ΚΔΒΜ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ
ΑΝΟΙΞΗ 2015
Νίκου Παγουλάτου, "Πλάι της..."
Κάτω στην ρίζα της ελιάς, αυτής που με συντρόφευε στα παιδικά μου χρόνια, άφησα τα δάκρυα να τρέξουν, τον πόνο να χυθεί. Και να που τώρα πιο δυνατός επιστρέφω, κείτομαι μπροστά της, σε αυτήν που μου στάθηκε καλύτερα και από μάνα, σε αυτή που δεν με έδιωξε από κοντά της, σε αυτή που έστω και νοερά στο δικό μου μυαλό, ήταν εκεί για μένα.
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, έζησα και μεγάλωσα, γύρω από αυτήν την αιωνόβια γριά. Εκεί έπαιζα με τα αδέλφια μου κυνηγητό, κρυφτό. Σκαρφαλώναμε στα γερά κλαριά της και ονειρευόμασταν το αύριο, κοιτώντας μόνο ψηλά στον ουρανό.
Εκεί κάτω στις λασπωμένες ρίζες της μάζευα τα πλούσια δώρα της μέχρι που πάγωναν τα δάκτυλά μου και τα μαγουλά μου έτσουζαν από το κρύο. Εκεί κοντά της με ένα τσαπί στα κουφαλιασμένα μου χέρια, καθαρίζοντας τα αγριόχορτα, την έβλεπα να μου γνέφει και όταν ο ήλιος ανέβαινε πολύ ψηλά, κάνοντας τις πέτρες να λιώνουν, έριχνε την σκιά της επάνω μου για να με δροσίσει. Εκεί μπροστά της η ψυχή μου έχασε πρόωρα την παιδικότητα και την ανεμελιά μου.
Στεκόταν πάντα εκεί πότε σοβαρή δείχνοντας σε όλους την ανωτερότητα της και πότε για μένα χαρωπή, καθώς με έβλεπε να τρέχω κοντά της. Πότε με κοίταζε με θλίψη καθώς με έβλεπε από παιδί μικρό να κουβαλώ τα βάρη των άλλων. Τα σακιά με το καλαμπόκι και τα πίτουρα, τα καφάσια με τα σταφύλια και το παραφορτωμένο καρότσι με τα ξύλα είχαν τσακίσει την ψυχή μου. Και άλλοτε άνθιζε ολόκληρη όποτε με έβλεπε στητό ξανά να στέκομαι στον βοριά, να μεγαλώνω και να θεριεύω χρόνο με τον χρόνο κοντά της.
Άνθρωποι αγαπημένοι έφυγαν από κοντά μου και κατοίκησαν μέσα στις κρύες της ρίζες. Μέσα από το θρόισμα των ασημωμένων φύλλων της άκουγα τις φωνές τους. Ακόμη και αυτό για εμένα το έκανε. Για να μην νιώθω μόνος μέσα στην πλημμύρα των ανθρώπων.
Ζήσαμε ζωή σκληρή αλλά αντέξαμε στον χρόνο. Γίναμε πιο δυνατοί. Καταιγίδες, άνεμοι μας χτύπησαν, φωτιές μας καψάλισαν και όμως σταθήκαμε όρθιοι, εγώ και αυτή μαζί. Έμαθα πολλά πλάι της. Μου έδειξε όλα όσα οι άλλοι μου έκρυψαν, μου έδωσε ότι μου πήραν. Έτσι και εγώ άφησα τα ξερόχορτα μακριά για να μπορέσω να ανθίσω, έσπειρα και πότισα τους δικούς μου καρπούς και να που τώρα τους βλέπω να μεγαλώνουν πλάι μου ελπίζοντας πως θα φανώ άξιος για αυτούς. Ήρθε η δική μου ώρα του θερισμού. Έστω και τώρα. Όμως ο πόνος θα μείνει για πάντα φυτεμένος στην καρδιά μου, αγκάθι τριανταφυλλιάς, μοχθηρό και επίμονο. Αλλά έτσι είναι η ζωή ή τουλάχιστον αυτό με έμαθαν.