Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΚΑΙ  ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΣΤΙΣ 27 ΜΑΪΟΥ

    Βαρυφορτωμένο ξεκίνησε τό πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου 1924 τό πλοίο «Βασίλειος Δεστούνης» από τό λιμάνι της Μερσίνας της Μικρός Ασίας με προορισμό τήν Εύ­βοια. Δεν μετέφερε μόνο 800 πονεμέ­νους ρακένδυτους Μικρασιάτες πρόσ­φυγες. Στο αμπάρι του τό πλοίο έκρυ­βε πολύτιμο θησαυρό. Ήταν ή ξύλινη (από κυπαρίσσι) λάρνακα με τό τίμιο ιερό σκήνωμα του 40χρονου οσίου Ιω­άννου του Ρώσου.

    Οι τουρκικές αρχές είχαν απαγορεύ­σει αυστηρά στους Χριστιανούς τη με­ταφορά του Αγίου από τό Προκόπιο. Είχαν μάλιστα σφραγίσει τόν ομώνυμο περικαλλή ιερό Ναό του. Άλλά ο πιστός σιδηρουργός του Προκοπίου με άδεια του ευλαβέστατου ιερέως π. Χαρα­λάμπους Άβερκιάδη τη νύχτα της 9ης Σεπτεμβρίου τόλμησε και παραβίασε κρυφά τόν ιερό Ναό. Και ο τολμηρός Έλληνας και πιστός Μικρασιάτης Πανα­γιώτης Παπαδόπουλος, πού επρόκειτο τήν επομένη νά ταξιδέψει γιά τήν Ελ­λάδα, ανέλαβε νά περιτυλίξει με κιλίμια τό ιερό Λείψανο. Και με κίνδυνο της ζωής του τό πέρασε από τό τουρκικό τελωνείο.

    Τόσο μεγάλη ευσέβεια και πίστη είχαν οι αγαπημένοι μας Μικρασιάτες πρόσφυγες. Μπορεί νά έφθασαν στην μητροπολιτική Ελλάδα μας πάμφτωχοι υλικά, άλλά μάς έφεραν τόν ζωντανό τους πλούτο τής Ορθοδόξου Παραδό­σεως και ζωής όχι μόνο με τό ήθος και τήν αρχοντιά τους, άλλά και με τα πλού­σια εκκλησιαστικά κειμήλια, τις περίπυστες άγιες εικόνες και προπαντός με τα θησαυρίσματα των ιερών Λειψάνων των Άγιων τους.

    Έτσι ή Εύβοια χάρις στην πίστη των ευσεβών Μικρασιατών του Προκοπίου τής Ανατολής απέκτησε τόν θησαυρό αυτό, δηλαδή τό ιερό άφθορο Λείψανο του αγίου Ιωάννου του Ρώσου. Σήμερα ευρίσκεται μέσα σε ασημένια Λάρνα­κα στον ομώνυμο περίλαμπρο Ναό του στο χωριό Νέο Προκόπιο στα βόρεια τής νήσου.

  Ποιος όμως ήταν ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος;

    Στην περιοχή τής Ουκρανίας, σ' ένα χωριό τής Μικρορωσίας, εκεί όπου τα ήσυχα νερά του Δνείπερου ποταμού διασχί­ζουν και ποτίζουν τόν μεγαλύτερο σιτοβολώ­να του κόσμου, γεννή­θηκε γύρω στα 1690 ο Ιωάννης. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς, δίκαιοι και τίμιοι. Δίδαξαν στο παιδί τους από τη μικρή ηλικία τα ιερά γράμμα­τα, τήν τέχνη τής προσ­ευχής και τόν δρόμο τής θυσίας και τής αγάπης και προς τόν Θεό και προς τούς ανθρώπους. Ό Ιωάννης τα δεχόταν όλα με ευγνωμοσύνη. Τα ε­φάρμοζε με πιστότητα.

    Τήν εποχή εκείνη τσάρος τής Ρωσί­ας ήταν ο Μέγας Πέτρος, άνθρωπος πολεμοχαρής και σκληροτράχηλος. Ό Ιωάννης σε νόμιμη ηλικία κατετάγη στο ρωσικό στρατό. Έλαβε μέρος στον α­τυχή ρωσοτουρκικό πόλεμο (1711), πού διήρκεσε 7 χρόνια και είχε ως απο­τέλεσμα χιλιάδες Ρώσοι στρατιώτες νά συλληφθούν αιχμάλωτοι από τούς Τατάρους. Ανάμεσα σ' αυτούς ήταν και ο νέος τότε στρατιώτης Ιωάννης. Οι Τάταροι πούλησαν τόν Ιωάννη σε κά­ποιον Τούρκο αξιωματικό του ιππικού, τόν Όμέρ αγά από τό Προκόπιο τής Μικρός Ασίας, μία πόλη πού ήταν κτι­σμένη σε υψόμετρο 1.200 μέτρων, 60 χιλιόμετρα έξω από τήν Καισαρεία τής Καππαδοκίας.

    Πολλοί τότε στρατιώτες αρνήθηκαν τήν ορθόδοξη πίστη τους πιεζόμενοι από τις απειλές των αλλόθρησκων Τούρκων. Μπροστά στα δώρα και τις υποσχέσεις των Αγαρηνών έκάμφθη-σαν. Άλλά ο γενναίος Ιωάννης παρέ­μεινε αλύγιστος στην ορθόδοξη πίστη του. Μέσα του βασίλευε ή ευσέβεια και ή βαθιά πεποίθηση ότι ο Θεός δεν θα τόν εγκαταλεί­ψει. Παραδίδει τη ζωή του στον Θεό με σύν­θημα του: «Κύριος ποιμαίνει με, καί ουδέν με υστερήσει» (Ψαλ. κβ'1).

    Προχωρεί γαλήνια, α­τάραχα. Σηκώνει με υ­πομονή τόν σταυρό του από τις ειρωνείες και τις περιφρονήσεις των άλλων πού τόν φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδή άπιστο. Σταθερή είναι και ή ομολογία του προς τόν αγά του. «Είσαι αφέντης - του λέει - μόνο του σώματος μου, όχι όμως και τής ψυχής μου. Είμαι πρόθυμος νά υπακούω σε όλες τις διαταγές σου, εφ' όσον με αφήσεις ελεύθερο στην πίστη μου. Διαφορετικά, εάν με πιέ­σεις νά αλλαξοπιστήσω, ευχαρίστως σου παραδίδω τήν κεφαλή μου και όχι τήν πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός θα αποθάνω. Τόν Χριστό δεν πρόκειται νά αρνηθώ».

Ή σταθερή αυτή ομολογία του Ιωάν­νη συνδυασμένη πάντοτε με τήν εργα­τικότητα, τήν ταπεινοφροσύνη και τήν ευγενή συμπεριφορά του, τόν έκαμαν πολύ συμπαθή στο σκληρό του αφεν­τικό.

    Ό Όμέρ είχε αναθέσει στον Ιωάννη τήν ευθύνη του στάβλου του. Εκεί μέ­σα κάτω από ταπεινές συνθήκες, μέσα σε δυσοσμία και σε υγρό και σκοτει­νό περιβάλλον ο Ιωάννης ο αιχμάλω­τος και δούλος ζούσε άγια ζωή. Ήταν συνεπής και ακριβής όχι μόνο στα κα­θήκοντα τής ευτελούς αυτής εργασί­ας άλλά και στα πνευματικά του καθήκοντά. Δοξολογούσε τόν Θεό συνε­χώς. Αναπολούσε τις ταπεινές συνθή­κες κάτω από τις όποιες γεννήθηκε ο Κύριος στο σπήλαιο τής Βηθλεέμ. Και Τόν ευχαριστούσε γιατί τόν αξίωνε νά ζει και αυτός σε τέτοιο περιβάλλον.

    Σε κάποια γωνία του στάβλου ξά­πλωνε ήσυχος και ειρηνικός γιά νά ξεκουραστεί τις νύχτες. Αρκετές όμως νύχτες έφευγε. Πήγαινε στον γειτονικό αρχαίο ναό του Αγίου Γεωργίου, λα­ξευμένο σε βράχο, και εκεί όρθιος στον Νάρθηκα έκανε τις ακολουθίες του... Προσευχόταν με θέρμη μέσα στη νυ­χτερινή γαλήνη. Κάθε Σάββατο κοινω­νούσε τα Άχραντα Μυστήρια. Όλο και έλαμπρύνετο. Ένας ύμνος πού τόν εγ­κωμιάζει γράφει: «Καθαρός τω σώματι καί τη ψυχή όλος γέγονας».

    Τό ζεύγος των αφεντικών του θαύ­μαζε όλο και περισσότερο τη βιοτή του απλού και ταπεινού αυτού δούλου. Του πρόσφεραν λοιπόν ένα μικρό δωμάτιο γιά νά ζει πιο άνετα. Ό Όσιος όμως ευγενικά τό αρνήθηκε. Προτίμησε νά ζει μέσα στην κακοπάθεια και τήν άσκηση παρά μέσα στη χλιδή και τήν άνεση. Ό ταπεινός τόπος του στάβλου «του εξ­ασφάλιζε», όπως γράφει ο βιογράφος του, «τήν ευωδιά του Αγίου Πνεύμα­τος». Ζούσε λιτά, με ελάχιστη τροφή, και πλούσια προσευχή. Όλα τα δεχό­ταν αγόγγυστα. Και όταν ο αφέντης του πορευόταν έφιππος, εκείνος τόν α­κολουθούσε πεζός ταπεινά σαν σκλά­βος του ψελλίζοντας λόγια του Ψαλτη­ρίου.

    Ή παρουσία του αγίου αυτού υπηρέτη και σκλάβου Ιωάννη ήταν μία συνεχής ευλογία γιά τόν Ίππαρχο αγά του Προ­κοπίου. Τό σπιτικό του όλο και πλούτι­ζε. Έγινε «ο πλουσιότερος και ο πλέον αξιοσέβαστος στην πόλη» άνθρωπος.

Ό Ιωάννης είχε πλέον αποκτήσει κύ­ρος. Όλοι τόν σέβονταν. Σταμάτησαν οι ειρωνείες και οι εμπαιγμοί των άλλων.

    Κάποια περίοδο πού ο αγάς - σαν ευσεβής Μουσουλμάνος - είχε φύγει σε ιερή αποδημία - προσκύνημα στη Μέκκα, ή γυναίκα του θέλησε νά καλέ­σει σε φαγητό φίλους και γνωστούς γιά νά ευχηθούν γιά τόν ασφαλή γυρισμό και τήν καλή υγεία του αγά της. Καθώς έφερνε ή κυρία στους συνδαιτυμόνες τό γνωστό φαγητό τής Ανατολής, τό πιλάφι, στράφηκε προς τόν Ιωάννη και του είπε: «Πόση χαρά θα ένιωθε, Γιοβάν, σήμερα ο αφέντης σου, αν γευό­ταν από αυτό τό αγαπημένο του φα­γητό». Ό Ιωάννης με απλότητα ζήτησε ένα πιάτο με πιλάφι. Και με τη δύνα­μη τής αδιάκριτου πίστεως και θερμής προσευχής του τό πιάτο θαυματουρ­γικά απεστάλη στο αφεντικό του! Οι παριστάμενοι δεν πίστεψαν. Γέλασαν... Όταν όμως μετά από καιρό επέστρε­ψε ο αγάς και έφερε πίσω τό πιάτο ά­δειο με τό οικόσημο τής μωαμεθανικής του οικογενείας, τότε πείστηκαν όλοι γιά τη δύναμη τής πίστεως του άκα­κου και φιλάγαθου και φιλάνθρωπου αυτού δούλου.

    Ύστερα και από τό γεγονός αυτό, τό ζεύγος των κυρίων πίεζε περισσότερο τόν Ιωάννη νά μην κατοικεί πια στον ανθυγιεινό στάβλο και του παραχώρη­σαν δωμάτιο γιά νά ζει με αξιοπρέπεια. Αυτός όμως και πάλι - όπως και τήν πρώτη φορά - ευγενικά και σταθερά αρνήθηκε. Προτίμησε νά ζει ως ταπει­νός δούλος Ιησού Χριστού στο «ησυ­χαστήριο» πού τόσα χρόνια είχε αγα­πήσει μένοντας πιστός στα θελήματα του αγά του και στη διακονία και τις περιποιήσεις των άκακων και άλογων ζώων.

    Έφθασε κάποτε και ή ώρα πού ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος επρό­κειτο νά εγκαταλείψει τα εγκόσμια και νά αναχωρήσει γιά τόν ουρανό. Ό Όσιος μας αρρώστησε. Παρέμενε ξα­πλωμένος με υπομονή στον ταπεινό αχυρώνα του στάβλου ευγνωμονώντας τόν Θεό γιά όλα τα δώρα πού του είχε χαρίσει. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε ότι πλησιάζει τό τέλος του και ζήτησε με ισχυρό πόθο νά κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια. Και επειδή υπήρχε τήν περί­οδο εκείνη ατμόσφαιρα μίσους από φα­νατισμένους Τούρκους ο διακριτικός και ευλαβής ιερέας π. Θεόδωρος Παπαδό­πουλος έφερε τη θεία Κοινωνία με άκρα ευλάβεια μυστικά μέσα σε ένα μήλο. Με ιερή συγκίνηση ο όσιος και ομολογητής του Χριστού Ιωάννης κοινώνησε γιά τελευταία φορά. Και ειρηνικά παρέδω­σε τήν αγνισμένη και φωτισμένη ψυχή του στον αγαπημένο του Κύριο Ιησού Χριστό. Ήταν 27 Μαΐου του έτους 1730. Ή είδηση διαδόθηκε αστραπιαία σε ό­λο τό Προκόπιο. Μεγάλο πένθος απλώ­θηκε σε όλη τήν περιοχή τής Καππα­δοκίας. Ό Όμέρ αγάς τόν τίμησε και τόν έκλαψε.

    Στη συνείδηση όλων, Χριστιανών και Οθωμανών, ο δούλος του Θεού Ιωάννης ήταν ένας άγιος. Είχαν περάσει τριάμισι μόλις χρόνια από τήν κοίμηση του Αγίου. Οι Προκοπιείς έβλεπαν κάθε νύχτα «φώς λάμπον άγιον τω του οσίου μνήματι». Έτσι με θαυμαστή υπόδειξη του Αγίου τό Νοέμβριο του 1733 έγινε ή ανακομιδή των ιερών Λειψάνων του. Έκθαμβοι οι πιστοί Χριστιανοί αντίκρισαν τό ιερό Λείψανο του νέου αυτού ασκητού και όμολογητού «ακέραιο καί εύωδιάζον». Με ιερό δέος τό έναπέθεσαν κάτω από τήν Αγία Τράπεζα του Αγίου Γεωργίου (του ναού πού τόσο είχε αγαπήσει ο Άγιος).

     Εκατό χρόνια μετά, τό 1832, ο στρατός του Όγλού Οσμάν πορευόμενος σε πο­λεμική αποστολή λεηλάτησε τό Προκό­πιο. Βεβήλωσε και λήστεψε τόν ιερό ναό. Παρέδωσε τό ιερό Λείψανο του άγιου Ιωάννου στις φλόγες. Άλλά ο Άγιος πα­ρουσιάστηκε σε όραμα και φοβέρισε τούς ασεβείς Οθωμανούς. Έντρομοι οι στρατιώτες εγκατέλειψαν αμέσως εκεί ό,τι είχαν κλέψει και έφυγαν διακηρύσσον­τας τό μεγάλο θαύμα. Τό σκήνωμα του Άγιου παρέμενε άθικτο, όμως έμαύρισε επιφανειακά. Τό 1862 με επέμβαση θαυματουργική του Άγιου γλύτωσαν από τό σεισμό είκοσι παιδάκια του ελληνικού σχολείου.

    Ή φήμη του οσίου Ιωάν­νου ως θαυματουργού είχε απλωθεί πλέον σ' ό­λη τη Μ. Ασία. Πάμπολ­λες είναι οι μαρτυρίες γιά τα θαύματα του. Πλήθη λαού τόν επισκέπτονται και ζητούν θεία προστα­σία και βοήθεια. Τόν ο­νομάζουν «θεραπευτή Ά­γιο». Οι Τούρκοι τόν α­ποκαλούν «κουλέ Γιουβάν», αιχμάλωτο Ιωάννη. Με πίστη και αυτοί λαμβάνουν «τό σιφά σουγιού», τό νερό του αγιάσματος του. Με αυτό θεραπεύονται, ραντίζουν τα χωράφια, σταματούν οι επιδημίες. Μία δοξολογία εξέρχεται από τα χείλη όλων. Ή λάρνα­κα του Οσίου «ίατρείον δέδεικται πάσης ασθενείας». Έκθαμβος ο υμνογράφος τής Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας α­είμνηστος π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης θα γράψει: «Ίδόντες σου τήν βιοτήν καί τήν πτωχείαν τήν πολλήν οί Άγαρηνοί, Ιωάννη, σφόδρα ηύλαβήθησαν η­θών σου τήν σεμνότητα». Και σε δόξα­σαν. Και με μεγάλη φωνή διέδιδαν ότι είσαι φίλος και οικείος του Θεού!

    Ό Ορθόδοξος κόσμος τής Ανατολής απέδειξε τη μεγάλη του ευλάβεια και τήν ευγνωμοσύνη του προς τόν όσιο Ιωάν­νη και με τήν ανέγερση μεγαλοπρεπούς βυζαντινού ναού στη μνήμη του ονό­ματος του στο Προκόπιο τής Μικρός Α­σίας. Γιά τήν ανέγερση αυτή έγινε παν­ελλήνιος συναγερμός. Μεγάλη ήταν και ή συνεισφορά τής 'Ι. Μ. Άγιου Παντελεή­μονος Άγ. Όρους. Εκεί, μέσα στον λαμ­πρό αυτό ναό διαστάσεων 50x40 και ύ­ψους 30 μέτρων και με τα 2 καμπαναριά

του, πού διαλαλούσαν τη δόξα τής Χριστιανοσύ­νης, από τό 1886 έως τις 9 Σεπτεμβρίου 1924 ο ά­γιος Ιωάννης μέσα από τήν ξύλινη λάρνακα δεχό­ταν τις παρακλήσεις του αγαπημένου του πιστού λαού. (Δυστυχώς ο ναός αυτός κατεδαφίστηκε από τα θεμέλια του τό 1950 με εντολή του φανατικού «καϊμακάμη», Τούρκου δι­οικητού του Προκοπίου).

    Τώρα ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος ο ομολογητής φιλοξενείται στο χώρο τής ευβοϊκής γης. Τό αγιασμένο ιερό του σκή­νωμα αναπαύεται πλέον μόνιμα μέσα στον καινούργιο ολόλαμπρο, περικαλλή ναό του πού έκτισαν στο Νέο Προκό­πιο Εύβοιας με πολλές θυσίες οι πιστοί μας πρόσφυγες μαζί με τη συνδρομή πολλών ευσεβών Χριστιανών. Συνεχί­ζει ο Όσιος μας και από εκεί με τήν ίδια, όπως πάντα, απέραντη αγάπη του και στοργή νά ακούει τις δεήσεις και τις πο­λύκλαυστες παρακλήσεις των πιστών αδελφών του. Και νά θαυματουργεί σε πολλούς.Συνεχώς καταγράφονται και νέα θαύματα του.

    Ιδιαίτερη συγκίνηση προξενεί ένα τα­πεινό μπαστουνάκι πού παραστέκει δί­πλα στην ασημένια λάρνακα του Άγι­ου. Βουβός μάρτυρας θαύματος. Προ­έρχεται από τη συγκύπτουσα γερόν­τισσα Μαρία Σιάκα από τό Φρέναρος Αμμοχώστου (Κύπρου), ή όποια στις 11.8.78 θεραπεύθηκε εκεί από τόν Άγιο και με φωνή πνιγμένη από δάκρυα ευ­γνωμοσύνης του είπε: «Ίντα (τί) νά σου δώσω, παλληκάρι μου; Άγιε μου, είμαι φτωχιά, θα σου δώσω τό μπαστούνι μου, διότι εν μου (δεν μου) έχρειάζεται μέχρι νά πεθάνω».

    Συγκινητική είναι και ή παρουσία του Άγιου τόν Μάρτιο του 1999 στη Σερβία. Όπως ή υπέρμαχος Στρατηγός, ή Παν­αγία μας, ενδυνάμωσε τούς στρατιώτες μας τό 1940, έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος σε οράματα πού πολλοί τόν είδαν, τούς βεβαίωσε: «Πηγαίνω στο Βελιγρά­δι, γιατί σφαγιάζεται ή Ορθοδοξία». Και πράγματι· ντυμένος στρατιωτικά ο Άγιος ενίσχυε πολλούς Σέρβους τήν περίο­δο εκείνη με τη θαυματουργική παρου­σία του, όπως τό κατέθεσαν αυτόπτες αξιόπιστοι μάρτυρες Σέρβοι.

    Ό άγιος Ιωάννης ο Ρώσος ο ομολογητής αγάπησε αληθινά, βαθιά και ισό­βια τόν Χριστό μας. Καμιά δυσκολία δεν στάθηκε ικανή, ώστε νά χαλαρώσει τούς δεσμούς τής αγάπης του προς τόν Κύ­ριο μας, τόν Ιησού Χριστό. Ούτε ή μικρή του ηλικία τόν εμπόδισε, ούτε τό αρ­νητικό παράδειγμα τής αποστασίας των συστρατιωτών του ούτε οι συνθήκες τής αιχμαλωσίας ούτε οι πιέσεις και οι ειρω­νείες των αλλόπιστων ούτε ο τόπος τής διαμονής του. Όλα αυτά τα περιφρόνη­σε. Και είχε πάντοτε ως σύνθημα τής ζωής του νά πράττει «ό,τι αρέσει στόν Βασιλέα Χριστόν», οπουδήποτε και αν βρίσκεται. Γι’ αυτό με τη Χάρη του παν­τοδύναμου Θεού μέσα σε 40 μόλις χρό­νια ολοκλήρωσε τόν προορισμό του με τόσο θεάρεστη ακρίβεια. Έζησε άγια! Γι' αυτό ο Κύριος, ο Παντοκράτωρ, τόν έβράβευσε με δόξα μεγάλη, με τό φωτο­στέφανο τό τιμημένο του Άγιου!

    Ας βαδίζουμε και εμείς στα ίχνη του. Και με τις πρεσβείες του ας σταθεροποιούμε τις αποφάσεις μας γιά αγώνα αγιασμού μέχρι θανάτου.

Αναλυτική βιογραφία του Άγιου βλέπε: Άρχιμ. Χρυσοστόμου Τριαντάφυλλου (νυν Μητροπολίτου Χαλκίδος), Ό όσιος 

 Ιωάννης ο Ρώσος, Χαλκίδα 2000 (έκδ. Ιερού Προσκυνήματος «Ό όσιος Ιωάννης ο Ρώσος», Προκόπιον Εύβοιας).

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ