Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΕΔΕΣΣΗΣ(19 ΙΟΥΛΙΟΥ)

    

Ο άγιος Θεόδωρος γεννήθηκε στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας τον 8ο αιώνα. Οι ευσεβείς γονείς του Συμεών και Μαρία φρόντισαν από την παιδική του ηλικία να τον μορ­φώσουν, όμως ό ίδιος παρουσίαζε με­γάλη δυσκολία αφομοιώσεως των μα­θημάτων. Την περίοδο αυτή ό μικρός Θεόδωρος είδε σε θαυμαστό όραμα κάποιο παιδί με εξαιρετική ωραιότητα, πού του παρέδιδε μια αρχιερατική ρά­βδο και του έλεγε να γίνει μοναχός.

Από την ήμερα εκείνη λύθηκαν οι μα­θησιακές του δυσκολίες. Με πολλή άνε­ση προχώρησε στα γράμματα και ολο­κλήρωσε σπουδές στη φιλοσοφία και τη ρητορική. Ήταν μόλις 18 ετών. Στην ηλικία αυτή έμεινε ορφανός και από τούς δύο γονείς του.

Αφού φρόντισε για την αποκατάστα­ση της αδελφής του και μοίρασε σε πτωχούς το μερίδιο της περιουσίας του, άνεχώρησε για τούς Αγίους Τόπους. Προσκύνησε με ευλάβεια τον Πανάγιο Τάφο και κατευθύνθηκε στη Λαύρα του οσίου Σάββα του ηγιασμένου, όπου και έγινε μοναχός.

Εδώ για 12 χρόνια υποτάσσεται με χαρά στον ηγούμενο Ιωάννη καλλιερ­γώντας με ακρίβεια τις μοναχικές αρε­τές. Για όλους γινόταν παράδειγμα αξιομίμητο. Με την ευλογία του ηγουμένου εξήλθε για άσκηση στη βαθύτερη έρη­μο του Ιορδάνη για είκοσι χρόνια. Εκεί μέσα στην ησυχία της φύσεως ζούσε μεταρσιωμένα την άσκηση του με διαρ­κή προσευχή και πνευματική μελέτη.

Έφθασε όμως και ή ώρα για να τεθεί «ό λύχνος επί την λυχνίαν». Στα Ιερο­σόλυμα είχαν φθάσει από την Έδεσ­σα συμπολίτες του Αγίου και ζητούσαν από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων να τούς δώσει επίσκοπο. Και ό πατριάρ­χης τούς έδωσε τον Θεόδωρο. Με συν­τριβή ό ασκητής αυτός της έρημου και πειθόμενος στις επιταγές του Αγίου Πνεύματος, πού κυβερνά την 'Εκκλησία, άφησε το ερημητήριο του και ήλθε στη νέα του έπαλξη.

Σύνθημα του νέου επισκόπου ήταν «ή διακονία του άμβωνος». Κήρυττε αδιά­κοπα και με ενθουσιασμό τον λόγο του Θεού. Καθοδηγούσε το ποίμνιο του με σοφία, πραότητα και πρακτικότητα. Με αίσθημα ευθύνης το προστάτευε από τούς αιρετικούς (Μονοφυσίτες). Και ό­λο νικούσε και κατατρόπωνε με δυνα­τά επιχειρήματα τούς εχθρούς της Πί­στεως. Ή δράση αυτή του επισκόπου Θεοδώρου δημιούργησε αντίδραση και μίσος. Οι Σαρακηνοί έβαλαν φωτιά στον Καθεδρικό Ναό, ή οποία όμως τελικά στράφηκε και έκαψε τους ίδιους τούς εμπρηστές. Θέλησαν ακόμη οι εχθροί αυτοί να αρπάξουν την εκκλησιαστική περιουσία πού είχε δημιουργηθεί από δωρεές των πιστών.

Για να διεκδικήσει ό Άγιος τα δίκαια της Εκκλησίας, δεν δίστασε να φθάσει στη Βαγδάτη μπροστά στον χαλίφη Αλ-Μαμούν. Τον βρήκε βαριά ασθενή και ετοιμοθάνατο από καρκίνο. Ό επίσκο­πος Θεόδωρος τον πλησίασε με στοργή και με τη δύναμη της προσευχής του και προσφέροντας φάρμακο με σκόνη από τον Πανάγιο Τάφο τον θεράπευσε.

Συγκινημένος ό άρχοντας της Βαγδά­της από το θαύμα έκανε τραπέζι ευ­γνωμοσύνης προς τον Άγιο. Και εκεί ό Θεόδωρος βρήκε την ευκαιρία να εκ­φράσει το μεγάλο του πόνο λέγοντας: «Οι εμίρηδες αυθαιρετούν και καταπι­έζουν τους Ορθοδόξους Χριστιανούς της 'Εδέσσης». Τότε ό χαλίφης υπέγρα­ψε διαταγή για επιστροφή της περι­ουσίας των χριστιανών. Και μετά είπε στον Όσιο: «Θέλω να μη στερηθώ την παρουσία σου και έδώ και στην άλλη ζωή». Και ό επίσκοπος με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος του είπε: «Μας χωρίζει μια πύλη. Αν θέλεις μπορείς να την διαβείς. Και ή πύλη είναι το Ευ­αγγέλιο». Και αμέσως προσέφερε στο χαλίφη το μικρό του Ευαγγέλιο. Ό χα­λίφης δέχθηκε με χαρά και σεβασμό το πολύτιμο δώρο. Το μελέτησε με δίψα, πίστεψε στον Ιησού Χριστό και βαπτί­στηκε κρυφά μαζί με τρεις ευγενείς υ­πηρέτες του.

Όμως νέα αντίδραση ξέσπασε από Εβραίους και Σαρακηνούς. Ό άρχιρραββίνος προσκάλεσε στο παλάτι τον Θεόδωρο σε δημόσιο διάλογο. Για μια ακόμη φορά ό όσιος επίσκοπος της Εδέσσης ένίκησε. Έλαμψε και πάλι ή αλήθεια, το φως του Χριστού. Ό Εβραί­ος έχασε τη φωνή του. Δεν ήξερε τί να απαντήσει. Πολλοί Πέρσες και Σαρα­κηνοί πίστεψαν στον Χριστό...

Λίγο πριν αναχωρήσει ό Θεόδωρος από τη Βαγδάτη, δέχθηκε από τον χα­λίφη δώρα πλούσια, χρυσό και άργυ­ρο για να τα διαμοιράσει στον Πανάγιο Τάφο και στα Μοναστήρια της Παλαι­στίνης.

Όταν έφυγε ό Όσιος, ό χαλίφης - πι­στός πλέον με το όνομα Ιωάννης - διέ­ταξε να συγκεντρωθεί ό κόσμος της Βαγδάτης στο μεγάλο στάδιο. Και εκεί δημόσια ομολόγησε την Ορθόδοξη πί­στη του δείχνοντας άφοβα προς τα πλήθη τον σταυρό πού φορούσε. Και τότε μανιασμένος ό όχλος όρμησε και θανάτωσε με ξίφη και λόγχες τον ηγέτη του. Μαζί του μαρτύρησαν και οι τρεις υπηρέτες του. Τέσσερις ακόμη μάρ­τυρες είχαν περάσει την πύλη της αιω­νίου ζωής στεφανωμένοι με ουράνια δόξα.

Ό επίσκοπος Θεόδωρος συνέχισε στην Έδεσσα την ποιμαντική του δράση ειρηνικά. Ή αγιότητα του βίου του οδήγησε πολλούς Σαρακηνούς στον χριστιανισμό. Τρία χρόνια μετά το μαρτυρικό τέλος του χαλίφη ό Θε­όδωρος προαισθανόμενος το τέλος του επέστρεψε πίσω στο αγαπημένο του κελί στη Λαύρα του Οσίου Σάβ­βα. Και εκεί μετά από είκοσι μέρες παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο και Θεό του.

Με ένα «μικρό» Ευαγγέλιο ό επίσκο­πος Θεόδωρος άνοιξε την πύλη του ουρανού στον χαλίφη της Βαγδάτης. Πόση δύναμη έχει αυτό το δώρο! Πό­ση ανάγκη το έχει σήμερα ό κόσμος! Άς μην το περιφρονούμε. Να μελε­τούμε το Ευαγγέλιο, να το ζούμε και να τολμούμε να το φανερώνουμε. Και να το χαρίζουμε, γιατί είναι «δύναμις Θεού εις σωτηρίαν» (Ρωμ. α' 16). (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")


ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ