ΚΔΒΜ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ
ΑΝΟΙΞΗ 2015
Ελένης Χριστοπούλου, «Φρίντα»
Την πρωτοείδα μια Τρίτη πρωί έξω από το μαγαζί, που δούλευε. Είχε βγει στην πόρτα με ένα καφέ στο ένα χέρι και ένα τσιγάρο στο άλλο. Την προσοχή μου τράβηξαν τα μαύρα μακριά μαλλιά της. Μόλις είχα φτάσει στο μαγαζί και προσπαθούσα ακόμα να προσαρμοστώ στον καινούριο χώρο. Κόλλησα τη μούρη μου στο τζάμι και την χάζευα. Από εκείνο το πρωινό το βλέμμα μου ήταν στραμμένο στο απέναντι μαγαζί περιμένοντας να φανεί. Ευτυχώς που τα μαγαζιά μας ήταν απέναντι και είχα πιάσει την καλύτερη θέση για να την θαυμάζω. Αγρίευα στους περαστικούς, που σταματούσαν μπροστά στην βιτρίνα κόβοντάς μου το οπτικό πεδίο. Θανατηφόρες ματιές έρριχνα στους πελάτες, που έμπαιναν στο μαγαζί και με πλησίαζαν. Ήμουν σίγουρη πως μόλις με έβλεπε θα με ερωτευόταν. Έπρεπε να βρω ένα τρόπο να της τραβήξω την προσοχή αλλά ήμουν ακόμα μικρό κορίτσι. Έλπιζα μόνο στην ομορφιά μου και στην τσαχπινιά μου. Ένα απόγευμα άνοιξε η πόρτα του μαγαζιού και σαν από θαύμα μπήκε η μακρυμαλλούσα μου κρατώντας από το χέρι έναν νεαρό. Οι ελπίδες μου αναπτερώθηκαν. Θα αφήσει σκέφτηκα τον νεαρό και θα πάρει μαζί της εμένα, που είμαι μικρό κορίτσι. Εκείνη πλησίασε την κλούβα, που ήμασταν όλα τα κουτάβια, και κοίταζε αναποφάσιστη. Η χαρά μου ξεχείλισε, η γλώσσα μου ακούμπησε στο πάτωμα και η ουρά μου κουνιόταν ανεξέλεγκτα. «Μην το σκέφτεσαι, αυτό θα πάρουμε, είναι κούκλα» πετάχτηκε ο νεαρός. Βρέθηκα στον αέρα και προσγειώθηκα στην αγκαλιά του. Έσκυψε η μακρυμαλλούσα μου, την μύρισα και άρχισα να την γλείφω. Αλλά και αυτός ο άτιμος που με κρατούσε αγκαλιά ωραία μύριζε ήταν και κούκλος. Έτσι αποφάσισα να μην τον αφήσουμε στο μαγαζί, να τον πάρουμε μαζί μας. Ευτυχώς, δηλαδή, που τον πήραμε μαζί μας, γιατί εκτός που είναι αγαπησιάρης ένας άντρας χρειάζεται στο σπίτι, αχρείαστος να είναι.