εκτίμησης, λαών, αλλά το χρηματοοικονομικό, βιομηχανικό, στρατιωτικό, πολιτικό και ακαδημαϊκό πλέγμα, που ελέγχει την πολιτική ζωή των χωρών αυτών και εκφράζεται προς τα έξω με τη μορφή «κυβέρνησης», προασπίζοντας τα συμφέροντα της εκάστοτε άρχουσας τάξης (που είναι πλέον διεθνής). Με το δεδομένο εξάλλου ότι το κείμενο αυτό δεν είναι πολιτικό μανιφέστο αλλά μελέτη της ιστορίας, η αναφορά σε άρχουσες τάξεις, από τους αρχαίους γαιοκτήτες και τους μεσαιωνικούς φεουδάρχες μέχρι τους σύγχρονους κεφαλαιοκράτες, είναι όρος ιστορικής διαπίστωσης, που δεν στρέφεται με εμπάθεια ή επικριτική σκοπιμότητα εναντίον καμίας κοινωνικής ομάδας.
δ. Αντιπαράθεση με τους Σλαβοβούλγαρους εθνικιστές
Μια τέταρτη πτυχή ερμηνείας, καθόλου ευχάριστη για το ΚΚΕ, είναι αυτή που συνδέει τον Εμφύλιο Πόλεμο με τις διεκδικήσεις των Σλαβοβούλγαρων εθνικιστών για δημιουργία ανεξάρτητου Κράτους της Μακεδονίας, με σλαβοβουλγαρική επιρροή, που θα περιλάμβανε και ελληνικά εδάφη της Μακεδονίας και της Θράκης. Δεδομένου ότι μόλις λίγα χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, οι Βούλγαροι εθνικιστές είχαν έμπρακτα δείξει τις διαθέσεις τους, με διώξεις και πυρπολήσεις ελληνικών χωριών, αν η επιλογή αυτή, που υποστηρίχτηκε από τον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη, είχε επικρατήσει θα οδηγούσε με μαθηματική συνέπεια σε αφελληνισμό όλης της βόρειας Ελλάδας από τα Τέμπη και πάνω. Επιπλέον η Ελλάδα, για πρώτη φορά μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, θα είχε απολέσει πλουτοφόρες περιοχές που κατακτήθηκαν με θυσίες μετά από αλλεπάλληλους αιματηρούς πολέμους και θα είχε συρρικνωθεί σε βαθμό απειλητικό για τη βιωσιμότητά της ως κράτους.
Με το δεδομένο ότι η μαχητική δύναμη του ΚΚΕ κατά τον Εμφύλιο περιλάμβανε Σλαβομακεδόνες σε ποσοστό 25-30 % (και κατά κάποιες εκτιμήσεις μέχρι 40 %) δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι αυτή η πτυχή ερμηνείας ήταν ικανή να προσδώσει στον Εμφύλιο (μετά τον Β Βαλκανικό και την Κατοχή) χαρακτήρα Ελληνοβουλγαρικής αντιπαράθεσης, υπό την καθηγεσία του ΚΚΕ. Δεν είναι περιττό να σημειωθεί ότι οι σλαβόφωνοι, που στρατολογήθηκαν στον ΔΣΕ, εμπνεόμενοι σαφώς από τα παλιά πανσλαβιστικά εθνικιστικά συνθήματα, δεν είχαν καμία ιδεολογική επαφή με τα διεθνιστικά οράματα του μαρξισμού, για τη δημιουργία αταξικής κοινωνίας στα οποία η εθνική διάκριση δεν θα είχε σημασία. Το ενδεχόμενο η (πιθανώς αφελής, ως προσπάθεια προσέλκυσής τους) υπόσχεση του Ν.Ζαχαριάδη στους Σλαβόφωνους να περιέκλειε στοιχεία εναλλακτικής επιλογής του ΚΚΕ για δημιουργία χωριστού κράτους στο βορρά, σε περίπτωση που θα αποτύγχανε το εγχείρημα για επιβολή σοβιετικού καθεστώτος σε ολόκληρη την Ελλάδα, επέδρασε ως καταπέλτης στην συλλογική συνείδηση της πλειοψηφίας των Ελλήνων, στα μάτια των οποίων και η υπόνοια ακόμα τέτοιων σκέψεων συνιστούσε ανεπίτρεπτο ατόπημα. Η σκιά που άφησε η υπόθεση αυτή στο ΚΚΕ έγειρε ανεπανόρθωτα εναντίον του μέχρι τις μέρες μας, όπως αποδεικνύει η μεταπολεμικά σαρωτική υπεροχή κομμάτων, όπως η ΕΡΕ και η Νέα Δημοκρατία, σε όλη τη βόρεια Ελλάδα, που σαφώς οφείλεται στον κίνδυνο επανόδου των Βουλγάρων, έναντι του οποίου η αποτροπή της ανάληψης εξουσίας από το ΚΚΕ είναι (για τους πληθυσμούς εκείνους) όρος πρώτιστης σημασίας.
ε. Αντιπαράθεση των μικρασιατικών προσφύγων με τους παλιοελλαδίτες
Μια τελευταία περίπτωση ερμηνείας, λιγότερο σημαντική και χωρίς ανάγκη έμφασης στις μέρες μας, σχετίζεται με την παρατήρηση ότι οι προσφυγικοί μικρασιατικοί πληθυσμοί, προπολεμικά και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, όταν δεν είχαν ακόμη ενταχθεί πλήρως στον κοινωνικό και οικονομικό βίο της χώρας, ήταν περισσότερο επιρρεπείς προς την υποστήριξη της κομμουνιστικής πολιτικής πρακτικής. Αυτό προκύπτει από τα επανειλημμένα αποτελέσματα των εκλογών σε προσφυγικές περιοχές, όπως ο Βύρωνας, η Καισαριανή, η Κοκκινιά, η Νέα Ιωνία και η Β Αθήνας και άλλες περιοχές της Επαρχίας, αλλά και από την καταγωγή των πρώτων τουλάχιστον ηγετών του ΚΚΕ από τη Μ.Ασία. Στο βαθμό που αυτή η διαπίστωση είναι βάσιμη, μπορεί κανείς να διακρίνει μια μικρή, αλλά αναγνωρίσιμη επίδραση του παράγοντα αυτού στις εχθροπάθειες που κυριάρχησαν κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων.
Είναι αξιοσημείωτο ότι κατά την περίοδο της Κατοχής υπήρχαν τρεις κυβερνήσεις:
(α) Η φιλογερμανική κυβέρνηση των Αθηνών του Ι. Ράλλη,
(β) Η επίσημη ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου (κυβέρνηση Εμμανουήλ Τσουδερού 1941 μέχρι τις 14 Απριλίου 1944, την οποία ακολούθησαν η κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου μέχρι τις 26 Απριλίου 1944, και η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου μέχρι τις 18 Οκτωβρίου 1944)
(γ) Η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ή «Κυβέρνηση του Βουνού») με πρωθυπουργούς τον Ευριπίδη Μπακιρτζή (10 Μαρτίου – 10 Απριλίου 1944) και τον Αλέξανδρος Σβώλο (10 Απριλίου – 9 Οκτωβρίου 1944) και σύνθεση στην οριστική της φάση ως εξής:
Πρόεδρος: Αλέξανδρος Σβώλος
Αντιπρόεδρος και Γραμματέας Επισιτισμού Ευριπίδης Μπακιρτζής
Γραμματέας Δικαιοσύνης: Ηλίας Τσιριμώκος
Γραμματέας Εσωτερικών: Γιώργης Σιάντος
Γραμματέας Στρατιωτικών: Εμμανουήλ Μάντακας
Γραμματέας Συγκοινωνίας: Νικόλαος Ασκούτσης
Γραμματέας Οικονομικών: Άγγελος Αγγελόπουλος
Γραμματέας Κοινωνικής Πρόνοιας: Πέτρος Κόκκαλης
Γραμματέας Γεωργίας: Κώστας Γαβριηλίδης
Γραμματέας Εθνικής Οικονομίας: Σταμάτης Χατζήμπεης
Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου (1946-49), σε συνέχεια της ΠΕΕΑ, από 23 Δεκεμβρίου 1947 λειτούργησε η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση (ΠΔΚ ή Κυβέρνηση του Βουνού επίσης) με μέλη της στελέχη του ΚΚΕ, ως εξής:
Πρόεδρος και υπουργός Στρατιωτικών Μάρκος Βαφειάδης.
Αντιπρόεδρος και υπουργός Εσωτερικών: Γιάννης Ιωαννίδης,
Υπουργός Εξωτερικών: Πέτρος Ρούσος,
Υπουργός Δικαιοσύνης: Μιλτιάδης Πορφυρογένης,
Υπουργός Υγιεινής, Πρόνοιας και Παιδείας: Πέτρος Κόκκαλης,
Υπουργός Οικονομικών: Βασίλης Μπαρτζιώτας,
Υπουργός Γεωργίας: Δημήτρης Βλαντάς,
Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Επισιτισμού: Λεωνίδας Στρίγκος.
Την άνοιξη του 1949 μετά την αποπομπή του Βαφειάδη από την ηγεσία του ΔΣΕ και της ΠΔΚ, πρόεδρος της ΠΔΚ ανέλαβε ο Μήτσος Παρτσαλίδης, μέχρι την οριστική ήττα του ΚΚΕ τον Αύγουστο του 1949.
Για να φωτιστούν ακριβέστερα τα σκοτεινά γεγονότα της Αντίστασης και τα ακόμη ζοφερότερα συμβάντα του Εμφυλίου Πολέμου, σκιαγραφείται σε αδρές γραμμές στην παράγραφο αυτή η προσωπικότητα των κύριων πρωταγωνιστών και των δύο παρατάξεων.
O Άρης Βελουχιώτης (ψευδώνυμο του Αθανάσιου Κλάρα, 27 Αυγούστου 1905 – 15 Ιουνίου 1945, όπου το «Άρης» προέρχεται από το θεό του πολέμου, και το «Βελουχιώτης» από το βουνό της Ευρυτανίας που τον φιλοξενούσε.), στέλεχος του ΚΚΕ και ηγέτης του ΕΛΑΣ, αποφασιστικός, θυμόσοφος και άμεσος ως χαρακτήρας, από τις διασημότερες φυσιογνωμίες της πολεμικής περιόδου, προβλήθηκε μεταπολεμικά ως σύμβολο του αδιάλλακτου επαναστατικού αγώνα, με μαγνητισμό για τους Έλληνες ισάξιο του Τσε Γκεβάρα. Γεννήθηκε στη Λαμία από εύπορη οικογένεια, αφού ο πατέρας του, Δημήτριος, ήταν δικηγόρος που είχε διατελέσει πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου της Λαμίας. Η μητέρα του, Αγλαΐα, το γένος Ζέρβα (με πιθανή μακρινή συγγένεια με τον Ναπολέοντα Ζέρβα), ήταν από οικογένεια συμβολαιογράφου. Αδελφός του ήταν ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος της Βραδυνής Μπάμπης Κλάρας. Σπούδασε οικότροφος στην Αβερώφειο Μέση Γεωργική Σχολή της Λάρισας στην οποία εισάχθηκε το 1919 σε ηλικία 14 ετών. Μετά την αποφοίτησή του, το 1922, επέστρεψε στην Λαμία και επέλεξε να δουλέψει δημόσιος υπάλληλος στη Γεωργική Υπηρεσία, πρώτα στη Δράμα, και μετά στα Τρίκαλα, από όπου όμως απογοητευμένος παραιτήθηκε .
Το 1923 κατέβηκε στην Αθήνα και το 1924, μετά από μια περίοδο δοκιμής, εντάχθηκε στην Τοπική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Αθήνας. Ένα χρόνο μετά κατατάχθηκε στο στρατό και έγινε Δεκανέας Πυροβολικού, αλλά, όταν έγινε αντιληπτή η κομμουνιστική του δράση καθαιρέθηκε και στάλθηκε στον Πειθαρχικό Ουλαμό Καλπακίου για να εκτίσει ποινή τριών μηνών. Όταν απολύθηκε από το στρατό επανήλθε στην Αθήνα, όπου το 1925 προσχώρησε στο ΚΚΕ με το ψευδώνυμο "Μιζέριας". Συμμετείχε σε περιφρουρήσεις διαδηλώσεων και συγκεντρώσεων, μοίρασμα προκηρύξεων και κοινωνική εργασία για την βοήθεια των οικογενειών των φυλακισμένων ή εκτοπισμένων κομμουνιστών. Επιπλέον επιμελήθηκε μαρξιστικές εκδόσεις και στα τέλη του 1928 έγινε συντάκτης της εργατικής ειδησεολογίας στον Ριζοσπάστη. Παράλληλα συνέχισε τη δραστηριότητά του στην κομματική ασφάλεια και τις εμπιστευτικές υποθέσεις.
Η μαχητική δράση του Κλάρα τον έφερε αντιμέτωπο με τις Αρχές Ασφαλείας, οι οποίες εφαρμόζοντας το Ιδιώνυμο του Βενιζέλου τον συνέλαβαν. Καταδικάστηκε, φυλακίστηκε και στάλθηκε σε δεκάμηνη εκτόπιση στην Γυάρο. Επιστρέφοντας στάλθηκε για να καθοδηγήσει περιφερειακές οργανώσεις στην Μυτιλήνη, Ξάνθη, Αλεξανδρούπολη και Κομοτηνή. Η έναρξη της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936 τον υποχρέωσε να επιστρέψει στην Αθήνα. Στα τέλη του 1936 συνελήφθη για διανομή προπαγανδιστικού υλικού και φυλακίστηκε στις φυλακές της Αίγινας, από όπου δραπέτευσε, αλλά συνελήφθη σύντομα και καταδικάστηκε σε 4 χρόνια φυλακή. Τον Ιούνιο του 1939 τον μετέφεραν στις φυλακές της Κέρκυρας, από όπου αποφυλακίστηκε, αφού προηγουμένως υπέγραψε Δήλωση Μετάνοιας, δηλαδή επίσημη βεβαίωση δημόσιας απόρριψης του κομμουνισμού. Επέστρεψε στην Αθήνα και για τα επόμενα δύο χρόνια βρέθηκε στο περιθώριο του κόμματος.
Η έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου του έδωσε την ευκαιρία να επανέλθει στην δράση, αφού κλήθηκε να υπηρετήσει στο Μακεδονικό Μέτωπο, ως στρατιώτης της 10ης Πυροβολαρχίας του 3ου Συντάγματος του αντιαεροπορικού πυροβολικού. Όταν τον Απρίλιο του 1941 το μέτωπο κατέρρευσε από την γερμανική εισβολή, επέστρεψε με την μονάδα του στην Αθήνα. Μέσω του Ανδρέα Τζήμα (Σαμαρινιώτη), ο οποίος ήταν μέλος του Πολιτικού Γραφείου και «Υπεύθυνος για την ανάπτυξη του Αντάρτικου», ήρθε σε επαφή με την ΚΕ ζητώντας να εργασθεί ως τυπογράφος, κάνοντας ταυτόχρονα πρόταση να αρχίσει αντάρτικο αγώνα κατά των δυνάμεων κατοχής, που απορρίφθηκε από την ΚΕ. Τον Νοέμβριο, όμως, ο Τζήμας παρέκαμψε την ΚΕ και εκμεταλλευόμενος την θέση του ως γραμματέα της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας (ΚΟΑ), τον έστειλε στην Ρούμελη για να διερευνήσει τις δυνατότητες ανάπτυξης αντάρτικου. Επέστρεψε στην Αθήνα στις αρχές Ιανουαρίου 1942 και ενημέρωσε το κόμμα. Η απόφαση της 8ης Ολομέλειας του ΚΚΕ στις αρχές Ιανουαρίου του 1942 μετά την ανάληψη της Γραμματείας της ΚΕ από τον Γιώργη Σιάντο, έστρεψε το ΚΚΕ προς τον ανταρτοπόλεμο. Ο Κλάρας, μετά από επίπονες προσπάθειες, κατάφερε να μεταπείσει την ηγεσία του ΚΚΕ και τον Μάρτιο 1942 έλαβε την συγκατάθεση της ΚΕ και έφυγε για τη Ρούμελη όπου στα τέλη Μαΐου του 1942 συγκρότησε στη Σπερχειάδα την πρώτη ένοπλη ομάδα του ΕΛΑΣ από 15 άνδρες, δίνοντας στον εαυτό του τον βαθμό του ταγματάρχη Πυροβολικού. Δικής του έμπνευσης ήταν το σχήμα τριπλής διοίκησης (Καπετάνιος, Στρατιωτικός διοικητής και Πολιτικός) που εφάρμοσε ο ΕΛΑΣ, ενώ καθιέρωσε και την προσφώνηση συναγωνιστής, θεωρώντας πως είναι πιο οικεία από το σύντροφος που χρησιμοποιούσε το ΚΚΕ. Χωρίς ξεκάθαρους στόχους και δράση, η ομάδα του Βελουχιώτη περιπλανιόνταν στην ύπαιθρο, μέχρις ότου αποφάσισαν να διακηρύξουν ανοιχτά τις προθέσεις τους, παρελαύνοντας στις 7 Ιουνίου 1942 στο χωριό Δομνίστα της Ευρυτανίας.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1942 το τμήμα του Βελουχιώτη έδωσε με επιτυχία την πρώτη μάχη στη χαράδρα της Ρεκάς στη Γκιώνα κατά ιταλικού αποσπάσματος, ενώ στις 29 Οκτωβρίου έδωσε με επιτυχία την δεύτερη μάχη κατά ιταλικού λόχου στο Κρίκελλο της Ευρυτανίας. Η φήμη του εδραιώθηκε μετά την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου τη νύχτα 25-26 Νοεμβρίου 1942, που πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία ανταρτικών ομάδων του ΕΛΑΣ υπό τον Βελουχιώτη, του ΕΔΕΣ υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα και Βρετανών αξιωματικών δολιοφθοράς υπό τον ταξίαρχο Έντι Μάγερς (Edie C.W. Myers). Ακολούθησε στις 18 Δεκεμβρίου 1942 η επιτυχία του κατά τη σύγκρουση με ιταλικό σύνταγμα στο Μικρό Χωριό Ευρυτανίας και σειρά άλλων επιχειρήσεων.
Μετά από μια άκαρπη συνάντηση του Άρη Βελουχιώτη με τον Ναπολέοντα Ζέρβα και τον υπαρχηγό της βρετανικής αποστολής, Κρις Γουντχάους στη Ροβελίστα της Ηπείρου (Δεκέμβριος του 1942), ακολούθησε ένταση και συγκρούσεις μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του συνταγματάρχη της ΕΚΚΑ Δημήτριου Ψαρρού, το Μάιο του 1944, από τον ταγματάρχη μηχανικού Θύμιο Ζούλα, στρατιωτικό διοικητή μονάδας του ΕΛΑΣ. Για το έγκλημα αυτό, όπως και για διάφορα άλλα περιστατικά βίας και τρομοκρατίας στην ορεινή ύπαιθρο, υπεύθυνος και εντολοδόχος θεωρήθηκε ο Βελουχιώτης, ο οποίος συγκρούστηκε επίσης με την ηγετική ομάδα του ΚΚΕ για τις εξτρεμιστικές μεθόδους που χρησιμοποιούσε, και διότι διαφωνούσε με την προσέγγιση του ΕΑΜ με τους Βρετανούς. Την άνοιξη του 1943 ο ΕΛΑΣ οργανώθηκε σε νέες βάσεις και ιδρύθηκε το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ με στρατιωτικό διοικητή τον στρατηγό Στέφανο Σαράφη, καπετάνιο τον Άρη Βελουχιώτη και πολιτικό καθοδηγητή τον Ανδρέα Τζήμα (Σαμαρινιώτη). Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας τον Σεπτέμβριο του 1943, ο ΕΛΑΣ εξοπλίστηκε με ιταλικό οπλισμό και στράφηκε συστηματικότερα κατά των Γερμανών στη Ρούμελη και στην Πελοπόννησο. Τον Σεπτέμβριο του 1944, μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ο Βελουχιώτης πολέμησε επικεφαλής του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου εναντίον των Ταγμάτων Ασφαλείας σε διάφορες πόλεις (Πύργος, Καλαμάτα, Γαργαλιάνοι, Μελιγαλάς, Πύλος), με πολλά θύματα και στις δύο πλευρές, ειδικά στον Μελιγαλά. Στις αρχές Οκτωβρίου 1944 ο Βελουχιώτης έφυγε για την Ρούμελη, όπου μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Λαμία μπήκε θριαμβευτικά στην πόλη και εκφώνησε λόγο (29 Οκτώβρη), όπου έκανε αναφορά στον πολύχρονο αιματηρό αγώνα του ΕΛΑΣ, στο πολιτειακό, στην εθνική ανεξαρτησία και σε ενδεχόμενους αγώνες για την κατοχύρωσή της και μετά την αποχώρηση των Γερμανών.
Το κύριο πρόβλημα που έθετε ο Άρης μετά την αποχώρηση των Γερμανών ήταν οι σχέσεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ με τους Άγγλους, καθώς πίστευε ότι η σύγκρουση μαζί τους ήταν αναπόφευκτη. Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, η ηγεσία του ΚΚΕ ανασυγκρότησε την Κ.Ε του ΕΛΑΣ με μη κομματικά στελέχη (Μάντακας-Χατζημιχάλης), ενώ οι οπαδοί της σύγκρουσης Άρης Βελουχιώτης και Στέφανος Σαράφης βρίσκονταν στη Λαμία και δεν έλαβαν μέρος στις μάχες της Αθήνας. Αντίθετα, με εντολή της ηγεσίας του ΚΚΕ, στα τέλη Δεκεμβρίου του 1944 στάλθηκαν στην Ήπειρο να διαλύσουν τις μονάδες του ΕΔΕΣ, πράγμα που κατάφεραν σε ελάχιστο χρόνο (τα υπολείμματα του ΕΔΕΣ μεταφέρθηκαν από τους Άγγλους στην Κέρκυρα). Στις αρχές Ιανουαρίου 1945 ο Βελουχιώτης με την ηγεσία του ΕΑΜ και τους μαχητές του ΕΛΑΣ Αθήνας εγκαταστάθηκαν στη Λαμία, όπου στις 13-14 Ιανουαρίου εφαρμόστηκε η ανακωχή που είχε συμφωνηθεί στις 11 Ιανουαρίου 1945.
Η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας από το ΕΑΜ και η αποστράτευση του ΕΛΑΣ με υπογραφή και του Βελουχιώτη στις αρχές του 1945, οδήγησε στην παράδοση μεγάλου αριθμού όπλων και τη διάλυση του ΕΛΑΣ και σήμανε την έναρξη διώξεων εναντίον συμπαθούντων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ο Άρης Βελουχιώτης ήρθε τότε σε ανοιχτή σύγκρουση και ρήξη με το ΚΚΕ θεωρώντας τη συμφωνία «προδοσία των απλών ανταρτών». Ξανάρχισε την δράση του κινούμενος στην ορεινή κεντρική Ελλάδα, ιδρύοντας το Μέτωπο Εθνικής Ανεξαρτησίας (ΜΕΑ) και τον νέο ΕΛΑΣ με στόχο τον αγώνα εναντίον των Άγγλων και της νέας ελληνικής κυβέρνησης. Η τότε ηγεσία του ΚΚΕ τον κατήγγειλε ανοιχτά με κατηγορίες όπως "μικροαστός τυχοδιώκτης" και στο τέλος τον διέγραψε από το κόμμα. Στις 15 Ιουνίου 1945 ο Άρης Βελουχιώτης κυκλώθηκε στη Χαράδρα του Φάγκου (Αχελώος Ποταμός) στο χωριό Μεσούντα του Νομού Άρτας, δυτικά από ομάδες της Εθνοφυλακής, που είχαν σταλεί για να τον συλλάβουν με επικεφαλής τον οπλαρχηγό Βόιδαρο, και ανατολικά από τμήμα του Ελληνικού Στρατού με επικεφαλής τον υπολοχαγό Α. Μουρελάτο, στο οποίο συμμετείχε ο Ρίζος Μπόκοτας. Το απόγευμα της 15ης Ιουνίου, κατά την επικρατούσα εκδοχή, ο Άρης αυτοκτόνησε με το περίστροφό του δίπλα σε άνδρες του τμήματός του. Η απόφαση του ΚΚΕ για διαγραφή του από το κόμμα ανακοινώθηκε την ίδια μέρα του θανάτου του. Την επόμενη μέρα 16 Ιουνίου το τάγμα εθνοφυλάκων του Βόιδαρου βρήκε τα δύο πτώματα και τα αποκεφάλισε. Τους αποκεφαλισμούς έκανε ο πρώην αντάρτης του Άρη με το ψευδώνυμο Δράκος. Τα κεφάλια του Άρη Βελουχιώτη και του πιστού συναγωνιστή του Τζαβέλα μεταφέρθηκαν για επίδειξη στα Τρίκαλα, όπου στη συνέχεια πήγε ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης τότε Ναπολέων Ζέρβας για να επιβεβαιώσει την ταυτότητα, και στη συνέχεια τα κεφάλια μεταφέρθηκαν στην Αθήνα με άγνωστη κατάληξη.
Ο Άρης Βελουχιώτης είναι μια από τις περισσότερο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της νεοελληνικής ιστορίας, που έχει εμπνεύσει θαυμασμό αλλά και αποτροπιασμό, αφού οι υποστηρικτές του προβάλλουν την προσφορά του στην εθνική αντίσταση, ενώ η άλλη πλευρά αμφισβητεί τα κίνητρα της δράσης του και τονίζει τη σκληρότητα και βιαιότητα με την οποία αντιμετώπιζε όχι μόνο τους αντιπάλους του, αλλά και όσους θεωρούσε αντικομμουνιστικών φρονημάτων, αποδίδοντάς τους (συνήθως αυθαίρετα) την μομφή ότι ήταν συνεργάτες των Γερμανών. Αγαπημένη του ευχή στους συμπολεμιστές του, όταν πήγαιναν στη μάχη και δεν γνώριζαν ποιοί και πόσοι θα γύριζαν ζωντανοί, ήταν "καλή αντάμωση στα γουναράδικα".
Ο Ναπολέων Ζέρβας (Άρτα, 1 Ιανουαρίου 1891 - Αθήνα, 10 Δεκεμβρίου 1957) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, ιδρυτής του ΕΔΕΣ και πολιτικός. Γεννήθηκε στην Άρτα, καταγόμενος από ιστορική σουλιώτικη οικογένεια. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του κατατάχθηκε στον στρατό εθελοντικά και συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους. Αποφοίτησε από τη Σχολή Υπαξιωματικών το 1914. Το 1916 συντάχθηκε με τους βενιζελικούς στη Θεσσαλονίκη, ως επιτελάρχης του στρατηγού Ιωάννου στην ταξιαρχία Αρχιπελάγους. Όταν ηττήθηκαν οι βενιζελικοί στις εκλογές του 1920 κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε μέλος της εκεί βενιζελικής Πολιτικής Επιτροπής. Το 1922 έλαβε μέρος στην επανάσταση του Ν.Πλαστήρα και μετά συνδέθηκε με τον Θ.Πάγκαλο και έγινε διοικητής τάγματος των σωματοφυλάκων του. Χρημάτισε από το 1925-26 φρούραρχος Αθηνών, ενώ το 1926 ήταν υπασπιστής του Προέδρου της Δημοκρατίας Παύλου Κουντουριώτη. Το 1926, ως ένας από τους επίδοξους ανατροπείς του Πάγκαλου, εκδιώχθηκε από τον στρατό, καταδικάστηκε από στρατοδικείο, αλλά αργότερα αμνηστεύτηκε. Ο Ζέρβας ήταν ένας από τους αξιωματικούς που συμμετείχαν στο αποτυχημένο φιλοβενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935. Στους πρώτους μήνες του 1937 ο Ζέρβας ήρθε σε επαφή με τον απότακτο βενιζελικό αξιωματικό Λεωνίδα Σπάη και σχημάτισε αντιδικτατορικό πυρήνα που οδήγησε στο σχηματισμό της οργάνωσης Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος με σκοπό την ανατροπή του Μεταξικού καθεστώτος, εξαιτίας του οποίου φυλακίστηκε, αλλά ανέκτησε την ελευθερία του λίγο μετά τη γερμανική εισβολή.
Μετά την απελευθέρωσή του από τη φυλακή στις 9 Σεπτεμβρίου 1942 ίδρυσε τον ΕΔΕΣ, ως αρχηγός του οποίου ανέπτυξε αντιστασιακή δράση, με αποκορύφωμα την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου τη νύχτα 25-26 Νοεμβρίου 1942, που πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία ανταρτικών ομάδων του ΕΛΑΣ υπό τον Βελουχιώτη, του ΕΔΕΣ υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα και Βρετανών αξιωματικών δολιοφθοράς υπό τον ταξίαρχο Έντι Μάγερς (Edie C.W. Myers). Τον Σεπτέμβριο του 1943 ήταν απρόθυμος στις αόριστες βολιδοσκοπήσεις του Γερμανού διοικητή δυτικής Ελλάδος Hubert Lanz. Στη συνέχεια, υπό το βάρος των ένοπλων επιθέσεων που δέχτηκε από τον ΕΛΑΣ, για να αποφύγει τον διμέτωπο αγώνα, συναίνεσε μυστικά στη σύναψη δεκαήμερης ανακωχής με τους Γερμανούς, ως προϋπόθεση για τις μετέπειτα διαπραγματεύσεις. Με σκοπό την κάλυψη των νώτων του παρέτεινε τις διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς, και γενικά εκμεταλλεύτηκε τις πολυποίκιλες αντικομμουνιστικές διαθέσεις τόσο των Άγγλων όσο και των Γερμανών, για να εξασφαλίσει την επιβίωση του ΕΔΕΣ ως ανεξάρτητης δύναμης. Στις 18 Ιουνίου 1944, ο ΕΔΕΣ εξαπέλυσε επίθεση κατά της Παραμυθιάς στη Θεσπρωτία, όπου ύστερα από σύντομη συμπλοκή με τα συνασπισμένα τμήματα Γερμανών και Αλβανών Τσάμηδων (<Θυάμιδων < ποταμός Θύαμις), η πόλη απελευθερώθηκε. Τον Αύγουστο του 1944 ο Ζέρβας προάχθηκε τιμητικά από την κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου σε υποστράτηγο. Στα Δεκεμβριανά ο Ζέρβας και οι άνδρες του, ευρισκόμενοι στην Ήπειρο, δέχθηκαν επίθεση υπέρτερων αριθμητικά δυνάμεων του ΕΛΑΣ, οπότε αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν στην Κέρκυρα, όπου ο ΕΔΕΣ διαλύθηκε.
Τον Μάρτιο του 1945 ο Ζέρβας αποστρατεύτηκε με αίτησή του για να κατέλθει στην πολιτική και ίδρυσε το κεντροδεξιό Εθνικό Κόμμα Ελλάδος, με το οποίο έλαβε μέρος στις εκλογές του 1946, κατακτώντας 20 έδρες και ποσοστό 5,96%. Στην κυβέρνηση Μαξίμου (1-8/1947) ανέλαβε αρχικά Υπουργός Άνευ Χαρτοφυλακίου και στη συνέχεια ανέλαβε το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως (23 Φεβρουαρίου 1947), στο οποίο παρέμεινε μέχρι τις 29 Αυγούστου 1947. Στις εκλογές του 1950 περιορίστηκε στις 7 έδρες. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1950 ανέλαβε το υπουργείο Δημοσίων Έργων στην κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου. Στη συνέχεια μετείχε στο συνδυασμό του Κόμματος των Φιλελευθέρων στις εκλογές του 1951 και το 1952 ήταν ανεξάρτητος υποψήφιος στην εκλογική περιφέρεια Άρτας. Πέθανε το 1957 σε ηλικία 65 ετών.
Ο Δημήτριος Ψαρρός (Χρισσό Φωκίδας 1893- Κλήμα Φωκίδας 1944) ήταν στρατιωτικός ηγέτης της Εθνικής Αντίστασης, συνιδρυτής της οργάνωσης «Εθνική και Κοινωνική Αναγέννηση» (ΕΚΚΑ), αρχηγός του «5/42 Συντάγματος» και θύμα των εμφυλίων διενέξεων της εποχής. Σπούδασε στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και με την κήρυξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου (1912) κατατάχθηκε εθελοντής στον στρατό. Αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του πυροβολικού το 1916. Προσχώρησε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους, στην εκστρατεία της Ουκρανίας (1919) και στην Μικρασιατική εκστρατεία. Μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου τοποθετήθηκε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού και συμμετείχε στην οργάνωση του στρατού του Έβρου. Ως επιτελάρχης της 10ης μεραρχίας, κατηγορήθηκε για τη συμμετοχή του στο επαναστατικό κίνημα του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1935 και καταδικάστηκε από το στρατοδικείο Θεσσαλονίκης σε 12ετή φυλάκιση και απόταξη, αλλά αφέθηκε ελεύθερος και ασχολήθηκε με το εμπόριο.
Μετά την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στη χώρα, ο Ψαρρός τον Μάιο του 1941 υπέγραψε το ιδρυτικό σύμφωνο μιας από τις πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις, της «Ελευθερίας», και ανέλαβε στρατιωτικός υπεύθυνος της οργάνωσης. Μετά τις Γερμανικές διώξεις του Φθινοπώρου του 1941, δυο στενοί αξιωματικοί συνεργάτες του Ψαρρού συνελήφθησαν, ενώ ο ίδιος κατέφυγε στην Αθήνα, διακόπτοντας την δράση του με την «Ελευθερία». Στην Αθήνα ήρθε σε επαφή με την κυβέρνηση του Καΐρου και τον σύγαμπρο του Ιωάννη Τσιγάντε, και μαζί με τον πρώην υπουργό Γεώργιο Καρτάλη ίδρυσε την αντιβασιλική οργάνωση Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση (ΕΚΚΑ) με πρόγραμμα την Λαοκρατούμενη Δημοκρατία. Το 1942 εντάχθηκε στην μικρή στρατιωτική οργάνωση Ελληνικός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΑΣ), η οποία, σε συνεργασία με τον ΕΛΑΣ, έπληξε Ιταλική εφοδιοπομπή στη Δοβρουβίτσα Δωρίδας στις 18/12/1942. Λόγω έλλειψης υλικών ο Ψαρρός επέστρεψε στην Αθήνα, από όπου γύρισε οριστικά στην Παρνασσίδα τον Μάρτιο του 1943.
Το «5/42 Σύνταγμα», υπό τον Δ.Ψαρρό, ήταν η στρατιωτική εκπροσώπηση του ΕΚΚΑ κατά την περίοδο της αντίστασης και έδρασε στην περιοχή της Γκιώνας. Το 5/42 άρχισε να εμφανίζεται σε μια περιοχή που ελεγχόταν ήδη από τον ΕΛΑΣ, ενώ υπήρξαν προστριβές μεταξύ των δύο οργανώσεων για θέματα προπαγάνδας και επιμελητείας, καθώς οι ΕΛΑΣίτες κατηγορούσαν τους μαχητές του 5/42 για πλήρη εξάρτηση από την Βρετανική βοήθεια . Τον Μάιο του 1943 η οργάνωση αφοπλίστηκε από τον ΕΛΑΣ, και προτάθηκε στον Ψαρρό η θέση του στρατιωτικού διοικητή Στερεάς Ελλάδας, αλλά εκείνος αρνήθηκε. Μετά από διαμαρτυρίες των Βρετανών συνδέσμων, το 5/42 ανασυγκροτήθηκε. Στις 19 Ιουνίου 1943 τμήματα του ΕΛΑΣ υπό τον Ανδρέα Μουντρίχα και τον Φώτη Βερμαίο αφόπλισαν πάλι μετά από μάχη τα τμήματα του 5/42, ενώ ο Ψαρρός μετέβη στο Αίγιο με σκοπό την οριστική απόσυρση από το αντάρτικο.
Μετά από καταδίκη της δεύτερης διάλυσης του 5/42 από το ΚΚΕ, το Γενικό Στρατηγείο (Γ.Σ) του ΕΛΑΣ έστειλε εντολές καλής συνύπαρξης με το 5/42 το οποίο ανασυγκροτήθηκε για τρίτη φορά. Η ΕΚΚΑ δέχτηκε να συμμετάσχει στο Κοινό Γενικό Στρατηγείο Ανταρτών καθώς και να στείλει μαζί με τον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ επιστολή στην Κυβέρνηση του Καΐρου όπου ζητούσε να μην επιστρέψει ο βασιλιάς δίχως να προηγηθεί δημοψήφισμα. Κατά τις εμφύλιες διαμάχες μεταξύ του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ, το 5/42 δήλωσε στήριξη στον ΕΛΑΣ, πράξη που προκάλεσε δυσαρέσκεια στους φιλοβασιλικούς του συντάγματος και δυσπιστία στους Βρετανούς για το 5/42. Μετά την Συμφωνία της Πλάκας - Μυρόφυλλου το 5/42 αντιμετώπισε την εχθρότητα του ΕΛΑΣ, καθώς η στάση των Ψαρρού-Καρτάλη στη συμφωνία θεωρήθηκε από το ΚΚΕ προδοσία. Στις 1 Φεβρουαρίου 1944 και ενώ οι δυο οργανώσεις συνεργάζονταν για την άμυνα της Άμφισσας έναντι των Γερμανών, σε άλλα τμήματα του 5/42 φιλοβασιλικοί αξιωματικοί, με επικεφαλής τον Θύμιο Δεδούση, υπόγραψαν κείμενο αποκήρυξης της ΕΚΚΑ ενώ ο Ψαρρός βρισκόταν στην Πλάκα.
Ο Ψαρρός βρέθηκε τότε σε δύσκολη θέση καθώς είχε χάσει σε ένα βαθμό τον έλεγχο του συντάγματος του, ενώ την κατάσταση περιέπλεξε και πρόταση των Γερμανών για ανακωχή με το 5/42. Στις 17 Απριλίου του 1944 το 5/42 διαλύθηκε μετά από πλήγμα που δέχτηκε από τμήμα του ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον ταγματάρχη Θύμιο Ζούλα και τον Άρη Βελουχιώτη κοντά στη Στρώμη Φωκίδας. Αιχμαλωτίστηκαν και εκτελέστηκαν μετά από βασανιστήρια δεκάδες αντάρτες του 5/42. Ο ίδιος ο Ψαρρός εκτελέστηκε κατόπιν εντολής του ταγματάρχη του ΕΛΑΣ Θύμιου Ζούλα, που ανήκε στο περιβάλλον του γενικού γραμματέα του ΚΚΕ Γιώργη Σιάντου. Ο φόνος του Ψαρρού, μια από τις μελανότερες σελίδες της Εθνικής Αντίστασης, που επίσημα χρεώθηκε στην ηγεσία του ΕΑΜ (και συγκεκριμένα στον Γ.Σιάντο), συγκλόνισε το πανελλήνιο, καθορίζοντας ως ένα βαθμό τις μεταγενέστερες εξελίξεις, αφού αναφέρθηκε εμφατικά και στιγματίστηκε στο Συνέδριο του Λιβάνου.
Ο Δημήτριος Ψαρρός ήταν από τους πρώτους ανώτερους αξιωματικούς που από την αρχή της Κατοχής προσανατολίστηκε στην ένοπλη αντίσταση έναντι των δυνάμεων Κατοχής. Ο ίδιος ήταν μετριοπαθής και υποχωρητικός, με μεγάλο κύρος και με νοοτροπία αξιωματικού του τακτικού στρατού. Πολυγραφότατος, δημοσίευσε στρατιωτικές και ιστορικές μελέτες σε εφημερίδες και περιοδικά. Μετά θάνατον το 1945 προάχθηκε σε υποστράτηγο. Το Κέντρο Εκπαίδευσης Πυροβολικού (ΚΕΠΒ) Θήβας φέρει το όνομα του, ενώ προτομή του βρίσκεται στις οδούς Πατησίων και Αλεξάνδρας στην Αθήνα. Την δεκαετία του 1960 στο χώρο της διάλυσης του 5/42 συντάγματος κατασκευάστηκε μαυσωλείο πεσόντων.
Ο Ευριπίδης Μπακιρτζής (Σέρρες, 16 Ιανουαρίου 1895 – Φούρνοι Ικαρίας, 9 Μαΐου 1947) ήταν Έλληνας στρατηγός, ηγετικό στέλεχος της Εθνικής Αντίστασης, ο οποίος ανέλαβε πρωθυπουργός στην Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ, γνωστής και ως «Κυβέρνηση του Βουνού») κατά το διάστημα 10 Μαρτίου έως 18 Απριλίου 1944. Γιος του γραμματέα του Ελληνικού Προξενείου Σερρών Χρίστου Μπακιρτζή και της δασκάλας Ευθαλίας Ζάκα, εκτός από την αδελφή του Μαρίκα, είχε δύο ετεροθαλείς αδελφούς, από τους οποίους ο ένας ήταν διακριθείς Μακεδονομάχος με το ψευδώνυμο "Νίκος ο Σερραίος", και ο άλλος εκτελέσθηκε από τους Βούλγαρους στις Σέρρες το 1916. Το 1911, ο Μπακιρτζής εισάχθηκε στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13, ως φοιτητής της Σχολής μαζί με άλλους Ευέλπιδες, (μεταξύ των οποίων και ο Σοφοκλής Βενιζέλος, με τον οποίο υπήρξαν προσωπικοί φίλοι). Τον Αύγουστο του 1914, το ξέσπασμα του Α Παγκοσμίου Πολέμου και ο Εθνικός Διχασμός βρήκαν τον Ε. Μπακιρτζή στην Καβάλα ανθυπολοχαγό του Πυροβολικού. Από τις αρχές του 1916, ως την κατάληψη των περισσοτέρων οχυρών της ανατολικής Μακεδονίας το ίδιο έτος από τους Γερμανοβουλγάρους με την ταυτόχρονη εκκένωση των περιοχών της υπαίθρου από τους ελληνικούς πληθυσμούς, ο Ε. Μπακιρτζής αγωνίστηκε με τους βενιζελικούς αξιωματικούς της Εθνικής Άμυνας και διακρίθηκε στη μάχη του Σκρα. Αργότερα, το 1919 σπούδασε με υποτροφία για τρία χρόνια στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου της Γαλλίας.
Το 1922, ενώ είχε ήδη φτάσει στον βαθμό του ταγματάρχη, συμμετείχε στην Επαναστατική Επιτροπή του Ν.Πλαστήρα που ανέτρεψε στη συνέχεια τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Το 1926, με βαθμό αντισυνταγματάρχη, συμμετείχε στο κίνημα Τζαβέλα-Μπακιρτζή όπου συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά δεν εκτελέστηκε. Το 1928, επανήλθε στο στράτευμα, ως μηδέποτε διωχθείς και υπηρέτησε σε επίλεκτες θέσεις ως επιτελάρχης του Γ΄ Σώματος Στρατού, διευθυντής του 2ου Γραφείου (Πληροφοριών) του ΓΕΣ και στρατιωτικός ακόλουθος στις πρεσβείες Σόφιας και Βουκουρεστίου. Το 1935, με βαθμό συνταγματάρχη, έλαβε μέρος στο στρατιωτικό κίνημα 1ης Μαρτίου 1935. Δικάστηκε ερήμην και καταδικάστηκε για δεύτερη φορά σε θάνατο, που μετατράπηκε σε απόταξη. Με την επιστροφή του βασιλιά Γεωργίου Β΄ του δόθηκε χάρη και επέστρεψε στην Ελλάδα. Λόγω όμως των αντικαθεστωτικών του κινήσεων συνελήφθη λίγο αργότερα και εκτοπίστηκε στον Άγιο Ευστράτιο (1936). Εκεί παρέμεινε μέχρι τις αρχές του 1937 όταν και εξορίστηκε στα Αντικύθηρα. Το 1937 έφυγε στην Ρουμανία, από όπου επέστρεψε στην Ελλάδα με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, το 1940, όταν παρουσιάστηκε στο Στρατολογικό γραφείο Θεσσαλονίκης για να ενταχθεί στον στρατό με το βαθμό του απλού στρατιώτη, που όμως δεν έγινε δεκτό.
Έκτοτε, εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση και ήταν ο πρώτος στρατιωτικός σύνδεσμος μεταξύ Άγγλων -Ελλήνων. Υπήρξε από τα ιδρυτικά στελέχη της αντιστασιακής πολιτικής οργάνωσης ΕΚΚΑ, μαζί με τον φίλο και συμμαθητή του συνταγματάρχη, επίσης απότακτο, Δημήτριο Ψαρρό. Λίγο καιρό αργότερα προσχώρησε στην οργάνωση ΑΑΑ (Αγών – Ανόρθωσις – Ανεξαρτησία) του στρατηγού Στέφανου Σαράφη, και από εκεί στις τάξεις του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ. Ήταν διοικητής της ομάδας μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ. Όταν ιδρύθηκε η ΠΕΕΑ στις 10 Μαρτίου του 1944, ανέλαβε προσωρινός πρωθυπουργός. Στις 18 Απριλίου του ίδιου έτους, παραχώρησε την θέση του στον Αλέξανδρο Σβώλο και ο ίδιος ανέλαβε αντιπρόεδρος και γραμματέας επισιτισμού μέχρι την διάλυση της ΠΕΕΑ στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944.
Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, το Σεπτέμβριο του 1946, συνελήφθη ως αριστερός και εξορίστηκε στον Άγιο Κήρυκο Ικαρίας και αργότερα στους Φούρνους Ικαρίας. Τον Φεβρουάριο του 1947, η ελληνική κυβέρνηση του επέτρεψε να καταθέσει στην επιτροπή του ΟΗΕ που ερευνούσε την κατάσταση στην εμφυλιοπολεμική περίοδο. Στις 9 Μαΐου 1947 βρέθηκε νεκρός στο δωμάτιό του στους Φούρνους Ικαρίας με μία σφαίρα στην καρδιά. Επισήμως, ο θάνατός του καταγράφηκε ως αυτοκτονία. Ο Μπακιρτζής ήταν γνωστός και ως «κόκκινος συνταγματάρχης», επειδή αρθρογραφούσε στον Ριζοσπάστη με αυτό το ψευδώνυμο.
Ο Αλέξανδρος Ι. Σβώλος (Κρούσοβο, 1892 – Αθήνα, 22 Φεβρουαρίου 1956) ήταν Έλληνας νομικός και πολιτικός. Κατά την περίοδο της Κατοχής, διετέλεσε πρωθυπουργός της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ, γνωστής και ως «Κυβέρνησης του Βουνού»). Γεννήθηκε στο Κρούσοβο (Kruševo) της Βορειοδυτικής Μακεδονίας (σημερινή ΠΓΔΜ). Οι γονείς του, Ιωάννης και Θάλεια, ήταν βλάχικης καταγωγής. Σπούδασε νομικά στην Κωνσταντινούπολη (1911–1912) και κατόπιν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου είχε για δάσκαλο τον διαπρεπή έλληνα συνταγματολόγο Νικόλαο Σαρίπολο. Το 1915, ανακηρύχθηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών με τη διατριβή Το δικαίωμα τού συνεταιρίζεσθαι και το δίκαιον των σωματείων. Κατά την περίοδο 1917–1920, διετέλεσε διευθυντής στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, στην Διεύθυνση Εργασίας και Κοινωνικής Πολιτικής. Από την θέση αυτή, συνέταξε τον νόμο 2112/1920 «περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας», φρόντισε ώστε να κυρωθούν διά νόμου οι Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας της Ουάσιγκτον και οργάνωσε τις υπηρεσίες του Υπουργείου και της Επιθεώρησης Εργασίας. Κατά τα έτη 1921–1922, εργάσθηκε ως γενικός διευθυντής στην Προύσα της Μικράς Ασίας και, κατά παραγγελία του Ύπατου Αρμοστή Σμύρνης συνέταξε το Σύνταγμα της Ιωνικής Πολιτείας. Το 1929, διαδέχθηκε τον Ν. Ν. Σαρίπολο στην έδρα του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εξαιτίας των αριστερών πεποιθήσεών του, παύτηκε από την έδρα του τρεις φορές, το 1935, το 1936 και το 1944. Για τους ίδιους λόγους, ο Μεταξάς τον εξόρισε στην Ανάφη, Μήλο, Νάξο και Χαλκίδα κατά την περίοδο 1936–1940. Στα χρόνια 1941–1943, διετέλεσε πρόεδρος της Επιτροπής Μακεδόνων και Θρακών και συνέταξε υπομνήματα προς τις γερμανικές Αρχές Κατοχής καταγγέλλοντας τις ωμότητες των Βουλγάρων κατά των πληθυσμών τους.
Τον Απρίλιο του 1944, ύστερα από πολλούς δισταγμούς, δέχθηκε να γίνει πρόεδρος της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ). Με την ιδιότητα αυτή έλαβε μέρος στο Συνέδριο του Λιβάνου για την ανασυγκρότηση της ελληνικής κυβέρνησης στο Κάιρο και την μετατροπή της σε κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, στην οποία θα συμμετείχαν και εκπρόσωποι της ΠΕΕΑ. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1944, ο Σβώλος ανέλαβε υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Παπανδρέου. Όμως τα μέτρα που έλαβε για την ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας έδωσαν λαβή για αμφισβήτηση και κριτική εναντίον του. Τελικά παραιτήθηκε, μαζί με όλους τους υπουργούς του ΕΑΜ, αρνούμενος να συνυπογράψει την διάλυση του ΕΛΑΣ, όπως απαιτούσε ο Γεώργιος Παπανδρέου. Λίγο καιρό αργότερα, αποπέμφθηκε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών ως «αποστάτης της εθνικής ιδέας». Από το 1945 έως το 1953 διατέλεσε πρόεδρος του ΣΚ-ΕΛΔ και, μετά την συγχώνευση του κόμματος αυτού με το Δημοκρατικό Κόμμα, διετέλεσε πρόεδρος του ενιαίου Δημοκρατικού Κόμματος του Εργαζομένου Λαού (1953–1956). Το 1950 εκλέχθηκε βουλευτής Θεσσαλονίκης, όπως και στις εκλογές του 1956, αλλά πέθανε μόλις τρεις ημέρες μετά την δεύτερη εκλογή του.
Ο Αλ.Σβώλος ανήκε στην σοσιαλιστική, δημοκρατική, αλλά μη κομμουνιστική αριστερά. Η τοποθέτησή του αυτή τον έφερε συχνά σε ρήξη τόσο με την δεξιά όσο και με την αριστερά. Αρθρογραφούσε συχνά σε εφημερίδες εκφράζοντας πάντα λόγο συνεπή με τις ιδέες του. Σε μια εποχή έντονων φανατισμών ήταν πολιτικός της δημοκρατίας, της ανεκτικότητας και της μετριοπάθειας, με ενδιαφέρον για την κοινωνική κατάσταση της χώρας, ιδιαίτερα σε θέματα συνταγματικών δικαιωμάτων ατομικών ελευθεριών και εξισορρόπησης έναντι της ολοένα ενισχυόμενης εκτελεστικής εξουσίας. Στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οδό Σόλωνος, υπάρχει αίθουσα στην οποία έχει δοθεί το όνομά του.
Ο Γιώργης Σιάντος (1890-1947, ψευδώνυμα Γέρος, Σαγκαρινός και Θείος) υπήρξε καθοδηγητής του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και της ΠΕΕΑ, και σφράγισε με τη δράση του την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης και των Δεκεμβριανών που ακολούθησαν, διατελώντας γραμματέας του ΚΚΕ από το 1941 μέχρι το 1944. Γεννήθηκε στην Καρδίτσα το 1890 και καταγόταν από φτωχή οικογένεια. Αφού τελείωσε το δημοτικό σχολείο, σε ηλικία 13 ετών ξεκίνησε να εργάζεται ως καπνεργάτης. Στη δεκαετία από το 1911 ως το 1920 υπηρέτησε ως υπαξιωματικός στον Ελληνικό Στρατό και πολέμησε στους Βαλκανικούς Πολέμους και στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο ενδιάμεσο, το 1916, συμμετείχε στο βενιζελικό κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη. Μετά την απόλυσή του από το στρατό εντάχθηκε στο ΣΕΚΕ, που αργότερα μετονομάστηκε ΚΚΕ. Αναμίχθηκε ενεργά στο συνδικαλιστικό κίνημα και εκλέχθηκε Γραμματέας της Καπνεργατικής Ομοσπονδίας της Ελλάδας.
Το 1927 στο 3ο Τακτικό Συνέδριο του ΚΚΕ ο Σιάντος εκλέχθηκε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος. Τα αμέσως επόμενα χρόνια, συμμετείχε ενεργά στη λεγόμενη φραξιονιστική πάλη, που ξέσπασε στους κόλπους του ΚΚΕ, συγκροτώντας την αριστερή τάση του κόμματος με τους συνδικαλιστές Κώστα Θέο, Μήτσο Παπαρήγα και Διονύση Πυλιώτη. Την περίοδο 1929-31 η ομάδα των συνδικαλιστών Σιάντου-Θέου ήρθε σε σύγκρουση με την ομάδα του τότε Γενικού Γραμματέα του κόμματος Ανδρόνικου Χαϊτά, Ευτυχιάδη και Κολοζώφ. Το Σεπτέμβριο του 1930 όταν ο Χαϊτάς φυλακίστηκε για τη δράση του, ο Σιάντος ανέλαβε Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ. Τελικά η σύγκρουση αυτή διακόπηκε ύστερα από παρέμβαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς και την ανάθεση της θέσης του Γενικού Γραμματέα στον Νίκο Ζαχαριάδη το 1931. Ο Σιάντος κλήθηκε στα όργανα της Διεθνούς, όπου έκανε αυτοκριτική και επανήλθε μετά από μερικούς μήνες μαζί με τον Κ. Θέο σε καθοδηγητικές θέσεις. Το 1934 εκλέχθηκε Γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Πειραιά του ΚΚΕ, ενώ το 1936 εκλέχθηκε βουλευτής Τρικάλων με το Παλλαϊκό Μέτωπο.
Αμέσως μετά την εκλογή του Σιάντου στο κοινοβούλιο επιβλήθηκε η Δικτατορία της 4ης Αυγούστου υπό τον Ιωάννη Μεταξά. Ο Μεταξάς, μετά τα γεγονότα που συνέβησαν στη Θεσσαλονίκη κάνοντας χρήση του νόμου περί Ιδιώνυμου, που έθεσε σε ισχύ το 1929 ο Ελευθέριος Βενιζέλος, έλαβε μέτρα για την καταστολή συνδικαλιστικών κινητοποιήσεων, συλλαμβάνοντας πολλά μέλη του ΚΚΕ που τελούσε πλέον εκτός νόμου. Ο Σιάντος συνελήφθη και εξορίστηκε στην Ανάφη από όπου δραπέτευσε το 1937. Τον Απρίλιο του 1938, μετά τη σύλληψη της τριμελούς Γραμματείας (Νεφελούδης-Παρτσαλίδης-Σκλάβαινας) που είχε την καθοδήγηση του ΚΚΕ, ο Σιάντος ηγήθηκε της διαδικασίας ανασυγκρότησης του ανώτατου καθοδηγητικού οργάνου του κόμματος, της λεγόμενης Παλαιάς Κεντρικής Επιτροπής, μαζί με τον Νίκο Πλουμπίδη. Ωστόσο, δεν κατόρθωσε να αποφύγει τη δεύτερη σύλληψη το Νοέμβρη του 1939 και τον εγκλεισμό του στις φυλακές της Κέρκυρας, μαζί με τον Ν.Ζαχαριάδη. Το Σεπτέμβριο του 1941, όταν απέδρασε, η Ελλάδα βρισκόταν ήδη υπό γερμανοϊταλική Κατοχή.
Μετά τη δραπέτευσή του o Σιάντος ανέλαβε την ηγεσία του ΚΚΕ, καθώς ο γραμματέας του Ν. Ζαχαριάδης είχε μεταφερθεί αιχμάλωτος στη Γερμανία, και παράλληλα συμμετείχε στην οργάνωση του ΕΑΜ. Από τα μέσα του 1942 ο Σιάντος, μαζί με τον Γιάννη Ιωαννίδη, ήταν το ηγετικό δίδυμο του ΚΚΕ μέχρι την επιστροφή του Ζαχαριάδη από το Νταχάου, τον Μάιο του 1945. Το Μάρτιο του 1944 πρωταγωνίστησε στη συγκρότηση της ΠΕΕΑ στο χωριό Βίνιανη της Ευρυτανίας, στην πρώτη προσωρινή διοίκηση της οποίας ανέλαβε Γραμματέας Εσωτερικών και Επισιτισμού της Ελεύθερης Ελλάδας. Κατά το σχηματισμό της τελικής σύνθεσης της Επιτροπής διατήρησε τη θέση του Γραμματέα Εσωτερικών. Παρά τις αρχικές αμφιβολίες του για τη Συμφωνία του Λιβάνου που προκάλεσαν την Πολιτική κρίση του Καΐρου (1944), τελικά με την παρέμβαση Ρώσων επιτετραμμένων, στις 15 Αυγούστου του 1944, αποδέχθηκε τη συμμετοχή στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γ. Παπανδρέου, και στη συνέχεια τους όρους της Συμφωνίας της Καζέρτας που ακολούθησε.
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών ο Σιάντος διαφώνησε με τη θέση της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου για διάλυση των ενόπλων τμημάτων του ΕΛΑΣ χωρίς την παράλληλη διάλυση της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου, καθώς διέβλεπε κίνδυνο εχθρικής αντιμετώπισης από τη μεριά τους. Μετά την παραίτηση των υπουργών του ΕΑΜ από την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου, το ΕΑΜ στις 3 Δεκεμβρίου διοργάνωσε διαδήλωση κατά της κυβέρνησης και στις 4 Δεκεμβρίου απεργία. Και οι δύο εκδηλώσεις έγιναν αιτία συγκρούσεων με την αστυνομία με αρκετούς νεκρούς. Ακολούθησαν 33 μέρες μαχών στην Αθήνα και τον Πειραιά, κατά τα λεγόμενα Δεκεμβριανά, που κατέληξαν σε ήττα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, καθώς ο Σιάντος επέλεξε να αποφύγει την γενίκευση των συγκρούσεων, όπως επιθυμούσε το Γ.Σ του ΕΛΑΣ με τους Βελουχιώτη, Σαράφη και Μακρίδη. Μετά τη λήξη της σύγκρουσης ο Σιάντος ήταν συγκαταβατικός στη Συνθήκη της Βάρκιζας και ήταν ένα από τα 3 μέλη της αντιπροσωπείας του ΕΑΜ που την υπέγραψαν. Επακολούθησαν διώξεις εναντίον κομμουνιστών κατά την λεγόμενη Λευκή Τρομοκρατία (διασφάλιση της τάξης σύμφωνα με την άλλη πλευρά), η ευθύνη της οποίας αποδόθηκε εκ των υστέρων στον Σιάντο.
Η επιστροφή του Νίκου Ζαχαριάδη στην Ελλάδα τον Μάιο του 1945, έριξε σταδιακά σε δυσμένεια τον, άρρωστο πλέον, Σιάντο. Τον Μάιο του 1947 ο Σιάντος πέθανε στην Αθήνα από ανακοπή καρδιάς στη κλινική του Πέτρου Κόκκαλη. Η κηδεία του στάθηκε αφορμή να ξεσπάσει μια ακόμη μαζική διαδήλωση του αριστερού κόσμου, για το καθεστώς διώξεων που κυριαρχούσε. Λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Σιάντου, η καθοδήγηση του ΚΚΕ υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη διακήρυξε, χωρίς επαρκείς ενδείξεις, πως ο Σιάντος ήταν πράκτορας της Ιντέλλιτζενς Σέρβις. Το 1957 ένα χρόνο μετά την καθαίρεση του Ζαχαριάδη και αφού ξεπεράστηκε το λεγόμενο ανώμαλο εσωκομματικό καθεστώς, ειδικό τμήμα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ αποκατέστησε τη μνήμη του Γιώργου Σιάντου, που παραμένει αινιγματική προσωπικότητα του ΚΚΕ.
Ο Νίκος Ζαχαριάδης (Αδριανούπολη, 27 Απριλίου 1903 - Σουργκούτ Χαντιμανσίας, Σοβιετική Ένωση, 1 Αυγούστου 1973) ήταν γενικός γραμματέας του ΚΚΕ, μετά τον Ανδρόνικο Χαϊτά, από το 1934 μέχρι το 1956 και μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας της Κομμουνιστικής Διεθνούς, κατά την περίοδο της κυριαρχίας του Ιωσήφ Στάλιν στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Γεννήθηκε στην Αδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης, γιος του Παναγιώτη Ζαχαριάδη με καταγωγή από τη Ρούμελη και της Ερατώς Πρωτόπαπα από τα Άδανα. Ο πατέρας του εργαζόταν ως πραγματογνώμονας στο γαλλικό Μονοπώλιο Καπνού (Ρεζί) στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, κι έτσι αναγκαζόταν να μετακομίζει σε πολλές πόλεις με την οικογένειά του. Άρχισε το Δημοτικό στα Σκόπια και το τέλειωσε στο επτατάξιο της Νικομήδειας, ενώ αποφοίτησε από το Γυμνάσιο της Αδριανούπολης. Από τα 15 του χρόνια αναγκάστηκε να δουλέψει στη Ρεζί της Νικομήδειας και το 1919 άρχισε εργασία στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης αρχικά ως λιμενεργάτης φορτοεκφορτωτής και στη συνέχεια ως πλήρωμα σε ρυμουλκά. Την περίοδο εκείνη, 1919 - 1921, έκανε ταξίδια στη μετεπαναστατική Ρωσία όπου εντάχθηκε στη σοσιαλιστική Διεθνή Πανεργατική Ένωση, που περιλάμβανε κυρίως Έλληνες.
Το 1921 έγινε μέλος της Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών της Σοβιετικής Ένωσης, ενώ ένα χρόνο μετά, το 1922, έγινε μέλος και του Κόμματος των Μπολσεβίκων. Το 1923 ευρισκόμενος και πάλι στη Ρωσία, σπούδασε στο νεοϊδρυθέν τότε Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο Εργαζομένων της Ανατολής·( KUTV). Το 1924, κατά τους διωγμούς του ελληνικού στοιχείου στην Τουρκία, η οικογένεια Ζαχαριάδη εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Ο ίδιος ήρθε μυστικά στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1924 από τη Σοβιετική Ένωση και ανέλαβε καθοδηγητική εργασία στην Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ) στην Αθήνα, όπου σύντομα έγινε γραμματέας. Τον Σεπτέμβριο του 1924 μετέβη στη Θεσσαλονίκη για την εκεί οργάνωση. Στη δικτατορία του Πάγκαλου παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη συμμετέχοντας στην εκεί κομματική οργάνωση. Τον Μάιο του 1926 με εντολή της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ ανέλαβε γραμματέας της κομματικής οργάνωσης του Πειραιά και τον επόμενο χρόνο στην κομματική οργάνωση Βόλου. Σε όλο αυτό το διάστημα (1924 - 1929) ο Νίκος Ζαχαριάδης συνελήφθη πέντε φορές αλλά δραπέτευσε και στις πέντε. Όταν η κυβέρνηση Ε. Βενιζέλου έθεσε σε ισχύ τον νόμο περί Ιδιωνύμου (N. 4229), το 1929, ο Ν. Ζαχαριάδης ήταν ο πλέον καταζητούμενος Έλληνας κομμουνιστής.
Το 1929, η ηγεσία του ΚΚΕ αποφάσισε να στείλει τον Ζαχαριάδη στη Σοβιετική Ένωση, για σπουδές στην Ανώτατη Κομματική Σχολή της Μόσχας. Από τη Μόσχα επέστρεψε το 1931, την περίοδο που είχε ξεσπάσει η λεγόμενη «φραξιονιστική πάλη», όταν μετά από έκκληση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), που δημοσιεύτηκε στο "Ριζοσπάστη" στις 2 και 3 Νοεμβρίου 1931, διορίστηκε νέα ηγεσία, και ο ίδιος ανέλαβε την καθοδήγηση του ΚΚΕ. Τον Ιανουάριο του 1934, κατά την 6η Ολομέλεια του Κόμματος εκλέχτηκε Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, ενώ η θέση του Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής υποβαθμίστηκε και την ανέλαβε ο Βασίλης Νεφελούδης. Την περίοδο 1931-1936 επιτεύχθηκε σημαντική ανάπτυξη του ΚΚΕ στην οργάνωση και τη μαζικοποίησή του, σε μια περίοδο ανάπτυξης εργατικών και άλλων κοινωνικών αγώνων. Στις εκλογές του 1932 το ΚΚΕ, ως Ενιαίο Μέτωπο Εργατών Αγροτών (ΕΜΕΑ), εξέλεξε 10 βουλευτές, ενώ στις εκλογές του 1936, ως Παλλαϊκό Μέτωπο, 15 βουλευτές. Μεγάλη αίσθηση προκάλεσε το ότι στις εκλογές του 1936 ο Ζαχαριάδης, δεν κατάφερε να εκλεγεί βουλευτής, αν και ήταν υποψήφιος στον Πειραιά με το Παλλαϊκό Μέτωπο, το οποίο λίγο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1936, ήρθε σε μυστική συμφωνία με τον αρχηγό των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη, στο λεγόμενο Σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα.
Το Σεπτέμβριο του 1936, ένα μήνα μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του Μεταξά, συνελήφθη και φυλακίστηκε σε απομόνωση, στις φυλακές Κέρκυρας. Στην Κέρκυρα, το 1939, έβαλε το μέλος του Π.Γ του ΚΚΕ Γιάννη Μιχαηλίδη να κάνει ψευδή δήλωση μετανοίας, ώστε να ελευθερωθεί και να ξεκαθαρίσει την κατάσταση μέσα στο κόμμα καθώς στελέχη του είχαν γίνει όργανα της Ασφάλειας. Στις αρχές του 1940 ο Ζαχαριάδης μεταφέρθηκε από την Κέρκυρα στα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών και από εκεί στήριξε για ένα διάστημα την Προσωρινή Διοίκηση του ΚΚΕ, που τότε είχε γίνει όργανο του Κ.Μανιαδάκη. Τρεις ημέρες μετά την εισβολή των Ιταλών, στις 31 Οκτωβρίου 1940, κρατούμενος στα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών, δημοσίευσε ανοικτή επιστολή προς τον ελληνικό λαό, με την οποία τον καλούσε να αντισταθεί. Με την εισβολή των Γερμανικών στρατευμάτων και την εκ μέρους τους ανάληψη της διοίκησης των φυλακών ο Ν.Ζαχαριάδης και εκατοντάδες πολιτικοί κρατούμενοι παραδόθηκαν στη Γκεστάπο στις 27 Απριλίου. Μεταφέρθηκε σε φυλακές στη Βιέννη και έξι μήνες αργότερα, στις 30 Νοεμβρίου του 1941 μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου, όπου έμεινε κρατούμενος μέχρι τη λήξη του πολέμου, τον Μάιο του 1945. Μετά από ιατρικές φροντίδες γύρισε στην Ελλάδα στις 29 Μαΐου του 1945.
Με την επιστροφή του ανέλαβε και πάλι την θέση του Γενικού Γραμματέα και την ηγεσία του ΚΚΕ από τον Γιώργη Σιάντο. Με απόφαση της 11ής Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ τον Απρίλιο του 1945, τη 13η μέρα που ανέλαβε ο Ζαχαριάδης την ηγεσία, ο Ριζοσπάστης ανακοίνωσε την καταδίκη του Άρη Βελουχιώτη. Στη συνέχεια έκανε προτάσεις για πραγματοποίηση Δημοκρατικού Μετώπου με τα κόμματα του κέντρου, καθώς και υπαγωγής στην κυβέρνηση Θ.Σοφούλη, και διέγραψε από το ΚΚΕ χιλιάδες μέλη που είχαν αγροτική καταγωγή και πολλούς άλλους απογοητευμένους από την πολιτική του κόμματος. Το ΚΚΕ, μαζί με άλλα κόμματα του κέντρου, απείχε στις 31 Μαρτίου από τις εκλογές του 1946, ενώ συμμετείχε κανονικά στο δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου για την επιστροφή του Βασιλιά. Στις παραμονές των εκλογών ο Ζαχαριάδης πήγε στο εξωτερικό, με ενδιάμεσο σταθμό τη Θεσσαλονίκη, από όπου φαίνεται ότι έδωσε την εντολή για το χτύπημα στο Λιτόχωρο την μέρα των εκλογών, το οποίο θεωρείται ως η έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου. Στη Μόσχα, οι ηγέτες της ΕΣΣΔ τον επέκριναν για την αποχή στις εκλογές, ενώ ο ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας Τίτο ήταν ενθαρρυντικός για την δημιουργία ένοπλου κινήματος.
Μετά την κηδεία του δολοφονημένου Γιάννη Ζέβγου, αναπληρωματικού μέλος του Π.Γ. του ΚΚΕ τον Μάρτιο του 1947 ο Ζαχαριάδης κατέφυγε μυστικά στη Γιουγκοσλαβία στις αρχές Απριλίου, από όπου συμμετείχε στη διεύθυνση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Αντάρτικου (1946-1949). Στην 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ 30-31 Ιανουαρίου του 1949 αποφασίστηκε η αλλαγή του χαρακτήρα της επανάστασης σε σοσιαλιστική και η πλήρης εθνική αποκατάσταση των Σλαβομακεδόνων, καθαιρέθηκε από αρχηγός του ΔΣΕ ο Μάρκος Βαφειάδης που διαγράφτηκε από το ΚΚΕ, και εγκρίθηκε η εισήγηση του Ζαχαριάδη για την ένταση της προσπάθειας του ΔΣΕ μέχρι την τελική νίκη. Μετά την ήττα του ΔΣΕ τον Αύγουστο του 1949 αποχώρησε μαζί με τους μαχητές και τα στελέχη στις σοσιαλιστικές χώρες.
Ο Ζαχαριάδης δικαιολόγησε την ήττα του ΔΣΕ με την λογική του "πισώπλατου μαχαιρώματος" του Τίτο. Μετά την ήττα, πολιτική του ΚΚΕ εντός της Ελλάδας ήταν η δημιουργία πολιτικών αριστερών μετώπων η οποία γινόταν σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Στην Αθήνα υπήρχαν δύο παράνομοι μηχανισμοί του ΚΚΕ. Στον έναν υπεύθυνος ήταν ο παλαίμαχος κομμουνιστής Νίκος Πλουμπίδης, ενώ στον άλλο το στέλεχος της ΕΠΟΝ Σταύρος Κασσιμάτης. Λόγω φόβου, κακής συνεννόησης αλλά και διαφορετικού πολιτικού υποβάθρου διατυπώνονταν διαφορετικές πολιτικές από τους δυο μηχανισμούς, καθώς υπήρχε και αμοιβαία καχυποψία λόγω των συνεχιζόμενων συλλήψεων. Μετά την σύλληψη του Ν.Μπελογιάννη, ο δεύτερος μηχανισμός διατύπωσε υποψίες περί προδοσίας του Πλουμπίδη. Τελικώς ο Πλουμπίδης καταγγέλθηκε ως χαφιές και εκτελέστηκε. Ο Ζαχαριάδης κατηγορήθηκε από στελέχη της Αριστεράς ότι χρησιμοποίησε το θέμα αυτό για εσωκομματικούς λόγους, διότι χρειαζόταν να αναδείξει έναν μάρτυρα (τον Μπελογιάννη) και ένα προδότη (τον Πλουμπίδη, ο οποίος είχε διαφωνήσει με τον Ζαχαριάδη σε μία σειρά από χειρισμούς του).
Το 1956, ως αποτέλεσμα και της αποσταλινοποίησης στην ΕΣΣΔ και μετά από παρέμβαση του ΚΚΣΕ και άλλων κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων της ανατολικής Ευρώπης στην 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ και της ΚΕΕ του ΚΚΕ, ο Ν.Ζαχαριάδης καθαιρέθηκε από την ηγεσία του ΚΚΕ ως «σεχταριστής». Η 7η Πλατιά Ολομέλεια τον καθαίρεσε και από μέλος του ΚΚΕ ως αντικομματικό, φραξιονιστικό, αντιδιεθνιστικό, εχθρικό στοιχείο. Πολιτικά του χρέωσε ότι δικαίωσε την επέμβαση των Άγγλων στην Ελλάδα το 1945, ενώ με την αποχή στις εκλογές του 1946 οδήγησε τη χώρα στον εμφύλιο. Επιπλέον, του χρέωσε σωβινισμό για το θέμα της Βόρειας Αλβανίας, καθώς και την μείωση της δημοτικότητας του ΚΚΕ μετά το σύνθημα του κρατικού αποχωρισμού των Σλαβομακεδόνων. Τέλος τον θεώρησε υπεύθυνο για το εσωκομματικό ανώμαλο καθεστώς. Εξορίστηκε αρχικά στο Μποροβίτσι, της ΕΣΣΔ, κοντά στο Νόβγκοροντ, όπου μέχρι το 1962 εργάστηκε σε δασική επιχείρηση, συνεχίζοντας την πολιτική του δραστηριότητα και τις επαφές με τα διαγραμμένα μέλη του ΚΚΕ. Τότε εκτοπίστηκε στο Σουργκούτ της Σιβηρίας, όπου, ζώντας με το ψευδώνυμο Νικολάι Νικολάγιεβιτς Νικολάγιεφ, προέβη σε 3 απεργίες πείνας ζητώντας την αποκατάσταση της φήμης του και την απελευθέρωσή του. Την 1η Αυγούστου του 1973 ανακοινώθηκε από την ΚΕ του ΚΚΕ ότι ο Ζαχαριάδης πέθανε από καρδιολογικά αίτια, ενώ υπάρχει και εκδοχή θανάτου του με αυτοκτονία. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα το 1991, με πρωτοβουλία της ΚΕ του ΚΚΕ.
Ο Νίκος Ζαχαριάδης ήταν παντρεμένος δυο φορές (με συζύγους κομμουνίστριες) και είχε τρία παιδιά (δύο γιους και μία κόρη). Θαυμαστής του Στάλιν, εκλεκτικός, εμπειριστής, αντιδιανοούμενος, υπερσυγκεντρωτικός, αυτάρκης, περιχαρακωμένος στον εαυτό του, αγωνιστής και άφοβος, παραμένει μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Σύμφωνα με μία άποψη η άκαμπτη λενινιστική ιδεολογία του επιδίωκε μόνο την κατάληψη της εξουσίας και τη μετάβαση στο σοσιαλισμό, ενώ όλα τα άλλα ήταν ζήτημα τακτικής. Άλλη άποψη θεωρεί ότι ο Ζαχαριάδης προσπάθησε να συμβιβαστεί με τη δεδομένη πραγματικότητα. Πρώην στελέχη του ΚΚΕ όπως ο Βασίλης Νεφελούδης μεταπολεμικά χαρακτήρισαν τον Ζαχαριάδη πράκτορα με βαθμό ταγματάρχη των μυστικών υπηρεσιών της ΕΣΣΔ. Με την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, τον Ιούλιο του 2011 με θέμα την ιστορία του Κόμματος για την περίοδο 1949-1968, ο Νίκος Ζαχαριάδης αποκαταστάθηκε επίσημα.
Ο Μάρκος Βαφειάδης (Θεοδοσιούπολη, Μικρά Ασία, 1906 - Αθήνα, 23 Φεβρουαρίου 1992) ήταν στέλεχος του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της Κατοχής, και κατόπιν του Εμφυλίου Πολέμου, Αρχηγός της Ομάδας Μεραρχιών του ΕΛΑΣ Μακεδονίας, ανώτατος στρατιωτικός διοικητής του ΔΣΕ από τη δημιουργία του το 1946 και Πρωθυπουργός στην Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση από το Δεκέμβριο του 1947 ως τον Ιανουάριο του 1949, οπότε και απομακρύνθηκε από τον Ζαχαριάδη ως τιτοϊκός. Με τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, ο Βαφειάδης ήρθε στη Θεσσαλονίκη και κατόπιν στην Καβάλα ως πρόσφυγας και εργαζόταν ως καπνεργάτης. Το 1924 έγινε μέλος της ΟΚΝΕ και εντάχθηκε στο Εργατικό Κίνημα της Καβάλας. Το 1932 φυλακίστηκε και εξορίστηκε για την κομμουνιστική δράση του. Η δικτατορία του Μεταξά τον εξόρισε στο νησί του Αϊ-Στράτη, από όπου δραπέτευσε. Εργάστηκε στην Κρήτη για την ανατροπή του καθεστώτος, συνελήφθη πάλι στην Αθήνα, φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία και εξορίστηκε στη Γαύδο. Το Μάιο του 1941, δραπέτευσε από τη Γαύδο και άρχισε τον αγώνα κατά της γερμανικής κατοχής. Το 1942 εκλέχτηκε στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ και ορίστηκε υπεύθυνος του ΕΛΑΣ για την περιοχή της Μακεδονίας. Τον Οκτώβριο του 1944, ο Βαφειάδης εισήλθε στη Θεσσαλονίκη, μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων. Το Νοέμβριο του 1944 διαφώνησε με τον Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος ήθελε να επιτεθεί ο ΕΛΑΣ εναντίον των Βρετανών, ενώ κατά τα Δεκεμβριανά στην Αθήνα, οι δυνάμεις του στη Θεσσαλονίκη δεν συγκρούστηκαν με τους Βρετανούς. Το 1946 διαφώνησε και με τον Νίκο Ζαχαριάδη, ο οποίος επιθυμούσε την επανέναρξη των μαχών.
Παρά ταύτα, η καθοδήγηση του ΚΚΕ του έδωσε εντολή να ανέβει στο βουνό για να οργανώσει τους καταδιωκόμενους από τη Λευκή Τρομοκρατία (διασφάλιση της τάξης σύμφωνα με την άλλη πλευρά) παλιούς αντάρτες του ΕΛΑΣ και τον Οκτώβριο του 1946 εκλέχθηκε αρχηγός του Δημοκρατικού Στρατού σε σύσκεψη των Καπεταναίων. Το 1947 ορίστηκε πρωθυπουργός της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Υπό την στρατιωτική ηγεσία του Μάρκου, ο ΔΣΕ κατάφερε να αναπτύξει σημαντική δυναμική, κυριαρχώντας στις αρχές του 1947 στους ορεινούς όγκους της Δυτικής Μακεδονίας, της Ηπείρου και δευτερευόντως στην Ανατολική και Κεντρική Μακεδονία και τη Θράκη. Μετά από νέα διαφωνία του με τον Ν.Ζαχαριάδη σε θέματα στρατηγικής, απομακρύνθηκε από κάθε αξίωμα και, ενώ ήταν εξόριστος στη Σοβιετική Ένωση, διαγράφτηκε και από το ΚΚΕ. Ο Μάρκος υποστήριζε τη συνέχιση του παρτιζάνικου αγώνα ελπίζοντας σε ένα συμβιβασμό που θα έδινε τέλος στον Εμφύλιο, σε αντίθεση με τον Ζαχαριάδη που ήθελε τη μετατροπή του Δημοκρατικού Στρατού σε τακτικό με στόχο την ίδρυση Λαϊκής Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Στη Σοβιετική Ένωση πήρε το όνομα Ιβάν Βασιλίεβιτς Κουλίεφ, παρέμεινε εκεί εξόριστος επί 23 χρόνια, κατά τα οποία εργάστηκε ως εργάτης στην πόλη Πένζα, και παντρεύτηκε μια Ρωσίδα εργάτρια, τη Ζίνα με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Βλαδίμηρο.
Μετά την αποσταλινοποίηση το 1956, επανήλθε στο ΚΚΕ, και εκλέχθηκε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος. Εντούτοις, νέες διαφωνίες οδήγησαν στην καθαίρεση του από τις καθοδηγητικές θέσεις το 1958. Τελικά, διαγράφτηκε εκ νέου από το ΚΚΕ το 1961, εξαιτίας της διαφωνίας του με την απόφαση για διάλυση των παράνομων οργανώσεων του Κόμματος στην Ελλάδα, αλλά και της φραξιονιστικής του δράσης. Το ΚΚΕ Εσωτερικού που προέκυψε το 1968, προέβη στην αποκατάστασή του. Επέστρεψε στην Ελλάδα στις 25 Μαρτίου του 1983 και άρχισε τη συγγραφή των Απομνημονευμάτων του. Το 1984 συναντήθηκε με τον παλιό του αντίπαλο στον Εμφύλιο, στρατηγό Θρασύβουλο Τσακαλώτο, με τον οποίο αγκαλιάστηκαν και τόνισαν την ανάγκη για εθνική συμφιλίωση. Παράλληλα, επισήμανε την ανάγκη ενοποίησης του ΚΚΕ με το ΚΚΕ Εσωτερικού και υποστήριξε την ανάγκη συστράτευσης όλων των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων για την Αλλαγή.
Τον Μάιο του 1984 μετείχε ως τιμητικός προσκεκλημένος στο πρώτο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ. Υποστήριξε ένθερμα τον Ανδρέα Παπανδρέου και συνεργάστηκε μαζί του, σε αντίθεση με τη λεγόμενη «ανανεωτική αριστερά», που δεν τον υποστήριζε. Στις εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου 1989-1990 εκλέχτηκε βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ. Σε επίσημη εκδήλωση στο Πεντάγωνο του απονεμήθηκε ο βαθμός του αντιστράτηγου του Ελληνικού Στρατού, που προκάλεσε αντιδράσεις από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Τον Αύγουστο του 1989 όταν η Κυβέρνηση Τζαννετάκη αποφάσισε την καταστροφή των φακέλων της Ασφάλειας για τα κοινωνικά φρονήματα, ο Μάρκος Βαφειάδης υποστήριξε πως με το κάψιμο των φακέλων η Δεξιά προσπαθεί να εξαφανίσει τις ενοχές της. Παρά τη συνεργασία του με το ΠΑΣΟΚ, συνέχιζε να αυτοπροσδιορίζεται ως κομμουνιστής. Πέθανε το 1992 σε ηλικία 83 ετών.
Ο Στέφανος Σαράφης (Τρίκαλα 1890-Αθήνα 31 Μαΐου 1957) ήταν Έλληνας υποστράτηγος, ηγέτης του ΕΛΑΣ κατά την Εθνική Αντίσταση και πολιτικός, αρχικά του φιλελεύθερου-βενιζελικού χώρου και αργότερα της Αριστεράς. Το 1908 εισήλθε αρχικά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του για να καταταχθεί εθελοντικά στον Ελληνικό Στρατό επηρεασμένος από τους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες της εποχής, όπως ο Μακεδονικός Αγώνας, η εξέγερση του Κιλελέρ, το Κίνημα των Νεότουρκων, και ακολούθησε το Κίνημα στο Γουδί. Εγκαταλείποντας τις σπουδές του επέστρεψε στη πατρίδα του και κατατάχθηκε εθελοντής στο σύνταγμα Τρικάλων λαμβάνοντας το βαθμό του λοχία. Λοχαγός του τότε ήταν ο Αλέξανδρος Οθωναίος με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία.
Με το βαθμό του λοχία συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους και διακρίθηκε σε διάφορες μάχες, ιδιαίτερα του Σαρανταπόρου. Έπειτα εισήλθε σε Σχολή Αξιωματικών και αναβαθμίστηκε σε ανθυπολοχαγό. Το 1916 υποστηρίζοντας το βενιζελικό κίνημα που εκδηλώθηκε στη Θεσσαλονίκη και στην προσπάθειά του να μεταβεί εκεί κρυφά, συνελήφθη και διατάχθηκε η φυλάκισή του στις στρατιωτικές φυλακές της Αθήνας (Παραπήγματα) από όπου κατάφερε να δραπετεύσει, να φθάσει στον προορισμό του και να τεθεί τελικά στην υπηρεσία του κινήματος. Το 1917, στη Θεσσαλονίκη, ονομάστηκε λοχαγός, και στη συνέχεια, το 1918, διορίστηκε στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Το 1919 ως Ταγματάρχης πήρε μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία στο επιτελείο της Μεραρχίας Κυδωνιών (Αϊβαλί) υπό τον Αλ.Οθωναίο. Μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου τον Νοέμβριο του 1920 απομακρύνθηκε από το Μέτωπο και εκτοπίσθηκε ως βενιζελικός και φίλος του Στρατηγού Οθωναίου αρχικά στην Καλαμάτα και στη συνέχεια στο Γύθειο.
Επανήλθε μετά το κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922 υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα, και ένα χρόνο μετά συνέβαλε στη καταστολή του κινήματος Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη. Αμέσως μετά, το 1924, στάλθηκε στη Γαλλία για εκπαίδευση, από όπου επέστρεψε ως αντισυνταγματάρχης. Την εποχή εκείνη θήτευσε ως υποδιοικητής της Σχολής Ευελπίδων. Το 1930 προάχθηκε σε συνταγματάρχη και τοποθετήθηκε στρατιωτικός ακόλουθος στην ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι. Τρία χρόνια μετά, το 1933, η τότε ελληνική κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος τον ανακάλεσε με την κατηγορία ότι συναναστρεφόταν και είχε επαφές με τον Βενιζέλο, τον Πλαστήρα και άλλους παράγοντες του βενιζελικού χώρου. Το 1935 έλαβε μέρος στο βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα 1ης Μαρτίου 1935 αποτελώντας μέλος της κινηματικής τριανδρίας μαζί με τους Α. Ζάννα, πρώην υπουργό της Αεροπορίας και τον πλοίαρχο Α. Κολιαλέξη. Μετά την αποτυχία του κινήματος συνελήφθη και καταδικάστηκε στις 30 Μαρτίου, από το Στρατοδικείο Αθηνών σε ισόβια δεσμά και στρατιωτική καθαίρεση. Τελικά αμνηστεύτηκε με την γενική αμνηστία που έδωσε ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ τον Δεκέμβριο του 1935, και επανήλθε στο στράτευμα με τον βαθμό που κατείχε πριν την καθαίρεση. Στη συνέχεια υπό το καθεστώς της μεταξικής δικτατορίας που ακολούθησε, φερόμενος από τον τότε υφυπουργό ασφαλείας Κ. Μανιαδάκη ως συμμέτοχος σε κινήσεις που οδήγησαν στο κίνημα του 1938, συνελήφθη και εκτοπίστηκε στη Μήλο.
Κατά την Κατοχή ο Σαράφης κινητοποιήθηκε και τελικά, το 1942 συγκρότησε μαζί με άλλους στρατιωτικούς την αντιστασιακή "Οργάνωση 3Α", (Αγών Ανόρθωση Ανεξαρτησία). Στις αρχές του Φεβρουαρίου 1943 ήρθε σε συνεννόηση με τον ΕΔΕΣ στον Μεσόπυργο Άρτας και την ΕΚΚΑ ζητώντας την ένωση όλων των αντιστασιακών δυνάμεων. Την 1η Μαρτίου 1943 συναντήθηκε με τον καπετάνιο Νικηταρά, αλλά τελικά οι αντάρτες του ΕΛΑΣ τον αιφνιδίασαν και τον συνέλαβαν, μαζί με άλλους αξιωματικούς που τον συνόδευαν (ταγματάρχης Γεώργιος Κωστόπουλος, λοχαγός Θ. Καραμπέκος, ανθυπασπιστής Νικόλαος Χονδρός). Μεταφέρθηκαν στην Κολοκυθιά Φθιώτιδας, όπου βρισκόταν το αρχηγείο του ΕΛΑΣ. Εκεί τους ζητήθηκε με απειλή θανάτωσης να ενταχθούν στο ΕΛΑΣ και ο Σαράφης ζήτησε μικρό περιθώριο χρόνου για να το σκεφτεί. Ο Βρετανός ταξίαρχος Έντι Μάγιερς μόλις πληροφορήθηκε το περιστατικό, πήγε στις 7 Μαρτίου στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ και ζήτησε την απελευθέρωσή τους, και εκεί ο Σαράφης του ανέφερε ότι δέχεται την πρόσκληση να προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ. Στον ΕΛΑΣ ο Σαράφης επανέλαβε τη θέση του για ένωση των δυνάμεων της Αντίστασης. Ύστερα από τη συγκρότηση Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, ο Στέφανος Σαράφης ανέλαβε Στρατιωτικός Αρχηγός, ο Άρης Βελουχιώτης Γενικός Καπετάνιος και ο Ανδρέας Τζήμας (Σαμαρινιώτης) Πολιτικός Εκπρόσωπος του ΕΑΜ. Με τη θέση του αυτή απευθύνθηκε στον ελληνικό λαό και τους Έλληνες αξιωματικούς και κάλεσε σε αντιστασιακή συστράτευση και συνεργασία με το ΕΑΜ. Το κάλεσμα του σημείωσε σημαντική επιτυχία, εξαιτίας και του προσωπικού κύρους του. Υπό την ηγεσία του ο ΕΛΑΣ κατέστη μαζικός, ισχυρός και αποτελεσματικός. Αυτήν την περίοδο ο Σαράφης προσχώρησε στο ΚΚΕ, εγκαταλείποντας τον φιλελεύθερο χώρο όπου ανήκε προηγουμένως. Το Μάιο του 1944, ως μέλος της αντιπροσωπείας του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, συμμετείχε στο Συνέδριο του Λιβάνου και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους στην Συμφωνία της Καζέρτας.
Μετά την Αποχώρηση των Γερμανών ο Στέφανος Σαράφης ονομάστηκε Υποστράτηγος. Κατά τα Δεκεμβριανά μαζί με τον Άρη Βελουχιώτη και τον επιτελάρχη Θ. Μακρίδη, ως ηγέτες του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, όλοι υπέρμαχοι της σύγκρουσης με τους Άγγλους, βρίσκονταν στη Λαμία. Δεν τους δόθηκε οδηγία να λάβουν μέρος στις συγκρούσεις και στα τέλη του Δεκεμβρίου η ηγεσία του ΕΑΜ-ΚΚΕ τους έστειλε στην Ήπειρο για να διαλύσουν τις εκεί δυνάμεις του ΕΔΕΣ, πράγμα που κατάφεραν σε λίγες ημέρες. Μετά την ήττα στα Δεκεμβριανά ο Σαράφης μετείχε στην αντιπροσωπεία του ΕΑΜ-ΚΚΕ ως στρατιωτικός σύμβουλος στη Συμφωνία της Βάρκιζας. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και την Λευκή Τρομοκρατία (διασφάλιση της τάξης κατά την αντίπαλη πλευρά), που ακολούθησε, ο Σαράφης και άλλοι στρατιωτικοί που είχαν προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν διαδοχικά στη Σέριφο, τη Μακρόνησο και τον Αϊ Στράτη. Την εξορία του διέκοψε η εκλογή του στο ελληνικό Κοινοβούλιο το 1951 με το ψηφοδέλτιο της ΕΔΑ. Η εκλογή του τελικά ακυρώθηκε, αλλά επιτεύχθηκε η απελευθέρωσή του. Στα τέλη αυτού του έτους εκλέχθηκε και αναπληρωματικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, ενώ το 1952 εκλέχθηκε στη Διοικούσα Επιτροπή της ΕΔΑ. Το 1956 εκλέχτηκε πάλι στη Βουλή. Έχασε την ζωή του το 1957, στον Άλιμο, όταν αυτοκίνητο της αμερικανικής στρατιωτικής αποστολής που οδηγούσε ο αεροπόρος Μάριο Μουζάλι τον χτύπησε θανάσιμα και τραυμάτισε την σύζυγο του, Μάριον Σαράφη-Πάσκοου. Το τροχαίο δυστύχημα αυτό θεωρήθηκε, από την Αριστερά (ΕΔΑ), στοχευμένη δολοφονία. Στο σημείο όπου σκοτώθηκε, έχει στηθεί έφιππος ανδριάντας προς τιμήν του.
Ο Ανδρέας Τζήμας, γνωστός με το ψευδώνυμο Βασίλης Σαμαρινιώτης (Καστοριά, 1 Σεπτεμβρίου 1909 - Πράγα, 1 Δεκεμβρίου 1972), ήταν Έλληνας πολιτικός της Εθνικής Αντίστασης και πρωταγωνιστής του Εμφυλίου Πολέμου. Γεννήθηκε στην Καστοριά, με καταγωγή από την Σαμαρίνα του τότε νομού Κοζάνης. Εκλέχθηκε βουλευτής Φλώρινας στις βουλευτικές εκλογές του 1936, στις τελευταίες εθνικές εκλογές του μεσοπολέμου, εκπροσωπώντας ως βουλευτής της αντιπολίτευσης το Παλλαϊκό Μέτωπο, επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Δεμερτζή. Με την κήρυξη ως παράνομου του εκλογικού σχήματος του Παλλαϊκού Μετώπου, που συγκρότησε το ΚΚΕ, επί της δικτατορικής κυβέρνησης Ιωάννη Μεταξά, συνελήφθη και φυλακίστηκε στην φυλακή του φρουρίου της Ακροναυπλίας.
Ήταν ένας από τους 27 κομμουνιστές έγκλειστους πολιτικούς κρατούμενους που αφέθηκαν ελεύθεροι στις 30 Ιουνίου 1941, στα πλαίσια της απελευθέρωσης των Μακεδόνων κομμουνιστών μετά από παρέμβαση της βουλγαρικής κυβέρνησης, τότε συμμαχικής των Δυνάμεων του Άξονα κατά την Κατοχή. Έπειτα εντάχθηκε στον αντιστασιακό αγώνα και μαζί με τους πρώην συγκρατούμενούς του Ανδρέα Τσίπα, πρώην αναπληρωματικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, και Κώστα Λαζαρίδη, συνδικαλιστή καπνεργάτη, τον Πέτρο Ρούσο, τον Παντελή Καραγκίτση και την Χρύσα Χατζηβασιλείου, συγκρότησαν την «Νέα Κεντρική Επιτροπή», ενώ στη συνέχεια εκλέχθηκε στην Κεντρική Επιτροπή της 6ης Ολομέλειας του ΚΚΕ. Τον Ιούλιο του 1943, εκπροσωπώντας τον ΕΛΑΣ μαζί με τον Στέφανο Σαράφη, υπέγραψε μαζί με άλλες αντιστασιακές οργανώσεις το Σύμφωνο των Εθνικών Ομάδων με την Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή για τον συντονισμό της αντίστασης εναντίον των κατοχικών δυνάμεων. Τον Μάιο του 1944 εκλέχτηκε μέλος του Εθνικού Συμβουλίου («Βουλή των βουνών»), εκπροσωπώντας την περιοχή της Φλώρινας. Πριν από το τέλος του πολέμου έπεσε σε δυσμένεια καθώς με δική του πρωτοβουλία υπέγραψε συμφωνία συνεργασίας με τους Γιουγκοσλάβους μαχητές με αποτέλεσμα να λέγεται ότι διαγράφηκε μέχρι και από μέλος του ΚΚΕ.
Κατά την Αποχώρηση των Γερμανών το Κομμουνιστικό Κόμμα διερευνούσε την πιθανότητα ένοπλης σύγκρουσης με τις κυβερνητικές δυνάμεις. Ο Τζήμας συμμετείχε στην αποστολή του ΚΚΕ ως πολιτικός επίτροπος του ΕΛΑΣ και αντιπρόσωπος του ΕΑΜ με επικεφαλής τον Πέτρο Ρούσο στην τότε Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας για να διερευνήσει τις διαθέσεις του Τίτο σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης του ΕΑΜ με τις κυβερνητικές δυνάμεις. Κατά την διάρκεια της αποστολής, ξέσπασαν στην Αθήνα τα Δεκεμβριανά. Η αποστολή επέστρεψε άπραγη χωρίς να λάβει τις απαραίτητες εγγυήσεις από τις κομμουνιστικές κυβερνήσεις της Ανατολικής Ευρώπης. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου βρέθηκε στη Γιουγκοσλαβία και από εκεί στην Ουγγαρία όπου φυλακίστηκε ως "τιτοϊκός πράκτορας". Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Τσεχοσλοβακία, όπου πέθανε αγνοημένος το 1972.
Ο Γιάννης Ιωαννίδης (1900-1967, με κομματικό ψευδώνυμο «μπάκακας») ήταν ηγετικό στέλεχος και βουλευτής του ΚΚΕ, αντιστασιακός, μέλος της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης και της ηγεσίας του ΔΣΕ. Γεννήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1900 στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας (σήμερα στη Βουλγαρία) και είχε άλλα 5 αδέλφια. Ο πατέρας του έκανε διάφορες περιστασιακές δουλειές προσπαθώντας να ζήσει την πολυμελή οικογένειά του και στο τέλος άνοιξε ένα μικρό καφενείο. Στην Ελλάδα ήρθε μαζί με την οικογένειά του στις αρχές του 1907 και εγκαταστάθηκε αρχικά στο Βόλο, έπειτα στον Αλμυρό (1909) και ξαναγύρισε στο Βόλο το 1911. Στο σχολείο πήγε μέχρι την 6η Δημοτικού. Από 8 χρονών αναγκάστηκε να δουλέψει για να βοηθήσει την οικογένειά του. Δούλεψε σε μπακάλικο, σε μανάβικο, σε καπνοπωλείο και σε κουρείο όπου και καταστάλαξε 13 χρονών το 1913. Τον Ιανουάριο του 1920 έγινε μέλος του ΣΕΚΕ και του ανατέθηκε εργασία στην νεολαία του κόμματος. Μέχρι το 1928 ήταν χαμηλόβαθμο στέλεχος του κόμματος.
Ως κουρέας δούλεψε για 15 χρόνια μέχρι το 1928, όταν η ΚΕ του ΚΚΕ τον τοποθέτησε στην καθοδήγηση της Κομματικής Οργάνωσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Από τότε πέρασε ολοκληρωτικά στην υπηρεσία του κόμματος. Το 1928 νοσηλεύτηκε στη Σοβιετική Ένωση για θεραπεία από τη φυματίωση που έπασχε. Στη θέση του καθοδηγητή της Κ.Ο Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης παρέμεινε μέχρι τον Μάρτιο του 1931. Την περίοδο 1929-31 το ΚΚΕ ταλανιζόταν από την φραξιονιστική πάλη με αντιμαχόμενες ομάδες την Δεξιά πτέρυγα με επικεφαλής τον τότε Γραμματέα του ΚΚΕ, Ανδρόνικο Χαϊτά και Ευτυχιάδη και την Αριστερή με επικεφαλής τους συνδικαλιστές Σιάντο, Θέο. Στα τέλη Μάρτη του 1931 πήγε στη Θεσσαλονίκη αντιπρόσωπος της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), για να δει την κατάσταση του κόμματος, καθαίρεσε την περιφερειακή Επιτροπή και διόρισε άλλη με Γραμματέα τον Ιωαννίδη. Τον Μάρτιο του 1931 ο Νίκος Ζαχαριάδης από τη Μόσχα, με εντολή της Κ.Δ, ζήτησε από τον Ιωαννίδη να συντάξει λίστα με τα άτομα που συμμετείχαν στην φραξιονιστική πάλη. Αν και ο ίδιος συμμετείχε ενεργά στην φραξιονιστική πάλη συνέταξε λίστα 38 ατόμων που πήγαν στη Μόσχα για να λογοδοτήσουν, αφήνοντας τον εαυτό του απέξω.
Αμέσως μετά κατέβηκε στην Αθήνα και έγινε μέλος της Κ.Ε και του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ, που είχε διοριστεί το Νοέμβριο του 1931 από την Κομμουνιστική Διεθνή με επικεφαλής τον Νίκο Ζαχαριάδη. Σπούδασε στις κομματικές σχολές ΚUΤV στη Μόσχα και έγινε μέλος του μπολσεβίκικου κόμματος (ΚΚΣΕ). Μαζί με τον Πέτρο Ρούσο ήταν η πλέον έμπιστη ομάδα του Ν.Ζαχαριάδη (και οι τρεις ήταν μέλη του ΚΚΣΕ). Τον Ιούνιο του 1932 νυμφεύτηκε την Δόμνα Παπάζογλου, μέλος του ΚΚΕ και πρώην σύζυγο του Γιώργου Κολοζώφ, ο οποίος το 1931 είχε αποδράσει από τις φυλακές Συγγρού και είχε καταφύγει στη Σοβιετική Ένωση, με άγνωστη περαιτέρω τύχη.
Ο Γιάννης Ιωαννίδης εκλέχτηκε βουλευτής του ΚΚΕ το 1932 με το Ενιαίο Μέτωπο Εργατών Αγροτών και το 1936 με το Παλλαϊκό Μέτωπο στην εκλογική περιφέρεια της Λάρισας και τις δύο φορές. Το 1936, κατά την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας, ο Ιωαννίδης ήταν από τα πρώτα στελέχη του ΚΚΕ που συνελήφθηκαν και εκτοπίστηκε στην Ακροναυπλία. Τον Απρίλιο του 1941, λίγο πριν το καθεστώς παραδώσει τους πολιτικούς κρατούμενους της Ακροναυπλίας στους Γερμανούς (περίπου 600 άτομα), ο Ιωαννίδης ματαίωσε την απόδρασή τους την τελευταία στιγμή, φοβούμενος την καταστολή των μεταξικών δεσμοφυλάκων, σε αντίθεση με τις ομαδικές αποδράσεις κομμουνιστών που έγιναν από άλλους τόπους κράτησης. Κατά μια άποψη ο Ιωαννίδης και η εκεί ηγεσία, αποκομμένοι για χρόνια από την πολιτική πραγματικότητα, πίστευαν ότι οι Γερμανοί θα τους απελευθέρωναν βάσει της Γερμανοσοβιετικής συμφωνίας Ρίμπεντροπ-Μολότωφ.
Με εντολή του Ιωαννίδη ο Ανδρέας Τσίπας, που είχε αποφυλακιστεί τον Ιούνιο του 1941 από τις φυλακές της Ακροναυπλίας ως Σλαβομακεδόνας, έγινε γραμματέας της Νέας Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, τον Ιούλιο του 1941, αλλά τον Δεκέμβριο του 1941 γραμματέας της ΚΕ ανέλαβε ο Γιώργης Σιάντος. Το 1942 ο Ιωαννίδης μαζί με 17 άλλους φυματικούς από την Ακροναυπλία μεταφέρθηκε στο σανατόριο της Πέτρας στον Όλυμπο για νοσηλεία. Τον Ιούλιο του 1942, απέδρασε από το σανατόριο με τη βοήθεια της οργάνωσης του ΕΑΜ Κατερίνης, κατέβηκε στην Αθήνα και έγινε μαζί με τον Γιώργη Σιάντο το ηγετικό δίδυμο του κόμματος. Το φθινόπωρο του 1943 εγκαταστάθηκε μαζί με τον Σιάντο στην ορεινή κεντρική Ελλάδα για να έχουν υπό την άμεση εποπτεία τους τον ΕΛΑΣ. Την άνοιξη του 1944 το ηγετικό δίδυμο Σιάντος-Ιωαννίδης αποφάσισε να στείλει τον αρχικαπετάνιο του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη (με τον οποίο οι σχέσεις του Ιωαννίδη δεν ήταν καλές) στην Πελοπόννησο, για να οργανώσει το εκεί αντάρτικο μέχρι την αποχώρηση των Γερμανών, τον Οκτώβριο του 1944. Ο Ιωαννίδης αποφάσισε μαζί με τον Σιάντο την ένοπλη σύγκρουση των Δεκεμβριανών στη συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ στις 3 Δεκέμβρη 1944, όταν ναυάγησαν οι διαπραγματεύσεις με τον Γ. Παπανδρέου (ή κατ’ άλλους στις 28 Νοεμβρίου του 1944) και μάλιστα το δύσκολο αυτό εγχείρημα επέλεξαν να το φέρει σε πέρας ο εφεδρικός ΕΛΑΣ Αθήνας, που ήταν ελαφρά οπλισμένος, αφήνοντας αδρανείς τις εμπειροπόλεμες δυνάμεις του ΕΛΑΣ υπό τους Βελουχιώτη-Σαράφη που δεν ενεπλάκησαν στη Μάχη της Αθήνας. Του αποδίδεται το σφάλμα ότι πίστευε πως η σύγκρουση θα ήταν "εσωτερική υπόθεση" και "οι σύμμαχοί μας οι Άγγλοι θα μείνουν ουδέτεροι χωρίς να επέμβουν".
Τον Μάιο του 1945 παρέδωσε μαζί με τον Σιάντο την ηγεσία του κόμματος στον Ν.Ζαχαριάδη, που μόλις είχε επιστρέψει από το Νταχάου, και προσπάθησε να ξαναμπεί στο στενό κύκλο του. Στην περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου ήταν αντιπρόεδρος και υπουργός εσωτερικών της Προσωρινής Δημοκρατικής με πρόεδρο τον Μάρκο Βαφειάδη. Στην 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ στις 30-31 Γενάρη του 1949 στο Γράμμο, όπου διαγράφτηκε ο Μ. Βαφειάδης, έγινε μέλος του Πολεμικού Συμβουλίου του ΔΣΕ με πρόεδρο τον Ζαχαριάδη. Στην τελευταία φάση του εμφυλίου πολέμου ήταν και πάλι στον πολύ στενό κύκλο του Ζαχαριάδη. Μετά την ήττα του ΔΣΕ, τον Αύγουστο του 1949, κατέφυγε μαζί με την ηγεσία του ΚΚΕ στις ανατολικές χώρες. Τον Νοέμβριο του 1952 η 3η Ευρεία Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ καθαίρεσε τον Ιωαννίδη από την ηγεσία του κόμματος και τον έστειλε στην Τασκένδη «για δουλειά στη βάση». Από τότε πέρασε στην αφάνεια. Πέθανε αγνοημένος από τους συντρόφους του και το ΚΚΕ, άρρωστος, στην Βουδαπέστη τον Αύγουστο το 1967.
Ο Πέτρος Κόκκαλης του Σωκράτη, (1896-1962) ήταν Έλληνας ιατρός που διακρίθηκε κατά την Εθνική Αντίσταση. Γεννήθηκε το 1896 στη Λιβαδειά. Πατέρας του ήταν ο Σωκράτης Κόκκαλης, γυμνασιάρχης του μοναδικού τότε Γυμνασίου της Λιβαδειάς. Μητέρα του ήταν η Πολυξένη Νάκου, της οποίας ο θείος, Λουκάς Νάκος, έγινε υπουργός Δικαιοσύνης στις κυβερνήσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στα Πανεπιστήμια της Ζυρίχης και της Βέρνης στην Ελβετία όπου και έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα (1919). Ακολούθως, από το 1919 ως το 1928 εργάστηκε στην χειρουργική κλινική του Πανεπιστημίου του Μονάχου. Το 1929 επέστρεψε στην Ελλάδα και έγινε διευθυντής της «Κλινικής Αθηνών» και του νοσοκομείου «Ελπίς». Παράλληλα, έγινε τακτικός καθηγητής στην έδρα της Χειρουργικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και διευθυντής χειρουργικής στο «Αρεταίειο» Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Αθηνών. Στο Αλβανικό Μέτωπο υπηρέτησε ως αντισυνταγματάρχης Υγειονομικού. Το 1942 έχασε την Έδρα του στο Πανεπιστήμιο λόγω της συμμετοχής του στο ΕΑΜ και στην Αντίσταση. Συμμετείχε στην ΠΕΕΑ, την Κυβέρνηση του Βουνού, ως γραμματέας (υπουργός) Κοινωνικής Πρόνοιας και Παιδείας. Μετά την Αποχώρηση των Γερμανών, αναχώρησε αρχικά για το Παρίσι, αλλά το 1946, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, επέστρεψε στην Ελλάδα και έγινε υπουργός στην Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση. Ως βασικός συνεργάτης του Νίκου Ζαχαριάδη, ήταν υπεύθυνος του προγράμματος αποστολής παιδιών στις Λαϊκές Δημοκρατίες από τον ΔΣΕ (το ονομαζόμενο «παιδομάζωμα», σύμφωνα με την αντίπαλη πλευρά). Το 1949 μετά την ήττα του ΔΣΕ εγκαταστάθηκε στην Ανατολική Γερμανία, όπου συνέχισε την ακαδημαϊκή του καριέρα ως διευθυντής του Ινστιτούτου Πειραματικής Χειρουργικής της Καρδιάς και των Αιμοφόρων Αγγείων της Γερμανικής Ακαδημίας Επιστημών, της οποίας έγινε μέλος. Επίσης έγινε προσωπικός φίλος του ηγέτη της χώρας, Βάλτερ Ούλμπριχτ. Πέθανε από έμφραγμα μυοκαρδίου το 1962 στο Ανατολικό Βερολίνο. Γιος του είναι ο γνωστός επιχειρηματίας Σωκράτης Κόκκαλης.
Ο Εμμανουήλ Μάντακας (Λάκκοι Κυδωνιών Χανίων 1891 - Αθήνα 1968) ήταν υποστράτηγος και βουλευτής. Γεννήθηκε στους Λάκκους Κυδωνίας Χανίων Κρήτης, γόνος παλαιάς οικογένειας Κρητικών αγωνιστών 1866-1879-1886-1889-1897. Φοιτητής Νομικής κατατάχθηκε εθελοντής στον Ελληνικό Στρατό το 1910. Πολέμησε στον Ελληνοτουρκικό και Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο 1912-1913. Τραυματίστηκε στη μάχη του Σαρανταπόρου 1912. Ως αξιωματικός Πεζικού πήρε μέρος στο Κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη (1916). Υπολοχαγός ακόμα διετέλεσε Διοικητής του Ουλαμού Εφέδρων Αξιωματικών στη Θεσσαλονίκη και εκπαίδευσε 700 εφέδρους αξιωματικούς και άλλους τόσους εφέδρους υπαξιωματικούς που στελέχωσαν το Στρατό της Εθνικής Αμύνης (1916-1917). Κατόπιν στάλθηκε στο Μακεδονικό Μέτωπο ως Διοικητής Λόχου στο Α' Σύνταγμα της Μεραρχίας Σερρών. Έλαβε μέρος στις μάχες χαρακωμάτων και σε συνέχεια στη μάχη του Σκρα, όπου τραυματίστηκε και προάχθηκε επ' ανδραγαθία σε ταγματάρχη το 1918. Το 1919 έλαβε μέρος σε διαγωνισμό για την Ανώτερη Σχολή Πολέμου στο Παρίσι. Πέτυχε και στάλθηκε στη Γαλλία, όπου σπούδασε και πήρε δίπλωμα επιτελούς αξιωματικού (1919-1921). Μετά το τέλος των σπουδών του γύρισε στην Ελλάδα και στάλθηκε απευθείας στο Μικρασιατικό Μέτωπο. Πολέμησε μέχρι την καταστροφή και κάλυψε με το τάγμα του την υποχώρηση του Ελληνικού στρατού. Έζησε από κοντά την Μικρασιατική Καταστροφή και για αυτό πήρε ενεργό μέρος στο κίνημα Πλαστήρα - Γονατά το 1922. Κατόπιν τοποθετήθηκε στο Γενικό Στρατηγείο Έβρου ως αντισυνταγματάρχης υπό τον στρατηγό Θ.Πάγκαλο. Μετά υπηρέτησε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού σαν Επιτελάρχης στα Β' και Δ' Σώματα Στρατού και ως Διοικητής του 14ου Συντάγματος Χανίων. Μετά την κατάργηση του δημοκρατικού πολιτεύματος τον Οκτώβριο του 1935, ύστερα από κίνημα υπό τους Α. Παπάγο και Γ. Ρέππα παραιτήθηκε από το στρατό και από τότε αγωνιζόταν για την επαναφορά των συνταγματικών ελευθεριών του Ελληνικού Λαού. Κατά το Αντιδικτατορικό Κίνημα των Χανίων το 1938 πήρε ενεργό μέρος πιστεύοντας στην ανάγκη της καταπολέμησης της δικτατορίας Μεταξά. Καταδικάστηκε σε ισόβια και εξέπεσε του βαθμού του.
Στην Κατοχή προσχώρησε στο ΕΑΜ και εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ (3 Ιουνίου 1944). Μετείχε στη συγκρότηση της ΠΕΕΑ (Πανελλήνιας Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης) στις 10 Μαρτίου 1944 και ορκίστηκε γραμματέας (υπουργός) Στρατιωτικών και προσωρινά Συγκοινωνίας. Μετείχε στο «Εθνικό Συμβούλιο» («Βουλή των βουνών») στους Κορυσχάδες ως εθνοσύμβουλος Πειραιά (14-27 Μαΐου 1944). Αντιπρόεδρος της ΠΕΕΑ έγινε στις 28 Αυγούστου 1944. Ήταν μέλος της ανασυσταθείσας (είχε διαλυθεί στις 13 Μαρτίου 1944) Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ μαζί με τους Γ. Σιάντο και Μ. Χατζημιχάλη (2 Δεκεμβρίου 1944 - 15 Φεβρουαρίου 1945). Μετά τον εμφύλιο διώχτηκε για τις ιδέες του, εξέπεσε του βαθμού του και εξορίστηκε στη Μακρόνησο (1947-1949). Εκλέχθηκε βουλευτής Πειραιά και Νήσων (Κόμμα Αριστερών Φιλελευθέρων - Δημοκρατική Παράταξη) 1950-1951, (ΕΔΑ) 1951-1952. Σταμάτησε να πολιτεύεται λόγω πάθησης της καρδιάς και των ματιών του το 1953.
Ο Άγγελος Αγγελόπουλος (Βλαχόρραπτη Αρκαδίας, 1904 - Αθήνα, 27 Απριλίου 1995) ήταν Έλληνας οικονομολόγος, πανεπιστημιακός, διοικητής της Εθνικής Τράπεζας και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Γεννήθηκε στο Βλαχόρραπτη της επαρχίας Γορτυνίας και ήταν γιος του Θεόδωρου Αγγελόπουλου και της Χριστίτσας Παπαθανασίου. Αδέρφια του ήταν οι βιομήχανοι Δημήτρης , Παναγιώτης και Γιάννης Αγγελόπουλος ενώ ανιψιός του ο Γιάννης Παπαθανασίου, υπουργός Οικονομικών. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στην ΑΣΟΕ, της οποίας αναγορεύθηκε διδάκτωρ. Συμπλήρωσε τις σπουδές του στο εξωτερικό μεταβαίνοντας στη Λειψία, στο πανεπιστήμιο της οποίας εκπόνησε διδακτορική διατριβή στις πολιτικές επιστήμες. Το 1931, εγκαταστάθηκε στην Γαλλία για μεταπτυχιακές σπουδές. Επέστρεψε στην Ελλάδα και ακολούθησε ακαδημαϊκή σταδιοδρομία εκλεγόμενος το 1932, υφηγητής δημόσιας οικονομίας στη Νομική Σχολή Αθηνών. Το 1937, εκλέχτηκε έκτακτος καθηγητής και το 1939 τακτικός καθηγητής, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1946. Το ίδιο έτος απολύθηκε από την θέση του για πολιτικούς λόγους, και τρία χρόνια αργότερα το 1949, αναχώρησε για το εξωτερικό, όπου δίδαξε σε άλλα πανεπιστήμια. Το 1959 επέστρεψε στην Ελλάδα, εκλεγόμενος το 1961 τακτικός καθηγητής οικονομικής πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1967, οπότε και παραιτήθηκε, διαμαρτυρόμενος για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Το ίδιο έτος είχε εκλεγεί Πρύτανης της Παντείου. Το 1975, αναγορεύθηκε ομότιμος καθηγητής και το 1990 του δόθηκε τιμητικά ο τίτλος του επίτιμου καθηγητή. Το 1976, εκλέχτηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Παράλληλα με την ακαδημαϊκή του καριέρα αναμείχθηκε με τα κοινά αναλαμβάνοντας διάφορες διοικητικές και πολιτικές θέσεις. Υπήρξε οικονομικός διευθυντής του υπουργείου Οικονομικών, διευθυντής του Ανωτάτου Οικονομικού Συμβουλίου (1931-1945), γραμματέας (υπουργός) επί των Οικονομικών στην Κυβέρνηση του Βουνού το 1944 και υφυπουργός Οικονομικών το ίδιο έτος στην κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου. Την περίοδο 1974 - 1979, διετέλεσε διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ είχε ήδη χρηματίσει πρόεδρος της Εθνικής Τραπέζης Βιομηχανικής Ανάπτυξης (ΕΤΒΑ, 1974) καθώς και αναπληρωτής διοικητής της Διεθνούς Τραπέζης (1974). Απεβίωσε στην Αθήνα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Ήταν νυμφευμένος με την Έλλη Σεφεριάδη, ξαδέλφη του Γιώργου Σεφέρη, και είχαν αποκτήσει δύο παιδιά.
Ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης (Αγριά Βόλου, 12 Φεβρουαρίου 1903 - Πράγα, 6 Μαρτίου 1958) ήταν Έλληνας δικηγόρος, μαρξιστής, βουλευτής και στέλεχος του ΚΚΕ, υπουργός εργασίας στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου, αντιστασιακός και υπουργός Δικαιοσύνης της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Γεννήθηκε στην Αγριά Βόλου το 1903. Καταγόταν από εύπορη σχετικά οικογένεια και μετά τις γυμνασιακές του σπουδές στον Βόλο συνέχισε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όπου σπούδασε νομικά. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του επέστρεψε στον Βόλο και άρχισε να δικηγορεί. Από πολύ νωρίς εντάχθηκε στις τάξεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, όταν γνωρίστηκε με τον Νίκο Ζαχαριάδη στο Βόλο, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία. Στις εκλογές του 1932 εκλέχτηκε βουλευτής Λάρισας του ΚΚΕ με το Ενιαίο Μέτωπο Εργατών Αγροτών. Το Γενάρη του 1934 στην 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ έγινε μέλος της ΚΕ με πρόταση του Νίκου Ζαχαριάδη. Τον Μάρτιο του 1934 στο 5ο Τακτικό Συνέδριο εκλέχτηκε στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ. Το 1936 εκλέχτηκε βουλευτής Λάρισας με το Παλλαϊκό Μέτωπο, εκλογική συνεργασία του ΚΚΕ. Με την κήρυξη όμως της Δικτατορίας του Ι. Μεταξά εκτοπίστηκε στην Ανάφη, στην Ακροναυπλία και μετά στην Κίμωλο. Η κήρυξη του πολέμου το 1940 τον βρήκε εκτοπισμένο στην Κίμωλο, κατάφερε όμως να δραπετεύσει στις 20-5-1941 μαζί με τους 36 πολιτικούς κρατουμένους και με τη σύζυγό του Φούλα Χατζηδάκη διαπεραιώθηκαν στην Κρήτη.
Η επίθεση των Γερμανών κατά της Κρήτης τον βρήκε στη μεγαλόνησο και συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση ενάντια στους εισβολείς. Λίγο αργότερα ανέβηκε στην Αθήνα και εντάχθηκε στο ΕΑΜ σε ηγετική θέση και έγινε εκ νέου μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ. Συμμετείχε στη Διάσκεψη του Λιβάνου ως εκπρόσωπος του ΕΑΜ και στη συνέχεια συμμετείχε στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γ. Παπανδρέου. Συμμετείχε στη συμφωνία της Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου 1944) μετά την οποία επέστρεψε στην Ελλάδα με την κυβέρνηση εθνικής ενότητας ως υπουργός εργασίας, μέχρι την παραίτησή του στις 28 Νοέμβρη 1944.
Τον Ιούνιο του 1947, ενώ ο Εμφύλιος Πόλεμος είχε ήδη αρχίσει, ο Πορφυρογένης εκπροσώπησε το ΚΚΕ στο συνέδριο του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος στο Στρασβούργο. Εκεί στις 27 Ιούνη έκανε σε δημόσια δήλωση του αναφορά στην προοπτική συγκρότησης "κυβέρνησης του βουνού" από το ΚΚΕ. Στην Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση που συγκροτήθηκε στα τέλη του 1947 με πρόεδρο τον Μάρκο Βαφειάδη έγινε υπουργός δικαιοσύνης. Μετά τη ήττα του ΔΣΕ τον Αύγουστο του 1949 ο Πορφυρογένης κατέφυγε μαζί με την ηγεσία του ΚΚΕ στις ανατολικές χώρες. Φέρεται ότι επανήλθε στην Ελλάδα κρυφά δύο φορές πριν τον θάνατό του. Κατά τα τελευταία του χρόνια στην Τσεχοσλοβακία τήρησε αποστάσεις σχετικά με την καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη και την Αποσταλινοποίηση. Πέθανε από καρδιακό έμφραγμα στην Πράγα, την Πέμπτη 6 Μαρτίου 1958 περιθωριοποιημένος από τη νέα καθοδήγηση του ΚΚΕ.
Ο Βασίλης Μπαρτζιώτας (1909 - 11 Αυγούστου 1994), γνωστός με το ψευδώνυμο Φάνης, ήταν στέλεχος του ΚΚΕ με σημαντικό ρόλο στην Εθνική Αντίσταση και τον εμφύλιο πόλεμο, και βασικός συνεργάτης και υποστηρικτής του Νίκου Ζαχαριάδη. Γεννήθηκε το 1909 στη Λάρισα. Σπούδασε στην τότε ΑΣΟΕΕ (σήμερα Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών), από την οποία αποφοίτησε με πτυχίο Οικονομικών Επιστημών. Έγινε μέλος της ΟΚΝΕ το 1924, σε ηλικία 15 ετών, και πολύ γρήγορα ανέλαβε θέσεις ευθύνης στον κομματικό μηχανισμό του ΚΚΕ. Το 1935 πήρε μέρος στο 6ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς Νέων (ΚΔΝ) στη Μόσχα, εκπροσωπώντας μαζί με άλλους Έλληνες νέους την ΟΚΝΕ. Το 1936 έγινε Γραμματέας της ΟΚΝΕ θέση που διατήρησε μέχρι τη σύλληψή του το 1937. Με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά πέρασε στην παρανομία, συνελήφθη το 1937 και φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία. Το 1942 όταν ο Γιάννης Ιωαννίδης, που είχε την καθοδήγηση της Ακροναυπλίας, έφυγε για το Σανατόριο της Πέτρας στον Όλυμπο, ο Μπαρτζιώτας, με εντολή του Ιωαννίδη, ανέλαβε την εκεί καθοδήγηση.
Στις αρχές του 1943, την περίοδο της Κατοχής, μεταφέρθηκε για νοσηλεία μαζί με άλλους Ακροναυπλιώτες στο Νοσοκομείο Σωτηρία στην Αθήνα, από όπου τους απελευθέρωσε ο ΕΛΑΣ Αθήνας την άνοιξη του 1943. Μετά την απελευθέρωσή του ο Μπαρτζιώτας εντάχθηκε στην ηγετική ομάδα του ΚΚΕ και ανέλαβε τη θέση του γραμματέα της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας (ΚΟΑ). Από τον Απρίλιο του 1943 μέχρι τον Ιούνιο του 1946 διαδραμάτισε άμεσο και πρωταγωνιστικό ρόλο στην Εθνική Αντίσταση και τα Δεκεμβριανά, ως γραμματέας της ΚΟΑ. Μεταξύ άλλων ήταν υπεύθυνος για την δημιουργία της οργάνωσης ΟΠΛΑ. Όταν ο Νίκος Ζαχαριάδης, το Μάιο του 1945, επέστρεψε από το Νταχάου και ανέλαβε την ηγεσία του ΚΚΕ, ο Μπαρτζιώτας έγινε από τους πλέον στενούς συνεργάτες του. Την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου ο Μπαρτζιώτας ήταν ταυτόχρονα υπουργός Οικονομικών στην Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση και Πολιτικός Επίτροπος στο Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ, απ' όπου καθόριζε την τοποθέτηση και δράση όλων των πολιτικών επιτρόπων στις μονάδες του Δημοκρατικού Στρατού. Μετά την αποπομπή του Μάρκου Βαφειάδη από την ηγεσία του ΔΣΕ το καλοκαίρι του 1948 ο Μπαρτζιώτας, με βαθμό στρατηγού, μαζί με τον Γούσια και τον Ζαχαριάδη ανέλαβαν την ανώτατη ηγεσία του. Μετά την ήττα του ΔΣΕ τον Αύγουστο του 1949 εγκαταστάθηκε με την ηγεσία του ΚΚΕ στις ανατολικές χώρες. Για την δράση του στον εμφύλιο καταδικάστηκε ερήμην δύο φορές σε θάνατο.
Μετά τον Εμφύλιο έζησε ως πολιτικός πρόσφυγας αρχικά στη Ρουμανία και έπειτα στη Σοβιετική Ένωση. Μετά την ήττα του ΔΣΕ, ήταν από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές του Ζαχαριάδη και έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπεράσπισή του έναντι των επικριτών του. Μετά την καθαίρεση του Ζαχαριάδη από την ηγεσία του ΚΚΕ, το 1956 τέθηκε και αυτός στο περιθώριο της ηγεσίας του κόμματος. Το 1968, στη διάσπαση του ΚΚΕ, τάχθηκε με την ορθόδοξη κομματική πτέρυγα. Επέστρεψε τελικά στην Ελλάδα με τη μεταπολίτευση. Έγραψε αρκετά βιβλία για την περίοδο 1936-1949 και απεβίωσε το 1994 σε ηλικία 85 ετών στην Αθήνα.
Στην πλευρά του επίσημου ελληνικού κράτους κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, μετά την αναγκαστική παραίτηση της κυβέρνησης Εμμ.Τσουδερού και τη βραχύβια ανάληψη της εξουσίας από τον Σοφοκλή Βενιζέλο τις μέρες του Κινήματος της Αιγύπτου (1-14 Απριλίου 1944), πρωθυπουργοί σε εξαιρετικά ασταθείς κυβερνήσεις κατά σειρά ήταν οι εξής:
Γεώργιος Παπανδρέου 4/44-1/45,
Νικόλαος Πλαστήρας 1/45-4/45,
Πέτρος Βούλγαρης 4/45-10/45,
Δαμασκηνός 10-11/45,
Παναγιώτης Κανελλόπουλος 11/45,
Θεμιστοκλής Σοφούλης 11/45-4/46,
Παναγιώτης Πουλίτσας 4/46,
Κωνσταντίνος Τσαλδάρης 8/46-1/47,
Δημήτριος Μάξιμος 1-8/47,
Κωνσταντίνος Τσαλδάρης 8-9/47,
Θεμιστοκλής Σοφούλης 9/47-6/49,
Αλέξανδρος Διομήδης 6/49-1/50.
Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 - 1 Νοεμβρίου 1968, γνωστός και ως «Γέρος της Δημοκρατίας»), φίλος, συνεργάτης και διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου, διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας (6 Απριλίου 1944 – 3 Ιανουαρίου 1945, 8 Νοεμβρίου 1963 – 30 Δεκεμβρίου 1963 και 18 Φεβρουαρίου 1964 – 15 Ιουλίου 1965), αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης στα χρόνια 1950-1952 και πολλές φορές Υπουργός, με πρώτη υπουργική θητεία στην Επαναστατική Κυβέρνηση του 1923. Ήταν πατέρας του Ανδρέα Παπανδρέου (με την Σοφία Μινέικο), του Γεωργίου Γ. Παπανδρέου (με την Κυβέλη Ανδριανού) και παππούς του Γιώργου Α. Παπανδρέου. Γεννήθηκε στο Καλέντζι Αχαΐας και ήταν το τρίτο παιδί του πρωτοπρεσβύτερου Ανδρέα Σταυρόπουλου και της συζύγου του Παγώνας. Δε γνώρισε τη μητέρα του, η οποία απεβίωσε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Ο θείος του, Νικόλαος Σταυρόπουλος, ήταν Σχολάρχης Πατρών. Άρχισε τις σπουδές του στο τετρατάξιο σχολείο του χωριού του και στη συνέχεια στο Σχολαρχείο της Χαλανδρίτσας. Δύο χρόνια αργότερα και αφού ο πατέρας του μετατέθηκε στην Πάτρα, γράφτηκε στο Β' Γυμνάσιο της αχαϊκής πρωτεύουσας, όπου ήδη φοιτούσε ο μεγαλύτερος αδερφός του, Νίκος. Το 1901 έχασε την αδελφή του, Μαγδαληνή, από φυματίωση σε ηλικία 19 ετών. Την ίδια χρονιά αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του να επισημοποιήσουν το επίθετο με το οποίο ήταν γνωστοί (από Γεώργιος Σταυρόπουλος έγινε Γεώργιος Παπανδρέου).
Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο, όπου και γνώρισε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τον νεαρό Παπανδρέου και, το 1916, τον διόρισε διευθυντή του Πολιτικού Γραφείου του και αργότερα την ίδια χρονιά νομάρχη στη Λέσβο. Την περίοδο 1917-1920 διετέλεσε Γενικός Διευθυντής Νήσων Αιγαίου, με ουσιαστικές αρμοδιότητες Υπουργού. Νυμφεύτηκε τη Σοφία Μινέικο (κόρη του Σιγισμούνδου Μινέικο, Πολωνού αριστοκράτη, και της Περσεφόνης Μανάρη) με την οποία απέκτησε τον Ανδρέα Παπανδρέου. Κατά την πολιτική κρίση που δημιουργήθηκε με θέμα την ουδετερότητα ή την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Παπανδρέου ήταν από τους σφοδρότερους υποστηρικτές του Βενιζέλου. Όταν ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, ο Παπανδρέου τον συνόδεψε στην Κρήτη κι έπειτα πήγε στη Λέσβο, απ' όπου κινητοποίησε τους βενιζελικούς υποστηρικτές του στα νησιά εξουδετερώνοντας τους βασιλόφρονες και υποστήριξε την επαναστατική κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Το 1921 επέζησε από μια απόπειρα δολοφονίας από φανατικούς βασιλόφρονες, ενώ το 1922 είχε κορυφαίο ρόλο στο Κίνημα των Πλαστήρα-Γονατά που έδιωξε τον Κωνσταντίνο. Ο Παπανδρέου εκλέχτηκε βουλευτής με το Κόμμα Φιλελευθέρων του Βενιζέλου και το 1923 ο Στυλιανός Γονατάς τον διόρισε Υπουργό Εσωτερικών στην επαναστατική κυβέρνηση. Αργότερα υπηρέτησε ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας με την κυβέρνηση Α.Μιχαλακόπουλου το διάστημα 1924-1925. Η δικτατορία του Θ.Πάγκαλου τον εξόρισε. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως Υπουργός Παιδείας επί Ελ.Βενιζέλου (1930-1932) και Υπουργός Συγκοινωνιών το 1933 πάλι με την κυβέρνηση Ελ.Βενιζέλου. Ως υπουργός Παιδείας στη κυβέρνηση Βενιζέλου την περίοδο 1930 με 1932, συνέδεσε το όνομά του με 3.200 σχολεία που κτίστηκαν τότε (και που εξασφάλισαν την αγάπη του προσφυγικού κόσμου των Μικρασιατών), αλλά και με μια ευρεία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Το 1935 ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.
Ως υπέρμαχος του πολιτεύματος της προεδρικής δημοκρατίας και πολέμιος του δικτατορικού καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, εξορίστηκε το 1936 στην Άνδρο και στα Κύθηρα. Κατά την Κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνελήφθη στις αρχές του 1942 από τους Ιταλούς ως εκδότης της παράνομης εφημερίδας "Ελευθερία", και φυλακίστηκε για ένα τρίμηνο στις φυλακές Αβέρωφ. Τον Ιούνιο του 1943 υπέβαλε απευθείας στο Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής ειδική αναφορά με τίτλο: «Η ταυτότης συμφερόντων Ελλάδος και Αγγλίας για πρώτη φορά στην ιστορία είναι απόλυτος», που προκάλεσε το συμμαχικό ενδιαφέρον, επισημειώνοντας τη μορφή του παγκοσμίου ανταγωνισμού σε δύο μέτωπα (Κομμουνιστικός Πανσλαβισμός και Φιλελεύθερος Αγγλοσαξoνισμός, όπως τα ονόμασε, δείχνοντας την κατηγορηματική προτίμησή του στο δεύτερο). Στις αρχές του 1944 αποφάσισε να συνταχθεί με τη βασιλική εξόριστη κυβέρνηση στην Αίγυπτο. Στις 14 Απριλίου του 1944, ένα μήνα μετά τη δημιουργία της ΠΕΕΑ, με αγγλικό πολεμικό αεροπλάνο έφτασε επειγόντως στο Κάιρο για σχηματισμό Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, αντικαθιστώντας τον Σοφοκλή Βενιζέλο που είχε διαδεχθεί τον Εμμανουήλ Τσουδερό. Τον Μάιο του 1944 οργάνωσε το Συνέδριο του Λιβάνου, στο οποίο τελικά αποφασίστηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας με συμμετοχή όλων των πολιτικών παρατάξεων υπό την πρωθυπουργία του με σκοπό την εφαρμογή του "Εθνικού Συμβολαίου". Αργότερα όμως σημειώθηκαν προστριβές και διαφωνίες με τους εκπροσώπους του ΕΑΜ που αφορούσαν κυρίως τον έλεγχο του στρατού. Ενώ εντός του ΕΑΜ κυριαρχούσαν οι διαφωνίες μεταξύ διαλλακτικών και αδιάλλακτων, βασική επιδίωξη του Παπανδρέου ήταν η αποτροπή της κατάληψης της χώρας από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ μετά την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά και η αναίμακτη μετάβαση στην ομαλότητα μέσα τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπήρχαν. Τον Οκτώβριο του 1944, αμέσως μετά τη Συμφωνία της Καζέρτας (που έθετε υπό την συμμαχική διοίκηση του στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι όλες τις αντιστασιακές ομάδες) και αφού εκκενώθηκε η χώρα από τις δυνάμεις του Άξονα, επέστρεψε στην Ελλάδα από το Σαλέρνο της Ιταλίας με το αγγλικό πολεμικό πλοίο Prince David και ανεβαίνοντας στο βράχο της Ακρόπολης ύψωσε την ελληνική σημαία. Μετά τα Δεκεμβριανά, κατά τη διάρκεια των οποίων, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου, μέλη της ΟΠΛΑ προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του, παραιτήθηκε από πρωθυπουργός. Ως «Γέρος της Δημοκρατίας» ο Γ.Παπανδρέου είχε σημαντική συμμετοχή στην μεταπολεμική πολιτική ζωή, για την οποία γίνεται λόγος σε επόμενη οικεία παράγραφο.
Ο Νικόλαος Πλαστήρας (4 Νοεμβρίου 1883 - 26 Ιουλίου 1953) ήταν στρατιωτικός και πολιτικός στη νεότερη Ελλάδα, γνωστός ως «αρχηγός» της «επανάστασης» του 1922 και πρωθυπουργός της χώρας τρεις φορές, στα χρόνια 3 Ιανουαρίου 1945 – 8 Απριλίου 1945, 15 Απριλίου 1950 – 21 Αυγούστου 1950 και 27 Οκτωβρίου 1951 – 11 Οκτωβρίου 1952. Γιος του Χρήστου Πλαστήρα, ράφτη, και της Στυλιανής Καραγιώργη, υφάντρας, γεννήθηκε στο Μορφοβούνι Καρδίτσας το 1883. Για τη δραστηριότητά του στα χρόνια του Μεσοπολέμου που τον οδήγησε σε αυτοεξορία στο Παρίσι έγινε λόγος σε προηγούμενη οικεία παράγραφο.
Τον Σεπτέμβριο του 1937, ο Ν.Πλαστήρας άρχισε αντιδικτατορική δράση κατά του καθεστώτος του Μεταξά, και έγινε πρόεδρος της Αντιδικτατορικής Επιτροπής, με μέλη μεταξύ άλλων τον Σοφοκλή Βενιζέλο, τον Αγαμέμνονα Σλήμαν, και τον Κομνηνό Πυρομάγλου. Σε συνέντευξη του σε μία Γαλλίδα δημοσιογράφο, επέκρινε το καθεστώς αναφέροντας ότι «δέν είναι σύστημα προόδου και εξυψώσεως του διανοητικού επιπέδου των λαών». Με την είσοδο των Γερμανικών στρατευμάτων στο Παρίσι, μετακόμισε στην ελεύθερη ζώνη της νότιας Γαλλίας, όπου έφτασε στις 2 Οκτωβρίου 1940 και εγκαταστάθηκε σε ξενοδοχείο της Νίκαιας. Στις 2 Νοεμβρίου απέκτησε προσωρινή άδεια παραμονής για έξι μήνες. Στην Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, στις αρχές Νοεμβρίου 1940, έδωσε εντολή στην Ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι ώστε να εμποδίσει τον Πλαστήρα να επιστρέψει στην Ελλάδα. Ο Κομνηνός Πυρομάγλου ανέλαβε την αποστολή να έλθει σε επαφή με τον Πλαστήρα, για να επιστρέψει μέσω Συρίας και Τουρκίας στην Ελλάδα. Το καλοκαίρι του 1941 οι Γερμανοί έστειλαν από το Παρίσι τον αξιωματικό των Es-Es Roland Nosek στη Νίκαια της Γαλλίας, όπου συνάντησε τον Πλαστήρα προσκαλώντας τον στο Παρίσι. Μεταξύ 23 Ιουλίου και 29 Αυγούστου πραγματοποίησε ταξίδι στο Παρίσι και είχε επαφές με τις εκεί Γερμανικές αρχές με άγνωστο αντικείμενο (ίσως πιστεύοντας ότι η Γερμανία θα κέρδιζε τον πόλεμο και θα μπορούσε να επωφεληθεί από τις καλές σχέσεις μαζί τους μεταπολεμικά). Επειδή όμως η πλειοψηφία των βενιζελικών πολιτικών προσχώρησε στους Άγγλους, και επομένως και τον βασιλιά, ο Πλαστήρας απομονώθηκε. Στις αρχές του φθινοπώρου του 1941, ήρθε πάλι σε επαφή με τον Πυρομάγλου, ο οποίος κατέβηκε στην Ελλάδα με οδηγία να περιορίσει την ένοπλη αντίσταση, αλλά τελικά προσχώρησε στον ΕΔΕΣ. Ο Πλαστήρας έγινε τότε, παρά τη θέλησή του, πολιτικός πρόεδρος του ΕΔΕΣ.
Από τον Οκτώβριο του 1941 έως τον Αύγουστο του 1943, δεν υπάρχουν αναφορές για τη δράση του. Από έγγραφο του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών (από τον Αύγουστο του 1942) προκύπτει ότι ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος εισηγήθηκε να δοθεί στον Πλαστήρα διαβατήριο για να φύγει από τη Γαλλία, προκαλώντας ανησυχία στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση που προσπάθησε να έλθει σε επαφή μαζί του. Τον Νοέμβριο του 1944 ο Πλαστήρας επικοινώνησε με τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος ήθελε να τον προσκαλέσει στην Ελλάδα με σκοπό να ενισχύσει την κυβέρνησή του. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ο Πλαστήρας ενεργοποιήθηκε παρακολουθώντας τις εξελίξεις. Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, σε συζήτηση μεταξύ των Σιάντου, Γ.Παπανδρέου, Καφαντάρη και του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, είχε έντονη λογομαχία με τον Γ.Σιάντο, αμφισβητώντας την προσφορά των ανταρτών του ΕΛΑΣ στην αντίσταση και στην αποχώρηση των Γερμανών.
Παρά το γεγονός ότι οι Βρετανοί τον θεωρούσαν μέτριας χρησιμότητας, μετά τα «Δεκεμβριανά» του 1944 κλήθηκε να αναλάβει την κυβέρνηση ως προσωπικότητα ευρείας αποδοχής, στις 3 Ιανουαρίου 1945. Προσπάθησε να αποτρέψει τον Εμφύλιο πόλεμο, και συμμετείχε στην Συμφωνία της Βάρκιζας. Όμως τον Μάρτιο του 1945, μετά τη δημοσίευση στην εφημερίδα "Ελληνικόν Aίμα" φωτοτυπίας επιστολής του, όπου κατά τη διάρκεια του πολέμου συνιστούσε κατάπαυση του πυρός με τη μεσολάβηση της Γερμανίας, ο τότε Αντιβασιλέας και Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ζήτησε την παραίτησή του που έγινε στις 8 Απριλίου 1945. Ο πολιτικός βίος του στη δεκαετία του 1950 εξετάζεται σε επόμενη οικεία παράγραφο.
Ο Πέτρος Βούλγαρης (Ύδρα, 13 Σεπτεμβρίου 1883 — Αθήνα, 26 Νοεμβρίου 1957) ήταν αντιναύαρχος του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού που διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου (8 Απριλίου 1945 – 17 Οκτωβρίου 1945). Γεννήθηκε στην Ύδρα και ήταν γιος του Γεωργίου Βούλγαρη και της Αρχόντως Ι. Βατσαξή. Η οικογένειά του ήταν από τις πιο ιστορικές του νησιού. Ο προπάππος του, Νικόλαος Βούλγαρης ήταν αδελφός του Γεωργίου Βούλγαρη, κοτζαμπάση της Ύδρας στην τελευταία φάση της τουρκοκρατίας, και θείος του Δημητρίου Βούλγαρη, πρωθυπουργού της Ελλάδας. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων με το βαθμό του σημαιοφόρου. Ξεκίνησε τη ναυτική του καριέρα υπηρετώντας σε πλοία του ελληνικού στόλου, ενώ αργότερα μετεκπαιδεύτηκε στο γαλλικό στόλο και επιστρέφοντας στην Ελλάδα ανέλαβε επιτελικές θέσεις. Πολιτικά ήταν υποστηρικτής του Ελευθερίου Βενιζέλου, επηρεασμένος από την «ομάδα των Υδραίων» του Ναυτικού, ηγέτες της οποίας ήταν ο Αντώνιος Σαχτούρης και ο Παύλος Κουντουριώτης. Διετέλεσε διευθυντής του γραφείου του υπουργού Ναυτικών και αργότερα διευθυντής της αεροπορικής βάσης Παλαιού Φαλήρου.
Το 1935 αποστρατεύτηκε για πολιτικούς λόγους με το βαθμό του υποναυάρχου ΠΝ. Στη συνέχεια εργάστηκε ως γενικός διευθυντής στις επιχειρήσεις του Μποδοσάκη μέχρι το 1941, όταν με την κατάρρευση του μετώπου διέφυγε με την οικογένειά του στο Κάιρο. Τον Μάρτιο του 1943 ο πρωθυπουργός Εμμανουήλ Τσουδερός του ανέθεσε το υπουργείο Αεροπορίας και τον Απρίλιο του 1944 ο πρωθυπουργός Σοφοκλής Βενιζέλος τον επανέφερε στις τάξεις των εν ενεργεία αξιωματικών με το βαθμό του αντιναυάρχου ΠΝ. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών επέστρεψε στην Ελλάδα ως αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και αρχηγός Στόλου. Στις 8 Απριλίου του 1945 ανέλαβε την πρωθυπουργία της χώρας και υπηρέτησε στη θέση αυτή επί έξι μήνες και εννέα ημέρες, προσπαθώντας να φέρει σε συνεννόηση τα πολιτικά κόμματα. Η βραχύβια περίοδος πρωθυπουργίας του χαρακτηρίζεται από μετριοπαθή στάση, σύνεση, αποφασιστικότητα και ικανότητα, αρετές που δεν στάθηκαν αρκετές για να ξεπεραστούν τα οξυμένα πολιτικά πάθη. Η απογοήτευση και το πολιτικό αδιέξοδο τον οδήγησαν σε παραίτηση από το αξίωμά του στις 8 Οκτωβρίου 1945. Επέστρεψε αθόρυβα στον ιδιωτικό βίο και την παλιά του θέση ως γενικός διευθυντής των επιχειρήσεων Μποδοσάκη. Πέθανε στις 26 Νοεμβρίου του 1957 στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών από καρδιακή ανεπάρκεια σε ηλικία 74 ετών. Η κηδεία του έγινε στη Μητρόπολη Αθηνών με τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού. Από το γάμο του με την ιταλικής καταγωγής Ερώ ντε Πιαν απέκτησε δύο παιδιά.
Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, κατά κόσμον Δημήτριος Παπανδρέου, (Δορβιτσά Ναυπακτίας, 3 Μαρτίου 1891- Αθήνα 20 Μαΐου 1949) διετέλεσε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος (Ιούλιος 1922 - Μάιος 1949) Αντιβασιλέας (31 Δεκεμβρίου 1944 – 28 Σεπτεμβρίου 1946) και Πρωθυπουργός της Ελλάδας (από τις 17 Οκτωβρίου έως την 1 Νοεμβρίου 1945) μετά τον Πέτρο Βούλγαρη. Ήταν ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών με το όνομα αυτό και ο 11ος από την ανακήρυξη της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος. Γεννήθηκε στο χωριό Δορβιτσά της ορεινής Ναυπακτίας, στο δημοτικό σχολείο της οποίας έλαβε και την πρώτη εκπαίδευση και στη συνέχεια στο σχολείο του Πλατάνου. Αν και η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή, κατάφερε να φοιτήσει στο Γυμνάσιο Καρδίτσας με τη συνδρομή του θείου του, Ηγουμένου της Ι. Μονής Κορώνης, Χριστόφορου Παπανδρέου. Στα 1908 κατέβηκε στην Αθήνα όπου εισήλθε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ταυτόχρονα στη Νομική λαμβάνοντας πτυχίο και από τις δύο σχολές. Στρατολογήθηκε στον ελληνικό στρατό και πολέμησε στους Βαλκανικούς Πολέμους το 1912 και 1913.
Το 1917 χειροτονήθηκε διάκονος λαμβάνοντας το όνομα Δαμασκηνός. Λίγο αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και ως Αρχιμανδρίτης πλέον ανέλαβε την ηγουμενία της Ι. Μονής Κορώνης. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος τον εξέλεξε το 1921, σε ηλικία 31 ετών, Μητροπολίτη Κορινθίας. Οι ποιμαντικές και οργανωτικές του ικανότητες σε συνδυασμό με την έντονη και πολυσχιδή προσωπικότητά του τον έκαναν ευρύτερα γνωστό στην Ελλάδα. Ο σεισμός της Κορίνθου στις 22 Απριλίου του 1928 έδωσε ευκαιρία να φανεί η βαθιά μέριμνα του Δαμασκηνού για το ποίμνιό του. Πήγε στις Η.Π.Α. τον Οκτώβριο του 1928 για να συλλέξει πόρους από τους εκεί ομογενείς. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, επωφελούμενο της παρουσίας και παραμονής του Δαμασκηνού στην Αμερική, υπό τον Πατριάρχη Φώτιο Β΄ τον διόρισε έξαρχό του με την εντολή να επιδιώξει την αποκατάσταση της ειρήνης στα εκκλησιαστικά πράγματα των Ελλήνων ορθοδόξων. Μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου στις 23 Απριλίου του 1938 ο Δαμασκηνός εκλέχτηκε Αρχιεπίσκοπος με 31 ψήφους έναντι 30 του Χρύσανθου στις 5 Νοεμβρίου 1938. Το Συμβούλιο της Επικρατείας όμως υπό την επιρροή της δικτατορίας ακύρωσε την εκλογή του, οπότε παρέμεινε, φρουρούμενος από τη Χωροφυλακή , στην Ι. Μονή Φανερωμένης στη Σαλαμίνα σε όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης Μεταξά και του ελληνοϊταλικού πολέμου.
Στις 27 Απριλίου του 1941 με την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος αρνήθηκε να ορκίσει την κυβέρνηση Τσολάκογλου, οπότε μείζων Σύνοδος από 23 αρχιερείς, ακύρωσε τις πράξεις της Αριστίνδην Συνόδου και επανατοποθέτησε ως Αρχιεπίσκοπο τον Δαμασκηνό στις 5 Ιουλίου 1941. Η δράση του Αρχιεπίσκοπου Δαμασκηνού την περίοδο της Κατοχής χαρακτηρίζεται από πρωτοβουλίες και ποιμαντικό ενδιαφέρον για τον χειμαζόμενο ελληνικό λαό. Την 23η Μαρτίου 1943, όταν, υπερασπιζόμενος την ιουδαϊκή κοινότητα, απειλήθηκε από τον στρατηγό Στρόοπ με τυφεκισμό απάντησε: "Οι Ιεράρχες της Ελλάδος, στρατηγέ Στρόοπ, δεν τουφεκίζονται, απαγχονίζονται. Σας παρακαλώ να σεβασθήτε αυτήν την παράδοσιν". Αντιτάχθηκε επίσης στην απόφαση της Γερμανίας να κάνει πολιτική επιστράτευση Ελλήνων με σκοπό να εργαστούν στη Γερμανία (Φεβρουάριος – Μάρτιος 1943). Η όλη πρακτική του ανάγκασε τις κατοχικές αρχές να τον θέσουν σε κατ’ οίκον περιορισμό τον Μάιο του 1944.
Τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944 ανάγκασαν τον Γεώργιο Β να συμφωνήσει για ορισμό Αντιβασιλείας και ο Δαμασκηνός ανέλαβε Αντιβασιλέας στις 31 Δεκεμβρίου 1944. Στο ταραγμένο πολιτικό σκηνικό της εποχής ο Δαμασκηνός προσπάθησε να ισορροπήσει αντίπαλες δυνάμεις, με την υποστήριξη της αγγλικής ηγεσίας, επιτυγχάνοντας την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου 1945. Στις 15 Μαΐου 1945 ο Δαμασκηνός πήγε στη Ρόδο με το καταδρομικό "Αβέρωφ" ως ο πρώτος Έλληνας αρχηγός που επισκέφθηκε τα ελεύθερα Δωδεκάνησα, μέσα σε φρενίτιδα ενθουσιασμού. Στις 6 έως τις 22 Σεπτεμβρίου 1945 (μαζί με τον Γιώργο Σεφέρη, που ήταν ιδιαίτερος γραμματέας του) πήγε στο Λονδίνο για συνομιλίες με τη νέα βρετανική κυβέρνηση του Κλήμεντ Άτλη και κατάθεσε επίσημο αίτημα για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Εκεί συναντήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου με το βασιλιά Γεώργιο, προτείνοντας αναβολή του δημοψηφίσματος. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, ανέλαβε και χρέη πρωθυπουργού από τις 17 Οκτωβρίου έως την 1 Νοεμβρίου 1945.
Καθώς οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα άλλαζαν η μία μετά την άλλη, ο Δαμασκηνός απογοητευμένος υπέβαλε την πρώτη παραίτησή του από την αντιβασιλεία στις 22 Νοεμβρίου 1945, αλλά τελικά μεταπείστηκε και παρέμεινε στη θέση του. Στις 31 Μαρτίου 1946 πραγματοποιήθηκαν βουλευτικές εκλογές χωρίς τη συμμετοχή του Κ.Κ.Ε. Η δεύτερη παραίτησή του υποβλήθηκε στις 4 Απριλίου 1946 αλλά δεν έγινε δεκτή. Το δημοψήφισμα για το πολιτειακό πραγματοποιήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1946 και επανέφερε το θεσμό της βασιλείας στην Ελλάδα. Ο Δαμασκηνός παραιτήθηκε από αντιβασιλέας οριστικά πλέον στις 28 Σεπτεμβρίου 1946 και αποσύρθηκε στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα. Είναι αξιοσημείωτο ότι λίγους μήνες αργότερα την 1 Απριλίου 1947, όταν πέθανε ο βασιλεύς Γεώργιος Β, τα ανάκτορα, αντιδρώντας στην παρουσία του Δαμασκηνού στην κηδεία, κάλεσαν τον πρώην Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο να τελέσει την ακολουθία.
Ο Δαμασκηνός άφησε την τελευταία του πνοή στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 1949 σε ηλικία 59 ετών.
Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος (Πάτρα, 13 Δεκεμβρίου 1902 – Αθήνα, 11 Σεπτεμβρίου 1986) ήταν πολιτικός και ακαδημαϊκός, πρωθυπουργός της Ελλάδας σε δύο σύντομες θητείες (1 Νοεμβρίου 1945 – 22 Νοεμβρίου 1945 και 3 Απριλίου 1967 – 21 Απριλίου 1967). Γεννήθηκε στην Πάτρα και γονείς του ήταν ο φαρμακοποιός Κανέλλος Κανελλόπουλος και η Αμαλία το γένος Γούναρη, αδελφή του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη. Εκτός από τον Παναγιώτη η οικογένεια είχε άλλα δύο παιδιά, τον Αναστάσιο και τη Μαρία. Αφού ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Α' Γυμνάσιο Πατρών εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1919. Ακολούθως φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης από το 1920 έως το 1923, όπου και αναγορεύτηκε διδάκτωρ του Δικαίου, και στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μονάχου. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και το 1925 μετά από δημοσίευση της πρώτης κοινωνιολογικής του πραγματείας διετέλεσε μέλος της Εταιρείας Κοινωνικών Επιστημών. Λόγω της αντιβενιζελικής οικογενειακής του παράδοσης, μέχρι το 1926 έμεινε μακριά από τον πολιτικό στίβο, εξαιτίας των διαδοχικών βενιζελικών κυβερνήσεων. Το 1926 ανέλαβε καθήκοντα Γενικού Γραμματέως του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας στην Οικουμενική Κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Ζαΐμη, ενώ τρία χρόνια αργότερα, το 1929, ανέλαβε υφηγητής της έκτακτης αυτοτελούς έδρας της Κοινωνιολογίας στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (ο νεότερος μέχρι τότε πανεπιστημιακός). Το 1929 πήρε μέρος από κοινού με τους Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, Κωνσταντίνο Τσάτσο και Μιχάλη Τσαμαδό στην ίδρυση και σύνταξη του περιοδικού "Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών". Το 1932 διορίστηκε Γενικός Γραμματέας του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, αλλά παραιτήθηκε για να υποβάλει υποψηφιότητα στην έδρα της Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τον Ιανουάριο του 1933 εκλέχτηκε καθηγητής και το 1934 εκλέχτηκε πρόεδρος του νεοσύστατου Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.).
Το 1935, μετά το στρατιωτικό κίνημα του στρατηγού Γ.Κονδύλη, δημοσίευσε σειρά άρθρων υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας στην εφημερίδα "Ακρόπολις", ενώ μετά την έλευση του Γεωργίου Β΄ απομακρύνθηκε από την πανεπιστημιακή του έδρα και το Ι.Κ.Α. μετά την άρνησή του να ορκιστεί πίστη στο βασιλιά. Στις 15 Δεκεμβρίου ίδρυσε το "Εθνικόν Ενωτικόν Κόμμα" και έλαβε μέρος στις εκλογές του Ιανουαρίου του 1936, σε συνεργασία με τον βενιζελικό στρατηγό Αλέξανδρο Μαζαράκη – Αινιάν, με σύνθημα τον τερματισμό του διχασμού, αλλά δεν κατάφερε να εκλεγεί βουλευτής. Με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, απηύθυνε υπόμνημα διαμαρτυρίας στον Γεώργιο Β' και στις 7 Φεβρουαρίου 1937 συνελήφθη και εκτοπίστηκε στην Κύθνο και έπειτα στη Θάσο και την Κάρυστο. Η κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου τον βρήκε εξόριστο και ζήτησε άμεσα να στρατευθεί. Έτσι το Νοέμβριο εντάχθηκε ως οπλίτης στη 13η Μεραρχία Αρχιπελάγους στην πρώτη γραμμή Πόγραδετς - Κορυτσά.
Μετά τη συνθηκολόγηση επέστρεψε στην Αθήνα και την περίοδο της ναζιστικής κατοχής ίδρυσε την αντιστασιακή ομάδα "Στρατιά των σκλαβωμένων νικητών", η οποία μετεξελίχθηκε στην Π.Ε.Α.Ν. (Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων). Τον Φεβρουάριο του 1942 οι κατοχικές αρχές αντιλήφθηκαν τη δράση του και προσπάθησαν να τον συλλάβουν, ενώ καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από ιταλικό στρατοδικείο. Στις 31 Μαρτίου 1942 διέφυγε, μυστικά, μαζί με τη σύζυγό του Θεανώ Πουλικάκου στην Ερυθραία της Μικράς Ασίας από όπου μετέβη στην έδρα της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, στο Κάιρο. Εκεί διορίστηκε Αντιπρόεδρος και Υπουργός Εθνικής Αμύνης της κυβέρνησης Εμμανουήλ Τσουδερού. Χάρη στην ενθουσιώδη δράση του, ενδυναμώθηκε η αδράνεια των ελληνικών στρατευμάτων και τον Οκτώβριο 1941 η 1η ταξιαρχία του ΒΕΣΜΑ (Βασιλικός Ελληνικός Στρατός Μέσης Ανατολής) συμμετείχε στη μάχη του Ελ Αλαμέιν.
Το Μάρτιο του 1943 όταν εκδηλώθηκε Κίνημα στις τάξεις των Ελληνικών Ταξιαρχιών της Βηρυτού ο Κανελλόπουλος προσπάθησε να αποκαταστήσει την τάξη με συναινετικούς χειρισμούς. Στις 21 Ιανουαρίου 1943 σε ραδιοφωνικό του μήνυμα, που μεταδόθηκε από το BBC, δήλωσε ότι η εξόριστη κυβέρνηση θα παραιτηθεί μόλις ελευθερωθεί η Ελλάδα, για να σχηματιστεί μια κυβέρνηση από όλες τις πολιτικές δυνάμεις και τις αντιστασιακές οργανώσεις, ώστε να αρχίσει το έργο της ανοικοδόμησης. Στις 5 Μαρτίου 1943 ο Κανελλόπουλος επισήμανε στον πρωθυπουργό Τσουδερό ότι κύρια αιτία για την επικίνδυνη κατάσταση στο στράτευμα ήταν οι αμφιβολίες ως προς την πρόθεση της κυβέρνησης να προκηρύξει δημοψήφισμα για το πολίτευμα μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ενώ παράλληλα χαρακτήρισε ανταρσία τον τρόπο που τέθηκε το ζήτημα από τους κινηματίες στρατιώτες. Ο Κανελλόπουλος κατέβαλε προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης ζητώντας και την ηθική βοήθεια των Άγγλων, οι προσπάθειές του όμως απέτυχαν, ενώ σε κάποια επίσκεψή του σε στρατόπεδο απειλήθηκε με λιθοβολισμό από στρατιώτες. Στις 10 Μαρτίου ο Τσουδερός ανακοίνωσε την παραίτηση του Κανελλόπουλου και εξέδωσε ημερήσια διαταγή που διακήρυσσε πίστη στο βασιλιά.
Από τις 17 έως τις 20 Μαΐου 1944 έλαβε χώρα το Συνέδριο του Λιβάνου, στο οποίο συμμετείχε ο Κανελλόπουλος, με βασικούς σκοπούς το σχηματισμό Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, τον αφοπλισμό και την ενοποίηση των αντιστασιακών δυνάμεων. Στις 2 Ιουνίου ορκίστηκε το δεύτερο κλιμάκιο υπουργών της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, που συμπεριλάμβανε τους Π. Κανελλόπουλο, Κ. Τσάτσο, Γ. Καρτάλη και Ι. Θεοτόκη. Στην Κυβέρνηση Παπανδρέου αρχικά ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο του Υπουργού Οικονομικών και Ανασυγκροτήσεως ενώ στις 19 Ιουλίου του ανατέθηκε προσωρινά η Διεύθυνση του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας ως προς το οικονομικό ζήτημα. Στις 2 Σεπτεμβρίου ανέλαβε Υπουργός Ναυτικών και στις 27 του ίδιου μήνα μετέβη ως πληρεξούσιος της Κυβέρνησης στην Καλαμάτα, την Τρίπολη και την Πάτρα με στόχο την κατάπαυση των εμφύλιων συγκρούσεων.
Από την πόλη Καβα Ντεϊ Τιρρένι (Cava dei Tirreni) της Ιταλίας όπου έδρευε προσωρινά η Κυβέρνηση κατέφθασε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 1944 μαζί με τα άλλα μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Στη νέα Κυβέρνηση Παπανδρέου στις 23 Οκτωβρίου διορίστηκε Υπουργός Ναυτικών και προσωρινά Παιδείας και στις 12 Δεκεμβρίου, μετά την παραίτηση του Αλεξάνδρου Σβώλου (2 Δεκεμβρίου), ανέλαβε και χρέη Υπουργού Οικονομικών. Τα Δεκεμβριανά του 1944 οδήγησαν σε παραίτηση της Κυβέρνησης Γ.Παπανδρέου στις 3 Ιανουαρίου 1945.
Την 1η Νοεμβρίου 1945, μετά και την παραίτηση της κυβέρνησης του Αρχιεπισκόπου Αντιβασιλέα Δαμασκηνού, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ανέλαβε τη συγκρότηση κυβέρνησης. Σε αυτήν ο ίδιος εκτός από τη θέση του Πρωθυπουργού κατείχε τα χαρτοφυλάκια των Υπουργείων Ναυτικών και Εξωτερικών. Η παρέμβαση της Βρετανίας στην ελληνική πολιτική σκηνή με αποστολή του Υφυπουργού των Εξωτερικών Έκτορα Μακ Νηλ (Hector MacNeil), ο οποίος άσκησε πίεση για την διενέργεια εκλογών πριν από τον Μάρτιο του 1946, ανάγκασε τον Κανελλόπουλο σε παραίτηση στις 22 Νοεμβρίου, είκοσι μία ημέρες μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας.
Στις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 συνεργάστηκε με τους Σοφοκλή Βενιζέλο και Γεώργιο Παπανδρέου συγκροτώντας την Εθνικήν Πολιτικήν Ένωσιν, η οποία έλαβε ποσοστό 19,3% και κατέλαβε τη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Συμμετείχε στην κυβέρνηση του Παναγιώτη Πουλίτσα (4 Απριλίου – 18 Απριλίου 1946) ως υπουργός Άνευ Χαρτοφυλακίου και στην κυβέρνηση συνασπισμού του Δημητρίου Μαξίμου (24 Ιανουαρίου – 29 Αυγούστου 1947) ως Υπουργός Ναυτικών και προσωρινά Δημοσίας Τάξεως. Στις 20 Ιανουαρίου 1949 ορκίστηκε Υπουργός των Στρατιωτικών στην τρίτη κατά σειρά κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη, θέση την οποία διατήρησε στον επόμενο ανασχηματισμό αλλά και μετά το θάνατο του Σοφούλη και την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Αλέξανδρο Διομήδη. Η συμμετοχή του Π.Κανελλόπουλου στον μεταπολεμικό πολιτικό βίο εξετάζεται σε επόμενη οικεία παράγραφο.
Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης (Βαθύ Σάμου, 1860 – Αθήνα, 24 Ιουνίου 1949) ήταν Έλληνας αρχαιολόγος και φιλελεύθερος πολιτικός, ο οποίος χρημάτισε πρωθυπουργός της χώρας για σύντομο διάστημα κατά το 1924 (24 Ιουλίου 1924 – 7 Οκτωβρίου 1924) καθώς και κατά την κρίσιμη περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου (22 Νοεμβρίου 1945 – 4 Απριλίου 1946 και 7 Σεπτεμβρίου 1947 – 24 Ιουνίου 1949). Σπούδασε αρχικά στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συνέχισε τις σπουδές του στον τομέα της Αρχαιολογίας στη Γερμανία. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, αναγορεύθηκε υφηγητής της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ως αρχαιολόγος, συμμετείχε σε πολλές ανασκαφές. Μεταξύ άλλων, ήταν υπεύθυνος και για τις ανασκαφές στην αρχαία Μεσσήνη το 1895. Όμως, η ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του είχε άδοξο τέλος, επειδή το Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν τον εξέλεξε τελικά τακτικό καθηγητή της Αρχαιολογίας. Έτσι, το 1899, ο Σοφούλης επέστρεψε στην γενέτειρά του, την Σάμο.
Ο Σοφούλης αναμείχθηκε με την πολιτική για πρώτη φορά το 1900, και μετά την ένωση της Σάμου με την Ελλάδα, στις 11 Νοεμβρίου 1912, έγινε στέλεχος του Κόμματος των Φιλελευθέρων και διετέλεσε πρωθυπουργός επί 2,5 μήνες το 1924. Με τη φυγή του Βενιζέλου στην Γαλλία, ο Σοφούλης ανέλαβε την ηγεσία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, το κόμμα του δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία, οπότε υπέγραψε με το Παλλαϊκό Μέτωπο (το οποίο ελεγχόταν από το ΚΚΕ) σύμφωνο, χάρη στο οποίο εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής. Το σύμφωνο αυτό έμεινε στην ιστορία ως «Σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα». Ο Στέλιος Σκλάβαινας ήταν ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και βουλευτής του Παλλαϊκού Μετώπου.
Όταν ο Μεταξάς ανέλαβε την πρωθυπουργία για να κυβερνήσει με διατάγματα, ο Σοφούλης δεν έδειξε αρχικά να ανησυχεί. Στις 7 Ιουνίου 1936, την στιγμή που ο Μεταξάς είχε ήδη ορίσει υπουργό Εσωτερικών τον υποστηρικτή δικτατορικών λύσεων Θ. Σκυλακάκη και στον Τύπο υπήρχαν δημοσιεύματα για επικείμενη δικτατορία, ο Σοφούλης δήλωσε: «Ο κ. Πρωθυπουργός δεν σκέπτεται τοιούτον τι. Περί αυτού είμαι πεπεισμένος και ο κόσμος πρέπει να ησυχάση και να μη δίδη πίστιν εις τοιαύτας σκοπίμους διαδόσεις». Μετά την επίσημη αναγγελία της δικτατορίας στις 4 Αυγούστου του 1936, ο Σοφούλης τήρησε αρχικά επιφυλακτική στάση, αλλά η εξέλιξη της δικτατορίας τον έκανε να κινηθεί πιο ανοιχτά εναντίον της.
Κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Σοφούλης παρέμεινε στην Αθήνα και συμμετείχε στη δεξιά αντιστασιακή οργάνωση ΑΑΑ («Αγών, Ανόρθωσις, Ανεξαρτησία»), η οποία είχε επαφές με το συμμαχικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Αρνήθηκε ωστόσο να συνεργαστεί με το ΕΑΜ. Μάλιστα τον Ιανουάριο του 1944, κατηγόρησε το ΕΑΜ ότι αποτελούσε προμετωπίδα στα σχέδια του ΚΚΕ για την εγκαθίδρυση κομμουνιστικής δικτατορίας. Οι κατοχικές Αρχές τον συνέλαβαν στις 19 Μαΐου του 1944 με την κατηγορία της αντιστασιακής δράσης και τον φυλάκισαν στο Χαϊδάρι μέχρι το τέλος της Κατοχής.
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ο Σοφούλης προσπάθησε να κρατήσει ίσες αποστάσεις τόσο από τους βασιλόφρονες Λαϊκούς όσο και από το ελεγχόμενο από το ΚΚΕ ΕΑΜ. Το αντιβασιλικό παρελθόν του, αλλά και η εχθρότητά του προς το ΕΑΜ, έκανε τους Βρετανούς να τον επιλέξουν ως την «μέση λύση» και να τον προωθήσουν στην θέση του πρωθυπουργού τον Νοέμβριο του 1945, παρότι έναν χρόνο νωρίτερα, τον Δεκέμβριο του 1944, είχαν απορρίψει ένα παρόμοιο ενδεχόμενο. Τον Ιανουάριο του 1946, ο Σοφούλης απέρριψε έκκληση του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη και του Σοφοκλή Βενιζέλου για υπόδειξη κοινών υποψηφίων από τους Φιλελευθέρους και τους Λαϊκούς στις εκλογές που θα γίνονταν την άνοιξη του ίδιου έτους. Λίγο πριν από τις εκλογές, απέρριψε παρόμοια πρόταση από το ΚΚΕ για εκλογική συνεργασία ανάμεσα στο ΕΑΜ και τους Φιλελευθέρους. Ακόμα και το 1947, όταν πλέον ο Εμφύλιος είχε φουντώσει, η Αριστερά διέβλεπε στο πρόσωπό του τη μόνη συμβιβαστική λύση για την αποφυγή της συνέχισης του εμφυλίου πολέμου.
Μετά την επιστροφή του βασιλιά Γεωργίου, τον Σεπτέμβριο του 1946, ο Σοφούλης ανακοίνωσε ότι δέχεται την νέα πολιτική πραγματικότητα. Γνωστοποίησε στον πρέσβη της Βρετανίας ότι θα δεχόταν ακόμα και μια βασιλική δικτατορία ως εγγύηση «κατά των Σλάβων και του ΚΚΕ». Όμως ταυτοχρόνως πρότεινε στους Λαϊκούς τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας, η οποία θα έδινε αμνηστία στους διωκόμενους Αριστερούς και θα διαβεβαίωνε την ασφάλεια τους. Οι Λαϊκοί απέρριψαν την πρότασή του θεωρώντας την ως «εντελώς απαράδεκτη συνθηκολόγηση» με το ΚΚΕ. Τον Ιανουάριο του 1947, ο Σοφούλης απείχε από την κυριαρχούμενη από Λαϊκούς κυβέρνηση του Δημητρίου Μάξιμου, γιατί δεν συμφωνούσε με την αδιάλλακτη πολιτική των Λαϊκών. Ο Σοφούλης απαίτησε να σχηματίσει δική του κυβέρνηση και να θέσει σε εφαρμογή μια πολιτική κατευνασμού που θα περιελάμβανε γενική αμνηστία και απελευθέρωση όλων των εκτοπισμένων Αριστερών. Για άλλη μια φορά οι προτάσεις του δεν εισακούστηκαν και ο κυβερνητικός ραδιοσταθμός τον κατήγγειλε ως «προδότη και Βούλγαρο».
Τον Ιούλιο του 1947, το ΕΑΜ έκανε έκκληση στον Σοφούλη να αναλάβει πρωτοβουλία για την αποσόβηση του Εμφυλίου. Ο Σοφούλης συναντήθηκε με τον Δημήτριο Μάξιμο, ο οποίος συμφώνησε σε μία πολιτική λύση για την αποφυγή του πολέμου. Όμως ο βασιλιάς Παύλος, που είχε διαδεχθεί τον Γεώργιο Β΄, αρνήθηκε να συζητήσει κάθε πρωτοβουλία, γιατί οι Αμερικανοί δεν θα το επέτρεπαν. Παρά τις αντιρρήσεις του βασιλιά, στις 2 Αυγούστου 1947, ο Σοφούλης υπέβαλε προς το ΕΑΜ ένα σημείωμα για πιθανή συνεργασία του Κόμματος των Φιλελευθέρων με τον συνασπισμό του ΕΑΜ, με σκοπό την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον ίδιο, εφόσον σε σύντομο χρονικό διάστημα θα διαλυόταν ο Δημοκρατικός Στρατός. Στο σημείωμά του, ο Σοφούλης υποσχόταν αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, χορήγηση γενικής αμνηστίας και θέσπιση νομοθεσίας για αποφυγή αντεκδικήσεων. Το ΕΑΜ αποδέχθηκε την πρόταση Σοφούλη σε πολλά σημεία, και σε άλλα πρότεινε τροποποιήσεις. Αλλά οι Λαϊκοί ανησύχησαν για αυτές τις διεργασίες και περισσότερο για τις δηλώσεις του Σοφούλη ότι ο Δημοκρατικός Στρατός θα επικρατούσε, ότι η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να γίνει «αντισλαβικός προμαχώνας» και ότι η αμερικανική πολιτική έφερε την πρωταρχική ευθύνη για το τραγικό αδιέξοδο της χώρας. Επιπλέον, οι ΗΠΑ θορυβήθηκαν και απείλησαν με διακοπή της βοήθειας προς την Ελλάδα. Έτσι, στις 4 Σεπτεμβρίου του 1947 οι Λαϊκοί του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη αναγκάστηκαν να συμπράξουν σε κυβέρνηση συνασπισμού υπό την πρωθυπουργία του Σοφούλη, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ενιαίο μέτωπο κατά του ΚΚΕ.
Όταν στα τέλη του 1947, το ΚΚΕ σχημάτισε την Προσωρινή Κυβέρνηση, ο Σοφούλης πίεσε το ΕΑΜ να αποκηρύξει το ΚΚΕ. Από την άλλη πλευρά, οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί συμβούλευσαν την ελληνική κυβέρνηση να συντρίψει τον Δημοκρατικό Στρατό μέσα σε έξι ή επτά μήνες. Ο Σοφούλης συμμορφώθηκε με τις συμβουλές των Αμερικανών, ενώ ταυτοχρόνως προσπαθούσε να βρει διέξοδο με μία συμφωνία σε διεθνές επίπεδο. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Η Ελλάδα βυθίστηκε στον πιο φονικό πόλεμο που γνώρισε ποτέ και ο υπέργηρος Σοφούλης, που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, συνέχισε να παραμένει στην θέση του πρωθυπουργού. Πέθανε στις 24 Ιουνίου του 1949, ενώ οι μάχες μαίνονταν ακόμα στον Γράμμο και στο Βίτσι.
O Παναγιώτης Πουλίτσας (Γεράκι Λακωνίας 1881 - Αθήνα 16 Ιανουαρίου 1968 ), ήταν ανώτατος δικαστικός, ακαδημαϊκός και προσωρινός πρωθυπουργός της Ελλάδας στο διάστημα 4 Απριλίου 1946 – 18 Απριλίου 1946. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Αθήνας και αφού άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου επί 5 χρόνια, διορίστηκε κατόπιν διαγωνισμού το 1907 δικαστής, υπηρετώντας αρχικά ως πρωτοδίκης και στη συνέχεια ως εφέτης σε διάφορες ελληνικές πόλεις. Συμπλήρωσε τις νομικές σπουδές του στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου και κατόπιν υπηρέτησε στη Θεσσαλονίκη και στα Ιωάννινα. Έγινε στη συνέχεια πρόεδρος πρωτοδικών στην Αθήνα και το 1932 διορίστηκε σύμβουλος Επικρατείας, ενώ το 1943 έγινε πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, θέση που κράτησε ως το 1951.
Στις πρώτες μετά την αποχώρηση των Γερμανών βουλευτικές εκλογές του 1946 και ως τη σύγκληση της βουλής, διετέλεσε πρόεδρος της κυβέρνησης που συγκροτήθηκε και που στηριζόταν από τα ηγετικά στελέχη του Λαϊκού κόμματος. Η πρωθυπουργία αυτή διάρκεσε μόλις 14 ημέρες (4 έως 18 Απριλίου 1946). Πέντε χρόνια αργότερα ο Παναγιώτης Πουλίτσας εκλέχτηκε βουλευτής Αθήνας στις εκλογές του 1951 με το κόμμα του Ελληνικού Συναγερμού. Ήταν μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το 1947 και έγινε πρόεδρός της το 1957, ενώ ήταν και πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας ς και της Εταιρείας Βυζαντινών σπουδών. Δημοσίευσε σε διάφορα επιστημονικά περιοδικά νομικές μελέτες και έγραψε το βιβλίο "Σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας". Διακρίθηκε για το ήθος του, την ακεραιότητά του και αντικειμενικότητά του.
Ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης (1884-15 Νοεμβρίου 1970) ήταν πολιτικός, δυο φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας στις περιόδους 18 Απριλίου 1946 – 24 Ιανουαρίου 1947 και 29 Αυγούστου 1947 – 7 Σεπτεμβρίου 1947. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Βερολίνο, στο Λονδίνο και στη Φλωρεντία. Άσκησε για μικρό χρονικό διάστημα τη δικηγορία. Νέος ασχολήθηκε με την πολιτική. Διατέλεσε νομάρχης Πατρών και Κερκύρας (1915 - 1917) καθώς και Υπουργός Γενικός διοικητής Κρήτης (1921 - 1922) σε αντιβενιζελικές κυβερνήσεις. Το 1926 εκλέχτηκε πρώτη φορά βουλευτής Αργολιδοκορινθίας με το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων του Ιωάννη Μεταξά. Το 1928 προσχώρησε στο Λαϊκό Κόμμα, όπου αρχηγός ήταν ο θείος του Παναγής Τσαλδάρης. Μετείχε στη δεύτερη κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη ως υφυπουργός Συγκοινωνιών (1933 - 1935) και στη συνέχεια ως υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ. Μετά το θάνατο του Παναγή Τσαλδάρη το 1936 έγινε μέλος της διοικούσας επιτροπής του Λαϊκού Κόμματος, το οποίο διέκοψε τη λειτουργία του με την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Μετά την Αποχώρηση των Γερμανών κατά τις εκλογές στις 31 Μαρτίου 1946 ανακηρύχθηκε αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος και στη συνέχεια έγινε πρόεδρος της πρώτης μετά από ελεύθερες εκλογές κυβέρνησης της χώρας.
Αναδείχθηκε νικητής στις εκλογές του 1946 ως αρχηγός του συνασπισμού "Ηνωμένη Παράταξις Εθνικοφρόνων" και ανέλαβε την πρωθυπουργία της χώρας από τον Απρίλιο του 1946 έως τον Ιανουάριο του 1947.. Η κυβέρνησή του διενήργησε το δημοψήφισμα, με το οποίο επανήλθε η Βασιλευόμενη Δημοκρατία την 1η Σεπτεμβρίου 1946. Διατέλεσε επικεφαλής των ελληνικών αντιπροσωπειών στη Διάσκεψη των Παρισίων (1946) και στις Γενικές Συνελεύσεις του ΟΗΕ το διάστημα 1947 - 1949. Είχε στενή συνεργασία με τους Αμερικανούς για την παροχή οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα, σύμφωνα με το Δόγμα Τρούμαν, καθώς και για την αναδιοργάνωση του ελληνικού στρατού. Υπήρξε αντιπρόεδρος των κυβερνήσεων Δημητρίου Μαξίμου (1947) καθώς και Υπουργός των Εξωτερικών από 04/04/1946 έως 06/01/1950, υπό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη (1947-1949) και τον Αλέξανδρο Διομήδη (1949 - 1950). Ανέλαβε πάλι την πρωθυπουργία τον Αύγουστο του 1947 και παρέμεινε πρωθυπουργός μέχρι το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.
Στις εκλογές του 1950 το Λαϊκό κόμμα ήλθε πρώτο, ενώ κατά τις εκλογές του 1951, με την ίδρυση του Ελληνικού Συναγερμού του Αλέξανδρου Παπάγου, το Λαϊκό Κόμμα έχασε μεγάλο μέρος της εκλογικής του βάσης και ο Τσαλδάρης εκλέχτηκε βουλευτής στην ιδιαίτερη εκλογική του περιφέρεια (Αργολιδοκορινθία). Στις εκλογές όμως του 1952, που διεξάχθηκαν με την αλλαγή του εκλογικού νόμου σε πλειοψηφικό σύστημα, δεν εκλέχτηκε, ούτε ο ίδιος ούτε και οι υποψήφιοι του κόμματος. Το 1956 εκλέχτηκε βουλευτής με τη Δημοκρατική Ένωση, ενώ στις εκλογές του 1958, ως επικεφαλής της Ένωσης του Λαϊκού Κόμματος απέτυχε να εκλεγεί. Αποσύρθηκε τότε από τα δημόσια πράγματα και επανεμφανίστηκε στα Συμβούλια του Στέμματος την εποχή των Ιουλιανών. Πέθανε στην Αθήνα το 1970. Γιος του ήταν ο Αθανάσιος Τσαλδάρης, στέλεχος και υπουργός της Νέας Δημοκρατίας μετά την Μεταπολίτευση.
Ο Δημήτριος Μάξιμος (1873 - 16 Οκτωβρίου 1955) ήταν οικονομολόγος, τραπεζίτης και πολιτικός, πρωθυπουργός της Ελλάδας την περίοδο 24 Ιανουαρίου 1947 – 29 Αυγούστου 1947. Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν γιος του Επαμεινώνδα Μάξιμου, εμπόρου, και της Ασπασίας Λόντου. Από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από παλαιά οικογένεια της Χίου, ενώ από την πλευρά της μητέρας του καταγόταν από την οικογένεια Λόντου και ήταν εγγονός του Ανδρέα Χ. Λόντου, δημάρχου Πατρέων και προέδρου της Βουλής, και πρώτος ξάδελφος των Δημητρίου Λόντου, βουλευτή και υπουργού, και Γεωργίου Στρέιτ, νομομαθή και υπουργού. Τελείωσε τις γυμνασιακές σπουδές του στο Β' Γυμνάσιο Πατρών και στη συνέχεια σπούδασε νομικά και οικονομικές επιστήμες στην Αθήνα και το Παρίσι. Από το 1891, σε πολύ νεαρή ηλικία, άρχισε τραπεζική σταδιοδρομία. Το 1903 ανέλαβε τη διεύθυνση του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας Πατρών και κατόπιν προήχθη στη θέση του διευθυντή του Κεντρικού Καταστήματος Αθηνών. Το 1914 έγινε υποδιοικητής της Τράπεζας, ενώ διετέλεσε διοικητής της την περίοδο 1921 - 1922. Στα τέλη του 1922, μετά την επανάσταση Πλαστήρα - Γονατά, παραιτήθηκε και έφυγε με τη σύζυγό του στη Φλωρεντία, φοβούμενος αντίποινα από τους βενιζελικούς. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1927 και ανέλαβε οικονομικός σύμβουλος του Λαϊκού Κόμματος του Παναγή Τσαλδάρη. Το 1933 εκλέχτηκε βουλευτής του ίδιου κόμματος και αμέσως μετά αριστίνδην γερουσιαστής. Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών την περίοδο 1933 - 1935. Επί υπουργίας του υπεγράφη το Σύμφωνο της Διαβαλκανικής Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας, Γιουγκοσλαβίας και Ρουμανίας.
Κατά τη δίκη όσων συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς κατέθεσε υπέρ αυτών λέγοντας: «Όλοι οι αποτελούντες τας Κυβερνήσεις κατέβαλον εξαιρετικάς προσπάθειας να εξυπηρετήσουν τον Λαόν και να βοηθήσουν τους συμπολίτας των», «όλοι επί κατοχής εκυβέρνησαν τον τόπο από λόγους πατριωτικούς». Το 1947 ανέλαβε εξωκοινοβουλευτικός πρωθυπουργός σε κυβέρνηση συνασπισμού από 24 Ιανουαρίου έως 29 Αυγούστου. Κατόπιν αποσύρθηκε και έζησε ως απλός ιδιώτης. Το 1952 το ελληνικό Δημόσιο ζήτησε να αγοράσει την κατοικία του Δημητρίου Μαξίμου, η οποία βρισκόταν επί της οδού Ηρώδου Αττικού 19. Ο ίδιος δήλωσε ότι αποδέχεται να πουλήσει την οικία του στο Δημόσιο στο μισό περίπου της εκτίμησης από επιτροπή (5,75 δισεκατομμύρια δραχμές) και προσέφερε στο κράτος όλη την επίπλωση της κατοικίας του, καθώς και τους πίνακες που βρίσκονταν σε αυτή, για να χρησιμοποιηθεί ως «Κυβερνητικόν Μέγαρον». Από το 1982 το «Μέγαρο Μαξίμου» χρησιμοποιείται ως επίσημη κατοικία και γραφείο του εκάστοτε πρωθυπουργού. Απεβίωσε το 1955.
Ο Αλέξανδρος Διομήδης (Αθήνα, 22 Δεκεμβρίου 1875 - Αθήνα, 11 Νοεμβρίου 1950) ήταν πολιτικός, δικηγόρος, οικονομολόγος, συγγραφέας, μελετητής, ακαδημαϊκός και πρωθυπουργός της Ελλάδας στο διάστημα 30 Ιουνίου 1949 – 6 Ιανουαρίου 1950. Γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν γιος του Νικολάου Διομήδη, νομικού, και της Ελένης Φιλαρέτου. Καταγόταν από τη μεγάλη οικογένεια νομικών και πολιτικών Διομήδη-Κυριακού. Ο παππούς του Διομήδης Κυριακός ήταν καθηγητής νομικής και πρωθυπουργός. Καθηγητής νομικής ήταν και ο θείος του Βασίλης Οικονομίδης. Η οικογένεια Κυριακού ήταν μεγάλη ναυτική σπετσιώτικη οικογένεια που προσέφερε πολλά στην επανάσταση του 1821. Σπούδασε νομικά στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, και συνέχισε τις σπουδές του ειδικευόμενος στα οικονομικά στη Βαϊμάρη, το Παρίσι, το Βερολίνο και τη Λειψία, όπου αναγορεύθηκε διδάκτωρ. Το 1905, διορίστηκε υφηγητής του διοικητικού δικαίου στο Εθνικό Πανεπιστήμιο και ήταν ανταποκριτής των εφημερίδων «Νέες Ημέρες» της Τεργέστης και «Νέος Ελεύθερος Τύπος της Βιέννης», ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν ως δικηγόρος. Ήταν ένας από τους ιδρυτές του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1910.
Στην αρχή της καριέρας του διορίστηκε νομάρχης Αττικοβοιωτίας. Από το 1910 μέχρι το 1918 εκλεγόταν βουλευτής Σπετσών με το κόμμα των Φιλελευθέρων και διετέλεσε υπουργός Οικονομικών από το 1912 μέχρι το 1915 στην πρώτη Κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και υπουργός Εξωτερικών. Το 1918 έγινε συνδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας. Το 1922, υπήρξε συνιδρυτής της εφημερίδας «Ελεύθερον Βήμα», διετέλεσε προσωρινά υπουργός Οικονομικών και τον επόμενο χρόνο διορίστηκε διοικητής της Εθνικής Τράπεζας με την οποία ασχολήθηκε, με κάποιες διακοπές, μέχρι το έτος 1949. Διετέλεσε πρώτος διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος την περίοδο από το 1928 έως το 1931 και πρόεδρος του Ανώτατου Οικονομικού Συμβουλίου.
Το 1949 ορκίστηκε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του Θεμιστοκλή Σοφούλη τον οποίο και διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία για έξι μήνες την περίοδο από τις 30 Ιουνίου 1949 έως τις 6 Ιανουαρίου 1950. Πέθανε από συγκοπή καρδιάς στην Αθήνα το 1950. Ήταν νυμφευμένος με την Ιουλία Ψύχα. Με τον θάνατό του κληροδότησε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών μέρος της περιουσίας του, με την οποία κατασκευάστηκε το 1961 έως το 1975 βοτανικός κήπος, που πήρε το όνομα της γυναίκας του και του ιδίου ως Βοτανικός Κήπος Ιουλίας και Αλεξάνδρου Ν. Διομήδους. Εξέδωσε πολλές οικονομικές μελέτες ενώ ασχολήθηκε και με την βυζαντινή ιστορία.
Ο Ιωάννης (Τζον) Γ. Θεοτόκης (1880– 6 Ιουνίου 1961) ήταν έλληνας πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός της χώρας την περίοδο 6 Ιανουαρίου 1950 – 23 Μαρτίου 1950. Ήταν γιος του παλαίμαχου κερκυραίου πολιτικού και πρωθυπουργού της χώρας Γεωργίου Θεοτόκη, αδελφός του πολιτικού Νικολάου Θεοτόκη, ο οποίος εκτελέσθηκε το 1922 για τον ρόλο του στην Μικρασιατική Καταστροφή, και αδελφός της Ζαΐρας Θεοτόκη, μητέρας του Γεωργίου Ράλλη. Ο Ι. Θεοτόκης ήταν αυλικός της Βασίλισσας Σοφίας. Εκλέχθηκε επτά φορές βουλευτής και διετέλεσε τρεις φορές υπουργός Γεωργίας. Το 1935, ανέλαβε αντιπρόεδρος και Υπουργός των Εξωτερικών (από 10/10/1935 έως 30/11/1935) στην κυβέρνηση Γεώργιου Κονδύλη, η οποία επανέφερε τον βασιλιά Γεώργιο Β από την εξορία. Το 1936, ο Μεταξάς τον απομάκρυνε από την θέση του και τον έθεσε σε περιορισμό κατ' οίκον στην Κέρκυρα.
Κατά τη δίκη των συνεργατών των Γερμανών κατέθεσε υπέρ αυτών λέγοντας ότι «εξυπηρέτησαν την Χώραν και όχι τον κατακτητήν. ... υπό τας παντοειδείς ανυποφόρους καταπιέσεις της Ιταλικής Διοικήσεως εις τας Ιονίους Νήσους, ο κόσμος επεζητει να διαφεύγη εκείθεν προς την "Ελευθερη Ελλάδα" και ως τοιαύτην ο κόσμος εχαρακτήριζε την λοιπήν Ελλάδα εις ην επεξετείνετο η αρμοδιότης της [υπό γερμανική κατοχή] Ελληνικής Κυβερνήσεως». Το 1946 έγινε υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, διετέλεσε πρόεδρος της Βουλής, ενώ το 1950 διετέλεσε υπηρεσιακός πρωθυπουργός. Ο Ιωάννης Θεοτόκης απεβίωσε στην Κέρκυρα στις 6 Ιουνίου 1961. Ο γιος του, Σπύρος Θεοτόκης, ήταν επίσης πολιτικός της Ελλάδας.