Δανάη Αιματίδου, « Εξομολόγηση»
«Τι φοβάσαι; Τι πραγματικά φοβάσαι; Το σκοτάδι; Το άπιαστο φως; Τη μοναξιά; Την πολυκοσμία; Την ανέχεια; Τον πόλεμο; Τον αναπόφευκτο θάνατο; Ακόμα και ο θάνατος όμως είναι μέσα σου. Ξέρεις ότι όσο ζεις ο θάνατος δεν υπάρχει, και όταν έρθει εσύ δε θα υπάρχεις. Άρα, τι φοβάσαι;
Πες μου! Γιατί δεν απαντάς; Σε ρωτάω. Εσένα ρωτάω. Και δεν απαντάς. Μόνο με κοιτάς αμίλητος μέσα απ’ το ίδιο κάτοπτρο, που δεν κατάφερε να γίνει καθρέφτης μαγικός, κάθε μα κάθε πρωί.
Δε θα πεις τίποτα; Δειλέ! Δειλέ μου, πανάθλιε εαυτέ...
Όσο ήμουν μικρή δε μ’ ένοιαζε να μεγαλώσω. Φορούσα τα παπούτσια της μαμάς και καμωνόμουν τη μεγάλη δεσποινίδα. Πλέον, οι πρώτες ρυτίδες και οι άσπρες τρίχες έχουν αρχίσει να με φοβίζουν. Τρέμω να ψελλίσω την ηλικία μου. Φοβάμαι το γήρας. Και το σκοτάδι φοβάμαι. Δεν είναι που δεν ξεχωρίζουν οι μορφές στο μαύρο. Είναι που δεν ξέρω τι κρύβει.
Φοβάμαι να ζω σαν πεθαμένη, σαν να μην προσμένω άλλο πια τίποτα. Να ζω και να επαναλαμβάνω την ίδια μέρα ξανά και ξανά. Να ζω ενώ οι άλλοι γύρω μου πεθαίνουν. Φοβάμαι το γήρας. Φοβάμαι τις αρρώστιες, τη συνακόλουθη ανημπόρια.
Και τη δυστυχία. Και τη μιζέρια φοβάμαι. Τις σκέψεις που τελειωμό δεν έχουν. Και τη διαρκή επανάληψη μιας πραγματικότητας που δεν μπορώ να αλλάξω.
Πιο πολύ όμως, περισσότερο απ’ όλα, φοβάμαι τη μοναξιά μέσα στη δική του αγκαλιά».