ΚΔΒΜ ΑΛΙΜΟΥ
ΑΝΟΙΞΗ 2015
Ελευθερίας Παπαδημητρίου-Τσακρή, "Το μεγάλο χέρι"
Όταν πέθανε ο πατέρας μου, η μητέρα μου κι εγώ μετακομίσαμε στο χωριό να μείνουμε με τον παππού και τη γιαγιά μου. Ήμουν τότε έξι ετών. Η παιδική μου ψυχή το χαμό του πατέρα μου τον βίωνε ανάλογα με τα δάκρυα της μητέρας μου. Όταν την έβλεπα να κλαίει, πονούσα και τον αναζητούσα, όταν όμως γελούσε, ούτε που τον θυμόμουν .
Ο παππούς μου είχε καταλάβει όλο αυτό, που ζούσα, και πάντα προσπαθούσε να με παίρνει μαζί του, όπου και αν πήγαινε. Μαζί στο χωράφι, μαζί στα ζώα, μαζί στην αγορά. Είχα γίνει η σκιά του.
Πολλές φορές βούλιαζα μέσα στις λάσπες και τότε έβλεπα εκείνο το τραχύ αλλά δυνατό τεράστιο χέρι του παππού, να προβάλλει μπροστά μου και ήξερα ότι μόλις το πιάσω, με τη δύναμη που έχει γίγαντας, θα με τραβούσε έξω από τα λασπόνερα σαν να ήμουνα φτερό.
Άλλες φορές πάλι, όταν προσπαθούσα να ανέβω στο γαϊδουράκι πισωκάπουλα , πάλι εκείνο το τεράστιο δυνατό χέρι του παππού μου με ένα τράβηγμα και σαν καρυδότσουφλο βρισκόμουν πάνω του.
Και όταν άλλες φορές έτρεχε η μάνα μου για να μου τις βρέξει, πάλι εκείνο το μαγικό χέρι έμπαινε μπροστά από την μάνα μου και της έφραζε τον δρόμο για να μην μπορεί να με φτάσει. Τόσο αγαπημένο χέρι δεν ξανάδα στην ζωή μου.
Αλλά τα θαυμαστά και σπουδαία, που έκανε το χέρι του παππού, ήταν τότε που έφηβος ήθελα να μάθω να οργώνω και με την αψάδα της νιότης παραλίγο να περάσει το αλέτρι από πάνω μου, όταν πάλι εκείνο το χέρι από το πουθενά, με τράβηξε και με έσωσε.
Μεγάλος πια τότε που ήρθα για πρώτη φορά στο σπίτι με την κοπέλα μου για να την γνωρίσει , είδα εκείνο το μεγάλο χέρι του παππού να με σφίγγει περισσότερο από κάθε άλλη φορά για να μου ευχηθεί τα καλορίζικα.
Και μετά από χρόνια εκείνα τα μεγάλα χέρια του παππού να κρατάνε, τα μικρά, τρυφερά χέρια των παιδιών μου.
Πάλι μετά από πολλά χρόνια, όταν εκείνος δεν μπορούσε να σηκωθεί μόνος του χωρίς βοήθεια, τώρα πια το δικό μου μεγάλο χέρι έδινα στο δικό του αδύναμο και γερασμένο χέρι, για να τον βοηθήσω να σηκωθεί.
«Δωσ' μου το χέρι σου παππού μη φοβάσαι»