Ο Ρ Θ Ο Δ Ο Ξ Α    Μ Η Ν Υ Μ Α Τ Α




f

                                                                              ΙΣΤΟΡΙΚΑ   ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ   ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ    ΚΥΠΡΟΣ     ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ   free counter


Η ΧΑΡΑ Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ

   Ανάληψη. Ή μεγάλη και λαμπρή δεσποτική εορτή τού Κυρίου μας. Την πανηγυρίζουμε με ύμνους την τεσ­σαρακοστή ήμερα μετά την Ανάσταση. Την περιμένουμε με λαχτάρα κάθε χρό­νο. Για να πορευθοΰμε με τούς άγιους μαθητές στο Όρος των Ελαιών. Γιατί από εκεί ό Κύριος, αφού άπηύθυνε στους μα­θητές Του τις τελευταίες Του υποθήκες, «άνελήφθη έν δόξη». Υψώθηκε και χάθη­κε από τούς χοϊκούς οφθαλμούς τους. Θα περίμενε κανείς να ζωγραφισθεΐ στα πρό­σωπα των ορφανεμένων μαθητών θλίψη και οδύνη. Συνέβη όμως το ακριβώς αντίθετο. Ό ιερός ευαγγελιστής Λουκάς όμως μάς διασώζει είδηση θαυμαστή, ότι οι μα­θητές «ύπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης» (Λουκ. κδ' [24] 52). Πού οφείλεται αυτή ή μεγάλη χαρά;

   Πρώτα χαροποίησε τούς μαθητές ή δόξα τού θείου Διδασκάλου τους. Καθώς Τον έβλεπαν με τέτοια μεγαλοπρέπεια μέσα σε σύννεφο τυλιγμένο, και με συνο­δεία λαμπρών Αγγέλων να ανέρχεται στα άνω βασίλεια δοξασμένος, πίστεψαν ακράδαντα στη θεϊκή Του παντοδυναμία. Ό Ιησούς Χριστός, ό Διδάσκαλός τους, είναι Θεός, κυρίαρχος των πάντων. 'Επο­μένως οι μαθητές χαίρονται για τον έν­δοξο θριαμβευτή και νικητή Διδάσκαλο και Θεό τους. Τώρα δεν θα υποχωρούν ούτε θα δειλιάζουν μπροστά σε εχθρούς βασιλείς και ηγεμόνες, ούτε θα φοβούνται τούς πονηρούς δαίμονες. Και τον θάνατο τον φοβερό θα περιγελούν, γιατί ό ένδο­ξος Χριστός τα νίκησε όλα. Και θα είναι μαζί τους. Και θα τούς ενισχύει. Και τις δικές Του νίκες θα τις χαρίζει σ’ αυτούς και σε όλους τούς δικούς Του ακολούθους. Και θα τούς δοξάζει ό Κύριος όχι μόνο στη γή αυτή αλλά και στον ουρανό. Γιατί ό αναληφθείς Κύριος «συνεζωοποίησε... συνήγειρε και συνεκάθισε» ατό θρόνο του ουρανίου Του Πατρός την ανθρώπινη φύση (Εφ. β' 5-6). Και εκεί στον Παράδεισο κάθε πιστός πού θα θε­λήσει να ζήσει τον θεάρεστο βίο, θα απαστράπτει με δόξα αθάνατη και κάλλος εκτυφλωτικό.

   Υπάρχει όμως και δεύτερος λόγος για τον όποιο οι μαθητές δοκιμάζουν χαρά μεγάλη. Είναι ή ευλογία του αναληφθέντος Κυρίου. «Και έγένετο», μάς λέει ό άγιος ευαγγελιστής Λουκάς, «έν τω εύλογεΐν αύτόν αυτούς διέστη άπ’ αύτών και άνεφέρετο εις τον ούρανόν» (Λουκ. κδ' [24] 51). Άνοιξε ό Κύριος τα άχραντα χέρια Του πού είχαν αποτυπωμένα τα σημάδια της θυσίας Του. Και δεν ευλόγησε απλώς μια στιγμή τούς μαθητές Του, αλλά, καθώς ανέβαινε, συνεχώς τούς ευλογούσε. Και με τη στάση αυτή της διαρκούς και παρατεταμένης ευλογίας ανέ­βαινε, έως ότου έσβησε και χάθηκε από τα μάτια τους. Και αυτοί απέμειναν να κοιτάζουν έκθαμβοι τη μεγαλειώδη εικόνα της τελευταίας πράξεως τού αγαπημένου Διδασκάλου τους. Τί αίσθηση πλούσιας αγάπης! Απολαμβάνουν οι μαθητές εκείνη την ώρα του αποχωρισμού μοναδική αγάπη. Γνωρίζουν πολύ καλά πόσο Τον είχαν πικράνει. Πόσες φορές είχαν επιδείξει φιλοπρωτίες, είχαν φανερώσει φι­λοδοξίες, είχαν εκδηλώσει ολιγοπιστίες, είχαν αθετήσει υποσχέσεις. Και όμως ό Κύριος τούς αποχαιρετά με αγάπη!

   Είναι σαν να τούς έλεγε: «Είμαι μαζί σας, δικός σας. Θα ευλογώ όλα σας τα βήματα. Και τα δικά σας και όλων όσοι θα πιστέψουν στο κήρυγμά σας και θα θελήσουν να με ακολουθήσουν. Όλοι χωράτε στη θεϊκή μου αγκάλη. Με την παντοδύναμη ευλογία μου θα απαλύνονται οι πόνοι σας και θα στηρίζεσθε στους πειρασμούς. Έδώ στα άνοικτά μου χέρια βρίσκεται ή άκρα αγαθότητα και ή άπειρη αγάπη μου. Ή χωρίς όρια αγάπη. Προχωρείτε λοιπόν με θάρρος. Θα σάς ευλογώ πάντα και όπου θα βρίσκεσθε, "έως έσχάτου της γής”» (βλ. Πράξ. α' 8).

   Δύο μεγάλες χαρές απήλαυσαν οι μα­θητές του Κυρίου στο Όρος των Ελαιών την ημέρα της θείας Του Αναλήψεως: την υπερκόσμια δόξα Του και τη θεία ευλογία Του.

   Απέμενε όμως και μία ακόμη μεγαλύτε­ρη χαρά πού κατά την υπόσχεση Του ό αναληφθείς Κύριος θα χάριζε στους μα­θητές Του λίγες ημέρες μετά την Ανάληψή Του. Ποιά χαρά; Ότι δεν θα τούς άφηνε μόνους. Την πνευματική τους μοναξιά θα την άνεπλήρωνε με την παρουσία του «άλλου Παρακλήτου», δηλαδή με το Πανάγιο Πνεύμα, το Όποιο θα τούς απέστελλε από τον ουρανό για να τούς οδη­γεί «εις πάσαν την άλήθειαν» (Ιω. ιδ' [14] 16, ις' [16] 13). Αυτό το Άγιο Πνεύμα θα τούς υπενθύμιζε με κρυστάλλινη διαύγεια όλες τις θεϊκές διδασκαλίες πού είχαν ακούσει από τον Ίδιο, ώστε να μπορούν να τις κηρύττουν ανόθευτα και να τις καταγράφουν αυθεντικά. Αυτό το Άγιο Πνεύμα θα τούς ενθουσίαζε στους ιερα­ποστολικούς αγώνες τους και θα ενεργούσε τις θαυμαστές αλλοιώσεις στις ψυχές των ακροατών τους και τα θαύμα­τα της σωτηρίας των ανθρώπων διά των ιερών Μυστηρίων μέσα στην Κιβωτό της Αγίας Του ’Εκκλησίας! Όλα αυτά πρα­γματοποιήθηκαν την ημέρα της Πεντη­κοστής. Και συνεχίσθηκαν και συνεχίζον­ται μέσα στην ιστορία της ’Εκκλησίας. Πώς να μη χαίρονται λοιπόν με χαρά με­γάλη οι μαθητές του Κυρίου;

   Ας χαρούμε κι εμείς μαζί τους. Γιατί μέ­σα στην Αγία μας ’Ορθόδοξη ’Εκκλησία γευόμαστε και εμείς τις ίδιες χαρές, τα πανάκριβα δώρα του αναληφθέντος Κυ­ρίου: την παντοδύναμη προστασία Του, την πλούσια ευλογία Του, την χάρη του Αγίου Πνεύματος και τέλος τον δοξασμό μας μαζί Του στον Παράδεισο! (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

   

      ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! Είναι ό χαρμόσυνος χαιρετισμός, ό όποιος από το μεσονύκτιον τής Κυριακής του Πάσχα ακούεται από τα στόματα των πιστών χριστιανών. Είναι το άγγελμα το κατ’ εξοχήν χαροποιόν, επί τω άκούσματι του όποιου σκιρτούν αι χριστιανικαί καρδίαι, καί οι χριστιανοί αφυπνίζονται, ως οι κά­λυκες των άνθέων υπό τήν αύραν καί τάς πνοάς τής άνοίξεως, εις τήν νέαν ζωήν, τήν όποιαν ένεκαινίασεν έπί τής γής ή άνάστασις του Σωτήρος Χριστού.

    ’Αληθώς! Ή άνάστασις τού Κυρίου αποτελεί γεγονός παγκο­σμίου σημασίας και ενδιαφέροντος. Δεν ομοιάζει καθόλου με τα ιστορικά εκείνα γεγονότα, των όποιων ή έπίδρασις, όσονδήποτε μεγάλη και αν ήτο, ύπήρξε πάντως περιωρισμένης χρονικής διάρ­κειας, έξατμισθείσα εν τη παρόδω των αιώνων* είναι γεγονός, το όποιον δεν παλαιοΰται, αλλά μένον διαρκώς νέον θα εξακολουθεί να διδάσκει, να φρονηματίζει, να εμπνέει και να παρηγορεί μυριάδας καρδιών. Και πώς όχι;

    ’Εν τη άναστάσει τού Κυρίου ό πιστός χριστιανός έχει εν πρώτοις την άσφαλεστάτην πιστοποίησιν, ότι το αίμα τού Κυρίου δεν έχύθη επί ματαίω, άλλ’ ή εξιλαστήριος θυσία αυτού, πού προσεφέρθη επί του Γολγοθά, έγένετο δεκτή από τον ουράνιον Πατέρα. Την σημασίαν αυτήν της αναστάσεως του Κυρίου εν σχέσει προς το άπολυτρωτικόν έργον του τονίζει ίσχυρώς ό άπόστολος Παύλος διά μιας σκοπίμου εις άτοπον άπαγωγής, λέγων* «Εί  Χρίστος ούκ έγήγερται, ματαία ή πίστις υμών έτι έστέ εν ταΐς άμαρτίαις υμών» (Α' Κορ. 15, 17). Εάν, δηλαδή, ό Κύριος δεν έχει αναστηθεί συντριβών τα δεσμά της αμαρτίας, εκ των όποιων το ίσχυρότερον είναι ό θάνατος, ευρισκόμεθα υπό το κράτος, την έξουσίαν και την ένοχήν της άμαρτίας, ή όποία εισήγαγε τον θάνατον εις τον κόσμον.

    ’Αλλά εν τη άναστάσει του Κυρίου ό χριστιανός βλέπει ακόμη την νίκην και τον θρίαμβον της άρετής κατά της κακίας εν γένει. Εν τω Γολγοθά έφάνη προς στιγμήν, ότι ή δύναμις της κακίας έπεκράτησεν, αφού ήδυνήθη να καταστήσει περίγελων και έξουδένωμα λαού ολοκλήρου τον Ίησοΰν, τον έκπρόσωπον της πλέον υπέροχου, άσυγκρίτου και άκιβδήλου Αρετής. Άλλ’ ή χαρά των εχθρών υπήρξε προσωρινή· εκ του βάθους του έσφραγισμένου τάφου έξεπήδησε μεγαλοπρεπής και Αήττητος και «ωραίος κάλλει» ό Ήρως της άρετής, συντριβών ως «σκεύη κεραμέως» όλας τάς καταχθονίους δυνάμεις του άρχοντος του σκότους. Δεν βλέπετε; Προ της λάμψεως της αναστάσεως του Κυρίου παραλύουν οι φυλάσσοντες στρατιώται και πί­πτουν χαμαί, από δε των παραλύτων χειρών των έκφεύγουν τα όπλα...

    Χριστιανέ! Σύ, πού μοχθείς διά την κοινωνικήν πρόοδον και δέχεσαι παρ’ άγνώμονος κοινωνίας «εμπτυσμούς και μάστιγας», μη απελπίζεσαι. Θ’ ανατείλει και διά σε ή άνάστασις. Θα διασκορπισθούν εκ του όρίζοντος του βίου σου τα μελανά νέφη, διά των οποίων ή συκοφαντία και ή μοχθηρία του κόσμου ζητεί ν’ αμαυρώσει τον χαρακτήρα σου και να σε ενταφιάσει ζώντα εν τω τάφω της ατιμίας και της ανυποληψίας των πολλών. Και σεις, χριστιανοί, οίτινες πολεμείτε τον σκληρόν κατά της αμαρτίας αγώνα, μη αποκάμετε πολεμοΰντες· εκείνοι πού σας πολεμούν εν τω σταδίω της άρετής, παρά τάς φαινομενικάς των νίκας και έπιτυχίας, θ’ άναγκασθοΰν εν τέλει να τραπούν πανικόβλητοι εις φυγήν, και θα σας αφήσουν κυριάρχους επί του αίματοβρέκτου πεδίου της αρετής και της πίστεως, διά να ψάλλετε εν άλαλαγμώ το έπινίκιον· «Άναστήτω ό Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού... Ως εκλείπει κα­πνός, εκλιπέτωσαν ως τήκεται κηρός από προσώπου πυράς, ούτως άπολοΰνται οι αμαρ­τωλοί..., και οι δίκαιοι εύφρανθήτωσαν... Αύτη η ήμερα, ήν εποίησεν ό Κύριος, άγαλλιασώμεθα και εύφρανθώμεν εν αυτή» (Ψαλμ. 67, 1-4· 117, 24).

    Τέλος εν τη άναστάσει του Κυρίου έχομεν οι πιστοί το έχέγγυον και τοναρραβώνα της των πάντων Αναστάσεως. Ή άνάστασις του Κυρίου είναι ό προάγγελος της κοινής Αναστάσεως. ’Ώ, ναι· πόσην παρηγοριάν σκορπίζει εις τας πονεμένας καρδίας μας το φώς της Αναστάσεως του Κυρίου!

    ’Αγαπητοί μου! 'Όσοι κλαίετε Απαρηγόρητοι επάνω εις τα νεοσκαμμένα μνήματα των προσφιλών σας υπάρξεων, σφογγίσατε τα δάκρυά σας. Ό προσφιλής σας δεν έχάθη εις το κενόν, ούτε ό τάφος είναι ή μόνιμος κατοικία του. Ως ό Κύριος άνέστη, ούτω διά της δυνάμεως αυτού θ’ αναστηθούν όλοι οι νεκροί. «Νυνί Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο» (Α' Κορ. 15, 20). ’Αλλά και ημείς οι ζώντες, εμπνεόμενοι Από το ανέσπερον φώς της αναστάσεως του Κυρίου, ας προσβλέπωμεν μετά χριστιανικής πίστεως και έλπίδος εις το τέρμα της έπιγείου ζωής μας, και μαζί με τον Απόστολον Παΰλον, τον θεόπνευστον υμνητήν της Αναστάσεως του Κυρίου, ας ανακράξωμεν εύλαβώς* «Πού σου, θάνατε, το κέντρον; που σου, αδη, το νΐκος;... Τω θεώ χάρις τω διδόντι ήμιν το νΐκος διά του Κυρίου ήμών Ιησού Χριστού» (Α' Κορ. 15, 55-57). (Από τον "ΣΤΑΥΡΟ")       

Οι άν­θρωποι λησμόνησαν τον Θεό

Quo vadis? (κβό βάντις;). Που πη­γαίνεις, καημένη 'Ελλάδα; Απο­ρία; Αγωνία; Προβληματισμός;

     Όλα αυτά μαζί κι ακόμη περισσότερα μπροστά στη συνεχιζόμενη τραγωδία του τόπου, μπροστά στα προβλήματα - στο πρόβλημα - της πατρίδας μας.Προσεγγίζοντας το πρόβλημα με βά­ση τα κριτήρια τού Ευαγγελίου, της ’Ορ­θοδόξου Παραδόσεώς μας, πρωτίστως θα διαπιστώσουμε ότι ή σημερινή κρίση της Ελλάδας είναι πρωτοφανής! Διότι πρώτη φορά στην ιστορία της ή 'Ελλάδα πλήττεται σε όλα της τα επίπεδα. Πλήττεται, όπως το διετύπωσε ό μεγάλος μας συνθέτης Σταμάτης Σπανουδάκης, στην ψυχή της!          

Και γιατί πλήττεται; Τί φταίει; Ποιά εί­ναι ή ουσιαστική αιτία του προβλήματος;

     Δεκαετίες πριν, περιγράφοντας τη φο­βερή κατάσταση στην οποία είχε περι­έλθει ή δική του πατρίδα, ή Ρωσία, ό με­γάλος νομπελίστας συγγραφέας και ασυμβίβαστος αγωνιστής Αλέξανδρος Σολζενίτσιν έκανε την ακριβέστατη διά­γνωση του προβλήματος της, διάγνω­ση πού ισχύει απολύτως και για την Ελλάδα. Ο λόγος του είναι ευθύς, σα­φέστατος, κρυστάλλινος. ’Άς τον προσέ­ξουμε:

     «’Επάνω από μισό αιώνα, ενώ ήμουν παιδάκι ακόμη, άκουγα από διάφορους ηλικιωμένους ανθρώπους τα έξης λόγια, με τα όποια εξηγούσαν τις μεγάλες τα­ραχές και συμφορές στη Ρωσία: “Οι άν­θρωποι λησμόνησαν τον Θεό από εκεί έρχονται όλα τα κακά”. Από τότε κόπι­ασα επάνω στην ιστορία της επαναστάσεως κάτι περισσότερο από μισό αιώνα- διάβασα σχετικώς εκατοντάδες βιβλία- συγκέντρωσα εκατοντάδες μαρτυρίες και έγραψα και ό ίδιος προς έκκαθάρισιν αυτής της καταστροφής οκτώ τόμους. Εν τούτοις σήμερα, αν κάποιος με παρακαλέσει να κατονομάσω όσο γίνεται συντομότερα τη βασική αιτία αυτής της εξολοθρευτικής επαναστάσεως πού κα­ταβρόχθισε περίπου 60 εκατομμύρια ανθρώπους, δεν θα μπορούσα να εκφραστώ ακριβέστερα από το να επαναλάβω: “Οι άνθρωποι λησμόνησαν τον Θεό- από εκεί έρχονται όλα τα κακά".Αλλά και πέρ' από αυτό... αν θα απαι­τούσε κάποιος από μένα να τού δώσω ένα γενικότερο χαρακτηρισμό τού 20ού αιώνος, δεν θα εύρισκα τίποτε ακριβέστερο και περιεκτικότερο από τα λόγια: Οι άνθρωποι λησμόνησαν τον Θεό».

     Ποιός μπορεί να αμφιβάλλει ότι αυτή ή διάγνωση τού Σολζενίτσιν είναι πέ­ρα ως πέρα σωστή; Αυτό ακριβώς δεν έχει συμβεί και στην 'Ελλάδα; Οι Έλλη­νες εγκαταλείψαμε τον Θεό. Αυτή είναι ή όντως αιτία των δεινών μας, εκεί βρίσκε­ται το πραγματικό πρόβλημά μας.

     Τον εγκαταλείψαμε! Εκτροχιαστήκαμε, έχουμε χάσει τον πνευματικό προσανα­τολισμό μας. «’Επικατάρατος ό άνθρω­πος, ός την έλπίδα έχει έπ’ άνθρωπον» (Ίερ. ιζ’ [17] 1). Αυτή είναι ή κατάρα μας. Πήραμε την ελπίδα μας από τον Θεό και την αποθέσαμε στην Ευρώπη. Επί δε­καετίες τώρα το υπέρτατο όραμα τού τό­που, όπως διαρκώς το διαφήμιζαν οι νά­νοι και άπιστοι πολιτικοί μας, ήταν ή Ε­νωμένη Ευρώπη: «Άνήκομεν εις την δύσιν»... στην Ευρώπη. Και ή Ευρώπη τώρα μάς δείχνει εμπράκτως τί σημαίνει να εγκαταλείπεις τον Θεό και να εμπιστεύεσαι τούς ανθρώπους.

     Αυτή ή Ευρώπη άλλαξε τούς νόμους μας, τα ήθη μας, τις ιερές μας Παραδό­σεις. Από τότε πού ό τότε ηγέτης της χώ­ρας μάς ενέταξε στην Ευρωπαϊκή Έ­νωση, άρχισε και συνεχίζεται σαρωτική αλλαγή των νόμων της πατρίδας μας: αυτόματο διαζύγιο, συναινετικό διαζύ­γιο, πολιτικός γάμος, αποποινικοποίηση μοιχείας. Επιβλήθηκε νομιμοποίηση των εκτρώσεων, ένα έγκλημα πού βύθισε την Ελλάδα στο αίμα, κι αυτό το αδικοχαμένο αίμα άρχισε τώρα να παίρνει την εκδίκηση του. Κι ακόμη καθιερώθηκε «σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης»... και τελευταία «σύμφωνο συμβίωσης» για ο­μόφυλα ζευγάρια, πλήρης δηλαδή κα­ταστροφή τού γάμου και της οικογένειας, ανατροπή των νόμων της φύσεως, χυ­δαία έκτροπή, σοδομοποίηση της κοινω­νικής ζωής.

     Παράλληλα ό λαός μας παρασύρθηκε σε άθλιο τρόπο ζωής: κοσμικότητα, μα­νία εύκολου πλουτισμού, ανηθικότητα φρικιαστική. Ήθη και παραδόσεις χιλιε­τιών μέσα σε μια - δύο γενιές τείνουν να εξαφανιστούν. Ή τρυφηλή ζωή μετέτρε­ψε τη συζυγική ζωή σε σχέση σαρκικής μόνο απολαύσεως, με αποτέλεσμα ή Ελλάδα να βρίσκεται στη χειρότερη κα­τάσταση της ιστορίας της από πλευράς αριθμοί γεννήσεων.

     «Οι άνθρωποι λησμόνησαν τον Θεό- από εκεί έρχονται όλα τα κακά». Ό λόγος τού Σολζενίτσιν δεν είναι μόνο εξαιρετικά επίκαιρος, είναι ταυτόχρονα και λυτρω­τικός. Λυτρωτικός, διότι υποδεικνύει και τη μόνη λύση στο σημερινό αδιέξοδο:Την επιστροφή σε Κείνον πού λησμο­νήσαμε και εγκαταλείψαμε.Για να βρούμε στο Πρόσωπο τού Κυ­ρίου μας τη χαμένη χαρά της ζωής μας. (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")


Η Ευρώπη «τρώει» τους λαούς της

Ο μύθος τού γέρο-Αισώπου λέει πώς «λέων γηράσας», ένα λιοντάρι πού γέρασε και δεν μπορούσε με τη δύναμή του να βρίσκει την τροφή του, σκέφτηκε «δι έπινοίας τούτο πράξαι», να το πετύχει αυτό με κάποιο τέχνασμα. Έτσι μπήκε σε μια σπηλιά, ξάπλωσε και «προσεποιεΐτο νοσεΐν», παρίστανε ότι είναι άρρωστο. Με τον τρόπο αυτό συνελάμβανε και έτρωγε τα ζώα πού πήγαιναν να το επισκεφτούν. Αφού λοιπόν φαγώθηκαν πολλά ζώα, ή αλεπού, καταλαβαίνοντας το τέχνα­σμά του, πήγε και αυτή. Στάθηκε όμως μακριά από τη σπηλιά, και ρώτησε το λιοντάρι πώς τα πάει με την υγεία του. «Κακώς»! Πολύ άσχημα, είπε το λιον­τάρι, και τη ρώτησε για ποιόν λόγο δεν μπαίνει μέσα. «Άλλ έγωγε είσήλθον αν, εί μή έώρων πολλών είσιόντων ’ίχνη, έξιόντος δέ ούδενός»· θα έμπαινα βέβαια, τού απάντησε ή αλεπού, αν δεν έβλεπα πολλές πατημασιές εισερχόμενων ζώων, κανενός όμως έξερχόμενου.

«Γέρασε» στους καιρούς μας και ή Ευρώπη. Γέρασε. Και αφού επί αιώνες «κατασπάραξε» λαούς και έθνη με την αποικιοκρατική μανία της, τώρα στα γηρατειά της κλείστηκε ανήμπορη στην εύρωζωνική σπηλιά της και «καταβρο­χθίζει τις σάρκες» των αδύναμων λαών της, πού ανυποψίαστοι σπεύδουν να μπουν σ’ αυτήν.

Κι αφού επιπόλαια μπαίνουν, διαπι­στώνουν πώς πια δεν υπάρχει «έξοδος», δεν υπάρχει τρόπος να βγουν ζωντανοί από τη σπηλιά τού αδηφάγου τέρατος. ’Αν επιχειρήσουν έξοδο, ξέρουν πώς δεν θα κατορθώσουν να περισώσουν παρά μόνο τα «τσακισμένα κόκκαλά» τους και τα «κουρελιασμένα ρούχα» τους.

’Έτσι μένουν μέσα, και το αχόρταγο γέρικο «λιοντάρι» τούς «αλέθει». Αλέθει την ψυχή τους, καταβροχθίζει την έλευθερία τους, λιανίζει το Σύνταγμά τους, κατασπαράζει τις παραδόσεις τους, τα ήθη, τον πολιτισμό, τέλος και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές τους. Οι ηγεσίες τους δεν έχουν καμιά δύναμη μέσα στη θανατερή σπηλιά. Είναι απλά ασπόνδυλα ανδρείκελα, υποχρεωμένα να εκτελούν τις εντολές αόρατου Διευθυντηρίου.

Κάπου αιδώ τελειώνει ή όποια αναλογία τού Αισώπειου μύθου με τη σημερινή κατάσταση της Ευρώπης και τις δραμα­τικές επιπτώσεις της στη ζωή μας.

Όμως αυτό δεν είναι και το τέλος της ιστορίας. Αυτή ή ιστορία δεν τελειώνει με κατασπαραγμένα κόκκαλα. Μόνο ένα πολύ μυωπικό ανθρώπινο βλέμμα θα εστιάσει και θα περιοριστεί στον όγκο των υπολειμμάτων πού συσσωρεύει ή μανία τού γερασμένου λιονταριού.

Αν όμως μπορέσουμε να ανεβούμε λίγο ψηλότερα, αν μπορέσουμε να συν­τονίσουμε, έστω στιγμιαία, το βλέμμα μας με την όραση και την προοπτική τού ουρανού, τότε πίσω από τον άμορ­φο σωρό των εύρωζωνικών ερειπίων θα δούμε να ξεπροβάλλει ό ολόλαμπρος κόσμος τον όποιο κτίζει ό Θεός με τα «κατεστραμμένα υλικά» της δαιμονοκρατούμενης τούτης εποχής.

Θα δούμε τα αθέατα. Θα δούμε το με­γαλειώδες τέλος. Το σωτηριώδες τού κό­σμου σχέδιο πού εργάζεται μυστικά και αθόρυβα «ή πολυποίκιλος σοφία τού Θεού» (Έφεσ. γ' 10). Κάθε δοκιμασία πού επιτρέπει ό Θεός είτε στην προσω­πική και οικογενειακή μας ζωή είτε στη ζωή των εθνών και των λαών τους, την επιτρέπει πάντα για το καλό, για να συν­εργήσει στη σωτηρία όσο το δυνατόν περισσότερων. Και την τωρινή ακαταστασία της Ευρώπης εκεί την οδηγεί. Εμείς βλέπουμε μόνο το κάτω μέρος τού υφαντού πού υφαίνει ό Θεός στον μεγά­λο αργαλειό τού κόσμου- βλέπουμε τα κρόσσια πού κρέμονται, την ακαταστασία, το χάος. Το ύπέροχο όμως σχέδιο γίνεται στο επάνω μέρος τού υφαντού, αθέατο από τα δικά μας μάτια. Αθέατο, ναι. Υπαρκτό όμως! Αυτή ή βεβαιότητα είναι το πολικό αστέρι, ή πυξίδα πού κα­τευθύνει σωστά τη ζωή των πιστών. Το αντίθετο θα ήταν παραφροσύνη.

Κι έτσι πια κατανοούμε για ποιόν λόγο έδωσε ό Θεός τούτο τον καιρό την άδεια στο διάβολο να σκάψει με γιγαντιαίο αλέ­τρι την κατάξερη ευρωπαϊκή γη. Για να μπορέσει ’Εκείνος, ό ουράνιος Γεωργός, να σπείρει απλόχερα στο φρεσκοσκαμμένο έδαφος της γηραιός ηπείρου τον σπόρο τού Ευαγγελίου, και να αναστήσει την αιδώ και χίλια τόσα χρόνια τώρα νεκρωμένη της πίστη.

Να σηκωθούμε λοιπόν λίγο ψηλότερα όλοι. Την Ιστορία δεν την καθορίζει ή κα­ταστροφική μανία των δαιμόνων και των οργάνων τους στον κόσμο τούτο. Την κα­τευθύνει μόνο Αυτός πού είναι ό Κύριος της Ιστορίας και ό μόνος Κυβερνήτης τού κόσμου. Γι αυτό και δεν χρειάζεται άλλο κλάμα πάνω στα ερείπια τού κόσμου πού χάνεται. Άς χύνουμε τώρα δάκρυα μετάνοιας στο οργωμένο χώμα, για να βλαστήσει σύντομα ό σπόρος της νέας ζωής.

Πίσω από τα κατάμαυρα σύννεφα της παρανοϊκής αποστασίας της Ευρώπης ας βλέπουμε τον ήλιο της ’Ορθοδοξίας να ανατέλλει. Και μέσα από τον τάφο στον όποιο συσσωρεύονται τα κατασπαρα­γμένα από το γέρικο ευρωπαϊκό λιοντά­ρι κόκκαλα των λαών, να προσμένουμε την ανάσταση. Τη δόξα τού Σταυρού και τον θρίαμβο της ’Ορθοδοξίας σε όλο τον κόσμο. (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")



    «Ύβρις» είναι το να ξεπεράσει ό άν­θρωπος τα όριά του και να αυθαδιάσει ενώπιον του Θεού. Να υψώσει το άνάστημά του και να παραβιάσει όχι ανθρώπινους νόμους αλλά τούς θεϊ­κούς νόμους. Τότε ή θεϊκή δικαιοσύνη τον παραδίδει στην «Άτην», τη θόλωση του νου, τη σύγχυση της σκέψεως, ώσ­τε να πράξει ακόμη χειρότερα και έτσι να επισύρει εις βάρος του την «Νέμε- σιν», τη θεϊκή τιμωρία πού θα επιφέρει τελικά την «Τίσιν», την καταστροφή.

    Αυτό αποφάσισε να κάνει ή παρού­σα κυβέρνηση. Επέλεξε να προσχω­ρήσει στο χώρο της «ύβρεως». Αυτό πού δεν τόλμησαν ή δεν πρόφθασαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, οι όποι­ες κατερείπωσαν με τούς νόμους τους τον ιερό θεσμό της οικογένειας, σπεύ­δει τώρα ή σημερινή κυβέρνηση να το νομοθετήσει: Στις 10 του μηνός Ιουνί­ου ό Υπουργός της Δικαιοσύνης κατέ­θεσε σχέδιο νόμου με το όποιο το πε­ριβόητο, καταλυτικό του γάμου, «σύμ­φωνο συμβίωσης» επεκτείνεται και θα ισχύει και για τα ομόφυλα ζευγάρια, για άνδρα με άνδρα και για γυναίκα με γυναίκα.

    «Ανατροπή όλων των άξιων», είχε κραυγάσει παλαιότερα ό Νίτσε. Ανα­τροπή! Νομιμοποιείται το αφύσικο, ή ανωμαλία, ή διαστροφή! Ύβρις!!

    Και ήδη άρχισε να εκδηλώνεται ή «Άτη», ή σύγχυση των φρενών. Τρεις μόλις μέρες μετά την κατάθεση τού νομο­σχεδίου, στην προκλητική «παρέλα­ση υπερηφάνειας» (Pride) των ΛΟΑΤ (Λεσβίες, Ομοφυλόφιλοι, Αμφιφυλόφι­λοι, Τρανσέξουαλ) στην Αθήνα, ή Πρό­εδρος της Βουλής κ. Ζωή Κωνσταντοπούλου όχι μόνο παραβρέθηκε, αλλά και μίλησε και έπήνεσε τη διαστροφική εκδήλωση, και, στο αποκορύφωμα της συγχύσεως, ζήτησε ώστε κατά το επό- μενο έτος ή βρω­μερή παρέλαση να περάσει και... μέσα από τη Βουλή!!

    Αν θελήσει κανείς να αναμετρήσει το μέγεθος της «ύβρε­ως», θα φρίξει. Ό προφήτης Ησαΐας (κδ' [24] 5-6) το είχε προφητεύσει αιώ­νες προ Χριστού: Κατάρα θα καταφάει τη γη και «πτωχοί έσονται οι ένοικούντες έν τη γή», διότι «παρήλθοσαν τον νόμον και ήλλαξαν τα προστάγματα, διαθήκην αιώνιον»· άλλαξαν αυτά πού ήταν ακατάλυτη αλήθεια, νόμος αιώνιος. Αυτά τώρα καταπατούνται και περιφρονούνται. Πα­ραπάνω από το νόμο τού Θεού και τούς ίδιους τούς νόμους της φύσεως, σεβαστούς επί τόσες χιλιετίες από όλα τα έθνη και όλους τούς λαούς, τοπο­θετούνται οι βαβελικές, θρασείες και υβριστικές αποφάσεις των μικρών ανθρώπων, των νάνων τούτης της άποστατημένης εποχής.

    Κάποια στιγμή και τούτοι οι κυβερ­νήτες μας, όπως και οι προηγούμενοι, θα σταθούν μπροστά στην Ιστορία. Το βλέμμα της θα τούς διαπεράσει εταστικό. Τότε το σήμερα υπερήφανο πρό­σωπό τους, το θρασύτατα υψωμένο κεφάλι τους, το γεμάτο αυθάδεια ύφος τους τί θα κάνει; Τί θα τραυλίσει ή ασύστολη γλώσσα τους;

    Το πρώτο βήμα της προκλητικής «ύ­βρεως» έγινε. Ό­μως ή φοβερά ορ­γανωμένη και έντε­χνα δικτυωμένη ο­μάδα των λεγά­μενων ΛΟΑΤ δεν θα σταματήσει στο «σύμφωνο συμβί­ωσης». Θα συνεχί­σει. Θα απαιτήσει και ενδεχομένως θα επιβάλει τη νομοθέ­τηση και πολιτικού γάμου για τα ομό­φυλα ζευγάρια, αργότερα δε θα επιχειρήσει επιβολή και τού θρησκευτικού.

    Το ξέρασμα της κολάσεως θα επεκταθεί. Το αδίστακτο συνδικάτο των υποδουλωμένων στο βδελυρό πάθος σαν μανιασμένη κόμπρα έχει καταλη­φθεί από λύσσα να εκτοξεύσει το θα­νατηφόρο δηλητήριό του σ’ όλη τη γη. «Θυμός αύτοΐς κατά την όμοίωσιν τού όφεως» (Ψαλμ. νζ' [57] 5). Πιέζουν, απειλούν, προκαλούν με τις «παρελά­σεις υπερηφάνειας» (pride), συκοφαν­τούν και διασύρουν καθέναν πού θα τολμήσει να ονομάσει το πάθος τους με το πραγματικό του όνομα- ως ανωμαλία και διαστροφή της φύσεως.

    Ήδη το βδελυρό πάθος σαρώνει απ’ άκρου σ’ άκρο τον πλανήτη. Στην Ευρώπη οι χώρες: Αγγλία, Γαλλία, Βέλ­γιο, Ισπανία, Πορτογαλία, ’Ολλανδία, Ιρλανδία, ’Ισλανδία, Νορβηγία, Σουη­δία, Φινλανδία, ’Εσθονία, Δανία και Λουξεμβούργο έχουν νομοθετήσει τον γάμο των ομοφυλοφίλων. Άλλες: 'Ελ­βετία, Γερμανία, Τσεχία, Ουγγαρία, Κροατία, Αυστρία, Σλοβενία, το «σύμ­φωνο συμβίωσης». Είναι και 16 πού δεν έχουν δεχτεί ούτε το ένα ούτε το άλλο: Ιταλία, Σερβία, Ρωσία, Ρουμα­νία, Βουλγαρία, Ουκρανία, Σλοβακία, Αλβανία, ΠΓΔΜ, Μολδαβία, Λευκο­ρωσία, Πολωνία, Λιθουανία, Λετονία, Αρμενία, Γεωργία. (Γιώργου Ν. Παπα- θανασόπουλου, «Ή άλωση της οικο­γένειας και στην Ελλάδα», Ίστολόγιο «Ακτίνες», 12’Ιουνίου 2015).

    Ή Ελλάδα με το νομοθέτημα αυτό γί­νεται, δυστυχώς, ή πρώτη ’Ορθόδοξη χώρα πού βυθίζεται στο βόθρο της σοδομοποιημένης Ευρώπης.Είναι φανερό ότι δεν έχουμε να κά­νουμε με ανθρώπινη απλώς επιχείρηση. Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε φαι­νόμενο υπερφυσικό, σε έκρηξη της κολάσεως! Ό ίδιος ό σατανάς έχει έξαπο- λύσει μανιώδη επίθεση εφ’ όλου τού μετώπου.

    Αυτό το πρωτοφανές φαινόμενο οι πιστοί της Ορθοδόξου ’Εκκλησίας είναι φανερό ότι δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε με ανθρώπινα όπλα. Πριν ό τόπος παραδοθεί στην «Άτην» και επέλθει ή «Νέμεσις» και ακολουθήσει ή «Τίσις», δηλαδή πριν ό έν Τριάδι Θεός μάς εγκαταλείψει και καταστραφούμε, πρέπει να συνέλθουμε.Απαιτείται πρωτίστους προσευχή. Προσευχή να φωτίσει ό Θεός τούς κυ­βερνήτες μας να σταματήσουν, να μην απλώσουν το πόδι τους στο χείλος τού γκρεμού. Μην παρασύρουν την ’Ελ­λάδα στο χάος της Σοδομιτικής κολάσεως.

    -Κύριε Υπουργέ της Δικαιοσύνης, βγάλτε τούς παραμορφωτικούς φακούς των Σοδομιτών από τα μάτια σας και ρίξτε μια ματιά στο διάτρητο νομοσχέ­διό σας. Αν κάτι άλλο δεν κατανοήσετε, τουλάχιστον δείτε τα άρθρα 9, 10 και 11. Μιλάτε εκεί για απόκτηση τέκνου. Απόκτηση τέκνου πώς, κύριε ’Υπουρ­γέ; Ασφαλώς δεν το αγνοείτε. Γνωρί­ζετε ότι οι ευνοούμενοι τού νομοθετή- ματός σας θα πληρώσουν με λίγα σά­πια ευρωδολάρια τα δυστυχισμένα πλάσματα τού Νεπάλ, για να «αποκτήσουν» τέκνα. Μπροστά σ’ αυτό το κραυγαλέο έγκλημα γιατί κλείνετε τα μάτια σας; Το περίφημο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τού όποι­ου την καταδικαστική της χώρας μας απόφαση επικαλείσθε, δεν τα γνωρί­ζει αυτά; Αυτές οι ταλαίπωρες γυναίκες τού Νεπάλ, ή όποιας άλλης χώρας, δεν έχουν ανθρώπινα δικαιώματα; Τί είναι; Δεν είναι άνθρωποι;

    Απευθύνουμε έκκληση προς τον κύ­ριο Πρωθυπουργό να μην επιτρέψει να συντελεσθεί το κυοφορούμενο έγκλη­μα. Ή κυβέρνησή του, πού επί μήνες διαπραγματεύεται με τούς ευρωπαϊκούς θεσμούς και αρνείται να παραδοθεί αμαχητί στις εντολές τους για την οικονομία, γιατί σπεύδει στο ζήτημα αυτό, πού πλήττει καίρια την Παράδο­σή μας, να εφαρμόσει τις επιταγές της Ευρώπης;

    Χρειάζεται όμως και κινητοποίηση και ειρηνική αντίδραση τού λαού τού Θεού. Στα δικά του χέρια βρίσκεται ή υπόθεση. Ό καθένας ας αναλάβει πλέ­ον ενώπιον τού Θεού τις ευθύνες του. Ώστε να υψωθεί τείχος απόρθητο στην κατά τού τόπου μας καταστροφική επέλαση.  (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")


Τρία νέα χαρακτηριστικά της αμαρτίας

     Από τότε πού ό άνθρωπος έπεσε  στην πρώτη αμαρτία, από τότε ν' πού μέσα στον παράδεισο αθέ­τησε την εντολή του Θεού, εισήλθε στον κόσμο το κακό. Ό πρώτος άνθρωπος, πού πλάσθηκε από τον Δημιουργό του σε κατάσταση χάριτος και αναμαρτησίας, έριξε τον εαυτό του στην κατάσταση της αμαρτίας και της φθοράς και κατέληξε στο θάνατο. Και όλοι οι απόγονοι των Πρωτοπλάστων στη συνέχεια, όλοι οι άνθρωποι μέχρι σήμερα, κληρονομούμε τη δική τους ασθένεια και ζούμε υποταγμένοι στο νόμο της αμαρτίας- όλοι κυ­ριαρχούμαστε από τη φθορά και κατα­λήγουμε στο θάνατο.

     Αυτό γινόταν μέχρι τότε πού ήλθε στον κόσμο ό Υιός του Θεού, ό Κύριος Ιησούς Χριστός, ό μόνος αναμάρτητος, πού με τον Σταυρό και την Ανάστασή Του νίκη­σε την αμαρτία και τη φθορά- πάτησε τον θάνατο και μάς έδωσε τη δυνατότητα να νικούμε και μείς την αμαρτία, να ζούμε σύμφωνα με το θέλημά Του και να πο­ρευόμαστε προς τη μακαριότητα της αιω­νίου ζωής στη Βασιλεία Του.

    Αλλά ενώ έχει πλέον δοθεί αυτή ή υπέροχη δυνατότητα, δεν την εκμεταλλευόμαστε όλοι. Επιμένουμε και μετά τον ερχομό τού Χριστού στη ζωή της αμαρτίας και γινόμαστε έτσι εχθροί τού εαυτού μας, πού ζητούμε οι ’ίδιοι την καταστροφή και την αιώνια καταδίκη μας.

     Το θλιβερό και παράδοξο είναι ότι την υποταγή μας στην αμαρτία στις μέρες μας την εργαζόμαστε συστηματικά και ανυποχώρητα και στην κατά παράδοσιν Ορθόδοξη Χριστιανική πατρίδα μας, με τρόπους μάλιστα πού δεν υπήρχαν στο παρελθόν.

     Σήμερα νομιμοποιήθηκε ή αμαρτία με νόμους πού έρχονται σε μετωπική σύγ­κρουση με τον άγιο νόμο τού Θεού και ψηφίσθηκαν από τη Βουλή της χώρας μας, πού το Σύνταγμά της έχει ως προ­μετωπίδα την επίκληση τού φοβερού Ο­νόματος της Αγίας Τριάδος και παραδέ­χεται ότι «επικρατούσα θρησκεία είναι ή θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας τού Χριστού». Πώς τόλμησε ή Βουλή αυτής της χώρας να νομιμοποι­ήσει το φοβερό έγκλημα των εκτρώσεων, τον φόνο αθώων και ανυπεράσπιστων υπάρξεων μέσα στα σπλάχνα των μη­τέρων τους, ενώ ό νόμος τού Θεού δίνει ρητή την εντολή- «ού φονεύσεις»; Πώς αποποινικοποιεί ό νόμος μας το βαρύτατο αμάρτημα της μοιχείας, ενώ ό άγιος νόμος τού Θεού συνιστά- «ού μοιχεύσεις»;

     Άλλα υπάρχει και κάτι ακόμη χειρότερο πού γίνεται τα τελευταία χρόνια στην πα­τρίδα μας. Με την ανοχή ή και με την ενίσχυση των αρχόντων μας, οι άνθρω­ποι πού παραβαίνουν όχι μόνο τον άγιο νόμο του Θεού, αλλά επιπλέον και αυτούς τούς νόμους της φύσεως και πέ­φτουν στο βδελυκτό αμάρτημα της ομοφυλοφι­λίας, διαφημίζουν χωρίς ντροπή τη φοβερή εκτρο­πή τους, υπερηφανεύονται γι’ αυτήν και παρελαύ­νουν προκλητικά ατούς δρόμους των μεγάλων πό­λεων μας. Αυτή ή έκτροπή, πού μέχρι το 1990 ό Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας τη θεωρούσε ασθένεια, ενώ ακόμα και άνθρωποι χωρίς κάποια θρησκευ­τικότητα την καταδίκαζαν με αποτροπιασμό, τώρα όχι απλώς είναι ανεκτή, αλλά καλύπτεται και νομοθετικά και διδάσκεται στα παιδιά μας ως «μία άλλη επιτρεπτή και κατά πάντα αποδεκτή σεξουαλική κατεύθυνση, πού χαρακτηρίζει την ιδιαι­τερότητα κάποιων συνανθρώπων μας». Επιπλέον δε επιτρέπεται ή οργάνωση δημοσίων εκδηλώσεων και «εορτών υπερηφάνειας» γι’ αυτό πού απαξιώνει τον άνθρωπο και καταρρακώνει την άξιοπρέπειά του.

Νομοθετική κάλυψη της αμαρτίας! Και υπερηφάνεια γι’ αυτήν!

     Το δεύτερο είναι χειρότερο από το πρώ­το. Υπάρχει και ένα τρίτο, πού είναι χει­ρότερο από το δεύτερο. Είναι το να αμαρτάνεις και να απαγορεύεις να σου πουν ότι αυτό πού κάνεις δεν είναι κατόρθωμα πού δικαιολογεί υπερηφάνεια, αλλά έκτροπή πού εγκυμονεί κινδύνους και κατα­στροφή! Όποιος δεν εγκρίνει τον τρόπο της ζωής σου, να λες ότι είναι ρατσιστής και πρέπει γι’ αυτό να καταδικαστεί. Να μην καταδικαστεί ή αμαρτία, να μην καταδικαστεί το κακό, αλλά να καταδικαστεί αυτός πού το ελέγχει.

     Μάλιστα! Να μην πούμε ότι ή μοιχεία δι­αλύει την οικογένεια. Να μην πούμε ότι ή έκτρωση είναι φόνος. Τότε να μην πούμε ότι και ή κλοπή είναι αμαρτία, αλλά ότι για κάποιους είναι «τρόπος ζωής», πού πρέ­πει «να τον σεβασθούμε ως μια ιδιαιτερότητα» της προσωπικότητάς τους, και αν την καταδικάσου­με, θα πρέπει εμείς να καταδικασθούμε!

Μήπως με όλα αυτά ό αποστερημένος κόσμος μας προσπαθεί να κοιμί­σει την ταραγμένη συνεί­δησή του; Μήπως μάς επιβάλλεται νέος τρόπος σκέψεως και ζωής; Διότι: Αν ή αμαρτία μας είναι «νόμιμη», δεν έχουμε τίποτε να φοβηθούμε. Αν μά­θουμε να τη διαπράττουμε με υπερηφάνεια, δεν θα ντρεπόμαστε πια γι αυτήν.

    Και αν είμαστε έτοιμοι να καταδικάσου­με όποιον επιχειρήσει να μάς ξυπνήσει, νομίζουμε ότι θα καταφέρουμε να καθη­συχάσουμε τη συνείδησή μας, ώστε να μη μάς ενοχλεί. Αλλά τότε δεν θα υπάρχει πια καμιά ελπίδα σωτηρίας.

Άς μην παρασυρόμαστε.

    Ή αμαρτία είναι παρανομία.

    Ή αμαρτία πρέπει να φέρνει ντροπή.

    Ή αμαρτία πρέπει να ελέγχεται.

     Για να ξυπνά, να οδηγείται στη μετάνοια και να έχει ελπίδα σωτηρίας ό αμαρτωλός άν­θρωπος, για τον όποιο σταυρώθηκε ό Θεός. Για να έχει ελπίδα ή δύσμοιρη πα­τρίδα μας, πού δεν υπακούει πια σ’ Αυτόν πού μέχρις έσχατων τη δόξαζε, αλλά σ’ αυτούς πού μέχρι σήμερα την εκμεταλλεύονται, την ταπεινώνουν και την πο­δοπατούν.  (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")


«ΨΥΧΗ ΜΟΥ... ΑΝΑΣΤΑ ΤΙ ΚΑΘΕΥΔΕΙΣ;»

 Η ΨΥΧΗ μας! ’Άπειρη ή άξια της. Αιώνιο το μέλ­λον της. Γι’ αυτήν την αθάνατη ψυχή μας, την πνοή του Θεού, πού μας ξεχωρίζει από όλη την άλλη υλική δημιουργία, ήρθε ό Χριστός στον κόσμο. Ήλθε και πρόσφερε την σταυρική Του θυσία, για να λυτρώσει την ψυχή μας, από τη δουλεία της αμαρτίας και την εξουσία του Πονηρού. Και θα ερχόταν, έστω και αν επρόκειτο να σώσει και μία μόνο ψυχή. Τόσο ανυπολόγιστη είναι ή άξια της. «Ήγοράσθητε τιμής» ' Κορινθ. στ' 20). «Έλυτρώθητε... τιμίω αίματι» (Α' Πέτρ. α' 18­19) διακηρύττουν οι δυο κορυφαίοι Απόστολοι, Παύλος και Πέτρος. Είσαστε εξαγορασμένοι με το τίμιο αίμα του Σωτήρος Χριστού. Αδυνατεί να συλλάβει ή ανθρώπινη σκέψη το μέγεθος της αγάπης του Θεού, αφού, για την σωτηρία της ψυχής του, «τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστευων εις αυτόν μη αποληται, αλλ εχει ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. γ' 16).

    Γι ’ αυτήν, λοιπόν, την ψυχή, τη δική μας ψυχή, ή Εκκλησία αυτή την εβδομάδα βάζει στα χείλη μας ένα «έκ βαθέων» άναστεναγμό: «Ψυχή μου, ψυχή μου, άνάστα τί  καθεύδεις;» Ή κραυγή αυτή προέρχεται από τον Μεγάλο Κανόνα πού μάς δίνει υπέροχα πνευματικά συνθήματα για τη Μ. Τεσσαρακοστή και είναι ή ηχώ και ό αντίλαλος των λόγων της Αγίας Γραφής: «ώρα ήμάς ήδη έξ υπνου έγερθήναι» (Ρωμ. ιγ' 11).'Ύπνος! Κάτι το φυσικό και απαραίτητο για το σώμα, μα κάτι επικίνδυνο και ολέθριο για την ψυχή. Ψυχή μου, δεν είναι νοητό, δεν μπορείς, δεν πρέπει να κοιμάσαι.

Ό ύπνος της ψυχής είναι ό ύπνος της ραθυμίας, λέει ό υμνογράφος του Μ. Κανόνος. Αμέλεια για προσευχή και επικοινωνία με τον Θεό. Ραθυμία στη σκέψη. Αμέλεια στις θυρίδες, δηλαδή στις αισθήσεις και μάλιστα στα μάτια, από όπου εισέρχεται ό εχθρός. Ραθυμία και αμέλεια «του άκούσαι λόγον Θεού». Κάποτε ή ψυχή λαχταροϋσε τον θείο λόγο. Κάποτε «ήδολέσχει έν τοΐς δικαιώμασι» του Κυρίου. Τώρα όμως με την ραθυμία «ό νόμος ησθένησεν, αργεί το Εύαγγέλιον, Γραφή δε πάσα, έν σοι παρημέληται. Προφήται ητόνισαν και πας δικαίου λόγος- αί τραυματίαι σου, ώ ψυχή, έπληθύνθησαν, ούκ όντος ιατρού του ύγιούντος σε».

    Μια τέτοια αμέλεια εξαρθρώνει την ψυχή, αποχαυνώνει το πνεύμα και το σώμα. Παραλύει και αχρηστεύει τις πνευματικές δυνάμεις. Αναιμική και άτονη ή ηθική ζωή. Και καταλήγει σ ’ αυτό πού πάλι σημειώνει ό ιερός υμνωδός: «Ό νους τετραυμάτισται, το σώμα μεμαλάκισται (άποχαυνώθηκε από την μαλθακότητα), νοσεί το πνεύμα, ό λόγος ησθένισεν, ό βίος νενέκρωται». Και ύστερα άκολουθεί ό θερισμός, ή θλιβερή συγκομιδή, ή πνευματική ξεραΐλα. «Τη δρεπάνη έθέρισας τούς στάχυας της άμελείας». Να ή συγκομιδή. Τα στάχυα της άμελείας πού δεν είναι άλλα από την αμαρτία και τον θάνατο.«Ψυχή μου, ψυχή μου, άνάστα, τί καθεύδεις; Το τέλος έγγίζει». Αύτός είναι ό μεγάλος λόγος για τον όποιο πρέπει να ξυπνήσεις, να εγερθείς.Κάθε ώρα, κάθε στιγμή πού περνάει σε φέρνουν πιο κοντά στο τέρμα:

    «Το τέλος έγγίζει». Μήν καθυστερείς. Μήν αναβάλλεις: «Ύπνον άπώθου (άπώθησε, διώξε), ψυχή, της δεινής ραθυμίας, και προθύμως γρηγόρει, προς τάς θείας έντολάς. Έγγίζει ό Νυμφίος, λαμπαδηφόρος σπεύσον αύτώ προϋπαντήσαι». Και όχι μόνον «άνάστα». Αλλά και «άνάνηψον». Να γίνει μέσα σου το ξύπνημα. Να άκουσθεί καλά το σάλπισμα στα βάθη της ψυχής σου. Να άφανισθεί ή ραθυμία, «ίνα φείσηταί σου Χριστός ό Θεός, ό πανταχού παρών και τά πάντα πληρών».Κύριε, ιδού στέκομαι μπροστά Σου. Είμαι μόλις στην αρχή αυτής της αγίας και κατανυκτικής περιόδου. Άκουσέ με, Κύριε Ιησού: «Εξαγγέλλω σοι, Σωτήρ, τάς αμαρτίας άς είργασάμην, και τάς της ψυχής και του σώματός μου πληγάς, άς μή ένδον μιαιοφόνοι λογισμοί ληστρικώς έναπέθηκαν». Και πάλι σε ικετεύω. Ακουσέ με, μίλησέ μου, πρόσταξέ με. Άς γίνει και σε μένα αύτό πού ό ψαλμωδός Σου είπε: «Έβόησα έν όλη καρδία μου προς τον οΐκτίρμονα Θεόν, και έπήκουσέ μου, έξ 'Άδου κατωτάτου, και άνήγαγεν έκ φθοράς την ζωήν μου».(Από την "ΖΩΗ")

2016 ΕΤΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

        ΕΡΩΤΩΜΕΝ" Τί είναι, αγαπητοί μου, τί είναι χρόνος; Το ερώτημα τούτο είναι ένα από τα σπουδαιότερα ερωτήματα εις τα όποια προσπαθεί ν’ απαντήσει ή σκέψις του ανθρώπου. Στον αιώνα μας ένας κορυφαίος μαθηματικός, ο ’Αϊνστάιν, απαντώντας στο ερώτημα προχώρησε σε βάθος, ανέπτυξε νέα θεωρία περί χρόνου και χώρου, άλλα πά­λι δεν ικανοποίησε απόλυτα το ανθρώπινο πνεύμα.

       Εμείς με την ανατολή του νέου έτους 2015 δεν θα θελήσουμε να αναπτύξουμε φιλοσοφικώς το θέμα, για να μπορέ­σουν όχι ολίγοι άλλα όλοι οι ακροάται και άναγνώσται μας να μάς παρακολουθήσουν. Θα διατυπώσουμε λίγες απλές και πρακτικές σκέψεις, στηριζόμενοι πάνω στο αθάνατο βιβλίο της αγίας Γραφής, και μά­λιστα σε μια εκφώνηση της θείας Λειτουργίας, πού συνοψίζει τη διδασκαλία της αγίας Γραφής, εις το «Ευλογημένη ή βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του άγιου Πνεύματος νΰν και  αεί και εις τούς αιώνας τών αιώνων». Την ακούμε σε κάθε λειτουργία, άλλα πόσοι είναι αυτοί πού εννοούν και αισθάνονται τη θεμελιώδη αυτή αλήθεια;

        Ό χρόνος, αγαπητοί μου, διακρίνεται σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Και για μεν το παρελθόν έχουμε να παρατηρήσουμε ότι ως μέτρο χρόνου λαμβάνεται ή ανατολή και ή δύσι του ηλίου. Το φαινόμενο αυτό επί αιώνες και χιλιετίες επαναλαμβάνεται ομοιόμορφα. Είναι ό φυσικός χρόνος. Άλλ’ ενώ τα φυσικά φαινόμενα επαναλαμβάνονται και μπορούμε να πούμε «Ούδέν καινόν υπό τον ήλιον», όσα όμως συμβαίνουν στην ιστορία του ανθρώπου ως όντος προικισμένου με λογική και ελευθερία, παρουσιάζουν μια ποικιλία γεγονότων μικρών και μεγάλων. Είναι ό ιστορικός χρόνος. 'Όμως, όχι μόνο ό άνθρωπος άλλα και όλα τα φυσικά φαινόμενα και γεγονότα έχουν αρχή. Δεν υπήρχαν πάντα. 'Υπήρξε εποχή κατά την όποια τίποτε από όσα βλέπουμε και θαυμά­ζουμε στον φυσικό κόσμο δεν υπήρχε. Δεν υπήρχε ήλιος, δεν υπήρχε γη, δεν υπήρχε σελήνη, δεν υπήρχαν άστρα, δεν υπήρχαν φυτά, δεν υπήρχαν ζώα, δεν υπήρχε άνθρωπος. 'Όλα αυτά δεν βρέθηκαν τυχαίως- δημιουργήθηκαν εν χρόνω από τον παντοδύναμο, πάνσοφο και πανάγαθο Θεό. Από την άποψη αυτή ό Θεός μπορεί να όνομασθή άχρονος. Δεν έχει, δηλαδή, ούτε αρχή ούτε τέλος. «Κατ' άρχάς σύ, Κύριε, την γην εθεμελίωσας», λέει ό ψαλμωδός, «και εργα των χειρών σού είσιν οι ουρανοί- αυτοί άττολοΰνται, σύ δε διαμένεις, και πάντες ως ίμάτιον τταλαιωθησονται, και ωσεί περιβόλαιον έλίζεις αυτούς, και άλλαγήσονται- σύ δε ό αυτός ει, και τα έτη σου ούκ εκλείψουσιν» (Ψαλμ. 101, 26-28).

        Άλλ’ ενώ ή αιωνιότητα υπό την απόλυτη έννοια ανήκει μόνο στον Θεό, ό άνθρωπος, ό κάθε άνθρωπος, πού πλάστηκε κατ’ εικόνα Θεού, όσο δυνατός, πλούσιος και μέγας κι αν είναι, ό άνθρωπος ανήκει στο νΰν. Το χρονικό, δηλαδή, διάστημα πού θα ζήση πάνω στη γη, όσο μεγάλο κι αν φαίνεται, κι αν υποτεθεί ότι θα ζήση χίλια χρόνια, είναι τούτο ελάχιστο εν συγκρίσει με την αιωνιότητα. Ναι! Ή διάρκεια της ζωής μας έδώ στον πλανήτη της γης είναι σαν ένας κόκκος άμμου εν συγκρίσει με την άμμο όλης της θαλάσσης. Είναι μια σταγόνα ύδατος εν συγκρίσει με τούς άπεράντους ωκεανούς.

         Και όμως από τον ελάχιστο αυτό χρόνο της ζωής μας εξαρτώνται ύψιστα και αιώνια συμφέροντα. Θ’ αναφέρουμε ένα παράδειγμα' ας υποθέσουμε, ότι κάποιος επισκέπτεται την κόλαση, όπου βρίσκονται οι ψυχές όλων εκείνων πού δεν έκαναν καλή χρήση του χρόνου, άλλ’ έζησαν με αφροσύνη και ασωτία. Εάν, λοιπόν, άπηύθυνε προς όλους αυτούς το ερώτημα- «Τί θέλετε; τί ζητάτε; ποιά είναι ή επιθυμία σας;», ασφαλώς κανένας απ’ αυτούς δεν θα ζητούσε τα υλικά εκείνα αγαθά πού απήλαυσε στην επίγεια ζωή. Δεν θα ζητούσε πλούτη, ηδονές, δόξες, τιμές. ’Αλλά τί θα ζητούσε; Θα ζητούσε να επανέλθει στη ζωή για μια μόνο ημέρα. Διότι μία μόνο ημέρα —τί λέγω;—, ένα και μόνο λεπτό της ώρας φθάνει για να πει από τα βάθη της καρδιάς του ένα «ήμαρτον». Άλλ’ εκεί πλέον ή θύρα της μετανοίας έχει κλείσει για πάντα...

            'Έχοντας υπ όψιν αυτά, αγαπητοί μου, τώρα που μας αξιώνει ο Κύριος να χαιρετί­σουμε νέο σωτήριο έτος, όπως ονομάζεται στη γλώσσα της Εκκλησίας, ας άναλογισθούμε ότι το νέο έτος είναι περίοδος άνεκτιμήτου αξίας. Αυτό ας το προσέξουμε πολύ. Το σήμερα είναι δικό μας. Το αύριο δεν είναι δικό μας. Ζούμε στο «νύν» , και κάθε λεπτό της επιγείου ζωής μάς παρέχει τη δυνατότητα να ζήσουμε «σωφρόνως» και «δι­καίως» και «ευσεβώς» (Τίτ. 2,12). Δηλαδή, να εκτελέσουμε όλα τα καθήκοντα' τα καθήκοντα πού έχουμε απέναντι στον εαυτό μας («σωφρόνως»), τα καθήκοντα πού έχουμε απέναντι στους άλλους («δικαίως») και τα καθήκοντα πού έχουμε απέναντι στο Θεό («ευσεβώς»). Μακάριος είναι εκείνος πού ζει όχι όπως θέλουν τα πάθη, άλλ’ όπως θέλει ό Θεός. Λέγεται για κάποιον ευσεβή αυτοκράτορα της Ρώμης, ότι εξήταζε τον εαυτό του το βράδυ της κάθε ημέρας και αν από την επιμελή αυτή εξέταση προέκυπτε ότι δεν έκανε κάποιο καλό, έλυπείτο και έλεγε' «'Αλλοίμονο, έχασα την ήμερα μου!».

            Αγαπητοί μου! Αν θελήσουμε κ’ εμείς, τώρα στην αρχή τού νέου έτους, να ρίξουμε ένα βλέμμα στο παρελθόν μας, θα βρούμε πολλές μέρες, πού, ενώ μάς δόθηκαν ευκαιρίες να κάνουμε το καλό, εν τούτοις σπαταλήσαμε τον πολύτιμο χρόνο της ζωής μας με αφροσύνη και ασωτία. Εάν εξετάσουμε το παρελθόν μας, θ’ αναστενάξουμε για την απώλεια πολυτίμου χρόνου και θα πούμε κ’ εμείς το λόγο του Ρωμαίου αύτοκράτορος' ’Αλλοίμονο, χάσαμε τον καιρό μας!

             Και μετά την διαπίστωση αυτή το πρώτο πού έχουμε να πράξουμε είναι να ευχαρι­στήσουμε εκ βάθους καρδίας τον Κύριο, διότι, ενώ για τα αμαρτήματα πού έχουμε διαπράξει θα έπρεπε να τιμωρηθούμε, θα έπρεπε να σεισθεί ή γη και ν’ άνοιξη να μάς καταπιεί, εν τούτοις ό Θεός μακροθυμεί και μάς δίνει νέα προθεσμία για μετάνοια. Ό άγγελός μας περιμένει ν’ ακούσει το «ήμαρτον». 'Όλοι μας, άνδρες και γυναίκες, νέοι και νεάνιδες, μικροί και μεγάλοι, ας μη αναβάλουμε, άλλ’ ας σπεύσουμε στο άγιώτατο μυστήριο της μετανοίας και εξομολογήσεως και ας λάβουμε συγχώρηση αμαρτημά­των. Τότε το έτος 2015 θα είναι το πιο ευτυχισμένο έτος της επιγείου ζωής μας. Τότε θα αισθανθούμε εκείνο πού αισθάνθηκε ένας νεώτερος φιλόσοφος της Ρωσίας, ό Ντοστογέφσκι. 'Όταν έξωμολογήθη σ’ έναν πνευματικό πατέρα, είπε" «Παράδεισος φύ­τρωσε στην καρδιά μου!». "Αχ, αγαπητοί μου! Πόσο λυπούμαι και κλαίω και ανα­στενάζω, διότι, παρ’ όλες τις ταπεινές μας προσπάθειες, μόνο ένας πολύ μικρός αριθμός ψυχών προσέρχονται στο μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως, ένας στους δέκα περίπου!

            Ώ Κύριε ημών ’Ιησού Χριστέ! Σύ, πού ως άνθρωπος φάνηκες πάνω στη γη και βαπτίσθηκες στον ’Ιορδάνη ποταμό και σταυρώθηκες για να πλύνεις τις ψυχές μας και να καθαρίσεις τις συνειδήσεις μας από τα πολλά άμαρτήματά μας, σε παρακαλούμε, στείλε το άγιό σου Πνεύμα να μάς φώτιση για να βρούμε και πάλι το δρόμο της σω­τηρίας, το δρόμο της ευτυχίας, πού εις μάτην ζητούμε μακριά από Σένα.

Είθε, αγαπητοί μου, να είναι το έτος τούτο έτος μετανοίας για όλο το λαό μας! (π.Αυγουστίνος Καντιώτης-ΣΤΑΥΡΟΣ  ΙΑΝ.1991)

 


  Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ   

     Μερικοί, κατά λαϊκή ρήση, επαι­νούν το σπίτι τους, για να μη πέσει και τούς πλάκωσει. Ομοίως και μερικοί επίσκοποι, ευκαίρως ακαίρως, συνεχώς και κατά κόρον, εκθειάζουν το επισκοπικό αξίωμά τους, για να μη πέφτει στη συνείδηση των ανθρώπων, ή μάλλον για να μη πέφτουν αυτοί στη συνείδηση των ανθρώπων. Συχνά δε και πυκνά αναφέρονται σε λόγους του άγιου Ιγνατίου του Θεοφόρου, διά των οποίων τονίζεται και εξαίρεται ή σημασία του επισκοπικού αξιώμα­τος.

    Βεβαίως ό επίσκοπος είναι ό ανώ­τερος βαθμός της Ιεροσύνης και το ανώτερο εκκλησιαστικό αξίωμα. Βεβαίως άνευ επισκόπου δεν νο­είται Εκκλησία. Αλλά βεβαίως και άνευ πιστού λαού δεν νοείται Εκ­κλησία. Βεβαίως, επίσης, υπάρχει ό επίσκοπος για το λαό και όχι ό λαός για τον επίσκοπο. Και βεβαίως οι πι­στοί πρέπει να υπακούουν στον ε­πίσκοπο, αλλά και ό επίσκοπος ν' αγάπα το λαό και να εκδαπανάται γι' αυτόν. Ό απόστολος λέγει: «Πείθεσθε τοις ήγουμένοις υμών και ύπείκετε' αυτοί γάρ άγρυπνούσιν υπέρ τών ψυχών υμών» (Έβρ. ιγ' 17).

     Άλλ' οι εξαίροντες και εκθειάζοντες το επισκοπικό αξίωμα πρέ­πει να λαμβάνουν υπ' όψιν και ορισμένα πράγματα ως προς τον επί­σκοπο, για τα όποια όμως αποφεύ­γουν να ομιλούν. Ιδού μερικά μόνο από τα σχετικά προς το επισκοπικό αξίωμα πράγματα, για τα οποία οι λαλίστατοι επαινέτες του επισκό­που τηρούν σιγή ιχθύος:

    Ό επίσκοπος είναι ό ανώτερος βαθμός της Ιεροσύνης, άλλ' ολίγο διαφέρει από το βαθμό του πρεσβυ­τέρου. Εν τούτοις το αξίωμα του επισκόπου έχει τόσο πολύ εξογκωθεί και εξυψωθεί, ώστε ή διαφορά μεταξύ επισκόπου και πρεσβυτέ­ρου να είναι όσο ή διαφορά μεταξύ ουρανού και γης!

    Ό επίσκοπος πρέπει να είναι ακενόδοξος, ταπεινόφρων, όχι υπερή­φανος, όχι αυταρχικός, όχι δικτα­τορικός στον κατ' εξοχήν δημοκρα­τικό χώρο, όποιος είναι ή Εκκλησία του Χριστού.

    Ό επίσκοπος πρέπει να είναι ανώ­τερος αμαρτωλών ηδονών, αγνός, όχι ανήθικος, όχι ήρωας σεξουαλι­κών σκανδάλων.

    Ό επίσκοπος πρέπει να είναι δί­καιος, όχι άδικος, όχι ν' άδικη τον ευσεβή και να δικαιώνει τον άσεβη, και όχι να μην ελέγχει τον αδικούντα, επειδή είναι ισχυρός, και ν' αφήνει ανυπεράσπιστο τον αδικούμενο, επειδή είναι αδύνατος.

    Ό επίσκοπος πρέπει προπάντων να είναι φύλαξ και υπερασπιστής της Πίστεως, ό ίδιος να ορθοτομεί το λόγο της αληθείας, και, όσους δεν ορθοτομούν, να ελέγχει αυστη­ρώς και να στηλιτεύει. Τούς αιρετι­κούς να πολεμεί, αλλά και τους φιλαιρετικούς, όπως είναι στην επο­χή μας οι οικουμενιστές, επίσης να πολεμεί.

    Ό επίσκοπος πρέπει να είναι άν­δρας παρρησίας και γεναιότητος, να λέγει την αλήθεια, ακίνδυνη και επικίνδυνη, και ν' ασκεί έλεγχο προς κάθε κατεύθυνση, προπάντων προς τους εκκλησιαστικούς και τούς κοσμικούς άρχοντες, όσον υ­ψηλά και αν ίστανται, και όσο και αν στοιχίζει ό έλεγχος.

    Ό επίσκοπος δύναται βεβαίως ν' απαιτεί υπακοή άπα τον κλήρο και το λαό, αλλά πρώτος αυτός πρέπει να υπακούει στον Αρχηγό της Εκ­κλησίας, τον Κύριο και Θεό και Σω­τήρα Ιησού Χριστό. Ή φωνή τού Θεού Πατρός, ή όποια ακούσθηκε στο όρος της Μεταμορφώσεως, συνιστούσε υπακοή στο Χριστό: «Ούτος εστίν ό Υιός μου ό αγαπη­τός, έν ώ ευδόκησα, αυτού άκούετε» (Ματθ. ιζ' 5).

    Αν ό επίσκοπος ζητεί πράγματα σύμφωνα προς το θέλημα του Χρι­στού, οφείλουμε υπακοή. Άλλ' αν ζητεί πράγματα αντίθετα προς το θέλημα του Χριστού, οφείλουμε ανυπακοή.

Οι εκθειάζοντες το επισκοπικό αξίωμα και επικαλούμενοι τούς λό­γους του άγιου Ιγνατίου του Θεοφόρου υπέρ του επισκόπου γιατί δεν ομιλούν και για τα προσόντα και τις αρετές, πού απαιτεί ή Γραφή και πρέπει να έχει ό φορέας του ανωτέρου εκκλησιαστικού αξιώμα­τος, ώστε να είναι άξιος επίσκοπος; Επίσης, γιατί δεν λένε, ότι υπάρ­χουν και ανάξιοι επίσκοποι, κοσμι­κοί, εμπαθείς, μεγαλομανείς, κενόδοξοι, φιλάργυροι, άδικοι, διε­φθαρμένοι, διεστραμμένοι, σύμμα­χοι σκοτεινών δυνάμεων, προδότες της Πίστεως, μεγάλοι σκανδαλοποιοί, οι όποιοι με την αντίχριστη συμπεριφορά τους πολλούς, «δι' ους Χριστός απέθανε» (Α' Κορ. η' 11), αυτοί περιάγουν σε απιστία και αθεΐα; Οι εκθειάζοντες το επισκο­πικό αξίωμα γιατί δεν διευκρινί­ζουν, ότι ό άγιος Ιγνάτιος εννοού­σε τον καλό επίσκοπο, ό όποιος είναι μεγάλη ευλογία στην Εκκλη­σία, και όχι τον κακό επίσκοπο, ό όποιος είναι ή μεγαλύτερη συμφο­ρά στην Εκκλησία; Γιατί ενθυμούνται 'Ιγνάτιο και δεν ενθυμούνται και Χρυσόστομο, ό οποίος για τούς επισκόπους είπε, «Ουδέν δέδοικα ώς επισκόπους πλήν ένίων»; Τίποτε δηλαδή δεν φοβήθηκα όπως τούς επισκόπους έκτος ολίγων.

    Οι επίσκοποι εκείνοι, οι όποιοι ανυψώνουν τον επίσκοπο υπεράνω των γαλαξιών και συνανυψώνουν τούς εαυτούς των, ας προσγειω­θούν. Διότι προκαλούν θυμηδία, για να μη ειπούμε αηδία.(Από τον «ΣΤΑΥΡΟ»)


ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΗΣ

Ο ευσεβής εφημέριος, αγαπητοί μου, δεν ενδιαφέρεται μόνον δια τους χριστιανούς, οί όποιοι παραμένουν μονίμως εις την ένορίαν του· ενδιαφέρεται και δια τους χριστιανούς εκείνους, οί όποιοι δια διαφόρους λόγους άνεχώρησαν εκ της ενορίας και παραμένουν ως μετανάσται εις τά μεγάλα αστικά κέντρα του Εξωτερικού. Και μέχρις αυτών των ενοριτών, τών ευρισκομένων εις τάς εσχατιάς της γης, επεκτείνεται τό ενδια­φέρον του καλού ποιμένος. Όχι μόνον μνημονεύ­ει τών ονομάτων αυτών εν τή ίερα προθέσει, άλλά και δι' άλλων τρόπων, ως δι' αλληλογρα­φίας, αποστολής φυλλαδίων κ.τ.λ., εκδηλώνει το ενδιαφέρον του.

    Θ' άναφέρωμεν εδώ εν συγκινητικόν παρά­δειγμα ποιμαντικής μερίμνης κληρικού, ό όποιος εφημερεύει εις όρθόδοξον ναόν τής πόλεως Νόργουωκ τής Αμερικής. Ό κλη­ρικός αυτός ονομάζεται Γερμανός Σταυρόπουλος και είνε ιερομόναχος θεο­λόγος. Ένας έκ τών ενοριτών του έξέκλινε τής ευθείας οδού, έγκατέλειψεν έγκυον σύζυγον, έπέστρεψεν εις την Ελλάδα, εις μικρόν χωρίον τής περιφε­ρείας Φλωρίνης, και μέ ψευδομάρτυρας, πού έπεστράτευσε, προσεπάθει νά έκδοθή διαζύγιον εις βάρος τής συζύγου του.

     Ό π. Γερμανός απέναντι του δράματος μιας οικογενείας τής ενορίας του δέν έμεινεν αδιάφορος. Τό πάν έπραξε διά την συμφιλίωσιν τών διεστώτων συζύγων. Όταν δέ έπληροφορήθη, ότι ό σύζυγος άνεχώρησεν έξ Αμερικής διά ν' άποφύγη τάς οίκογενειακάς υποχρεώσεις, ό π. Γερμανός έλαβε την ήρωικήν άπόφασιν νά έλθη εις την Ελλάδα μόνον και μόνον διά νά συνάντηση αυτόν. Έζήτησε τετραήμερον άδειαν. Ήλθεν αεροπορικώς εις την Ελλάδα, μετέβη εις τό χωρίον και ανε­ζήτησε την οίκίαν, εις την οποίαν διέμενεν ό άσωτος σύζυγος. Έκτύπησε την θύραν. Όποία υπήρξεν ή έκπληξις του συζύγου, όταν ενώπιον του είδε τον π. Γερμανόν, τον έφημέριον τής ενορίας του Νόργουωκ! Ουδέποτε ήδύνατο νά φαντασθή, ότι ό ιερεύς θά πραγματοποίηση μακρινόν ταξίδιον, θά υποβληθή εις τόσους κόπους και έξοδα, διά νά εύρη πλανηθέν πρόβατον. Ό π. Γερ­μανός παρέμεινεν εκεί και δεν άνεχώρησε προτού απόσπαση άπ' αυτόν υπόσχεσιν, ότι θά έπιστρέψη πλησίον τής συζύγου του, ή όποία μετ' ολίγον θά φέρη νέον άνθρωπον εις την ζωήν.

    (...) Πιστεύω, ότι τό παράδειγμα του π. Γερμανού, ό όποιος ήλθεν έξ Αμε­ρικής μόνον και μόνον διά μίαν ποιμαντικήν έπίσκεψιν, σας έχει συγκινήσει και διδάξει. Ό π. Γερμανός διά τής επισκέψεως ταύτης ανεδείχθη μικρός μι­μητής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ό όποιος έκ του ουρανού κατήλθεν εις την γήν και έπεσκέψατο τό πλάσμα τών χειρών του και προς σωτηρίαν αυτού έξέχεε τό τίμιόν του αίμα επί του φρικτού Γολγοθά. Μνημονεύωμεν τής θυσίας εκείνης. Ό,τι και αν πράξωμεν ημείς όπερ τής σωτηρίας του ποι­μνίου είνε άπειροελάχιστον έναντι τής θυσίας Εκείνου. Έκ τών ελαχίστων είνε και τό νά βαδίσωμεν ολίγα βήματα εντός τής ενορίας μας, διά νά έπισκεφθώμεν τους ένορίτας, οί όποιοι έχουν ανάγκην τής ηθικής και πνευμα­τικής συμπαραστάσεως του ιερέως εις τάς δύσκολους στιγμάς τής ατομικής και οικογενειακής των ζωής.

    Ή κατ' οίκον επίσκεψις είνε ιερόν καθήκον εκάστου εφημερίου. Πάς δε εφημέριος, και ό πλέον ολιγογράμματος, έφ' όσον έχει καρδίαν καιομένην από την φλόγα του θείου ζήλου, δύναται νά εκτέλεση τό ιερόν τούτο καθήκον. Όλίγας λέξεις θερμάς, μεστάς θείων νοημάτων, δύναται κατά τάς κατ' οίκον επισκέψεις ν' άπευθύνη προς τους χριστιανούς του. Και αί όλίγαι αύται λέ­ξεις, σύντομον και πρακτικόν κήρυγμα, δύνανται, βοηθούσης τής θείας χάρι­τος, νά φέρουν αποτελέσματα ίσως μεγαλύτερα άπό τά αποτελέσματα ρητο­ρικών λόγων, τους οποίους εκφωνούν άπό τους άμβωνας διάσημοι ιεροκήρυ­κες. Έκ τής έπόψεως ταύτης πάς εφημέριος είνε ίεροκήρυξ, έστω και αν δεν έχη τό χάρισμα νά όμιλή έπ' εκκλησίας. Ούτω δέ πράττων, ώς τονίζει και ό άοίδιμος Νικηφόρος Θεοτόκης, δύναται νά είνε ένας έξ εκείνων, διά τους οποίους ό Κύριος είπεν: «Ός αν ποίηση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται έν τή βασιλεία τών ουρανών» (Ματθ. 5:19).

 Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, 1974