Ο ΟΣΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ (ο Στειριώτης)
Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΣΤΙΣ  7  ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

 
     Η καταγωγή των προπατόρων τού οσίου Λουκά ήταν από την Αίγινα. Εξ αίτιας όμως των επιδρομών των Σαρακηνών (865-870 μ.Χ.) α­ναγκάσθηκαν μαζί με πολλούς άλλους να μετοικήσουν. Αυτοί έφθασαν στην Φωκί­δα. Εδώ, στο χωριό Καστόριο (σημ. Κα­στρί) κοντά στους αρχαίους Δελφούς γεν­νήθηκε ό όσιος Λουκάς τό 896 μ.Χ. από τούς γονείς του Στέφανο και Ευφροσύνη. Είναι ό Όσιος τό τρίτο από τα επτά παι­διά της οικογένειας. Από μικρή ηλικία πα­ρουσίασε έμφυτο και ζωηρό πόθο προς την μοναχική ζωή. Προσηύχετο με θερ­μότητα, αγαπούσε πολύ την νηστεία. Α­πέφευγε τα εκλεκτά φαγητά. Ζούσε λιτά και ασκητικά. Έβοσκε τα πρόβατα του σπιτιού τους. Δούλευε στα χωράφια τους. Αγαπούσε πολύ τούς πτωχούς και πο­νεμένους. Γι' αυτό πολλές φορές τούς έ­δινε με πολλή χαρά όχι μόνο τό λιτό του φαγητό αλλά και τα ρούχα του.     Σε ηλικία 13 ετών μένει ορφανός από πατέρα. Ό πόθος του προς την μοναχική ζωή γίνεται ισχυρότερος. Εκείνες τις ήμε­ρες συμπωματικά πέρασαν από τό χω­ριό τους δύο μοναχοί πού πήγαιναν από τη Ρώμη προς τα Ιεροσόλυμα. Άκουσαν με προσοχή τον αγνό του πόθο. Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις της μητέρας του τον οδήγησαν στην Αθήνα και τον παρέδω­σαν στα χέρια ενός ευλαβούς ηγουμένου, Ίσως της Ιεράς Μονής Παντανάσσης στο Μοναστηράκι. Εδώ κείρεται μοναχός. Σύν­τομα όμως επιστρέφει στη γενέτειρα του. Για 7 χρόνια θα ασκηθεί στο όρος Ίωαννίτζη (σημ. Βαρδούσια) νότια της Δεσφίνας Φωκίδος. Ζει εδώ σε ένα μικρό Έλλη χωρίς ανέσεις. Έχει σκάψει μάλιστα και ένα λάκκο, για να τού θυμίζει τον θάνατο. Προσεύχεται θερμά και αδιάλειπτα στον παντοκράτορα Κύριο. Ενώνεται μαζί του. Ζει εμπειρίες δυνατές. Φωτίζεται ό νους του. Καθαίρεται ή ψυχή του από τα πάθη. Παράλληλα όμως καλλιεργεί και ένα μι­κρό κήπο. Ο,τι παράγει, τό προσφέρει ε­λεημοσύνη. Αλλά και τον πνευματικό του πλούτο και αυτόν τον προσφέρει σε πλή­θος ανθρώπων πού καταφθάνουν εκεί και ζητούν βοήθεια, λύσεις στα προβλή­ματα τους, φως στα αδιέξοδα, και έχουν δίψα για γνωριμία με τον Χριστό. Προς όλους αυτούς ό Όσιος γίνεται πνευματι­κός καθοδηγώ και σοφός σύμβουλος. Ασκεί αξιόλογη κοινωνική, ποιμαντική, φι­λανθρωπική και ιεραποστολική δράσι. Ό­λοι τον σέβονται και τον αγαπούν. Ακόμη και τα άλογα ζώα και τα ερπετά τής γης. Ό Θεός έπροίκισε τον άγιό του και με χάρι­σμα θαυματουργίας και προφητείας.   Το 917 λόγω τής απειλητικής επιδρο­μής των Βουλγάρων (την οποία μάλιστα προείδε και προφήτευσε) αναγκάζεται να εγκατάλειψη τον τόπο τής ασκήσεως του και να έλθει στην Κορινθία. Εκεί για 10 χρόνια στο Ζεμενό τού Ξυλοκάστρου ασκείται σε πολύ σκληρή μορφή υπακο­ής σε ενάρετο στυλίτη γέροντα, στον ευκτήριο οίκο του μάρτυρα Προκοπίου. Ό Όσιος εξαγνίζεται. Ό γέροντας του διδά­σκεται και συγκινείται από τό παράδειγμα τού νέου αυτού βιαστού τής Βασιλείας των ουρανών...

     Όταν τό 927 ό νέος τσάρος Βουλγαρί­ας Πέτρος υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τούς Βυζαντινούς και τα πράγματα ηρέ­μησαν, ό Όσιος επιστρέφει και πάλι στο αγαπητό του όρος Ίωαννίτζη. Εδώ για 12 χρόνια φωτίζει και πάλι με την πλού­σια πνευματική του δράσι και τις ακα­ταπόνητες ιεραποστολικές προσπάθειες του για να σύνδεση με τον Χριστό τούς ανθρώπους. Ζει ταπεινά και απλά. Λέγε­ται ότι κάποτε τον έπεσκέφθη ό αρχιεπί­σκοπος Κορίνθου, ό όποιος βλέποντας την πτωχεία τού κελίου του θέλησε να τού προσφέρει χρήματα για τον άνακαινισμό του. Και ό Όσιος σεβαστικά τα αρ­νήθηκε λέγοντας ότι «έχω ανάγκην τών προσευχών σας και τών διδαχών σας και όχι τών χρημάτων».

     Καθώς τα χρόνια περνούν, ή φήμη τού ενάρετου και όσιου αυτού γέροντος α­πλώνεται παντού. Φοβήθηκε όμως ό άγι­ος τον εγωισμό του. Γι αυτό αποσύρεται σε πιο ήσυχο μέρος, στο λιμανάκι «Καζάμιον» κοντά στα Αντίκυρα τής Φωκί­δος. Αλλά και από εκεί νέες επιδρομές των Ούγγρων τον οδήγησαν στη βραχο­νησίδα Άμπελών. Από εκεί ενίσχυε τούς θαλασσινούς, παρηγορούσε και γαλή­νευε τις ταραγμένες ψυχές των ανθρώ­πων πού τον αναζητούσαν επίμονα.

    Ύστερα όμως από επώδυνη ασθένεια πιέζεται από τούς μαθητάς του και επι­στρέφει πάλι στην Φωκίδα τό 946. Τού υποδεικνύουν τό Στείριον όρος. Εδώ σε ήσυχο και μαγευτικό τόπο θα ζήση τα τελευταία επτά χρόνια τής ζωής του. Θα οργάνωση κοινόβιο αυστηρό. Θα συνέ­χιση να ακτινοβολεί με την αγάπη του και τα θαύματα του. Πολλοί ζητούν τη φιλία του, απλοί αλλά και επώνυμοι, όπως ό στρατηγός τού θέματος τής Ελλάδος Πό­θος.

      Θα δουν θαύματα στις οικογένειες τους από τις ολόθερμες προσευχές τού όσιου Λουκά. Και προς όλους θα αισθά­νεται υποχρεωμένος να ξεχρεώνει καθη­μερινά τό γραμμάτιο τής αγάπης και τής θυσίας.

Το βράδυ τής 7ης Φεβρουαρίου τού έ­τους 953 μ.Χ. ό όσιος Λουκάς σε ηλικία 56 ετών και μετά από ολιγοήμερη ασθένεια, αφού χαιρέτησε για τελευταία φορά τούς συνασκητές και μαθητές του και τούς παρακάλεσε να προσεύχονται γι' αυτόν, αναχώρησε για τό ουράνιο ταξίδι, την Βα­σιλεία των ουρανών, πού τόσο έπόθησε και αγάπησε.

      Παρά την κακοκαιρία των ήμερων εκεί­νων πλήθος λαού ευεργετημένου έτρεξε για να ασπασθεί και να κήδευση με ευ­γνωμοσύνη τον Όσιό του. Από τον τάφο του ανέβλυζε έλαιο αρωματικό και θερα­πευτικό.Τον 11ο αιώνα ό ηγούμενος Φιλόθεος έκτισε επιβλητικό καθολικό. Και σήμερα ή Μονή τού οσίου Λουκά Βοιωτίας είναι ένα από τα λαμπρότερα βυζαντινά μνημεία τής πατρίδος μας με δύο περικαλλείς Να­ούς, περίφημα ψηφιδωτά, προπαντός δε με τον θησαυρό τού ιερού σκηνώματος τού οσίου Λουκά τού Στειριώτου.

      Ό όσιος Λουκάς ό νέος ό Στειριώτης μάς διδάσκει πώς μόνον όποιος αγαπά τον Θεόν «έξ όλης τής καρδίας και διανοίας και ισχύος» μπορεί να αγαπήσει αληθινά και σωστά τούς ανθρώπους. Διότι τότε τούς βλέπει όλους σαν παιδιά τού Θεού αγαπητά και αυτά. Στο πρόσωπο τους βλέπει τον Θεό. Και Αυτόν υπηρετεί και διακονεί. Αυτόν τον συνδυασμό ό όσιος Λουκάς άριστα συνεδύασε στη ζωή του. Ασκητισμός, θείος έρωτας και αγάπη προς όλους. Δίκαια τό Απολυτίκιο του τον ονομάζει «όσιων καύχημα», «Στειρίου φω­στήρα», «Ελλάδος κλέος». Ας έχουμε την ευχή του. Και ας βαδίζουμε στα ίχνη τού οριακού και ιεραποστολικού του βίου. (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")