ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΝΝΕΑ ΠΑΙΔΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΟΙ ΕΝ ΓΕΩΡΓΙΑ

Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥΣ ΣΤΙΣ 22 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

   Στα ανατολικά παράλια του Εύ­ξεινου Πόντου και νοτιοανα­τολικά της Ρωσίας εκτείνεται ή μαρτυρική Γεωργία. Ό λαός της είχε τήν ιδιαίτερη ευλογία να δεχθεί τόν σπόρο της χριστιανικής πίστεως από τόν φλογερό μαθητή του Κυρίου πρω­τόκλητο άγιο Ανδρέα. Ή οριστική ό­μως μεταστροφή στην ορθόδοξη πίστη τής ευρύτερης περιοχής της Ιβηρίας έγινε στις αρχές του 4ου αιώνος από τήν αγία Νίνα, τήν όποια ή Ορθόδοξη Εκκλησία τής Γεωργίας εορτάζει στις 14 Ιανουαρίου και τήν τιμά ως μεγάλη Ισαπόστολο.

   Όμως τό φως τής χριστιανικής διδα­σκαλίας δεν είχε εισχωρήσει παντού. Υπήρχαν περιοχές πού ήταν λιγότερο ή περισσότερο βυθισμένες στο σκοτά­δι τής ειδωλολατρίας.

   Βρισκόμαστε στον 6ο μ.Χ. αιώνα. Στην ήσυχη πεδιάδα τής Κολά, σε κά­ποιο χωριό, εκεί όπου αναβλύζουν τα γάργαρα νερά του ποταμού Μτκβάρι (Κύρου), στα νοτιοδυτικά τής Γεωργί­ας, λίγοι ήταν οι Χριστιανοί, ενώ οι πιο πολλοί άθεοι, ειδωλολάτρες. Ανάμεσα σ' αυτούς και εννέα μικρά παιδιά ηλικίας από 7 έως 9 ετών, ο Γκουαράμ, ο Άνταρνασέ, ο Μπακάρ, ο Βάτσε, ο Μπαρτζίμι, ο Τάτσι, ο Τζουανσέρι, ο Ραμάζι και ο Παρσμάν. Μέσα στην πα­ρέα τους τα παιδιά αυτά δέχονται να υπάρχουν και Χριστιανόπουλα. Ή παι­δική ηλικία δεν ξέρει να κρατά απο­στάσεις από τούς άλλους. 

   Όλοι λοιπόν μαζί αναστρέφονται με απλότητα, με­λετούν, τρέχουν, παίζουν. Και όταν ή γλυκόηχη καμπάνα κτυπούσε γιά τήν Εσπερινή Ακολουθία, έτρεχαν όλα τα παιδιά - μαζί αγαπημένα - στην Εκ­κλησία. Εκεί έφθαναν με λαχτάρα και τα εννέα αυτά παιδιά. Έμεναν όμως έξω από τό ναό. Πώς να συμμετά­σχουν σε Ακολουθία; Πώς να απο­λαύσουν τη θαλπωρή τής Εκκλησίας; Τό ήξεραν καλά. Δεν τούς τό επέτρε­παν αυτό, γιατί ήταν άβάπτιστα.

   Έμενε όμως μέσα τους ένας πικρός πόνος. Και τόν έλεγαν: «Γιατί μάς ξε­χωρίζετε, Αφοί ή πίστη στον Χριστό μάς συγκινεί και μάς αρέσει;» Και αυτή ή σκηνή μαζί με τό παράπονο πολλές φορές επαναλαμβανόταν.

   Καθώς όμως περνούσε ο καιρός, φούντωνε μέσα τους βαθιά επιθυμία να βαπτισθούν, να γί­νουν Χριστιανοί. Οι μικροί τους βαπτι­σμένοι φίλοι ήταν γι' αυτούς τα φωτεινά παραδείγματα γιά τη νέα ζωή πού ποθού­σαν, τη χριστιανική ζωή!

Ζήτησαν λοιπόν και τα εννέα παιδιά να κατηχηθούν.

   Ό ιερέας τής μι­κρής κοινότητας α­νέλαβε τό ιερό αυτό έργο. Τούς μίλησε γιά τήν πίστη μας στον αληθινό Τριαδικό Θεό, τα ιερά δόγματα, τις εντολές, τόν ηθικό νόμο του Ευαγγελίου. Ή αγνή ψυχή των ά­κακων παιδιών απορροφούσε με ευ­γνωμοσύνη τη θεία διδασκαλία. Σε ό­λα όλοι συμφωνούσαν. Ή καρδιά τους γαλήνευε. Περίμεναν πλέον όλα με λα­χτάρα τη βάπτιση τους. Ήξεραν πώς μια τέτοια ενέργεια θα τούς έφερνε σε σύγκρουση με τούς γονείς τους. Όμως πάνω από τήν αγάπη των γονέων έ­βαζαν τήν αγάπη στον Θεό Πατέρα εφαρμόζοντας τόν λόγο του Κυρίου: «Ό φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ έμέ ούκ έστι μου άξιος» (Ματθ. Γ 37). Ο­πλισμένοι λοιπόν με πίστη και με μία ασυνήθιστη γιά τήν ηλικία τους στα­θερότητα ακολούθησαν ελεύθερα και συνειδητά τόν ιερέα στις πηγές του πόταμου Κύρου γιά να βαπτισθούν. Μαζί τους έφθασαν και οι Χριστιανοί τής περιοχής άλλά και οι φίλοι των παι­διών, πού θα ήταν οι ανάδοχοι τους.

   Ή βάπτιση έγινε τό βραδάκι, γιά να προληφθούν αντιδράσεις. Αφού ευλο­γήθηκαν τα νερά των πηγών, τα παιδιά βαπτίσθηκαν «εις τό όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».Ή Παράδοση αναφέρει και δύο θαυμαστά σημεία πού έγιναν κατά τήν ιερή εκείνη ώρα. Τα παγωμένα νερά του ποταμού έ­γιναν ζεστά. Και άγ­γελοι από τόν ου­ρανό ήρθαν και έν­τυσαν τα παιδιά με ολόλευκους χιτώνες. Πλημμυρισμένα στο φως και τη χαρά του ουρανού ζουν τώρα τό θαύμα πού πο­θούσαν! Από τώρα είναι παιδιά τής Εκκλησίας.

   Όμως ή χαρά των μικρών δεν επρό­κειτο να κρατήσει γιά πολύ. Ένα τέτοιο θαυμαστό γεγονός εξαγρίωσε τούς πο­νηρούς δαίμονες. Αυτοί υποκίνησαν τούς γονείς των νεοβαπτισθέντων να στραφούν εναντίον των παιδιών τους. Όταν λοιπόν τήν επόμενη μέρα πληρο­φορήθηκαν τό γεγονός, έτρεξαν οργι­σμένοι και άρπαξαν τα παιδιά τους από τα σπίτια των χριστιανών φίλων τους. Τα κτύπησαν βίαια. Τα πίεζαν να δο­κιμάσουν από τα είδωλόθυτα, δηλαδή από τροφές πού είχαν προσφερθεί ως θυσία στους θεούς τους. Εκείνα όμως σταθερά αρνήθηκαν να φάνε. Παρέμε­ναν μάλιστα γιά τήν αγάπη του Χριστού νηστικά επτά μέρες.

   Μάταια οι γονείς τους τούς έταζαν με γλυκόλογα δώρα, ρούχα, παιχνίδια... Εκείνα έλεγαν: «Είμαστε τώρα παιδιά του Χριστού, Χριστιανόπουλα, αφήστε μας ελεύθερα να πάμε στους φίλους μας».

Μπροστά σ' αυτό τό αδιέξοδο οι γο­νείς κατέφυγαν γιά βοήθεια στον ειδω­λολάτρη ηγεμόνα. Αυτός όμως άφησε στους γονείς τήν τελική γνώμη και κρί­ση. Τότε εκείνοι αποφάσισαν μαζί και με θυμωμένη φωνή είπαν πώς «δεν συμφέρει να αφήνουμε άλλο τα παιδιά μας να ζήσουν. Τό παράδειγμα τους μπορεί να οδηγήσει και άλλους στον Χριστιανισμό».

Πρώτος έπρεπε να τιμωρηθεί ο ιε­ρέας, γιατί διευκόλυνε τα παιδιά στην ελεύθερη επιλογή τους. Αυτόν τόν ευ­λαβή ιερέα τόν κτύπησαν άγρια. Και Αφοί του αφήρεσαν όλα τα υπάρχον­τα του, τόν έδιωξαν βίαια. Έτσι επα­ληθεύθηκε ο λόγος του Κυρίου πού ισχύει γιά τούς αληθινούς εκπροσώ­πους του: «Εί έμέ έδιωξαν, και υμάς διώξουσι» (Ιω. ιε' 20).

    Στη συνέχεια ακολούθησε των παι­διών τό μαρτύριο.

   Με τη συνοδεία του ηγεμόνα και πολ­λών άλλων οι γονείς έφεραν τα εννέα παιδιά τους στις πηγές του ποταμού. Εκεί όπου πριν από λίγο είχαν βαπτι­σθεί, θα πάρουν τώρα και δεύτερο, πιο λαμπρό βάπτισμα, τό Βάπτισμα του αίματος. Εκεί πλάι στις πηγές έσκα­ψαν βαθύ λάκκο και μέσα σ' αυτόν οι άσπλαχνοι γονείς έριξαν οργισμένοι τα παιδιά τους! Και όλα μαζί εκείνα ομολογούσαν και έλεγαν: «Πεθαίνου­με γιά τήν πίστη μας στον Χριστό! Στο όνομα του βαπτισθήκαμε και με τόν Κύριο αιώνια λαχταρούμε να ζούμε». Τόσο μεγάλη όμως ήταν ή μανία των σκληρών γονέων τους, ώστε προκει­μένου να συντρίψουν τελείως τα αθώα σώματα των παιδιών τους, έριξαν - μα­ζί με τούς παρευρισκομένους - πέτρες από πάνω τους. Μετά πρόσθεσαν και χώμα. Και αφού τό πάτησαν καλά, άνεχώρησαν. Όλα γι' αυτούς είχαν τελειώ­σει.

   Όμως γιά τα εννέα αυτά αθώα πλά­σματα του Θεού είχε αρχίσει τό ουρά­νιο πανηγύρι στο χορό των αγγέλων. Ή επιθυμία των παιδιών αυτών είχε εκπληρωθεί και μάλιστα σε απόλυτο βαθμό. Βρέθηκαν όχι σε επίγειο ναό, πού τόσο λαχταρούσαν, άλλά σε «αχειροποίητο ναό», στην Εκκλησία του Ουρανού, απολαμβάνοντας εκεί μέσα με γαλήνη και ασφάλεια τό πρόσω­πο του Θεού πού τόσο αγάπησαν. Ή Εκκλησία τής Γεωργίας είχε αυξήσει πλέον τόν ανεκτίμητο πλούτο της στον ουρανό, τόν πλούτο των άγιων της, με άλλους εννέα Αγίους. Εννέα Παιδο-μάρτυρες, πού τούς εορτάζει κάθε χρό­νο στις 22 Φεβρουαρίου.

   Τό στεφάνι τής δόξης των Αγίων χαρίσθηκε στους αγίους Αποστόλους, στους μεγάλους Πατέρες, στους Οσί­ους και Ομολογητές και τούς Μάρτυ­ρες, ανθρώπους πιστούς τής ώριμης ηλικίας. Ξεχωριστή όμως θέση στο Αγιολόγιο τής Ορθοδόξου Εκκλησίας κατέχουν και οι Παιδομάρτυρες. Μικρά παιδιά από όλο τόν ορθόδοξο κό­σμο με άδολότητα και σταθερότητα ο­μολογίας στον αληθινό Θεό μάς συνεκίνησαν και έγιναν διδάσκαλοι μας.

    Προς τα πρότυπα αυτά, τα τόσο ά­γνωστα, οφείλουμε να στρέφουμε πιο πολύ σήμερα τα μάτια των παιδιών μας. Γιά να μαθαίνουν και να ενθουσιάζον­ται, διότι έχουν τέτοιους θαρραλέους πιστούς στον Χριστό εκπροσώπους τους. Από αυτούς να εμπνέονται στους αγώνες τους και να τούς μιμούνται. Ώστε κάποτε να δοξαστούν και αυτά από τόν Θεό. Τόν Θεό πού τιμά και ξέ­ρει να δοξάζει τούς Αγίους του και στη γη και στον ουρανό.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ