home‎ > ‎

25η ΜΑΡΤΙΟΥ 1821

Αγιάσανε στ’ αλώνια της λευτεριάς

    «Άναστήτω ό Θεός και διασκορπισθήτωσαν οί εχθροί αυτού», αντήχησε σαν το Σελιώτικο ρεύμα ή ψαλτάδικη φωνή του Δε­σπότη Ζαχαρία απ' την Ωραία Πύλη. Κι αμέσως αντιβούιξε ό γυναικωνίτης: «Και με τις σιουσιάρκες θα πολεμήσουμε τον Λουμπούτη και τ' ασκέρια του!» Κι ήταν θαρρείς ολοζώντανος ό αναγεννώμενος φοίνικας πού σηκώθηκε απ' την Άγια Τράπεζα και δοκίμαζε τα δυνατά φτερά του στ' άξια του Δεσπότη χέρια.

   Κάποια άλλα χέρια, αγνά κοριτσίστικα τον είχαν ιστορήσει με χρυσή κλωστή πάνω στο λάβαρο, κι αυτόν κι ένα σταυρό ερυ­θρόλευκο. Κι έμοιαζε Ανάσταση εκείνη ή Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1822 στον Άη-Δημήτρη, στις 19 του Φλεβάρη. Κι ορκίστηκαν όλοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, δεκαοχτώ χιλιάδες ψυχές, να μη δώσουν ανάπαυση στην όμορφη Νάουσα, αν δεν αναστήσουν το δόλιο το Γένος.

«Μαλικανές» ή Νάουσα, δώρο στη βαλιδέ χανούμ, τη μητέρα του εκάστοτε σουλτάνου, ήταν μια πόλη αρχοντική, με τούς πύργους και τα κάστρα της, τον πλούτο και τις φυσικές της ομορ­φιές. Μα ό πληθυσμός της, αμιγώς ελληνικός, δεν βολευόταν μόνο με τα προνόμια και τα γρόσια. Κι όταν αντήχησαν οι σάλπιγγες της ελευθερίας, δεν υπολόγισαν οι Ναουσαίοι την ιδιαίτερη οργή του Σουλτάνου. Ούτε και τη γεωγραφική απομόνωση υπολόγισαν εξαιτίας των τουρκικών στρατευμάτων πού κατείχαν Ήπειρο και Θεσσαλία. Ούτε και πώς ήταν δύ­σκολος ό ανεφοδιασμός μακριά απ' τη θάλασσα. Ούτε κι ότι είχε ήδη ατυχήσει ή επανάσταση στη Χαλκιδική. Μικρή μόνο βοήθεια περίμεναν με λίγα κανόνια και την αποστολή γενικού αρχηγού. Μα κι αυτά βράδυναν να φτάσουν.

Μπήκαν τότε μπροστά στον αγώνα ό προεστώς Ζαφειράκης κι από κοντά όλοι οι άλλοι προεστώτες της Νάουσας, συμφιλιωμένοι ένα μήνα πριν με όρκους στη Μονή του Δοβρά. Και κατέγραψε ή ιστορία ηρωισμούς κι επιτυχίες, με καπεταναίους τον περίφημο αρματολό της Βέροιας, τον γερο-Καρατάσο, τον παλαιό κλέφτη από τα Βοδενά Αγγελή Γάτσο και άλλους. Κι όταν οι Τούρκοι ενισχυμένοι κύκλωσαν τα τείχη της Νάουσας και κανονιοβολούσαν αδιά­κοπα, οι υπερασπιστές της αμύνονταν νυχτοήμερα, ώσπου τα τουφέκια άναβαν κι αχρη­στεύονταν ένα-ένα. Κι έμειναν απόρθητα τα τείχη ως την Πέμπτη της Διακαινησίμου.

Εκείνη την Πέμπτη, πέντε ή ώρα το πρωί, βρέθηκε χωρίς αμπάρες ή πύλη του Άγιου Γεωρ­γίου, λες και τ' απριλιάτικα ρόδα ξελόγιασαν τους φυ­λακές. Να 'ταν ανθρώπινη αμέλεια ή προδοσία εσχάτη; Κι άνοιξαν τότε οι πύλες της κολάσεως όλες μαζί και ξερνούσαν κάθε είδους κακό, εμπρησμούς και δηώσεις, εξανδραποδισμούς κι εξευτελισμούς, σφαγές και βασα­νιστήρια. Ούτε τ' αγέννητα βρέφη ούτε τα άκακα νήπια σπλαχνίζονταν τα στίφη του Άμπου Λουμπούτ πασά, πού τ' άρπαζαν και τα διχοτομούσαν. Με τα βλαστάρια τους στην αγκαλιά δεκατρείς Ναουσαΐες, κυκλωμένες από τούς Τούρκους στους Σδουμπάνους της Άραπίτσας, προτίμησαν τ' αφρισμένα νερά παρά την ατίμωση. Μαζί με τη Νάουσα, εβδομήντα χωριά γύρω-γύρω αφάνισαν οι αντίχριστοι, δίχως ν' αφήσουν μήτε ψυχή ζωντανή μήτε όρθια πέτρα. Θησαύρισε ή Νάουσα μέσα στο χαλασμό νεομάρτυρες κι όχι γρόσια.

Μέσα από τα τείχη, στο ναό του Άγιου Γεωρ

γίου τε­λείωνε ή Λατρεία, όταν εισέβαλαν οι Τούρκοι σπάζον­τας την πόρτα. Κι ενώ τελούσαν μυσταγωγικά τη στερνή τους θεία Λειτουργία, πέρασαν στην αιωνιότητα πέντε ιερείς, ό παπα-Γιάννης από την Πέτρα Ολύμπου, ό παπα-Γεράσιμος ό πνευματικός, ό παπα-Δημήτρης ό σακελλάριος και δύο άλλοι ανώνυμοι λευίτες, καθώς και πλήθος πιστών, πού σφαγιάσθηκαν στο ναό. Τέσσερεις άλλους νέους, πού αρνήθηκαν να έξωμώσουν, οι εξαγριωμένοι στρατιώτες τούς τεμάχισαν λίγο-λίγο. Τούς έκοψαν τα χέρια, τ' αυτιά, τα χείλη, τις μύτες, εξόρυξαν τούς οφθαλμούς τους και τούς εγκατέλειψαν ημιθανείς, ν' αργοπεθάνουν αβοήθητοι!...

Τρία μερόνυχτα παραδόθηκε ή Νάουσα στα χέρια των ολετήρων της. Έστησε ύστερα τη σκηνή του ό πασάς στο Κιόσκι και μάζεψε εκεί όλους τούς αιχμαλώτους. 'Ένας-ένας περνούν μπροστά του οι άνδρες δεκαπέντε ως εξήντα πέντε χρόνων. Κι όταν αρνούνται να τουρκέψουν, τούς περιμένουν ραβδισμοί και θάνατος δι' αγχόνης ή διά ξίφους. Χίλιοι διακόσιοι σαράντα ένας δικάστηκαν κι ούτε ένας δεν βρέθηκε αρνησίθρησκος. Και θα συνεχιζόταν το κακό, αν οι δήμιοι δεν έβλεπαν πανικόβλητοι το ακέφαλο σώμα του ράφτη Νικολάου Κοκοβίτη να ση­κώνεται όρθιο, να δρασκελίζει ένα ρυάκι και να κατευθύνεται προς τη σκηνή του στρατάρχη. Χρόνια δεν βλάσταινε ούτε χορτάρι στον τόπο εκείνο, ενώ τα πλατάνια του προκαλούσαν τη φρίκη.

Εκατοντάδες αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Στην πύλη της πόλεως απαγχονίστηκαν για παραδειγματισμό εξήντα κι οι άλλοι στήθηκαν στο σκλαβοπάζαρο, για να πάρει ό καθένας το δρόμο του δικού του Γολγοθά. Μα για τις γυναίκες των προκρίτων ό πασάς επιφύλασσε ειδική μεταχείριση. Τις έθαψαν εκείνες ζωντανές ως τη μέση έξω από τ' ανάκτορο του, να περνούν τα Τουρκάκια με τις μανάδες τους να τις βασανίζουν. Κι αφού ούτε κι έτσι δέχτηκαν να τουρκέψουν, τις έκλεισαν σε σακιά με αγριόγατες και ποντίκια. Τα ξεσχισμένα τους σώματα τα καταπόντισαν στον Θερ­μαϊκό. Έξι άλλες Ναουσαΐες, κατα­δικασμένες μετά από ανήκουστους οικισμούς να τελειώσουν σ' ένα πνικτικό υπόγειο από πείνα και δίψα, δεκαπέντε μέρες τρέφονταν με καρ­βουνόσκονη.

Τη συνετή Ζαφειράκαινα την έχτι­σαν ολοζώντανη σ' ένα τοίχο στην Άγιά Σοφιά, με το κεφάλι απ' έξω αλειμμένο μέλι, να 'ρχονται οι σφήκες να επιτείνουν το μαρτύριο, ενώ τα σκουλήκια κατέτρωγαν τις σάρκες της. Πέντε μέρες υπέμεινε αδάκρυτη κι απροσκύνητη, κι ας χα­ριζόταν εύκολα ή ζωή στους εξωμό­τες, για να τη λυτρώσει στο τέλος, ένα λάκτισμα φοβερό μιας τσιγγάνας. Κι ή ανεξίκακη Καρατάσαινα από τη Βέροια, κλεισμένη σ' ένα σάκο με φίδια φαρμακερά, δεν έπαυσε ως το τέλος να δέεται υπέρ των δημίων της.

 Αυτή ή Ανάσταση, φοινιχθείσα* στο αίμα αγίων και ηρώων, σημά­δεψε βαθιά την άγιοτόκο Νάουσα. Στρατιά τα παιδιά της άνοιξαν με ιαχές τις θύρες του ουρανού. Κι ανα­στημένοι μαζί και ζωντανοί αντά­μωσαν στ' αλώνια της λευτεριάς.(Από την "ΔΡΑΣΗ")

Έσπερος

 *Βαμμένη κόκκινη

Ο ΘΕΟΣ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗΣΕ ΤΟ 1821

25η Μαρτίου. Ήμερα εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, ό όποιος εί­ναι ή φυσική κατάληξη της θαυμαστής Γεννήσεως της και της παραμονής της στο Ναό.

Με τη δοκιμασία του διαλόγου της κα­τά τον Ευαγγελισμό με τον αρχάγγελο Γαβριήλ, έκαθαρίσθη αποφασιστικώς και τελείως, οπότε και ολοκληρώθηκε ό αγιασμός της. Απαλλαγμένη πλέον α­πό το προπατορικό αμάρτημα, με το ό­ποιο βαρυνόταν και αυτή ως απόγο­νος των πρωτοπλάστων, έγινε το «έμψυχον παλάτιον» του Υιού και Λόγου του Θεού. Έτσι οι άνθρωποι με τη Γέν­νηση του Χρίστου, του νέου Αδάμ, α­πό την Θεοτόκο, έχουμε επανασυνδε­θεί με τον Θεό Πατέρα και πήραμε να βαδίζουμε την οδό προς την κατά χάριν θέωση, ή όποια είχε αποκλεισθεί με την παρακοή μας στον Παράδεισο. Ήδη αναπνέουμε τον αέρα της ελευθερίας των τέκνων του Θεού (πρβλ. Ρωμ. η' 21). Ή Παναγία διακόνησε ταπεινά και ολοπρόθυμα στο έργο της άπολυτρώσεώς μας από την αμαρτία και τον αιώνιο θάνατο. Διότι δάνεισε τη σάρκα της στον Υιό και Λόγο του Θεού, ό Ό­ποιος έγινε ό ελευθερωτής και λυτρω­τής μας. Εγκαινιάζοντας με τον τρόπο αυτό για μας, τούς πρώην σκλάβους της αμαρτίας, τη νέα εν Χριστώ ζωή-ζωή αληθινής ελευθερίας.

Γι’ αυτό, ενώ ή εορτή του Ευαγγελισμού συμπίπτει με την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, πού είναι περίοδος πνευματικού πένθους και κατανύξεως για τους Χριστιανούς, την γιορτάζουμε πανηγυρικά. Την ήμερα αυτή δεν τε­λούμε τη Λειτουργία των Προηγιασμένων αλλά του ιερού Χρυσοστόμου. Την ιδία ήμερα διακόπτουμε μερικώς τη νηστεία καταλύοντας ψάρι, ακόμη κι αν ή εορτή πέσει μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα.

Χαράς ευαγγέλια λοιπόν κατά τη με­γάλη αυτή εορτή. «Σήμερον της σωτη­ρίας ημών το κεφάλαιον» ψάλλουμε οι όπου γης Ορθόδοξοι άγαλλόμενοι.

Οι Έλληνες Ορθόδοξοι όμως έχου­με και έναν πρόσθετο λόγο χαράς και πανηγυρισμού. Διότι την 25η Μαρτίου έγινε ή επίσημη κήρυξη της μεγάλης Επαναστάσεως του 1821 · του απελευ­θερωτικού αγώνα των σκλαβωμένων ραγιάδων από τον βαρύ ζυγό των Αγαρηνών. Την ήμερα του Ευαγγελι­σμού οι Έλληνες, αφού επικαλέσθηκαν τη βοήθεια του Θεού και τις πρεσβείες της Ύπεραγίας Θεοτόκου, βροντοφώ­ναξαν το «ελευθερία ή θάνατος». Και ρίχτηκαν στον άνισο αγώνα με σύνθη­μα, «πρώτα υπέρ πίστεως και ύστερα υπέρ πατρίδος».

Τα κοινωνικά μεγέθη πού έλαβαν μέρος στην επανάσταση του 1821 ήταν πολλά. Ό ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων γράφει ότι την επανάσταση έκαμαν «οι άνθρωποι του λαού... όλοι οι εκκλησιαστικώς προϊστάμενοι, όλοι οι πολιτικοί άρχοντες, όλοι οι εμπορικώς διαπρέποντες, όλοι οι εν ξέναις ύπηρεσίαις και τόποις διατελούντες». Και επιλέγει: «Ιδού ό άείζωος και αναλ­λοίωτος Ελληνισμός, θρησκευτικώς τε και εθνικώς θεωρούμενος».

Μεταξύ όμως αυτών ό κλήρος -αρχιερείς και ιερείς - αλλά και μοναχοί αποτελούν, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, κοινωνικό μέγεθος του μεγάλου αγώνα ιδιάζουσας σημασίας. Ή πα­ρουσία του κλήρου και των μοναχών και ή συμμετοχή τους σ' όλες τις φάσεις της εθνεγερσίας ήταν ενεργητική, ευ­εργετική και πρωτοποριακή σε θυσίες υλικές και αίματος. Συνέβαλαν ουσια­στικά τόσο κατά την προπαρασκευή - προετοιμασία του λαού, διατήρηση της πίστεως, καλλιέργεια Ορθοδόξου ήθους και ομολογίας, συμμετοχή στη Φιλική Εταιρεία - όσο και κατά την έναρξη και συνέχιση του αγώνα. Και ή προσφορά αυτή ήταν θυσιαστική. Γι’ αυτό ή προκήρυξη της προσωρι­νής κυβερνήσεως με ημερομηνία 18 Ιουνίου 1822 έγραφε: «Ό άγιος Πα­τριάρχης μας και όλοι εκείνοι οι επί­σκοποι οι θανόντες με το μαρτύριον της αγχόνης, θ' απευθύνουν εις την Θείαν Τριάδα διαπύρους προσευχάς διά να ευλόγηση τά έργα μας, και να ευημε­ρήσουν τά όπλα μας ύπό την σκέπην του αγίου Σταυρού».

Επειδή όμως ή εφετινή εορτή της 25ης Μαρτίου απέχει μόλις τρείς ήμερες από τον επίσημο εορτασμό της επετείου της ηρωικής εξόδου του Μεσολογγίου, αναφέρουμε ένα περιστατικό από τις επικές εκείνες μέρες. Πρόκειται για τη συμμετοχή στον αγώνα του Μεσολογγίτη ιερέα Πάπα-Παναγιώτη, πού θα ήταν άγνωστη, αν δεν επισκεπτόταν το Μεσολόγγι ό βασιλιάς Όθων. Εκεί ό Καπετάν Μακρής του διηγήθηκε: «Ά­κουσε, Μεγαλειότατε! Από την αρχή του κλεισμού στο Μεσολόγγι, ό παπάς αυτός ή μόνη δουλειά πού έκανε, ήτανε καθώς έπιάνετο το τουφέκι, και ήτανε αυτό καθημερινό, είτε μέρα ήτανε είτε νύχτα, έτρεχε στην Εκκλησία, έπαιρνε το δισκοπότηρο στα χέρια του και ξεσκούφωτος με το φαναράκι του επήγαινε από τάπια (προμαχώνα) σε τάπια και μεταλάβαινε τους ψυχομαχούντες και τους παρηγορούσε με καλά λόγια και έγκαρδίωνε τούς άλλους να πολε­μούν με όρεξιν και με ψυχήν διά να έχουν την βοήθειαν του Θεού. Σού ορ­κίζομαι στην πίστιν μου, Μεγαλειότατε! ότι δεν πέρασε ήμερα είτε νύχτα να μην τον ιδώ εις την τάπια μου επάνω στο τουφέκι, καθώς να φέρνει γύρα όλες ταις τάπιες και μέσα στη χώρα μας και βόλι ή μπάλλα δεν τον πείραξε· τότε δεν είναι άγιος παπάς αυτός;»

Οι τιτανομάχοι του '21 ομολόγησαν επανειλημμένα ότι πηγή και εγγυητής της ελευθερίας του αγώνα τους ήταν ό άγιος Θεός. Την αλήθεια αυτή τη συνό­ψισε ό κυβερνήτης Ιωάννης Καποδί­στριας το 1829 απευθυνόμενος «προς την Δ' Έθνικήν των Ελλήνων Συνέλευσιν», λέγοντας: «'Άς δοξάσωμεν όλοψύχως τον Ύψιστον Θεόν! Άς εύλογήσωμεν το Άγιον Αυτού όνομα... Ή εύσπλαγχνία του διά θαυμάτων έσωσε την Ελλάδα· άς είμεθα άρα ένδομύχως πεπεισμένοι, ότι δεν έθαυματούργησε ματαίως».

Αυτά λέγουν πολλά τόσο στους ση­μερινούς πολιτικούς μας όσο και στο λαό μας. Ό Θεός «δεν έθαυματούργη­σε ματαίως» το 1821.(Από τον «ΣΩΤΗΡΑ»)


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΟΥ

    Ήτο ή εποχή, πού έζούσαν ακόμη, αραιοί, σπάνιοι, φεύγοντες ό ένας μετά τόν άλλον, οί βε­τεράνοι τού Αγώνος. Τά προγράμματα της 9 Εθνικής Εορτής τούς έπεφύλασσαν τήν τιμητικήν θέσιν εις τάς δοξολογίας καί τάς τελετάς. Εις τά ταπεινά των σπιτάκια έφθανεν μεγαλοπρεπής, κατά τάς παραμονάς τού νέου έτους, ό μεγάλος φάκελος του Βασιλικού Αύλαρχείου, διά νά τούς προσκαλέση εις τούς ανακτορικούς χορούς τής δευτέρας Βασιλείας. Ή λευκή των φουστανέλα καί τά άσπιλα χιό­νια τής κόμης των - χιόνια ηρωικής βουνοκορφής- εξακο­λουθούσαν νά είνε τό ύποβλητικώτερον διακοσμητικόν στοιχείον όλων των μεγάλων εορτών. Ήσαν οί Άγωνισταί! Μία λέξις ό τίτλος των, που έλεγε πολλά. Καί ήτον ό μόνος τίτλος ευγε­νείας, τόν όποιον είχαμεν εις τήν Ελλάδα. Ένας τίτλος, ό όποιος κατηργήθη αυτοδικαίως μαζή μέ τό «τελευταίον λείψανον του Ιερού Αγώνος», που κατέβη εις τόν τάφον. Ποίον ήτο τό τελευταίον αυτό λείψανον, κανείς δέν γνω­ρίζει ακριβώς. Διότι, μέχρι τών τελευταίων ακόμη ετών, εις κάποιαν γωνίαν τής Ελληνικής γής, έσβυνεν, άπό καιρού είς καιρόν, άγνωστος, λησμονημένος, ό αιωνόβιος, πού είχεν ίδή τόν Καραϊσκάκην, τόν Κολοκοτρώνην, τόν Μπότσαρην, τόν Κανάρην, όπως ό βετεράνος τής μεγάλης στρατιάς τού Ναπολέοντος, πού είχεν ίδή τόν Αυτοκράτορα: L' homme qui a vu Γ Emperour!

    Ένας άπό τούς βετεράνους αυτούς, πού έρχεται, κάθε τέτοιαν ήμέραν άπό τά βάθη της μνήμης μου νά μου κάμη την έπίσκεψίν του — την συμπαθητικήν έπίσκεψίν, πού είνε ή επί­σκεψις των φαντασμάτων—δέν μού έλειψε καί αυτό τό πρωΐ. Μέ τό μαύρο του σκουφάκι, επάνω εις τά πλούσια, άσπρα του μαλλιά, πού έπλαισίωναν ένα πρόσωπον ασκητού, μέ τό μακρύ του μαύρο κομπολόγι στό χέρι καί μέ τη σβυσμένη πίπα κρεμασμένην άπό τά χείλη του, άνέβηκεν ό μπάρμπα-Κόλας, όπως πάντα, τά σκαλοπάτια της παλαιάς μας αυλής, όπου είχε τό κελλί του, καί μού έφερε, μαζή μέ τό καλημέρισμά του, τό δώρόν του των επισήμων ήμερων, ένα μυριστικό της μικρής του άλτάνας, ένα κλωναράκι άρμπαρόρριζα.

— Βοήθεια μας ή Ευαγγελίστρια! Νά χαίρεσθε!...

    Καί, σφίγγοντας μου τό χέρι, μέ τά ξυλια­σμένα εκείνα καί ψυχρά δάκτυλα, πού είχαν κρατήσει κάποτε τόν δαυλό τού πυρπολητού, έφυγε σκυφτός καί ταπεινός, όπως ήλθε, κατέ­βηκε τά πέτρινα σκαλοπάτια τής αυλής μας καί έχώθη πάλι στό κελλί του, όπου τόν έπερίμεναν οί Άγιοι του, εις τό χαμηλόν είκονοστάσιον, καί ή πετονιές του. Μέσα εις τό κελλί αυτό μού είχεν ομιλήσει ή Ιστορία, κατά τά παιδικά μου χρόνια, όχι μέ τήν έμφασιν πού ομιλεί μέσα στά βιβλία, άλλά μέ τόν σιγαλόν καί διακριτικόν λόγον, πού αναβλύζει άπό τά βάθη μιας πα­λαιάς πηγής καί χύνεται άπό τά τρεμουλιαστά χείλη, πού αναδεύονται ακόμη θλιβερά άπό τήν άνάμνησιν, πρίν κλεισθούν διά παντός. Καί μέσα είς τό κελλί αυτό, όπου ό πυρπολητής τού Αγώνος είχε λησμονήσει τήν Άρμάδαν καί τόν δαυλόν του, κ' έπερνούσε τάς τελευταίας άσκητικάς του ημέρας, στρίβοντας, μέ τήν τέχνην τού παλαιού γεμιτζή, τής άλογότριχες, πού τού έφερναν οΐ ψαράδες γιά τής πετονιές τους, θυ­μιατίζοντας τής εικόνες του καί φυλλο­μετρώντας μίαν κιτρινισμένην, παμπάλαιαν Ίεράν Σύνοψιν, ή Ιστορία μού είχεν ομιλήσει, ώς παραμύθι. Μέ τόν ώραιότερον δηλαδή τρό­πον πού ομιλεί ή Ιστορία.

Άπό τό παραμύθι όμως αυτό, ό μπάρμπα Κόλας έφρόντιζε ν' άπουσιάζη πάντα ό ίδιος.

—Τί ήμουνα έγώ, παιδί μου; Ένας μούτσος, ένα παληόπραμμα...

    Καί όμως ήτον ό ίδιος, τήν στιγμήν αυτήν, τό ζωντανόν παραμύθι, τό όποιον διηγείτο, όταν τού άφιναν ολίγον καιρόν ή κόττες του, τό πό­τισμα τής άλτάνας του, ή πετονιές του καί ή Σύνοψίς του, καί όταν τό βασίλεμα τού Ηλίου ήτο πολύ μελαγχολικόν καί κάποια βραδυνή πνοή άπό τά δένδρα τών κήπων έφούσκωνεν ευνοϊκά τά πανιά τής ταξειδεύτρας ψυχής πρός τό ταξείδι τών περασμένων. Καί ό μπάρμπας Κόλας έταξείδευεν, όταν είχε πρίμον τόν και­ρόν τό φανταστικόν του ταξείδι πρός τά ωραία πέλαγα, πρός τά ωραία λιμάνια πρός τής ωραίες δόξες. Κ' έταξειδεύαμεν μαζή. Καπετά­νιος αυτός, ένας μούτσος, ένα τιποτένιο πράμμα έγώ.

    Έξαφνα ένα πρωί έκλεισε τά μάτια. "Ητον μία 25 Μαρτίου. Κανένας δέν έμαθε τόν θάνα­τον του, καμμία έφημερίς δέν έτύπωσε τό όνομα του, κανένας επίσημος δέν ήλθε νά τού κατάθεση στέφανο ν, καμμία μουσική δέν ήκολούθησε τήν κηδείαν του. Τόν έφέραμεν τρεις άνθρωποι είς τόν τάφον του. Όλοι οί άλλοι είχαν τρέξει ν' ακούσουν τόν λόγον τού ρήτορος τής ημέρας. Καί, καθώς έπερνούσε τό ταπεινόν φέρετρον ανάμεσα άπό τά πλήθη τών πανηγυριστών, κανένας δέν έγύρισε νά ιδή τί έκλεινε μέσα του τό φέρετρον εκείνο. Μερικοί, σταματημένοι εις τά πεζοδρόμια, έσταυροκοπήθησαν μηχανικώς, καί έσπευσαν καί αυτοί νά προφθάσουν τήν Τελετήν. Άλλά ό Θεός δέν ηθέλησε νά κατεβή χωρίς τιμάς είς τόν τάφον του ό μπάρμπα Κόλας. Τήν στιγμήν πού τόν κατεβάζαμεν εις τό χώμα, τό πυροβολείον έχαιρέτιζε τήν δύσιν τής μεγάλης ημέρας. Ή ήχώ τών κανονιών έφθανεν άπό μακρυά, άργή καί επιβλητική. Ένα πικρό χαμόγελο σάν νά έταράχθη τότε επάνω είς τό πρόσωπον τού νε­κρού. Τά κανόνια δέν έπεφταν γι' αυτόν!

-Τί ήμουνα έγώ; Ένας μούτσος! Ένα παληόπραμα!...

Παύλος Νιρβάνας

Άπό Έφημ. «Εστία», Άριθ. φ. 9539 / 25 Μαρτίου 1921. Διατηρούμε τήν ορθογραφία τού κειμένου.

 (Από την "ΔΡΑΣΗ")

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ ΟΘΩΝΑ

    Όταν ήρθε ως βασιλεύς στην Ελλάδα ό δεκαεπταετής ακόμη Όθων, συνοδευόμενος από τρεις Βαυαρούς αντιβασιλείς, πού θα κυβερ­νούσαν ως την ενηλικίωση του, πολλοί Έλλη­νες χαιρέτισαν με ενθουσιασμό την άφιξη του. Μεταξύ αυτών και ό αγωνιστής της Ελληνικής Επαναστάσεως Ιωάννης Μακρυγιάννης. Γρή­γορα όμως διαψεύστηκαν οι ελπίδες του γνή­σιου αυτού Έλληνα από την τακτική πού ακολούθησε ή Αντιβασιλεία απέναντι στους αγωνιστές. Ό στρατός, κύριο κέντρο της βαυαροκρατίας, μεταβλήθηκε σε τακτικός. Στα τέλη του 1834 είχαν ενταχθεί σ' αυτόν 5.000 περίπου Βαυαροί και ελάχιστοι Έλληνες, ενώ απορρί­φθηκαν με την πρόφαση ότι ήταν υπεράριθμοι οι 10.000 Έλληνες, πού μέχρι τότε αποτε­λούσαν τα στρατιωτικά σώματα πού κατήγαγαν εκπληκτικούς θριάμβους κατά των Τούρκων και των Αιγυπτίων.

    Οι αγωνιστές αυτοί, στερούμενοι τακτικού επαγγέλματος, κατάντησαν ζητιάνοι ή και λη­στές. Ό Μακρυγιάννης, εκλεγμένος τότε δημο­τικός σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων, απευθύνει στον βασιλέα μια επιστολή, πού φα­νερώνει την ανιδιοτέλεια και το ψυχικό του με­γαλείο. Δεν διστάζει όχι μόνο να ασκήσει αυστηρή κριτική στη ν Αντιβασιλεία, αλλά και να παρακαλέσει να κοπεί ό μισθός του όλος και να δοθεί σε δυστυχείς συναγωνιστές του. Λόγος με καταφανείς τις προεκτάσεις στο παρόν...>-

Έπιστολή προς Βασιλέα (1834)

(Εκ τής εφημερίδος «Εθνική», άρ. 22/ 23.12.1834)

Βασιλεύ!

    Ως ένας και εγώ αγωνιστής εις τα περασμένα δεινά της πατρίδος μου, έγνώρισα εις πολλά μέρη ανδρείους στρατιωτικούς και τιμίους πολίτας, όπου έθυσίαζον και την κατάστασίν τους και την ιδίαν ζωήν τους με μεγάλην εύχαρίστησιν διά να ιδούν μίαν ήμέραν την πατρίδα τους έλευθέραν. Πολλοί από αυτούς έσκοτώθηκαν είς τόν πόλεμον' άλλοι έμειναν αιχμάλωτοι και άλλοι έπληγώθηκαν, και τώρα μετά την έλευθέρωσιν της πατρίδος τούς βλέπω να περιπατούν είς τούς δρόμους γυμνοί και ξυπόλυτοι* βλέπω χήρας και ορφανά να ζητούν έλεος διά να πα­ρηγορήσουν την πείναν τους, και με τα δάκρυα εις τα μάτια να περιφέρωνταί και να προξενούν έντροπήν εις την άχάριστον πατρίδα, διά την οποίαν έχασαν τούς άνδρας των, έχασαν τούς γονείς των. Εκείνοι, όπού τούς γνωρίζουν και ημπορούν να πληροφορήσουν την Κυβέρνησιν, κρύπτουν την άλήθειαν και φροντίζουν μόνον να δώσουν τάς άνταμοιβάς είς τούς δούλους και κόλακας των, είς ανθρώπους αναξίους, είς τούς οποίους ή πατρίς δέν γνωρίζει κανένα χρέος. Είς μέν τούς καλούς και δυστυχείς άγωνιστάς λέγουν ότι ή πατρίς είναι πτωχή, είς δέ τούς κόλακας των την αποδεικνύουν πλουσίαν. Έάν είναι πτωχή, καθώς και είναι βέβαια, έπρεπε να είναι πτωχή είς όλους, και όχι μόνον διά εκείνους, όπού έδοκίμασαν τόσους αγώνας, και ήλθαν είς έλεεινήν κατάστασίν διά την έλευθερίαν της. Ή τοιαύτη αδικία κάμνει σήμερον πολλούς Έλληνας να αγανακτούν εναντίον της πατρίδος, και να βλέπουν ό ένας τόν άλλον ως έχθρόν χειρότερον από τόν Τούρκον.

   Εγώ όμως, Υψηλή Αντιβασιλεία, δέν είμαι άδικος, αλλά ως ευαίσθητος είς την δυστυχίαν τόσων αγωνιστών, παρακινούμαι να φανερώσω την άδικίαν πρός την κυβέρνησιν μου, την οποίαν μετά Θεόν σέβομαι και τιμώ και αγαπώ, καθώς χρεωστεί να κάμνη κάθε άνθρωπος άφωσιωμένος είς την πατρίδα του. 'Άν ή πατρίς μας είναι πτωχή, διατί ημείς μερικοί Έλληνες να παίρνωμεν από χίλιες δραχμές και κάτω τόν μήνα, οι δέ συνάδελφοι μας να ψωμοζητούν και να περιπατούν γυμνοί και ξυπόλυτοι; Διά την τιμήν και ύπόληψιν και της πατρίδος και τού Βασιλέως μου κρίνω δίκαιον να κόψωμεν ένα μέρος από τόν μισθόν μας, διά να δοθή και είς αυτούς τούς δυστυχείς. Εγώ, όταν έπληγώθην είς τούς Μύλους τού Ναυπλίου, έλαβα δώρον από την πατρίδα μου, το όποιον είναι περίπου εκατόν πενήντα δραχμάς τόν μήνα" τώρα λαμβάνω πολύ περισσότερον μηνιαίον μισθόν, δηλαδή σχε­δόν τριακόσιας έβδομήκοντα δραχμάς. Όθεν εγώ πρώτος παρακαλώ την Άντιβασιλείαν να διάταξη να κοπή αυτός ό μισθός μου όλος, έως ότου ή Κυβέρνησις να λάβη καιρόν να εύθετήση τα πράγματα και να τα θεραπεύση κατά το καλύτερον, και να με δοθούν πάλιν κατά μήνα αί 'κατόν πενήντα δραχμαί έκείναι, καθώς έξ αρχής μ' έκρινεν άξιον ή πατρίς μου" ό δέ μισθός μου άς δοθή είς άλλους δυστυχείς συναγωνιστάς μου, των οποίων ή γύμνωσις και απελπισία, μά την πατρίδα μου και μά τόν Βασιλέα μου, δέν μ' αφήνει να κοιμηθώ ήσύχως όλην την νύχτα. Άν δέν είχα τόσην φαμιλίαν, άν δέν ήμουν ασθενής τόν περισσότερον καιρόν, και άν δέν είχα ικανά χρέη, δέν ήθελα να δώσω και αυτό το ολίγον βάρος είς την πατρίδα μου.

   Δεν είναι αμφι­βολία, ότι όλοι οι Έλληνες έχουν καλά αισθήματα και μεγάλην αγάπην είς τόν Βασιλέα μας* επιθυμώ όμως να μή ύπάρχη κανένας, όπού να νομίζη, ότι έχει δίκαια παράπονα είς την αθωό­τητα του και είς την καλωσύνην του* επιθυμώ να είναι όλοι ευχαριστημένοι από την πατρίδα, και να μή είναι είς άλλους πτωχή ή πατρίς και είς άλλους πλουσία' αλλά να άνταμείψη όλους εκείνους, όπού έπαθαν διά την έλευθερίαν της. Παρακαλώ με το ανήκον σέβας την Άντιβασι­λείαν, αφού διάταξη από το παρόν την παύσιν τού μισθού μου, να διάταξη να με δίδεται το παλαιόν της πατρίδος σιτηρέσιον.

Έν Αθήναις τή 15 Δεκεμβρίου 1834

 Ιωάννης Μακρυγιάννης


ΤΟ ΠΑΝ ΑΠΩΛΕΣΑΜΕΝ ΠΛΗΝ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ

     Στις μεγάλες επετείους τον έθνους πού η μνήμη ζωντανεύει ευγνώμονα και αναλογίζεται τις Θυσίες των μεγάλων αγωνιστών της ελευθερίας μας, ή σκέψη πετάει σε κλέφτικα λημέρια, μπαρουτοκαπνισμένες φουστανέλλες, πυρπολημέ­νες ναυαρχίδες, κρυφά Σχολεία, «ελεύθερους πο­λιορκημένους». Δίκαια. Αγώνας απροσκύνητων ανθρώπων ήταν, πού τα έδωσαν όλα. για την αποτί­ναξη της ασήκωτης σκλαβιάς.

Κσλοκοτρωναίοι ή Μποτσαραίοι, Μακρυγιάννης ή Καραϊσκάκης, Μιαούλης ή Κανάρης, Τζαβέλαινα ή Μπουμπουλίνα, Ιεράρχες ή καλόγεροι στα μοναστή­ρια άλλο όνειρο δεν είχαν πάρεξ την έλευθερία!

Ό δικός τους υπέρλογος ηρωισμός έπεισε τούς Ευρωπαίους να πιστέψουν ότι οι άρματωλοί κι οι κλέφτες και οι υπέροχοι οπλαρχηγοί ήταν απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, πού θαύμαζαν για τον πολι­τισμό τους. Ίσως ή εκτίμηση τους μεγάλωνε μέσα στο όλο κλίμα πού επικρατούσε τότε στην Ευρώπη για την προστασία των καταδυναστευομένων λαών.

Ή πραγματικότητα είναι πώς ό ξεσηκωμός της μικρής Ελλάδος ενάντια στο βάρβαρο Τούρκο κατα­κτητή συγκίνησε βαθειά πολλούς ευγενείς ανθρώ­πους πολιτισμένων κρατών.

Στην περίοδο πριν και κατά την Ελληνική Επα­νάσταση του 1821 αναπτύχθηκε ένα κύμα Φιλελλη­νισμού. Μια ιδιαίτερη αγάπη για κάθε τι το Ελληνικό. Μια εύνοια υπέρ των ελληνικών υποθέ­σεων, φιλικά αισθήματα με έκδηλη συμπαράσταση ηθική και υλική. Μια προσφορά και εντυπωσιακή αυτοθυσία!

Φιλέλληνες, ξένοι υπήκοοι έδωσαν περιουσίες, συμμετείχαν στις πολεμικές επιχειρήσεις, δημιουρ­γούσαν έργα τέχνης και πρόβαλλαν τον ελληνικό αγώνα στο εξωτερικό. Ή ονοματολογία κάποιων γνωστών θα ήταν τόσο άδικη, τόσο ελλιπής. Ενδει­κτικά μόνον σημειώνουμε ελάχιστα ονόματα: —Ό Άγγλος ποιητής Λόρδος Βύρωνας —Ό Τζόρτζ Κάνιγκ, υπουργός Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας

—Ό Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, περιηγητής, συγγραφέας

—Ό Βίκτωρ Ουγκώ, με τα εμπνευσμένα από την επανάσταση ποιήματα του

—Ό Κάρολος Νόρμαν, Γερμανός στρατιωτικός, που το 1822 τέθηκε επικεφαλής του Ελληνικοί* στρατού και πέθανε στο Μεσολόγγι.

—Ό μεγάλος Φιλέλληνας Φράνκ Άμπνεϋ Άστιγξ, πού με δικά του έξοδα κατασκευάστηκε το πρώτο ατμοκίνητο πολεμικό σκάφος, «Καρτερία», κι έδρασε με ηρωισμό στο Αιγαίο, στο Μεσολόγγι, στο Φάληρο, στον Ωρωπό.

Κι αν δεν αναφερθούμε σε τόσο άλλο πλήθος Φι­λελλήνων, κι αν λησμονήσουμε τον Ιταλό Σανταρόζα η τον Γάλλο Τραπεζίτη Ευνάρδο, δεν μπορεί να μη συγκινηθούμε όταν φτάσουμε προσκυνητές στον κήπο τον Μεσολογγίου με τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» Έλληνες και Φιλέλληνες και σ' ένα μικρό μνημείο, δίπλα από τον Ελβετό τυπογράφο Ιάκωβο Μάγερ, θα διακρίνουμε σκεπασμένα με πέτρα από το «Άλωνάκι» τα υπολείμματα τον Τυπογραφείου, πού εκδίδονταν τα «Ελληνικά Χρονικά».

Στη μάχη τον Πέτα, το 1822, τάγμα ολό­κληρο Φιλελλήνων μαζί με τους Έλληνες, αγωνίστηκαν με άφθαστο ηρωισμό, αλλά έπεσαν για την ελευθερία μας. Σώθηκε μια μικρή ομάδα μόνον με' τον τραυματισμένο Νόρμαν και έφερε την είδηση Στον Μαυρο­κορδάτο, πού αντιστέκονταν σε άλλο πόστο: «Το πάν απωλέσαμεν, πλην της τιμης»1

«Ή Ελλάς ευγνωμονούσα γράφει εις την πλάκα της Αθανασίας τα ονόματα των οιωνισθέντων Φιλελ­λήνων υπέρ της Ελευθερίας της».

Να 'ταν μία, να 'ταν δύο παρόμοιες πλάκες ζωγραφισμένες με λαϊκή τεχνοτροπία της εποχής της "Ελληνικής Επαναστάσεως.

Να 'ταν ένας, να 'ταν δύο οι τόποι πού έχουν στήσει μια μεγαλόπρεπη ή απέριττη στήλη στη μνήμη των Φιλελλήνων, πού αγάπησαν αυτό τον τόπο κι άφησαν τις πα­τρίδες τους κι ήρθαν ν’ αγωνιστούν για την ελευθερία της δικής μας γης!

«'Ενθάδε κείνται οι ηρωϊκώς πεσόντες Φι­λέλληνες, Γάλλοι, Γερμανοί, Ιταλοί, Δανοί, Αμερικανοί, Πολωνοί, Ελβετοί, Ολλανδοί».

Ό Φιλελληνισμός, βέβαια, ως ιδεολογικό κίνημα δεν έχει ημερομηνία λήξεως, έστω κι αν παρουσιάζει διακυμάνσεις πού οφείλονται σε πολιτικές συγκυρίες και απογοήτευση ίσως πολλών Φιλελλήνων, από τούς σύγ­χρονους Έλληνες.

Υπάρχουν όμως και σήμερα μεγάλοι Ελληνιστές, πού αγαπούν και προβάλλουν τον "Ελληνικό πολιτισμό και τα "Ελληνικά γράμματα σε όλο τον κόσμο.

Χρέος μας είναι ή ευγνωμοσύνη για τα’ ακριβό αγαθό της ελευθερίας να μην αναφέ­ρεται μόνον στους δικούς μας ήρωες προγό­νους, αλλά και στους ευγενείς Φιλέλληνες πού «απώλεσαν το πάν, πλην της τιμής».(Από την «ΔΡΑΣΗ»)


ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ