Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΠΛΟΥΣ (11 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)

    

Ο άγιος Εύπλους ό διάκονος ανήκει στις ηρωικές μορφές των μαρτύρων της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας. Έζησε στη Σικελία στα χρόνια του σκληρού διώκτη Ρωμαίου αυτοκράτορα Διοκλητιανού (αρχές 4ου αιώνος).

Στις 29 Απριλίου 304 ό διάκονος Εΰ­πλους - μετά από έντονη παρόρμηση του Αγίου Πνεύματος - παρουσιάστηκε αυτόκλητος στο δικαστήριο της Κατάνης κρατώντας τα ιερά Ευαγγέλια. Και με φωνή δυνατή - σύμφωνα με τα Πρακτι­κά της δίκης πού μας διασώθηκαν - ομο­λόγησε: «Είμαι χριστιανός και θέλω να πεθάνω για την αγάπη του Χριστού». Ό διοικητής Καλβισιανός ξαφνιάστηκε. Δι­έταξε και έφεραν κοντά του τον θρασύ, όπως είπε, χριστιανό και του είπε να δια­βάσει κάτι από τα βιβλία πού είχε.

Ό Εΰπλους ξετύλιξε με ευλάβεια τις ά­γιες περγαμηνές και διάβασε: «Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστίν ή βασιλεία τών ουρανών» (Ματθ. ε' 10) και άλλα... -«Τί σημαίνουν αυτά»; -«Είναι ό Νόμος του Κυρίου και Θεού μου, όπως μου παραδόθηκε». -«Από ποιόν»;

-«Από τον Ιησού Χριστό τον Υιό του ζώντος Θεού μας». Ό διοικητής θαύμασε την ετοιμότητα και τον ατρόμητο χαρακτήρα του πιστού αυτού διακόνου και τον άφησε ελεύθερο...

Πέρασαν από τότε τρεις μήνες και ό Εΰ­πλους κλήθηκε και πάλι από τον Καλβισιανό σε νέα ανάκριση.

«Επιμένεις σε όσα είχες ομολογήσει προ καιρού;», τον ερώτησε.

Ό Εΰπλους έκανε με ευλάβεια το ση­μείο του Σταύρου και αποκρίθηκε:

-«Ό,τι ομολόγησα τότε, το ομολογώ και τώρα. Είμαι χριστιανός. Και μελετώ τις Άγιες Γραφές».

-«Αφού ήξερες ότι είναι απαγορευμέ­νες, γιατί δεν τις παρέδωσες στο δικαστή­ριο;»

-«Είμαι χριστιανός και δεν μου επιτρέ­πεται να τις παραδώσω, γιατί περιέχουν την αιώνια ζωή. Και όποιος τις παραδί­δει, χάνει την αιώνια ζωή».

-«Που έχεις τώρα τα κείμενα αυτά;»

-«Εντός μου. Είναι χαραγμένα στην καρδιά μου».

Αγριεμένος ό δικαστής διέταξε τον Εΰπλου να θυσιάσει στα είδωλα. Ό γενναίος Εΰπλους αρνήθηκε λέγοντας: «Κάμετε με ό,τι θέλετε, είμαι χριστιανός»! Και τα βασα­νιστήρια άρχισαν. Του έδεσαν τα χέρια, τα πόδια και τα γόνατα και τον κρέμασαν σε όρθιο ξύλο. Και ενώ τον έγδερναν με σι­δερένια νύχια, ό μάρτυρας δοξολογούσε τον Θεό και έλεγε: «Προσκυνώ Πατέρα,Yiov και Άγιον Πνεύμα, την Άγίαν Τριά­δα. Έκτος αυτής δεν υπάρχει Θεός». Ό δικαστής επέμενε. Παρακαλούσε τον μάρτυρα Εΰπλου να θυσιάσει στα είδω­λα, αν ήθελε να σωθεί. Και ό γενναίος του Χρίστου αθλη­τής έλεγε: «Είμαι χριστιανός και χαίρομαι γιατί γίνομαι ό ίδιος θυσία στο Θεό! Άδι­κα επιμένετε... Είμαι χριστια­νός».

Μετά από αυτά συνέτριψαν τις κνήμες του μάρτυρος και του έγδαραν τα αυτιά με πυ­ρακτωμένα σιδερένια νύχια... Ντροπιασμένος ό Καλβισιανός εξέδωσε την τελική από­φαση: «Επειδή ό Εΰπλους περιφρόνησε τα διατάγματα των αυτοκρατόρων και βλασ­φήμησε τούς θεούς μας, δια­τάσσω να αποκεφαλιστεί με ξίφος».

Με τη δοξολογία στα χεί­λη- «Δόξα Χριστώ τω Θεώ», ό Άγιος έφθασε στον τόπο του μαρτυρίου. Και εκεί α­φού προσευχήθηκε γονατιστός, έγειρε τον αυχένα του στο ξίφος του δημίου, προσφέροντας στο Θεό ως απόδειξη της ολοκληρωτικής αγάπης του τη θυσία της

ζωής του. Ήταν Αύγουστος του 304. Οι χριστιανοί παρέλαβαν με ευλάβεια το σώ­μα του μάρτυρος και το ενταφίασαν με μύρα.

Εΰπλους ό διάκονος. Τον γιορτάζουμε κάθε χρόνο στην καρδιά τού καλοκαιριού, 11 Αυγούστου. Και τον τιμούμε ως μεγαλομάρτυρα.

Εΰπλους: Μην ξεχνάμε πώς το όνομα του σημαίνει τον «καλό πλου», το καλό θα­λασσινό ταξίδι. Έτσι μοιάζει και ή ζωή μας. Με ταξίδι σε θάλασσα.

Άς οδηγούμε το καράβι της ζωής μας με πυξίδα τις εντολές των Αγίων Γραφών «έπί λιμένα θελήματος» Θε­ού. Με κυβερνήτη τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, πού είναι ή «αιώνιος ζωή», και με από­λυτη υπακοή στο Ευαγγέλιο του δεν θα κινδυνεύουμε πο­τέ να χαθούμε.

Είθε με τις πρεσβείες του αγίου μεγαλομάρτυρος Εΰ­πλου να φθάσουμε κι εμείς κάποτε στο ακύμαντο λιμάνι της επουρανίου βασιλεί­ας του Θεού. Λιμάνι ασφαλείας, αιωνίου ευτυχίας και χαράς! (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")


ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ