Ο Ρ Θ Ο Δ Ο Ξ Α    Μ Η Ν Υ Μ Α Τ Α

https://sites.google.com/site/orfeasfm/πληροφοριες


f

«ΑΝΑΙΣΧΥΝΤΙΑ, ΦΑΥΛΟΥ ΙΔΙΟΝ »

    Ο φυσιολογικός άνθρωπος, ό αληθινά πολιτισμένος, έχει μέσα του έντονο το αίσθημα της ντροπής. Διαχρονική από την αρχαιότητα ως σήμερα είναι ή πεποίθηση για την άξια της αιδούς. «Αναισχυντία μεν φαύλου ίδιον, αιδώς δέ σπουδαίου», έγραφε ό Φίλων. Γνώρισμα του φαύλου, του διεφθαρμένου είναι ή αδιαντροπιά, ενώ ή ντροπή χαρακτηρίζει τον αξιοπρεπή, εκείνον πού διαθέτει αυτοσεβασμό. «Ανήρ χρηστός αίδεϊσθαι φιλεϊ» έλεγε και ό Ευριπίδης. Ό χρήσιμος, ό τίμιος, ό ευθύς, έχει την ντροπή κόσμημά του. «Θε­ωρώ χαμένον εκείνον πού έχασε την ντροπή» πρόσθετε ό Πλαΰτος. Οι μεγάλες προσωπικότητες, παλαιές και σύγχρονες, μίλησαν και μιλούν με θαυμασμό για την άξια της ντροπής.

    Θα μπορούσαμε εδώ να χρησιμοποιήσουμε μια εικόνα από τη στρατιωτική ζωή για το τί είναι ή αιδώς. "Ενας καλά οργανωμένος στρατός διαθέτει τις λεγά­μενες προφυλακές. Έχει ακοίμητους φρουρούς στα προκεχωρημένα φυλάκια. Χωρίς αυτά ό εχθρός τον πιάνει στον ύπνο. Ό,τι είναι για τον στρατό οι προ­φυλακές είναι για την ψυχή ή αιδώς. Ένας φυσικός προμαχώνας ιδιαίτερα της αγνότητας. Επαγρυπνεί στις επάλξεις της καρδιάς. Προωθημένος ακοίμητος φρουρός από τη στιγμή πού ό άνθρωπος θα λάβει συνείδηση του εαυτού του ως την ώρα πού θα κλείσει τα μάτια του. Αλίμονο σ’ εκείνον πού θα καταργήσει ένα τέτοιο πολύτιμο φύλακα. Θα αφήσει τον εαυτό του εκτεθειμένο στα πυρά της διαφθοράς και της ηθικής κατάρρευσης.

    Ή αιδώς είναι φυτευμένη βαθιά στην ψυχή από τον ίδιο τον Δημιουργό. Είναι ένα θαύμα της αγάπης του Θεού. Προτού ακόμα να διδαχθεί ό άνθρωπος τον ηθικό νόμο, ή αιδώς τον προστατεύει σαν ασπίδα από τις παραπλανητικές δυνάμεις της φθαρμένης φύσης. Προτού μάθουμε άτι το σώμα μας είναι μέλος του σώματος του Χριστού, έμψυχος ναός του Αγίου Πνεύματος, έρχεται ή αιδώς να πορφυρώσει το πρό­σωπο. Ξυπνάει αιώνιες αξίες από τα βάθη της ψυχής και κινητοποιεί ένα αληθινά θαυμάσιο προστατευτικό μηχανισμό.

    Ό πιο σθεναρός υπερασπιστής της τιμής και της αξιοπρέπειας. ’Έχει γράψει όμορφους ηρωισμούς στις σελίδες της ιστορίας. Αρκεί να θυμηθούμε τις ηρωίδες της μαρτυρικής ’Εκκλησίας πού προτιμούσαν τον θάνατο από τον ηθικό εξευτελισμό.Στις πιο δραματικές ώρες του μαρτυρίου αδιαφορούσαν για τα βασανιστήρια και προσπαθούσαν να καλύψουν τα γυμνά μέλη του σώματός τους. Και υστέρα μάς λένε, πώς ή αιδώς είναι αδυναμία. Αδυνα­μία, αυτή πού ατσάλωσε τρυφερές παρθένες και νέες μητέρες να περιφρονούν και αυτόν τον μαρτυρικό θάνατο. Αδυναμία, να αδιαφορείς για το πληγωμένο σώμα προκειμένου να μη το αφήσεις να πληγωθεί και από τα λάγνα βλέμματα της διεφθαρμένης ειδω­λολατρίας.

    Πρέπει επιτέλους να αναγνωρίσουν οι αδιάντροποι, πώς δεν τούς παρακινεί κανένα «σύνδρομο αμφισβήτησης» και «απελευθέρωσης» ούτε ή «κα­ταπίεση πολλών αιώνων» στον ηθικό κατήφορο της αναισχυντίας τους. Έκτος αν με τη λέξη «καταπίεση» εννοούν, πώς είναι καταπιεστικός ό πολιτισμός και πώς πρέπει, για να νιώσουμε ελεύθε­ροι, να γυρίσουμε πίσω στην κατά­σταση του ζώου.

Ή αιδώς, είπα­με, είναι έμφυτη.

    Είναι αίσθημα κα­θολικό και παγκό­σμιο. Ριζωμένη βα­θιά στα βάθη της ψυχής. Ή αγωγή την βοηθάει, την διαφωτίζει. Χωρίς να είναι προϊόν αγωγής, έχει ανάγκη σωστής, υγιούς, φωτισμένης αγωγής. Ή χριστιανική διδασκαλία μαζί με τη χάρη του Θεού την κάνουν πανίσχυρο φύλακα της αγνότητας. Ό σεβασμός στον θείο νόμο, ή προσε­κτική και αγωνιστική ζωή, ή εγκράτεια, αναπτύσσουν την αιδώ σε σπάνια αρετή, γνώρισμα χαρακτηριστικό του υγιούς ανθρώπου, του αυτοκυριαρχούμενου.

    Έτσι ή φυσική αυτή αρετή γίνεται υπερφυσική, εξαγιάζεται μέσα στο σεβασμό και στην αγάπη του Θεού. Αυτή ή έμφυτη συστολή εξαγιασμένη και με­ταμορφωμένη από τη χάρη και την παρουσία του Θεού, γίνεται δύναμη ακαταμάχητη. Αντιμετωπίζει νικηφόρα και τούς πιο ελκυστικούς και προκλητικούς πειρασμούς. Από τον αυτοσεβασμό και τον σεβασμό στην προσωπικότητα του άλλου, φθάνει στο κορύ­φωμά της, στον σεβασμό στο πρόσωπο του Θεού. «Πώς ποιήσω τo ρήμα το πονηρόν τούτο και άμαρτήσομαι εναντίον του Θεού;» επαναλαμβάνει μαζί με τον Ιωσήφ ό κάθε αγωνιστής. (Από την «ΖΩΗ»)


«ΕΛΠΙΣΟΝ ΕΠΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ»

     ΓΙΑΤΙ λυπάσαι; Γιατί πικραίνεσαι; Γιατί αγωνιάς; Γιατί απογοητεύεσαι; Γιατί απελπίζεσαι και πα­ραλύεις και καταθέτεις τα όπλα και επαναλαμβάνεις το κλαψοτράγουδο των δειλών: «Δεν γίνεται τίποτα»; Πράγματι δεν γίνεται τίποτα γι ’ αυτούς πού πιστεύ­ουν στο τίποτα. Γι ’αυτούς πού οι ορίζοντες τους είναι κλειστοί. Γι ’αυτούς πού ζουν χωρίς ελπίδα. Και ζουν χωρίς ελπίδα όσοι ζουν χωρίς Θεό. Οι πιστοί όμως δεν έχουν κανένα λόγο να απελπίζονται, ενώ έχουν κάθε λόγο να ελπίζουν. Και ή ελπίδα τους δεν κυματίζει στο κενό. Δεν είναι ουτοπία. Είναι πραγματικότητα. Στηρί­ζεται στην πίστη τους, ότι ό Θεός είναι όλος αγάπη και στοργή, Πατέρας τους. Και τούς έχει δώσει ως τώρα τόσες αποδείξεις της αγάπης Του. Πώς, λοιπόν, να μην επαναλαμβάνουν μαζί με τον Ψαλμωδό:«Ίνατί περίλυπος ει ή ψυχή μου και ίνατί συνταράσσεις με; Έλπισον έπί τον Θεόν...»(Ψαλμός μα' 6).

      «Ελπισον έπί τον Θεόν». Στήριξε την ελπίδα σου στον Θεό. Και δεν θα διαψευστείς. Οι αποδείξεις; Πολλές. Ή επιχειρηματολογία τού άποστόλου Παύλου πειστική: «Ος γε τοΰ ίδιου Υίοϋ ούκ έφείσατο, άλλ ΰπέρ ήμών πάντων παρέδωκεν αυτόν, πώς ούχί και σύν αύτώ τα πάντα ήμϊν χαρίσηταί;» (Ρωμ. η' 32). Καμιά αμφιβολία. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την απέραντη αγάπη τού Θεού; Δεν λυπήθηκε τον μονογενή Υιό Του, άλλα για χάρη μας τον παρέδωσε στον σταυρικό θάνατο, πώς μαζί με Αυτόν δεν θα μας χαρίσει και ότι άλλο χρειαζόμαστε;

       Γεμάτος θαυμασμό και ό ιερός Χρυσόστομος, μπροστά σ ’ αυτή την απέραντη αγάπη τού Θεού για την σωτηρία των ανθρώπων, τονίζει: Σκέψου καλά το μέγεθος της αγαθότητας του Θεοί. Δεν υπολόγισε τον αγαπητό Υιό Του, άλλα τον παρέδωσε και τον παρέδωσε για τούς ευτελείς, τούς αχάριστους, τούς εχθρούς Του, εξ αιτίας των αμαρτιών τους. Ό Θεός, λοιπόν, πού έδωσε στους εχθρούς Του το πιο μεγάλο αγαθό, δεν θα δώσει τώρα στους ανθρώπους, πού με την σταυρική θυσία τού Υιού Του έγιναν φίλοι Του, άλλες μικρότερες ευεργεσίες πού ασφαλώς δεν συγκρίνονται σε μέγεθος με τις άλλες;

       Να γιατί ή χριστιανική ελπίδα δεν κυματίζει στο κενό. Ό ουράνιος Πατέρας, πού μάς πρόσφερε την σωτηρία και την λύτρωση, με την θυσία του Υιού Του, δεν θα μάς συμπαρασταθεί σε κάθε δυσκολία μας; Μάς χάρισε την αθάνατη ψυχή, Εμείς την κηλιδώσα­με. Και ό Θεός δεν την άφησε στην λάσπη. Κατέβηκε στη γη. Την σήκωσε στους σταυροφόρους ώμους Του. Την έπλυνε με το τίμιο αίμα Του πού έχυσε πάνω στον Σταυρό. Λοιπόν, μπορούμε ύστερα από αυτά να αμφιβάλλουμε για την αγάπη Του; Αυτός πού τόσο φροντίζει για την ψυχή, δεν θα φροντίσει για την τρο­φή; Πώς είναι δυνατόν ένας τόσο στοργικός Πατέρας να αδιαφορήσει για τα παιδιά Του; Κάτι πού δεν κάνει και ό πιο κοινός πατέρας, θα το κάνει ό ουράνιος; Σε τελευταία ανάλυση ή απελπισία είναι απιστία. Όποιος δεν ελπίζει στον Θεό δείχνει πάνω στα πράγματα πώς δεν πιστεύει η τουλάχιστον όλιγοπιστεϊ στον Θεό. Ή απουσία της ελπίδας φανερώνει την απουσία της πίστης. Στην απιστία και στην ολιγοπιστία στηρί­ζεται ή απελπισία. Ενώ ή ψυχή, ή θωρακισμένη με την πίστη, δεν προσβάλλεται από την απελπισία. Ή απογοήτευση δεν βρίσκει θέση μέσα σ’ αυτή.

        Αυτές τις πνευ­ματικές εμπειρίες ζούσαν οι άγιοι, όλοι οι άνθρω­ποι του Θεοί. Και στις πιο μεγάλες δυσκολίες δεν τα έχαναν. Και όταν αλλεπάλληλες δοκιμασίες τούς χτυπούσαν ήξεραν που να καταφύγουν, από που να αντλήσουν ακαταμάχητη δύναμη. «Κύριος στερέωμά μου και καταφυγή μου και ρύστης μου» επαναλάμβανε ό πολυδοκιμασμένος βασιλιάς Δαβίδ και στις τραγικότερες στιγμές της ζωής του. Ή ελπίδα του στον Θεό τον έκανε να λέει σε αυτούς πού του συνιστούσαν την φυγή: «Πώς έρεΐτε τή ψυχή μου μεταναστεύου έπί τα όρη ώς στρουθίον;» Δεν είμαι εγώ έρημο σπουργιτάκι, για να φύγω απελπισμένο πάνω στα βουνά. «Τί ούν έροΰμεν προς ταϋτα; Εΐ ό Θεάς ύπέρ ήμών, τίς καθ ’ ημών;» (Ρωμ. η' 31) θα προσθέσει ό άπόστολος Παύλος. Ποιό, λοιπόν, είναι το συμπέρασμα, ύστερα από τις τόσες ευεργεσίες και την τόση αγάπη του Θεοί; Αν ό Θεός είναι μαζί μας, προστάτης και ύπε- ρασπιστής μας, ποιός θα είναι εναντίον μας; Κανένας. Και όποιος επιχειρεί θα ματαιοπονεί. Και ό Θεός είναι μαζί μας. Αρκεί κι εμείς να είμαστε μαζί με τον Θεό. (Από την «ΖΩΗ»)

ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ!

 Ήταν υπόδουλοι, αλλά δεν ήταν δούλοι. Ήταν σκλαβωμένοι, μα δεν έγιναν σκλάβοι ποτέ. Ήταν ταπεινοί και καταφρονεμένοι, είχαν ό­μως ύπέροχο και υψηλό φρόνημα και αρχοντική καρδιά. Ήταν φτωχοί, μα πλούτιζαν τον κόσμο.Δεν είχαν πτυχία, διδακτορικές διατρι­βές, τίτλους καθηγεσίας- είχαν όμως την αληθινή θεολογία. Ήταν ζυμωμένοι με την Παράδοση. Ήταν φορείς της αλήθειας των Πατέρων, των Αποστόλων, τού Ευαγγελίου.Ήταν αληθινοί.

    Οι Πατριάρχες και οι ’Επίσκοποι της περιόδου της Τουρκοκρατίας. Της σκο­τεινής περιόδου της δουλείας.Κι όταν δέχθηκαν τη μεγάλη πρόκλη­ση, δεν δίστασαν! Οι μικροί, οι φτωχοί, οι αδύναμοι, οι διωγμένοι και περιφρονούμενοι και καταπιεζόμενοι είπαν το μεγάλο ΟΧΙ!

     ΟΧΙ στον παποκράτορα, τον δίκερο γίγαντα της Ρώμης, όπως τον αποκαλεί ό άγιος Νικόδημος ό Αγιορείτης. Δίκερο, διότι διεκδικεί διπλή εξουσία: πολιτική και εκκλησιαστική. Αλλά δίκερο και διότι ενσαρκώνει το δίκερο θηρίο της «Αποκαλύψεως», πού εμφανίζεται με προ­σωπείο αρνιού, αλλά είναι δράκων, και το όποιο πείθει τούς λαούς να προσκυ­νήσουν τον Αντίχριστο ως Χριστό (Άποκ. ιγ' [13] 11-18).

     Σ’ αυτό τον πανίσχυρο, επίδοξο θρη­σκευτικό πλανητάρχη είπαν το ΟΧΙ: στον πάπα Πίο τον Θ', ό όποιος το έτος 1848 εξέδωσε την ’Εγκύκλιο «In Suprema Petri Apostoli Sede» (Εν τη Υπέρτατη Έδρα του Αποστόλου Πέτρου), μια ψευδοαγαπητική επιστολή, με την οποία τούς καλούσε όλους τούς Χριστιανούς - να υποταγούν στην εξουσία του. Ειδικά στους ’Ορθοδόξους πρότεινε ως τρόπο ενώσεως αύτόν των προβατόσχημων λύκων της Ούνίας: Να κρατήσουν όλη την παράδοσή τους, αρκεί να αναγνωρίσουν την εξουσία του.

    ΟΧ!! τού απάντησαν.Και δεν τού είπαν μόνο ΟΧΙ! Αυτοί οι αδύναμοι στον πανίσχυρο εί­παν: Τέλειωσες! Είσαι νεκρός! Το σύ­στημά σου, ή ψευδοεκκλησία σου ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ! Συντρίφθηκε, διαλύθηκε, εξαφανίστηκε. Του μίλησαν σε προφη­τικό Αόριστο, τον ισχυρότερο όλων των χρόνων. Όχι σε Μέλλοντα: Θα καταβλη­θεί! Ούτε καν σε Τετελεσμένο Μέλλοντα: Θα έχει καταβληθεί! Αλλά σε Αόριστο: ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ!

     Δεν γνώριζαν διπλωματική γλώσσα οι μακάριοι. Ναι, μακάριοι. Οι ’Ορθόδοξοι Πατριάρχες της Ανατολής στην κατά το έτος 1848 άπάντησή τους. Δεν γνώριζαν από ψευδοαγαπολογία. Δεν τούς θάμ­πωναν ιδέες σαν αυτές πού κυκλοφο­ρούν σήμερα περί «αδελφών ’Εκκλησι­ών», περί «δύο πνευμόνων», περί «βαπτισματικής θεολογίας».

    Οι μικροί αυτοί κατά κόσμον - μεγάλοι κατά Θεόν - μια αλήθεια γνώριζαν, την απλή αλήθεια ότι ή ’Ορθοδοξία είναι ή μόνη αλήθεια! Ή Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Και αυτή την αλήθεια κατέθεσαν στην άπάντησή τους προς τον αυθάδη πάπα Πίο τον Θ'. Συμπύκνωσαν στις επιγραμματικές τους φράσεις τη θεολογία 19 αιώνων, τη διαχρονική μαρτυρία τού Πνεύματος. Και να θέλαμε, τού είπαν, δεν μπορούμε. Γιατί; Διότι την πίστη τη δική μας τη δια­φεντεύει ό λαός:  «Έπειτα παρ’ ήμΐν ούτε Πατριάρχαι ούτε Σύνοδοι έδυνήθησάν ποτε είσαγαγεΐν νέα, διότι ό υπερασπιστής της θρη­σκείας εστίν αυτό το σώμα της ’Εκκλησί­ας, ήτοι αυτός ό λαός, όστις έθέλει το θρήσκευμα αύτοΰ αιωνίως άμετάβλητον και όμοειδές τώ τών Πατέρων αύτοΰ».

     Και κατέληξαν, ασφαλίζοντας το ποί­μνιό τους, τα παιδιά τους: «Ήν ποτε ό Αρειανισμός, έστι δέ την σήμερον και ό Παπισμός- αλλά και οϋτος (ώσπερ κάκεΐνος ό ήδη παντάπασιν έκλελοιπώς), καίτοι ακμαίος το γε νϋν, ούκ ϊσχύσει εις τέλος, αλλά διελεύσεται και καταβληθήσεται και ή ούράνιος με­γάλη φωνή ήχήσει “ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ” (Άποκ. ιβ [12] 10)». Μη φοβάστε, παιδιά μας! Το παπικό κακοήθες μόρφωμα είναι ήδη νεκρό. «ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ»! Όπως διαλύθηκε τότε ό Αρειανισμός, έτσι θα άφανισθεΐ και ό Παπισμός. Και το τέλος του θα το αναγγείλει ή ουράνια φωνή: «ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ»! 

     Σήμερα ό ηγέτης τού Παπισμού φαίνε­ται να κυριαρχεί στον θρησκευτικό χώ­ρο. Θρησκευτικός πλανητάρχης. Κάθε κίνησή του καταγράφεται για να προβλη­θεί. Κάθε λόγος του σχολιάζεται. Μοιάζει να είναι ό πρώτος και μόνος. Ως πρό­σωπο και ως θεσμός διαχρονικός. Μοιάζει, αλλά δεν είναι. Διότι ήδη χάθηκε, «ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ»! Ή Ορθοδοξία, ή μόνη αλήθεια, μένει. Όπως το δήλωσε σε όλο τον κόσμο στις 14 ’Ιουλίου τού 2000 ό κορυφαίος Βυζαντινολόγος - Προτεστάντης αυτός - σερ Στήβεν Ράνσιμαν: «Χαίρομαι με τη σκέψη ότι στα επόμενα 100 χρόνια ή ’Ορθοδοξία θα είναι ή μόνη ιστορική ’Εκκλησία πού θα υφίσταται»!  Ή Ορθοδοξία θα μένει ακατάβλητη για πάντα! (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")


Οι άν­θρωποι λησμόνησαν τον Θεό

Quo vadis? (κβό βάντις;). Που πη­γαίνεις, καημένη 'Ελλάδα; Απο­ρία; Αγωνία; Προβληματισμός;Όλα αυτά μαζί κι ακόμη περισσότερα μπροστά στη συνεχιζόμενη τραγωδία του τόπου, μπροστά στα προβλήματα - στο πρόβλημα - της πατρίδας μας.Προσεγγίζοντας το πρόβλημα με βά­ση τα κριτήρια τού Ευαγγελίου, της ’Ορ­θοδόξου Παραδόσεώς μας, πρωτίστως θα διαπιστώσουμε ότι ή σημερινή κρίση της Ελλάδας είναι πρωτοφανής! Διότι πρώτη φορά στην ιστορία της ή 'Ελλάδα πλήττεται σε όλα της τα επίπεδα. Πλήττεται, όπως το διετύπωσε ό μεγάλος μας συνθέτης Σταμάτης Σπανουδάκης, στην ψυχή της! Και γιατί πλήττεται; Τί φταίει; Ποιά εί­ναι ή ουσιαστική αιτία του προβλήματος;

     Δεκαετίες πριν, περιγράφοντας τη φο­βερή κατάσταση στην οποία είχε περι­έλθει ή δική του πατρίδα, ή Ρωσία, ό με­γάλος νομπελίστας συγγραφέας και ασυμβίβαστος αγωνιστής Αλέξανδρος Σολζενίτσιν έκανε την ακριβέστατη διά­γνωση του προβλήματος της, διάγνω­ση πού ισχύει απολύτως και για την Ελλάδα. Ο λόγος του είναι ευθύς, σα­φέστατος, κρυστάλλινος. ’Άς τον προσέ­ξουμε:

     «’Επάνω από μισό αιώνα, ενώ ήμουν παιδάκι ακόμη, άκουγα από διάφορους ηλικιωμένους ανθρώπους τα έξης λόγια, με τα όποια εξηγούσαν τις μεγάλες τα­ραχές και συμφορές στη Ρωσία: “Οι άν­θρωποι λησμόνησαν τον Θεό από εκεί έρχονται όλα τα κακά”. Από τότε κόπι­ασα επάνω στην ιστορία της επαναστάσεως κάτι περισσότερο από μισό αιώνα- διάβασα σχετικώς εκατοντάδες βιβλία- συγκέντρωσα εκατοντάδες μαρτυρίες και έγραψα και ό ίδιος προς έκκαθάρισιν αυτής της καταστροφής οκτώ τόμους. Εν τούτοις σήμερα, αν κάποιος με παρακαλέσει να κατονομάσω όσο γίνεται συντομότερα τη βασική αιτία αυτής της εξολοθρευτικής επαναστάσεως πού κα­ταβρόχθισε περίπου 60 εκατομμύρια ανθρώπους, δεν θα μπορούσα να εκφραστώ ακριβέστερα από το να επαναλάβω: “Οι άνθρωποι λησμόνησαν τον Θεό- από εκεί έρχονται όλα τα κακά".Αλλά και πέρ' από αυτό... αν θα απαι­τούσε κάποιος από μένα να τού δώσω ένα γενικότερο χαρακτηρισμό τού 20ού αιώνος, δεν θα εύρισκα τίποτε ακριβέστερο και περιεκτικότερο από τα λόγια: Οι άνθρωποι λησμόνησαν τον Θεό».

     Ποιός μπορεί να αμφιβάλλει ότι αυτή ή διάγνωση τού Σολζενίτσιν είναι πέ­ρα ως πέρα σωστή; Αυτό ακριβώς δεν έχει συμβεί και στην 'Ελλάδα; Οι Έλλη­νες εγκαταλείψαμε τον Θεό. Αυτή είναι ή όντως αιτία των δεινών μας, εκεί βρίσκε­ται το πραγματικό πρόβλημά μας.

     Τον εγκαταλείψαμε! Εκτροχιαστήκαμε, έχουμε χάσει τον πνευματικό προσανα­τολισμό μας. «’Επικατάρατος ό άνθρω­πος, ός την έλπίδα έχει έπ’ άνθρωπον» (Ίερ. ιζ’ [17] 1). Αυτή είναι ή κατάρα μας. Πήραμε την ελπίδα μας από τον Θεό και την αποθέσαμε στην Ευρώπη. Επί δε­καετίες τώρα το υπέρτατο όραμα τού τό­που, όπως διαρκώς το διαφήμιζαν οι νά­νοι και άπιστοι πολιτικοί μας, ήταν ή Ε­νωμένη Ευρώπη: «Άνήκομεν εις την δύσιν»... στην Ευρώπη. Και ή Ευρώπη τώρα μάς δείχνει εμπράκτως τί σημαίνει να εγκαταλείπεις τον Θεό και να εμπιστεύεσαι τούς ανθρώπους.

     Αυτή ή Ευρώπη άλλαξε τούς νόμους μας, τα ήθη μας, τις ιερές μας Παραδό­σεις. Από τότε πού ό τότε ηγέτης της χώ­ρας μάς ενέταξε στην Ευρωπαϊκή Έ­νωση, άρχισε και συνεχίζεται σαρωτική αλλαγή των νόμων της πατρίδας μας: αυτόματο διαζύγιο, συναινετικό διαζύ­γιο, πολιτικός γάμος, αποποινικοποίηση μοιχείας. Επιβλήθηκε νομιμοποίηση των εκτρώσεων, ένα έγκλημα πού βύθισε την Ελλάδα στο αίμα, κι αυτό το αδικοχαμένο αίμα άρχισε τώρα να παίρνει την εκδίκηση του. Κι ακόμη καθιερώθηκε «σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης»... και τελευταία «σύμφωνο συμβίωσης» για ο­μόφυλα ζευγάρια, πλήρης δηλαδή κα­ταστροφή τού γάμου και της οικογένειας, ανατροπή των νόμων της φύσεως, χυ­δαία έκτροπή, σοδομοποίηση της κοινω­νικής ζωής.

     Παράλληλα ό λαός μας παρασύρθηκε σε άθλιο τρόπο ζωής: κοσμικότητα, μα­νία εύκολου πλουτισμού, ανηθικότητα φρικιαστική. Ήθη και παραδόσεις χιλιε­τιών μέσα σε μια - δύο γενιές τείνουν να εξαφανιστούν. Ή τρυφηλή ζωή μετέτρε­ψε τη συζυγική ζωή σε σχέση σαρκικής μόνο απολαύσεως, με αποτέλεσμα ή Ελλάδα να βρίσκεται στη χειρότερη κα­τάσταση της ιστορίας της από πλευράς αριθμοί γεννήσεων.

     «Οι άνθρωποι λησμόνησαν τον Θεό- από εκεί έρχονται όλα τα κακά». Ό λόγος τού Σολζενίτσιν δεν είναι μόνο εξαιρετικά επίκαιρος, είναι ταυτόχρονα και λυτρω­τικός. Λυτρωτικός, διότι υποδεικνύει και τη μόνη λύση στο σημερινό αδιέξοδο:Την επιστροφή σε Κείνον πού λησμο­νήσαμε και εγκαταλείψαμε.Για να βρούμε στο Πρόσωπο τού Κυ­ρίου μας τη χαμένη χαρά της ζωής μας. (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")


Η Ευρώπη «τρώει» τους λαούς της

Ο μύθος τού γέρο-Αισώπου λέει πώς «λέων γηράσας», ένα λιοντάρι πού γέρασε και δεν μπορούσε με τη δύναμή του να βρίσκει την τροφή του, σκέφτηκε «δι έπινοίας τούτο πράξαι», να το πετύχει αυτό με κάποιο τέχνασμα. Έτσι μπήκε σε μια σπηλιά, ξάπλωσε και «προσεποιεΐτο νοσεΐν», παρίστανε ότι είναι άρρωστο. Με τον τρόπο αυτό συνελάμβανε και έτρωγε τα ζώα πού πήγαιναν να το επισκεφτούν. Αφού λοιπόν φαγώθηκαν πολλά ζώα, ή αλεπού, καταλαβαίνοντας το τέχνα­σμά του, πήγε και αυτή. Στάθηκε όμως μακριά από τη σπηλιά, και ρώτησε το λιοντάρι πώς τα πάει με την υγεία του. «Κακώς»! Πολύ άσχημα, είπε το λιον­τάρι, και τη ρώτησε για ποιόν λόγο δεν μπαίνει μέσα. «Άλλ έγωγε είσήλθον αν, εί μή έώρων πολλών είσιόντων ’ίχνη, έξιόντος δέ ούδενός»· θα έμπαινα βέβαια, τού απάντησε ή αλεπού, αν δεν έβλεπα πολλές πατημασιές εισερχόμενων ζώων, κανενός όμως έξερχόμενου.

«Γέρασε» στους καιρούς μας και ή Ευρώπη. Γέρασε. Και αφού επί αιώνες «κατασπάραξε» λαούς και έθνη με την αποικιοκρατική μανία της, τώρα στα γηρατειά της κλείστηκε ανήμπορη στην εύρωζωνική σπηλιά της και «καταβρο­χθίζει τις σάρκες» των αδύναμων λαών της, πού ανυποψίαστοι σπεύδουν να μπουν σ’ αυτήν.

Κι αφού επιπόλαια μπαίνουν, διαπι­στώνουν πώς πια δεν υπάρχει «έξοδος», δεν υπάρχει τρόπος να βγουν ζωντανοί από τη σπηλιά τού αδηφάγου τέρατος. ’Αν επιχειρήσουν έξοδο, ξέρουν πώς δεν θα κατορθώσουν να περισώσουν παρά μόνο τα «τσακισμένα κόκκαλά» τους και τα «κουρελιασμένα ρούχα» τους.

’Έτσι μένουν μέσα, και το αχόρταγο γέρικο «λιοντάρι» τούς «αλέθει». Αλέθει την ψυχή τους, καταβροχθίζει την έλευθερία τους, λιανίζει το Σύνταγμά τους, κατασπαράζει τις παραδόσεις τους, τα ήθη, τον πολιτισμό, τέλος και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές τους. Οι ηγεσίες τους δεν έχουν καμιά δύναμη μέσα στη θανατερή σπηλιά. Είναι απλά ασπόνδυλα ανδρείκελα, υποχρεωμένα να εκτελούν τις εντολές αόρατου Διευθυντηρίου.

Κάπου αιδώ τελειώνει ή όποια αναλογία τού Αισώπειου μύθου με τη σημερινή κατάσταση της Ευρώπης και τις δραμα­τικές επιπτώσεις της στη ζωή μας.

Όμως αυτό δεν είναι και το τέλος της ιστορίας. Αυτή ή ιστορία δεν τελειώνει με κατασπαραγμένα κόκκαλα. Μόνο ένα πολύ μυωπικό ανθρώπινο βλέμμα θα εστιάσει και θα περιοριστεί στον όγκο των υπολειμμάτων πού συσσωρεύει ή μανία τού γερασμένου λιονταριού.

Αν όμως μπορέσουμε να ανεβούμε λίγο ψηλότερα, αν μπορέσουμε να συν­τονίσουμε, έστω στιγμιαία, το βλέμμα μας με την όραση και την προοπτική τού ουρανού, τότε πίσω από τον άμορ­φο σωρό των εύρωζωνικών ερειπίων θα δούμε να ξεπροβάλλει ό ολόλαμπρος κόσμος τον όποιο κτίζει ό Θεός με τα «κατεστραμμένα υλικά» της δαιμονοκρατούμενης τούτης εποχής.

Θα δούμε τα αθέατα. Θα δούμε το με­γαλειώδες τέλος. Το σωτηριώδες τού κό­σμου σχέδιο πού εργάζεται μυστικά και αθόρυβα «ή πολυποίκιλος σοφία τού Θεού» (Έφεσ. γ' 10). Κάθε δοκιμασία πού επιτρέπει ό Θεός είτε στην προσω­πική και οικογενειακή μας ζωή είτε στη ζωή των εθνών και των λαών τους, την επιτρέπει πάντα για το καλό, για να συν­εργήσει στη σωτηρία όσο το δυνατόν περισσότερων. Και την τωρινή ακαταστασία της Ευρώπης εκεί την οδηγεί. Εμείς βλέπουμε μόνο το κάτω μέρος τού υφαντού πού υφαίνει ό Θεός στον μεγά­λο αργαλειό τού κόσμου- βλέπουμε τα κρόσσια πού κρέμονται, την ακαταστασία, το χάος. Το ύπέροχο όμως σχέδιο γίνεται στο επάνω μέρος τού υφαντού, αθέατο από τα δικά μας μάτια. Αθέατο, ναι. Υπαρκτό όμως! Αυτή ή βεβαιότητα είναι το πολικό αστέρι, ή πυξίδα πού κα­τευθύνει σωστά τη ζωή των πιστών. Το αντίθετο θα ήταν παραφροσύνη.

Κι έτσι πια κατανοούμε για ποιόν λόγο έδωσε ό Θεός τούτο τον καιρό την άδεια στο διάβολο να σκάψει με γιγαντιαίο αλέ­τρι την κατάξερη ευρωπαϊκή γη. Για να μπορέσει ’Εκείνος, ό ουράνιος Γεωργός, να σπείρει απλόχερα στο φρεσκοσκαμμένο έδαφος της γηραιός ηπείρου τον σπόρο τού Ευαγγελίου, και να αναστήσει την αιδώ και χίλια τόσα χρόνια τώρα νεκρωμένη της πίστη.

Να σηκωθούμε λοιπόν λίγο ψηλότερα όλοι. Την Ιστορία δεν την καθορίζει ή κα­ταστροφική μανία των δαιμόνων και των οργάνων τους στον κόσμο τούτο. Την κα­τευθύνει μόνο Αυτός πού είναι ό Κύριος της Ιστορίας και ό μόνος Κυβερνήτης τού κόσμου. Γι αυτό και δεν χρειάζεται άλλο κλάμα πάνω στα ερείπια τού κόσμου πού χάνεται. Άς χύνουμε τώρα δάκρυα μετάνοιας στο οργωμένο χώμα, για να βλαστήσει σύντομα ό σπόρος της νέας ζωής.

Πίσω από τα κατάμαυρα σύννεφα της παρανοϊκής αποστασίας της Ευρώπης ας βλέπουμε τον ήλιο της ’Ορθοδοξίας να ανατέλλει. Και μέσα από τον τάφο στον όποιο συσσωρεύονται τα κατασπαρα­γμένα από το γέρικο ευρωπαϊκό λιοντά­ρι κόκκαλα των λαών, να προσμένουμε την ανάσταση. Τη δόξα τού Σταυρού και τον θρίαμβο της ’Ορθοδοξίας σε όλο τον κόσμο. (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")



    «Ύβρις» είναι το να ξεπεράσει ό άν­θρωπος τα όριά του και να αυθαδιάσει ενώπιον του Θεού. Να υψώσει το άνάστημά του και να παραβιάσει όχι ανθρώπινους νόμους αλλά τούς θεϊ­κούς νόμους. Τότε ή θεϊκή δικαιοσύνη τον παραδίδει στην «Άτην», τη θόλωση του νου, τη σύγχυση της σκέψεως, ώσ­τε να πράξει ακόμη χειρότερα και έτσι να επισύρει εις βάρος του την «Νέμε- σιν», τη θεϊκή τιμωρία πού θα επιφέρει τελικά την «Τίσιν», την καταστροφή.

    Αυτό αποφάσισε να κάνει ή παρού­σα κυβέρνηση. Επέλεξε να προσχω­ρήσει στο χώρο της «ύβρεως». Αυτό πού δεν τόλμησαν ή δεν πρόφθασαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, οι όποι­ες κατερείπωσαν με τούς νόμους τους τον ιερό θεσμό της οικογένειας, σπεύ­δει τώρα ή σημερινή κυβέρνηση να το νομοθετήσει: Στις 10 του μηνός Ιουνί­ου ό Υπουργός της Δικαιοσύνης κατέ­θεσε σχέδιο νόμου με το όποιο το πε­ριβόητο, καταλυτικό του γάμου, «σύμ­φωνο συμβίωσης» επεκτείνεται και θα ισχύει και για τα ομόφυλα ζευγάρια, για άνδρα με άνδρα και για γυναίκα με γυναίκα.

    «Ανατροπή όλων των άξιων», είχε κραυγάσει παλαιότερα ό Νίτσε. Ανα­τροπή! Νομιμοποιείται το αφύσικο, ή ανωμαλία, ή διαστροφή! Ύβρις!!

    Και ήδη άρχισε να εκδηλώνεται ή «Άτη», ή σύγχυση των φρενών. Τρεις μόλις μέρες μετά την κατάθεση τού νομο­σχεδίου, στην προκλητική «παρέλα­ση υπερηφάνειας» (Pride) των ΛΟΑΤ (Λεσβίες, Ομοφυλόφιλοι, Αμφιφυλόφι­λοι, Τρανσέξουαλ) στην Αθήνα, ή Πρό­εδρος της Βουλής κ. Ζωή Κωνσταντοπούλου όχι μόνο παραβρέθηκε, αλλά και μίλησε και έπήνεσε τη διαστροφική εκδήλωση, και, στο αποκορύφωμα της συγχύσεως, ζήτησε ώστε κατά το επό- μενο έτος ή βρω­μερή παρέλαση να περάσει και... μέσα από τη Βουλή!!

    Αν θελήσει κανείς να αναμετρήσει το μέγεθος της «ύβρε­ως», θα φρίξει. Ό προφήτης Ησαΐας (κδ' [24] 5-6) το είχε προφητεύσει αιώ­νες προ Χριστού: Κατάρα θα καταφάει τη γη και «πτωχοί έσονται οι ένοικούντες έν τη γή», διότι «παρήλθοσαν τον νόμον και ήλλαξαν τα προστάγματα, διαθήκην αιώνιον»· άλλαξαν αυτά πού ήταν ακατάλυτη αλήθεια, νόμος αιώνιος. Αυτά τώρα καταπατούνται και περιφρονούνται. Πα­ραπάνω από το νόμο τού Θεού και τούς ίδιους τούς νόμους της φύσεως, σεβαστούς επί τόσες χιλιετίες από όλα τα έθνη και όλους τούς λαούς, τοπο­θετούνται οι βαβελικές, θρασείες και υβριστικές αποφάσεις των μικρών ανθρώπων, των νάνων τούτης της άποστατημένης εποχής.

    Κάποια στιγμή και τούτοι οι κυβερ­νήτες μας, όπως και οι προηγούμενοι, θα σταθούν μπροστά στην Ιστορία. Το βλέμμα της θα τούς διαπεράσει εταστικό. Τότε το σήμερα υπερήφανο πρό­σωπό τους, το θρασύτατα υψωμένο κεφάλι τους, το γεμάτο αυθάδεια ύφος τους τί θα κάνει; Τί θα τραυλίσει ή ασύστολη γλώσσα τους;

    Το πρώτο βήμα της προκλητικής «ύ­βρεως» έγινε. Ό­μως ή φοβερά ορ­γανωμένη και έντε­χνα δικτυωμένη ο­μάδα των λεγά­μενων ΛΟΑΤ δεν θα σταματήσει στο «σύμφωνο συμβί­ωσης». Θα συνεχί­σει. Θα απαιτήσει και ενδεχομένως θα επιβάλει τη νομοθέ­τηση και πολιτικού γάμου για τα ομό­φυλα ζευγάρια, αργότερα δε θα επιχειρήσει επιβολή και τού θρησκευτικού.

    Το ξέρασμα της κολάσεως θα επεκταθεί. Το αδίστακτο συνδικάτο των υποδουλωμένων στο βδελυρό πάθος σαν μανιασμένη κόμπρα έχει καταλη­φθεί από λύσσα να εκτοξεύσει το θα­νατηφόρο δηλητήριό του σ’ όλη τη γη. «Θυμός αύτοΐς κατά την όμοίωσιν τού όφεως» (Ψαλμ. νζ' [57] 5). Πιέζουν, απειλούν, προκαλούν με τις «παρελά­σεις υπερηφάνειας» (pride), συκοφαν­τούν και διασύρουν καθέναν πού θα τολμήσει να ονομάσει το πάθος τους με το πραγματικό του όνομα- ως ανωμαλία και διαστροφή της φύσεως.

    Ήδη το βδελυρό πάθος σαρώνει απ’ άκρου σ’ άκρο τον πλανήτη. Στην Ευρώπη οι χώρες: Αγγλία, Γαλλία, Βέλ­γιο, Ισπανία, Πορτογαλία, ’Ολλανδία, Ιρλανδία, ’Ισλανδία, Νορβηγία, Σουη­δία, Φινλανδία, ’Εσθονία, Δανία και Λουξεμβούργο έχουν νομοθετήσει τον γάμο των ομοφυλοφίλων. Άλλες: 'Ελ­βετία, Γερμανία, Τσεχία, Ουγγαρία, Κροατία, Αυστρία, Σλοβενία, το «σύμ­φωνο συμβίωσης». Είναι και 16 πού δεν έχουν δεχτεί ούτε το ένα ούτε το άλλο: Ιταλία, Σερβία, Ρωσία, Ρουμα­νία, Βουλγαρία, Ουκρανία, Σλοβακία, Αλβανία, ΠΓΔΜ, Μολδαβία, Λευκο­ρωσία, Πολωνία, Λιθουανία, Λετονία, Αρμενία, Γεωργία. (Γιώργου Ν. Παπα- θανασόπουλου, «Ή άλωση της οικο­γένειας και στην Ελλάδα», Ίστολόγιο «Ακτίνες», 12’Ιουνίου 2015).

    Ή Ελλάδα με το νομοθέτημα αυτό γί­νεται, δυστυχώς, ή πρώτη ’Ορθόδοξη χώρα πού βυθίζεται στο βόθρο της σοδομοποιημένης Ευρώπης.Είναι φανερό ότι δεν έχουμε να κά­νουμε με ανθρώπινη απλώς επιχείρηση. Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε φαι­νόμενο υπερφυσικό, σε έκρηξη της κολάσεως! Ό ίδιος ό σατανάς έχει έξαπο- λύσει μανιώδη επίθεση εφ’ όλου τού μετώπου.

    Αυτό το πρωτοφανές φαινόμενο οι πιστοί της Ορθοδόξου ’Εκκλησίας είναι φανερό ότι δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε με ανθρώπινα όπλα. Πριν ό τόπος παραδοθεί στην «Άτην» και επέλθει ή «Νέμεσις» και ακολουθήσει ή «Τίσις», δηλαδή πριν ό έν Τριάδι Θεός μάς εγκαταλείψει και καταστραφούμε, πρέπει να συνέλθουμε.Απαιτείται πρωτίστους προσευχή. Προσευχή να φωτίσει ό Θεός τούς κυ­βερνήτες μας να σταματήσουν, να μην απλώσουν το πόδι τους στο χείλος τού γκρεμού. Μην παρασύρουν την ’Ελ­λάδα στο χάος της Σοδομιτικής κολάσεως.

    -Κύριε Υπουργέ της Δικαιοσύνης, βγάλτε τούς παραμορφωτικούς φακούς των Σοδομιτών από τα μάτια σας και ρίξτε μια ματιά στο διάτρητο νομοσχέ­διό σας. Αν κάτι άλλο δεν κατανοήσετε, τουλάχιστον δείτε τα άρθρα 9, 10 και 11. Μιλάτε εκεί για απόκτηση τέκνου. Απόκτηση τέκνου πώς, κύριε ’Υπουρ­γέ; Ασφαλώς δεν το αγνοείτε. Γνωρί­ζετε ότι οι ευνοούμενοι τού νομοθετή- ματός σας θα πληρώσουν με λίγα σά­πια ευρωδολάρια τα δυστυχισμένα πλάσματα τού Νεπάλ, για να «αποκτήσουν» τέκνα. Μπροστά σ’ αυτό το κραυγαλέο έγκλημα γιατί κλείνετε τα μάτια σας; Το περίφημο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τού όποι­ου την καταδικαστική της χώρας μας απόφαση επικαλείσθε, δεν τα γνωρί­ζει αυτά; Αυτές οι ταλαίπωρες γυναίκες τού Νεπάλ, ή όποιας άλλης χώρας, δεν έχουν ανθρώπινα δικαιώματα; Τί είναι; Δεν είναι άνθρωποι;

    Απευθύνουμε έκκληση προς τον κύ­ριο Πρωθυπουργό να μην επιτρέψει να συντελεσθεί το κυοφορούμενο έγκλη­μα. Ή κυβέρνησή του, πού επί μήνες διαπραγματεύεται με τούς ευρωπαϊκούς θεσμούς και αρνείται να παραδοθεί αμαχητί στις εντολές τους για την οικονομία, γιατί σπεύδει στο ζήτημα αυτό, πού πλήττει καίρια την Παράδο­σή μας, να εφαρμόσει τις επιταγές της Ευρώπης;

    Χρειάζεται όμως και κινητοποίηση και ειρηνική αντίδραση τού λαού τού Θεού. Στα δικά του χέρια βρίσκεται ή υπόθεση. Ό καθένας ας αναλάβει πλέ­ον ενώπιον τού Θεού τις ευθύνες του. Ώστε να υψωθεί τείχος απόρθητο στην κατά τού τόπου μας καταστροφική επέλαση.  (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")


Τρία νέα χαρακτηριστικά της αμαρτίας

     Από τότε πού ό άνθρωπος έπεσε  στην πρώτη αμαρτία, από τότε ν' πού μέσα στον παράδεισο αθέ­τησε την εντολή του Θεού, εισήλθε στον κόσμο το κακό. Ό πρώτος άνθρωπος, πού πλάσθηκε από τον Δημιουργό του σε κατάσταση χάριτος και αναμαρτησίας, έριξε τον εαυτό του στην κατάσταση της αμαρτίας και της φθοράς και κατέληξε στο θάνατο. Και όλοι οι απόγονοι των Πρωτοπλάστων στη συνέχεια, όλοι οι άνθρωποι μέχρι σήμερα, κληρονομούμε τη δική τους ασθένεια και ζούμε υποταγμένοι στο νόμο της αμαρτίας- όλοι κυ­ριαρχούμαστε από τη φθορά και κατα­λήγουμε στο θάνατο.

     Αυτό γινόταν μέχρι τότε πού ήλθε στον κόσμο ό Υιός του Θεού, ό Κύριος Ιησούς Χριστός, ό μόνος αναμάρτητος, πού με τον Σταυρό και την Ανάστασή Του νίκη­σε την αμαρτία και τη φθορά- πάτησε τον θάνατο και μάς έδωσε τη δυνατότητα να νικούμε και μείς την αμαρτία, να ζούμε σύμφωνα με το θέλημά Του και να πο­ρευόμαστε προς τη μακαριότητα της αιω­νίου ζωής στη Βασιλεία Του.

    Αλλά ενώ έχει πλέον δοθεί αυτή ή υπέροχη δυνατότητα, δεν την εκμεταλλευόμαστε όλοι. Επιμένουμε και μετά τον ερχομό τού Χριστού στη ζωή της αμαρτίας και γινόμαστε έτσι εχθροί τού εαυτού μας, πού ζητούμε οι ’ίδιοι την καταστροφή και την αιώνια καταδίκη μας.

     Το θλιβερό και παράδοξο είναι ότι την υποταγή μας στην αμαρτία στις μέρες μας την εργαζόμαστε συστηματικά και ανυποχώρητα και στην κατά παράδοσιν Ορθόδοξη Χριστιανική πατρίδα μας, με τρόπους μάλιστα πού δεν υπήρχαν στο παρελθόν.

     Σήμερα νομιμοποιήθηκε ή αμαρτία με νόμους πού έρχονται σε μετωπική σύγ­κρουση με τον άγιο νόμο τού Θεού και ψηφίσθηκαν από τη Βουλή της χώρας μας, πού το Σύνταγμά της έχει ως προ­μετωπίδα την επίκληση τού φοβερού Ο­νόματος της Αγίας Τριάδος και παραδέ­χεται ότι «επικρατούσα θρησκεία είναι ή θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας τού Χριστού». Πώς τόλμησε ή Βουλή αυτής της χώρας να νομιμοποι­ήσει το φοβερό έγκλημα των εκτρώσεων, τον φόνο αθώων και ανυπεράσπιστων υπάρξεων μέσα στα σπλάχνα των μη­τέρων τους, ενώ ό νόμος τού Θεού δίνει ρητή την εντολή- «ού φονεύσεις»; Πώς αποποινικοποιεί ό νόμος μας το βαρύτατο αμάρτημα της μοιχείας, ενώ ό άγιος νόμος τού Θεού συνιστά- «ού μοιχεύσεις»;

     Άλλα υπάρχει και κάτι ακόμη χειρότερο πού γίνεται τα τελευταία χρόνια στην πα­τρίδα μας. Με την ανοχή ή και με την ενίσχυση των αρχόντων μας, οι άνθρω­ποι πού παραβαίνουν όχι μόνο τον άγιο νόμο του Θεού, αλλά επιπλέον και αυτούς τούς νόμους της φύσεως και πέ­φτουν στο βδελυκτό αμάρτημα της ομοφυλοφι­λίας, διαφημίζουν χωρίς ντροπή τη φοβερή εκτρο­πή τους, υπερηφανεύονται γι’ αυτήν και παρελαύ­νουν προκλητικά ατούς δρόμους των μεγάλων πό­λεων μας. Αυτή ή έκτροπή, πού μέχρι το 1990 ό Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας τη θεωρούσε ασθένεια, ενώ ακόμα και άνθρωποι χωρίς κάποια θρησκευ­τικότητα την καταδίκαζαν με αποτροπιασμό, τώρα όχι απλώς είναι ανεκτή, αλλά καλύπτεται και νομοθετικά και διδάσκεται στα παιδιά μας ως «μία άλλη επιτρεπτή και κατά πάντα αποδεκτή σεξουαλική κατεύθυνση, πού χαρακτηρίζει την ιδιαι­τερότητα κάποιων συνανθρώπων μας». Επιπλέον δε επιτρέπεται ή οργάνωση δημοσίων εκδηλώσεων και «εορτών υπερηφάνειας» γι’ αυτό πού απαξιώνει τον άνθρωπο και καταρρακώνει την άξιοπρέπειά του.

Νομοθετική κάλυψη της αμαρτίας! Και υπερηφάνεια γι’ αυτήν!

     Το δεύτερο είναι χειρότερο από το πρώ­το. Υπάρχει και ένα τρίτο, πού είναι χει­ρότερο από το δεύτερο. Είναι το να αμαρτάνεις και να απαγορεύεις να σου πουν ότι αυτό πού κάνεις δεν είναι κατόρθωμα πού δικαιολογεί υπερηφάνεια, αλλά έκτροπή πού εγκυμονεί κινδύνους και κατα­στροφή! Όποιος δεν εγκρίνει τον τρόπο της ζωής σου, να λες ότι είναι ρατσιστής και πρέπει γι’ αυτό να καταδικαστεί. Να μην καταδικαστεί ή αμαρτία, να μην καταδικαστεί το κακό, αλλά να καταδικαστεί αυτός πού το ελέγχει.

     Μάλιστα! Να μην πούμε ότι ή μοιχεία δι­αλύει την οικογένεια. Να μην πούμε ότι ή έκτρωση είναι φόνος. Τότε να μην πούμε ότι και ή κλοπή είναι αμαρτία, αλλά ότι για κάποιους είναι «τρόπος ζωής», πού πρέ­πει «να τον σεβασθούμε ως μια ιδιαιτερότητα» της προσωπικότητάς τους, και αν την καταδικάσου­με, θα πρέπει εμείς να καταδικασθούμε!

Μήπως με όλα αυτά ό αποστερημένος κόσμος μας προσπαθεί να κοιμί­σει την ταραγμένη συνεί­δησή του; Μήπως μάς επιβάλλεται νέος τρόπος σκέψεως και ζωής; Διότι: Αν ή αμαρτία μας είναι «νόμιμη», δεν έχουμε τίποτε να φοβηθούμε. Αν μά­θουμε να τη διαπράττουμε με υπερηφάνεια, δεν θα ντρεπόμαστε πια γι αυτήν.

    Και αν είμαστε έτοιμοι να καταδικάσου­με όποιον επιχειρήσει να μάς ξυπνήσει, νομίζουμε ότι θα καταφέρουμε να καθη­συχάσουμε τη συνείδησή μας, ώστε να μη μάς ενοχλεί. Αλλά τότε δεν θα υπάρχει πια καμιά ελπίδα σωτηρίας.

Άς μην παρασυρόμαστε.

    Ή αμαρτία είναι παρανομία.

    Ή αμαρτία πρέπει να φέρνει ντροπή.

    Ή αμαρτία πρέπει να ελέγχεται.

     Για να ξυπνά, να οδηγείται στη μετάνοια και να έχει ελπίδα σωτηρίας ό αμαρτωλός άν­θρωπος, για τον όποιο σταυρώθηκε ό Θεός. Για να έχει ελπίδα ή δύσμοιρη πα­τρίδα μας, πού δεν υπακούει πια σ’ Αυτόν πού μέχρις έσχατων τη δόξαζε, αλλά σ’ αυτούς πού μέχρι σήμερα την εκμεταλλεύονται, την ταπεινώνουν και την πο­δοπατούν.  (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")

2017 ΕΤΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

        ΕΡΩΤΩΜΕΝ" Τί είναι, αγαπητοί μου, τί είναι χρόνος; Το ερώτημα τούτο είναι ένα από τα σπουδαιότερα ερωτήματα εις τα όποια προσπαθεί ν’ απαντήσει ή σκέψις του ανθρώπου. Στον αιώνα μας ένας κορυφαίος μαθηματικός, ο ’Αϊνστάιν, απαντώντας στο ερώτημα προχώρησε σε βάθος, ανέπτυξε νέα θεωρία περί χρόνου και χώρου, άλλα πά­λι δεν ικανοποίησε απόλυτα το ανθρώπινο πνεύμα.

       Εμείς με την ανατολή του νέου έτους 2015 δεν θα θελήσουμε να αναπτύξουμε φιλοσοφικώς το θέμα, για να μπορέ­σουν όχι ολίγοι άλλα όλοι οι ακροάται και άναγνώσται μας να μάς παρακολουθήσουν. Θα διατυπώσουμε λίγες απλές και πρακτικές σκέψεις, στηριζόμενοι πάνω στο αθάνατο βιβλίο της αγίας Γραφής, και μά­λιστα σε μια εκφώνηση της θείας Λειτουργίας, πού συνοψίζει τη διδασκαλία της αγίας Γραφής, εις το «Ευλογημένη ή βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του άγιου Πνεύματος νΰν και  αεί και εις τούς αιώνας τών αιώνων». Την ακούμε σε κάθε λειτουργία, άλλα πόσοι είναι αυτοί πού εννοούν και αισθάνονται τη θεμελιώδη αυτή αλήθεια;

        Ό χρόνος, αγαπητοί μου, διακρίνεται σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Και για μεν το παρελθόν έχουμε να παρατηρήσουμε ότι ως μέτρο χρόνου λαμβάνεται ή ανατολή και ή δύσι του ηλίου. Το φαινόμενο αυτό επί αιώνες και χιλιετίες επαναλαμβάνεται ομοιόμορφα. Είναι ό φυσικός χρόνος. Άλλ’ ενώ τα φυσικά φαινόμενα επαναλαμβάνονται και μπορούμε να πούμε «Ούδέν καινόν υπό τον ήλιον», όσα όμως συμβαίνουν στην ιστορία του ανθρώπου ως όντος προικισμένου με λογική και ελευθερία, παρουσιάζουν μια ποικιλία γεγονότων μικρών και μεγάλων. Είναι ό ιστορικός χρόνος. 'Όμως, όχι μόνο ό άνθρωπος άλλα και όλα τα φυσικά φαινόμενα και γεγονότα έχουν αρχή. Δεν υπήρχαν πάντα. 'Υπήρξε εποχή κατά την όποια τίποτε από όσα βλέπουμε και θαυμά­ζουμε στον φυσικό κόσμο δεν υπήρχε. Δεν υπήρχε ήλιος, δεν υπήρχε γη, δεν υπήρχε σελήνη, δεν υπήρχαν άστρα, δεν υπήρχαν φυτά, δεν υπήρχαν ζώα, δεν υπήρχε άνθρωπος. 'Όλα αυτά δεν βρέθηκαν τυχαίως- δημιουργήθηκαν εν χρόνω από τον παντοδύναμο, πάνσοφο και πανάγαθο Θεό. Από την άποψη αυτή ό Θεός μπορεί να όνομασθή άχρονος. Δεν έχει, δηλαδή, ούτε αρχή ούτε τέλος. «Κατ' άρχάς σύ, Κύριε, την γην εθεμελίωσας», λέει ό ψαλμωδός, «και εργα των χειρών σού είσιν οι ουρανοί- αυτοί άττολοΰνται, σύ δε διαμένεις, και πάντες ως ίμάτιον τταλαιωθησονται, και ωσεί περιβόλαιον έλίζεις αυτούς, και άλλαγήσονται- σύ δε ό αυτός ει, και τα έτη σου ούκ εκλείψουσιν» (Ψαλμ. 101, 26-28).

        Άλλ’ ενώ ή αιωνιότητα υπό την απόλυτη έννοια ανήκει μόνο στον Θεό, ό άνθρωπος, ό κάθε άνθρωπος, πού πλάστηκε κατ’ εικόνα Θεού, όσο δυνατός, πλούσιος και μέγας κι αν είναι, ό άνθρωπος ανήκει στο νΰν. Το χρονικό, δηλαδή, διάστημα πού θα ζήση πάνω στη γη, όσο μεγάλο κι αν φαίνεται, κι αν υποτεθεί ότι θα ζήση χίλια χρόνια, είναι τούτο ελάχιστο εν συγκρίσει με την αιωνιότητα. Ναι! Ή διάρκεια της ζωής μας έδώ στον πλανήτη της γης είναι σαν ένας κόκκος άμμου εν συγκρίσει με την άμμο όλης της θαλάσσης. Είναι μια σταγόνα ύδατος εν συγκρίσει με τούς άπεράντους ωκεανούς.

         Και όμως από τον ελάχιστο αυτό χρόνο της ζωής μας εξαρτώνται ύψιστα και αιώνια συμφέροντα. Θ’ αναφέρουμε ένα παράδειγμα' ας υποθέσουμε, ότι κάποιος επισκέπτεται την κόλαση, όπου βρίσκονται οι ψυχές όλων εκείνων πού δεν έκαναν καλή χρήση του χρόνου, άλλ’ έζησαν με αφροσύνη και ασωτία. Εάν, λοιπόν, άπηύθυνε προς όλους αυτούς το ερώτημα- «Τί θέλετε; τί ζητάτε; ποιά είναι ή επιθυμία σας;», ασφαλώς κανένας απ’ αυτούς δεν θα ζητούσε τα υλικά εκείνα αγαθά πού απήλαυσε στην επίγεια ζωή. Δεν θα ζητούσε πλούτη, ηδονές, δόξες, τιμές. ’Αλλά τί θα ζητούσε; Θα ζητούσε να επανέλθει στη ζωή για μια μόνο ημέρα. Διότι μία μόνο ημέρα —τί λέγω;—, ένα και μόνο λεπτό της ώρας φθάνει για να πει από τα βάθη της καρδιάς του ένα «ήμαρτον». Άλλ’ εκεί πλέον ή θύρα της μετανοίας έχει κλείσει για πάντα...

            'Έχοντας υπ όψιν αυτά, αγαπητοί μου, τώρα που μας αξιώνει ο Κύριος να χαιρετί­σουμε νέο σωτήριο έτος, όπως ονομάζεται στη γλώσσα της Εκκλησίας, ας άναλογισθούμε ότι το νέο έτος είναι περίοδος άνεκτιμήτου αξίας. Αυτό ας το προσέξουμε πολύ. Το σήμερα είναι δικό μας. Το αύριο δεν είναι δικό μας. Ζούμε στο «νύν» , και κάθε λεπτό της επιγείου ζωής μάς παρέχει τη δυνατότητα να ζήσουμε «σωφρόνως» και «δι­καίως» και «ευσεβώς» (Τίτ. 2,12). Δηλαδή, να εκτελέσουμε όλα τα καθήκοντα' τα καθήκοντα πού έχουμε απέναντι στον εαυτό μας («σωφρόνως»), τα καθήκοντα πού έχουμε απέναντι στους άλλους («δικαίως») και τα καθήκοντα πού έχουμε απέναντι στο Θεό («ευσεβώς»). Μακάριος είναι εκείνος πού ζει όχι όπως θέλουν τα πάθη, άλλ’ όπως θέλει ό Θεός. Λέγεται για κάποιον ευσεβή αυτοκράτορα της Ρώμης, ότι εξήταζε τον εαυτό του το βράδυ της κάθε ημέρας και αν από την επιμελή αυτή εξέταση προέκυπτε ότι δεν έκανε κάποιο καλό, έλυπείτο και έλεγε' «'Αλλοίμονο, έχασα την ήμερα μου!».

            Αγαπητοί μου! Αν θελήσουμε κ’ εμείς, τώρα στην αρχή τού νέου έτους, να ρίξουμε ένα βλέμμα στο παρελθόν μας, θα βρούμε πολλές μέρες, πού, ενώ μάς δόθηκαν ευκαιρίες να κάνουμε το καλό, εν τούτοις σπαταλήσαμε τον πολύτιμο χρόνο της ζωής μας με αφροσύνη και ασωτία. Εάν εξετάσουμε το παρελθόν μας, θ’ αναστενάξουμε για την απώλεια πολυτίμου χρόνου και θα πούμε κ’ εμείς το λόγο του Ρωμαίου αύτοκράτορος' ’Αλλοίμονο, χάσαμε τον καιρό μας!

             Και μετά την διαπίστωση αυτή το πρώτο πού έχουμε να πράξουμε είναι να ευχαρι­στήσουμε εκ βάθους καρδίας τον Κύριο, διότι, ενώ για τα αμαρτήματα πού έχουμε διαπράξει θα έπρεπε να τιμωρηθούμε, θα έπρεπε να σεισθεί ή γη και ν’ άνοιξη να μάς καταπιεί, εν τούτοις ό Θεός μακροθυμεί και μάς δίνει νέα προθεσμία για μετάνοια. Ό άγγελός μας περιμένει ν’ ακούσει το «ήμαρτον». 'Όλοι μας, άνδρες και γυναίκες, νέοι και νεάνιδες, μικροί και μεγάλοι, ας μη αναβάλουμε, άλλ’ ας σπεύσουμε στο άγιώτατο μυστήριο της μετανοίας και εξομολογήσεως και ας λάβουμε συγχώρηση αμαρτημά­των. Τότε το έτος 2017 θα είναι το πιο ευτυχισμένο έτος της επιγείου ζωής μας. Τότε θα αισθανθούμε εκείνο πού αισθάνθηκε ένας νεώτερος φιλόσοφος της Ρωσίας, ό Ντοστογέφσκι. 'Όταν έξωμολογήθη σ’ έναν πνευματικό πατέρα, είπε" «Παράδεισος φύ­τρωσε στην καρδιά μου!». "Αχ, αγαπητοί μου! Πόσο λυπούμαι και κλαίω και ανα­στενάζω, διότι, παρ’ όλες τις ταπεινές μας προσπάθειες, μόνο ένας πολύ μικρός αριθμός ψυχών προσέρχονται στο μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως, ένας στους δέκα περίπου!

            Ώ Κύριε ημών ’Ιησού Χριστέ! Σύ, πού ως άνθρωπος φάνηκες πάνω στη γη και βαπτίσθηκες στον ’Ιορδάνη ποταμό και σταυρώθηκες για να πλύνεις τις ψυχές μας και να καθαρίσεις τις συνειδήσεις μας από τα πολλά άμαρτήματά μας, σε παρακαλούμε, στείλε το άγιό σου Πνεύμα να μάς φώτιση για να βρούμε και πάλι το δρόμο της σω­τηρίας, το δρόμο της ευτυχίας, πού εις μάτην ζητούμε μακριά από Σένα.

Είθε, αγαπητοί μου, να είναι το έτος τούτο έτος μετανοίας για όλο το λαό μας! (π.Αυγουστίνος Καντιώτης)

 

 Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ   

   Μερικοί, κατά λαϊκή ρήση, επαι­νούν το σπίτι τους, για να μη πέσει και τούς πλάκωσει. Ομοίως και μερικοί επίσκοποι, ευκαίρως ακαίρως, συνεχώς και κατά κόρον, εκθειάζουν το επισκοπικό αξίωμά τους, για να μη πέφτει στη συνείδηση των ανθρώπων, ή μάλλον για να μη πέφτουν αυτοί στη συνείδηση των ανθρώπων. Συχνά δε και πυκνά αναφέρονται σε λόγους του άγιου Ιγνατίου του Θεοφόρου, διά των οποίων τονίζεται και εξαίρεται ή σημασία του επισκοπικού αξιώμα­τος.

    Βεβαίως ό επίσκοπος είναι ό ανώ­τερος βαθμός της Ιεροσύνης και το ανώτερο εκκλησιαστικό αξίωμα. Βεβαίως άνευ επισκόπου δεν νο­είται Εκκλησία. Αλλά βεβαίως και άνευ πιστού λαού δεν νοείται Εκ­κλησία. Βεβαίως, επίσης, υπάρχει ό επίσκοπος για το λαό και όχι ό λαός για τον επίσκοπο. Και βεβαίως οι πι­στοί πρέπει να υπακούουν στον ε­πίσκοπο, αλλά και ό επίσκοπος ν' αγάπα το λαό και να εκδαπανάται γι' αυτόν. Ό απόστολος λέγει: «Πείθεσθε τοις ήγουμένοις υμών και ύπείκετε' αυτοί γάρ άγρυπνούσιν υπέρ τών ψυχών υμών» (Έβρ. ιγ' 17).

     Άλλ' οι εξαίροντες και εκθειάζοντες το επισκοπικό αξίωμα πρέ­πει να λαμβάνουν υπ' όψιν και ορισμένα πράγματα ως προς τον επί­σκοπο, για τα όποια όμως αποφεύ­γουν να ομιλούν. Ιδού μερικά μόνο από τα σχετικά προς το επισκοπικό αξίωμα πράγματα, για τα οποία οι λαλίστατοι επαινέτες του επισκό­που τηρούν σιγή ιχθύος:

    Ό επίσκοπος είναι ό ανώτερος βαθμός της Ιεροσύνης, άλλ' ολίγο διαφέρει από το βαθμό του πρεσβυ­τέρου. Εν τούτοις το αξίωμα του επισκόπου έχει τόσο πολύ εξογκωθεί και εξυψωθεί, ώστε ή διαφορά μεταξύ επισκόπου και πρεσβυτέ­ρου να είναι όσο ή διαφορά μεταξύ ουρανού και γης!

    Ό επίσκοπος πρέπει να είναι ακενόδοξος, ταπεινόφρων, όχι υπερή­φανος, όχι αυταρχικός, όχι δικτα­τορικός στον κατ' εξοχήν δημοκρα­τικό χώρο, όποιος είναι ή Εκκλησία του Χριστού.

    Ό επίσκοπος πρέπει να είναι ανώ­τερος αμαρτωλών ηδονών, αγνός, όχι ανήθικος, όχι ήρωας σεξουαλι­κών σκανδάλων.

    Ό επίσκοπος πρέπει να είναι δί­καιος, όχι άδικος, όχι ν' άδικη τον ευσεβή και να δικαιώνει τον άσεβη, και όχι να μην ελέγχει τον αδικούντα, επειδή είναι ισχυρός, και ν' αφήνει ανυπεράσπιστο τον αδικούμενο, επειδή είναι αδύνατος.

    Ό επίσκοπος πρέπει προπάντων να είναι φύλαξ και υπερασπιστής της Πίστεως, ό ίδιος να ορθοτομεί το λόγο της αληθείας, και, όσους δεν ορθοτομούν, να ελέγχει αυστη­ρώς και να στηλιτεύει. Τούς αιρετι­κούς να πολεμεί, αλλά και τους φιλαιρετικούς, όπως είναι στην επο­χή μας οι οικουμενιστές, επίσης να πολεμεί.

    Ό επίσκοπος πρέπει να είναι άν­δρας παρρησίας και γεναιότητος, να λέγει την αλήθεια, ακίνδυνη και επικίνδυνη, και ν' ασκεί έλεγχο προς κάθε κατεύθυνση, προπάντων προς τους εκκλησιαστικούς και τούς κοσμικούς άρχοντες, όσον υ­ψηλά και αν ίστανται, και όσο και αν στοιχίζει ό έλεγχος.

    Ό επίσκοπος δύναται βεβαίως ν' απαιτεί υπακοή άπα τον κλήρο και το λαό, αλλά πρώτος αυτός πρέπει να υπακούει στον Αρχηγό της Εκ­κλησίας, τον Κύριο και Θεό και Σω­τήρα Ιησού Χριστό. Ή φωνή τού Θεού Πατρός, ή όποια ακούσθηκε στο όρος της Μεταμορφώσεως, συνιστούσε υπακοή στο Χριστό: «Ούτος εστίν ό Υιός μου ό αγαπη­τός, έν ώ ευδόκησα, αυτού άκούετε» (Ματθ. ιζ' 5).

    Αν ό επίσκοπος ζητεί πράγματα σύμφωνα προς το θέλημα του Χρι­στού, οφείλουμε υπακοή. Άλλ' αν ζητεί πράγματα αντίθετα προς το θέλημα του Χριστού, οφείλουμε ανυπακοή.

Οι εκθειάζοντες το επισκοπικό αξίωμα και επικαλούμενοι τούς λό­γους του άγιου Ιγνατίου του Θεοφόρου υπέρ του επισκόπου γιατί δεν ομιλούν και για τα προσόντα και τις αρετές, πού απαιτεί ή Γραφή και πρέπει να έχει ό φορέας του ανωτέρου εκκλησιαστικού αξιώμα­τος, ώστε να είναι άξιος επίσκοπος; Επίσης, γιατί δεν λένε, ότι υπάρ­χουν και ανάξιοι επίσκοποι, κοσμι­κοί, εμπαθείς, μεγαλομανείς, κενόδοξοι, φιλάργυροι, άδικοι, διε­φθαρμένοι, διεστραμμένοι, σύμμα­χοι σκοτεινών δυνάμεων, προδότες της Πίστεως, μεγάλοι σκανδαλοποιοί, οι όποιοι με την αντίχριστη συμπεριφορά τους πολλούς, «δι' ους Χριστός απέθανε» (Α' Κορ. η' 11), αυτοί περιάγουν σε απιστία και αθεΐα; Οι εκθειάζοντες το επισκο­πικό αξίωμα γιατί δεν διευκρινί­ζουν, ότι ό άγιος Ιγνάτιος εννοού­σε τον καλό επίσκοπο, ό όποιος είναι μεγάλη ευλογία στην Εκκλη­σία, και όχι τον κακό επίσκοπο, ό όποιος είναι ή μεγαλύτερη συμφο­ρά στην Εκκλησία; Γιατί ενθυμούνται 'Ιγνάτιο και δεν ενθυμούνται και Χρυσόστομο, ό οποίος για τούς επισκόπους είπε, «Ουδέν δέδοικα ώς επισκόπους πλήν ένίων»; Τίποτε δηλαδή δεν φοβήθηκα όπως τούς επισκόπους έκτος ολίγων.

    Οι επίσκοποι εκείνοι, οι όποιοι ανυψώνουν τον επίσκοπο υπεράνω των γαλαξιών και συνανυψώνουν τούς εαυτούς των, ας προσγειω­θούν. Διότι προκαλούν θυμηδία, για να μη ειπούμε αηδία.(Από τον «ΣΤΑΥΡΟ»)


ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΗΣ

Ο ευσεβής εφημέριος, αγαπητοί μου, δεν ενδιαφέρεται μόνον δια τους χριστιανούς, οί όποιοι παραμένουν μονίμως εις την ένορίαν του· ενδιαφέρεται και δια τους χριστιανούς εκείνους, οί όποιοι δια διαφόρους λόγους άνεχώρησαν εκ της ενορίας και παραμένουν ως μετανάσται εις τά μεγάλα αστικά κέντρα του Εξωτερικού. Και μέχρις αυτών των ενοριτών, τών ευρισκομένων εις τάς εσχατιάς της γης, επεκτείνεται τό ενδια­φέρον του καλού ποιμένος. Όχι μόνον μνημονεύ­ει τών ονομάτων αυτών εν τή ίερα προθέσει, άλλά και δι' άλλων τρόπων, ως δι' αλληλογρα­φίας, αποστολής φυλλαδίων κ.τ.λ., εκδηλώνει το ενδιαφέρον του.

    Θ' άναφέρωμεν εδώ εν συγκινητικόν παρά­δειγμα ποιμαντικής μερίμνης κληρικού, ό όποιος εφημερεύει εις όρθόδοξον ναόν τής πόλεως Νόργουωκ τής Αμερικής. Ό κλη­ρικός αυτός ονομάζεται Γερμανός Σταυρόπουλος και είνε ιερομόναχος θεο­λόγος. Ένας έκ τών ενοριτών του έξέκλινε τής ευθείας οδού, έγκατέλειψεν έγκυον σύζυγον, έπέστρεψεν εις την Ελλάδα, εις μικρόν χωρίον τής περιφε­ρείας Φλωρίνης, και μέ ψευδομάρτυρας, πού έπεστράτευσε, προσεπάθει νά έκδοθή διαζύγιον εις βάρος τής συζύγου του.

     Ό π. Γερμανός απέναντι του δράματος μιας οικογενείας τής ενορίας του δέν έμεινεν αδιάφορος. Τό πάν έπραξε διά την συμφιλίωσιν τών διεστώτων συζύγων. Όταν δέ έπληροφορήθη, ότι ό σύζυγος άνεχώρησεν έξ Αμερικής διά ν' άποφύγη τάς οίκογενειακάς υποχρεώσεις, ό π. Γερμανός έλαβε την ήρωικήν άπόφασιν νά έλθη εις την Ελλάδα μόνον και μόνον διά νά συνάντηση αυτόν. Έζήτησε τετραήμερον άδειαν. Ήλθεν αεροπορικώς εις την Ελλάδα, μετέβη εις τό χωρίον και ανε­ζήτησε την οίκίαν, εις την οποίαν διέμενεν ό άσωτος σύζυγος. Έκτύπησε την θύραν. Όποία υπήρξεν ή έκπληξις του συζύγου, όταν ενώπιον του είδε τον π. Γερμανόν, τον έφημέριον τής ενορίας του Νόργουωκ! Ουδέποτε ήδύνατο νά φαντασθή, ότι ό ιερεύς θά πραγματοποίηση μακρινόν ταξίδιον, θά υποβληθή εις τόσους κόπους και έξοδα, διά νά εύρη πλανηθέν πρόβατον. Ό π. Γερ­μανός παρέμεινεν εκεί και δεν άνεχώρησε προτού απόσπαση άπ' αυτόν υπόσχεσιν, ότι θά έπιστρέψη πλησίον τής συζύγου του, ή όποία μετ' ολίγον θά φέρη νέον άνθρωπον εις την ζωήν.

    (...) Πιστεύω, ότι τό παράδειγμα του π. Γερμανού, ό όποιος ήλθεν έξ Αμε­ρικής μόνον και μόνον διά μίαν ποιμαντικήν έπίσκεψιν, σας έχει συγκινήσει και διδάξει. Ό π. Γερμανός διά τής επισκέψεως ταύτης ανεδείχθη μικρός μι­μητής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ό όποιος έκ του ουρανού κατήλθεν εις την γήν και έπεσκέψατο τό πλάσμα τών χειρών του και προς σωτηρίαν αυτού έξέχεε τό τίμιόν του αίμα επί του φρικτού Γολγοθά. Μνημονεύωμεν τής θυσίας εκείνης. Ό,τι και αν πράξωμεν ημείς όπερ τής σωτηρίας του ποι­μνίου είνε άπειροελάχιστον έναντι τής θυσίας Εκείνου. Έκ τών ελαχίστων είνε και τό νά βαδίσωμεν ολίγα βήματα εντός τής ενορίας μας, διά νά έπισκεφθώμεν τους ένορίτας, οί όποιοι έχουν ανάγκην τής ηθικής και πνευμα­τικής συμπαραστάσεως του ιερέως εις τάς δύσκολους στιγμάς τής ατομικής και οικογενειακής των ζωής.

    Ή κατ' οίκον επίσκεψις είνε ιερόν καθήκον εκάστου εφημερίου. Πάς δε εφημέριος, και ό πλέον ολιγογράμματος, έφ' όσον έχει καρδίαν καιομένην από την φλόγα του θείου ζήλου, δύναται νά εκτέλεση τό ιερόν τούτο καθήκον. Όλίγας λέξεις θερμάς, μεστάς θείων νοημάτων, δύναται κατά τάς κατ' οίκον επισκέψεις ν' άπευθύνη προς τους χριστιανούς του. Και αί όλίγαι αύται λέ­ξεις, σύντομον και πρακτικόν κήρυγμα, δύνανται, βοηθούσης τής θείας χάρι­τος, νά φέρουν αποτελέσματα ίσως μεγαλύτερα άπό τά αποτελέσματα ρητο­ρικών λόγων, τους οποίους εκφωνούν άπό τους άμβωνας διάσημοι ιεροκήρυ­κες. Έκ τής έπόψεως ταύτης πάς εφημέριος είνε ίεροκήρυξ, έστω και αν δεν έχη τό χάρισμα νά όμιλή έπ' εκκλησίας. Ούτω δέ πράττων, ώς τονίζει και ό άοίδιμος Νικηφόρος Θεοτόκης, δύναται νά είνε ένας έξ εκείνων, διά τους οποίους ό Κύριος είπεν: «Ός αν ποίηση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται έν τή βασιλεία τών ουρανών» (Ματθ. 5:19).

 Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, 1974