Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΜΕΣΣΗΝΙΟΣ(+1588) (8 ΙΟΥΝΙΟΥ)

    Ο ένδοξος νεομάρτυς Θεοφάνης (βα­πτιστικό όνομα Θεόδωρος) γεννή­θηκε από φιλόθεους γονείς στην  Καλόβρυση της Μεσσηνίας. Σε μικρή ηλικία ευρισκόμενος στην Κων­σταντινούπολη για να μάθει ραπτική τέ­χνη πήγε σε κάποιο μουσουλμανικό πα­νηγύρι και από επιπολαιότητα αρνήθηκε την Ορθόδοξη πίστη του.

Οι Αγαρηνοί εκτιμώντας τα προσόντα του της ευφυΐας και δυνάμεως τον προώ­θησαν στο παλάτι του Σουλτάνου. Μέσα σ' αυτό το αντίχριστο περιβάλλον για έξι χρόνια μυείται στη μωαμεθανική θρη­σκεία και σπουδάζει με δίψα τις αραβικές επιστήμες... Σε λίγο θα ανήκε στο τάγμα των Γενιτσάρων και θα μπορούσε να πο­λεμά τα αδέλφια του τούς Έλληνες...

Όμως ό Θεός της αγάπης, πού παρα­κολουθεί με συμπόνια τα παιδιά του και πιο πολύ τα παραστρατημένα, δεν τον εγκαταλείπει. Ή καλοπροαίρετη ψυχή του νεαρού Θεοδώρου με τον φωτισμό του Θεού ξύπνησε - ευτυχώς όχι αργά - από το βαθύ ύπνο της προδοσίας. Και τότε ξέσπασε σε λυγμούς για τη μεγάλη του άρνηση. Και με εμπιστοσύνη στην Πρό­νοια του Θεού αναχώρησε κρυφά από το παλάτι.

Ό Κύριος οδήγησε τα βήματα του στη Βενετία, όπου αρχιεράτευε ό Μητροπο­λίτης Φιλαδέλφειας Γαβριήλ Σεβήρος. Σ' αυτόν τον «σοφό και ενάρετο» αρχιερέα ό Θεόδωρος εξομολογήθηκε το βαρύτα­το αμάρτημα του. Από αυτόν έλαβε πο­λύτιμες οδηγίες και συμβουλές, αλλά και το σχήμα του μονάχου πού ποθούσε, με νέο πλέον όνομα: Θεοφάνης. Ό μοναχός Θεοφάνης ζει τώρα ζωή μετανοίας και ασκήσεως. Μελετά πνευματικά βιβλία, προσεύχεται... Ό διακριτικός Γαβριήλ βλέ­ποντας την ωριμότητα του τον προτρέπει να επιστρέψει πίσω στον τόπο της α­ποστασίας του και εκεί να «ομολογήσει δημόσια την μεταστροφή του». Έτσι θα ολοκληρωνόταν ή μετάνοια του.

Πλημμυρισμένος από ανέκφραστη χα­ρά και με ισχυρό τον πόθο του μαρτυρί­ου, ό Θεοφάνης αναχωρεί από τη Βενε­τία. Φθάνει στην Κωνσταντινούπολη. Άλ­λα εδώ συναντά εμπόδια στην εκπλήρω­ση του σχεδίου του. Κατεβαίνει στην Αθή­να. Παρουσιάζεται στον Τούρκο δικαστή. Του λέει την ιστορία του. Ό δικαστής τον ακούει με συμπάθεια και τον αθωώνει. Λυπημένος ό Θεοφάνης αναχωρεί... Δι­έρχεται τον Εύριπο κηρύττοντας τον Χρι­στό. Φθάνει στη Λάρισα. Παρουσιάζεται στον Τούρκο δικαστή της. Ομολογεί και έδώ - ανάμεσα σε άγνωστους - τη με­ταστροφή του. Ό σκληρός δικαστής της Λάρισας τον τιμωρεί με 600 μαστιγώ­σεις. Ό πιστός Θεοφάνης «πάσχει υπέρ Χριστού» αγόγγυστα και χαρούμενα. Ό Κύριος όμως θεραπεύει με θαύμα τις πλη­γές του.

Στη συνέχεια ό μοναχός Θεοφάνης επι­σκέπτεται το «Περιβόλι της Παναγίας». Ζητά τις ευλογίες και τις ευχές των Αγιο­ρειτών Πατέρων και κατευθύνεται πλέον στον τελευταίο σταθμό της επίγειας ζωής του, την Κωνσταντινούπολη. Κοντά του είναι και ό Γέροντας του ιερομόναχος Ευ­θύμιος, ό άλείπτης (γυμναστής, προπο­νητής) πολλών Νεομαρτύρων. Σ' αυτόν μετά τον Θεό εμπιστεύεται τα τελευταία του βήματα. Υπακούει με ακρίβεια σε ό,τι τον συμβουλεύει...

Μετά από ολονύκτια ολόθερμη προσ­ευχή και εν κατανύξει συμμετοχή στα Ά­χραντα Μυστήρια ό Θεοφάνης προφέ­ροντας τη φράση «εις το όνομα της Αγίας Τριάδος» διασχίζει το παλάτι του Σουλτά­νου. Και σε κάποια αυλή των ανακτόρων μπροστά σε πλήθος δικαστών και υπαλ­λήλων ό γενναίος αθλητής του Χριστού επανορθώνει το λάθος του και κηρύττει με παρρησία την αληθινή του πίστη στον Ιησού Χριστό, τον αληθινό Θεό!

Εξοργισμένος ό Σουλτάνος διατάζει να τον φυλακίσουν και να τον μαστιγώσουν με 700 μαστιγώσεις. Ακολουθούν καλοπιάσματα. Ό Θεοφάνης μένει σταθερός! Τον κλείνουν και πάλι στη φυλακή. Εκεί γύρω του οι φύλακες βρίσκουν την ευ­καιρία να τον περιπαίξουν. Τον ειρωνεύ­ονται και κοροϊδευτικά ζητούν απ' αυτόν κάποιο θαύμα. Ό άγιος για τρείς ώρες στέκεται όρθιος, ακλόνητος, απορροφη­μένος σε προσευχή. Και μετά το «αμήν» της προσευχής του ένας παράδοξος σει­σμός συγκλονίζει τα θεμέλια της φυλακής κι ένα υπερκόσμιο φώς «ήλιου φαεινότερον» περιλούει τον μοναχό Θεοφάνη. Οι φύλακες ηρεμούν σαν πρόβατα. Γονα­τιστοί του ζητούν συγγνώμη. Και πολλοί πιστεύουν στον Χριστό! Ή είδηση αυτή φέρνει αναστάτωση στο παλάτι του Σουλ­τάνου. Οι Αγαρηνοί προσπαθούν με νέα καλοπιάσματα να τον μεταπείσουν. Αλλά ό άγιος Θεοφάνης με «εμπνευσμένο ζή­λο» διαλύει τα τεχνάσματα τους σαν να είναι «υφάσματα αράχνης».

Δεν άργησε όμως να έλθει και το τέ­λος του, ό «πικρότατος θάνατος». Του έγδαραν σε λωρίδες το σώμα, τον περι­έφεραν «σαν κακούργο» στους δρόμους πάνω σ' ένα μουλάρι ανάποδα και καρ­φωμένο. Μετά τον κρέμασαν σε τσιγκέ­λια σε σχήμα σταυρού. Και τον πέταξαν έπειτα μέσα σε αιχμηρά σίδερα. Πεσμέ­νος ανάμεσα σ' αυτά, καταπληγωμένος και καταματωμένος, όμως ειρηνικός ό Ό­σιος, προσευχόταν και δοξολογούσε τον Θεό! Θάμβος δημιούργησε σε όλους ένα θέαμα: Ένα πτηνό σαν λευκό περιστέρι πετούσε τρεις ώρες πάνω από τον μάρ­τυρα. Πολλοί Αγαρηνοί ομολόγησαν: «Πράγματι είναι αληθινός Θεός ό Χριστός πού κηρύττει ό Θεοφάνης»!

Καθώς έδυε ό ήλιος, ό υποψήφιος μάρ­τυρας του Χριστού είπε: «Διψώ». Και οι δήμιοι του απάντησαν: «Γίνε όπως και μείς και θα σου δώσουμε νερό». Και ό μακάριος αθλητής συνέχισε: «Διψώ τη σωτηρία σας. Ό Χριστός με δροσίζει με ουράνια δροσιά»! Και όταν απλώθηκε γύ­ρω το σκοτάδι της νύχτας, ακούστηκαν βροντές από τον ουρανό, και αστραπές έλαμψαν. Και ένα φώς ουράνιο έλουζε το μαρτυρικό σώμα. Κάποιοι Αγαρηνοί έκ­πληκτοι ομολογούσαν: «Μία και μοναδι­κή και αληθινή είναι ή πίστη των Χριστια­νών»! Άλλοι όμως γεμάτοι μίσος όρμησαν με αιχμηρά σίδερα και κατατρυπούσαν το σώμα του μάρτυρος, του έγδερναν το πρόσωπο, τα μάγουλα, του έβγαλαν και τα μάτια. Και όσοι πρωτοστάτησαν στη βεβήλωση αυτή, τιμωρήθηκαν με θεία τι­μωρία. Τυφλώθηκαν ή παραφρόνησαν και έτρεξαν και πνίγηκαν στη θάλασσα. Όσοι μετάνιωσαν και ζήτησαν τις πρεσ­βείες του, σώθηκαν και διαλαλούσαν τη δύναμη της χριστιανικής θρησκείας.

Ό μάρτυς Θεοφάνης είχε περάσει πλέ­ον στην αθανασία. Ήταν 8 Ιουνίου του 1588. Τα χαριτόβρυτα τίμια Λείψανα του υπήρξαν θαυματουργά για πολλούς α­σθενείς, λεπρούς, δαιμονισμένους...

«Θαυμαστός ό Θεός εν τοις άγίοις αυ­τού». Όσιε νεομάρτυς Θεοφάνη, πρέσ­βευε και υπέρ ημών.


 

 ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ