100+1 χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος, από την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που εξασφάλιζε την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, οι άκαρπες στρατιωτικές και διπλωματικές επιχειρήσεις Βενιζέλου και Κωνσταντίνου, στο στρατόπεδο της Σμύρνης, οδήγησαν τους Νεότουρκους στη βίαιη εκδίωξη όλων των Ελληνικών πληθυσμών από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία, καθώς με φωτιά και με μαχαίρι ο δικός τους κόσμος προχωρεί, όπως λέει κι ο ποιητής, κατευθύνοντάς τους σε τρεις γενοκτονίες, παρότι ο όρος αυτός θα γεννηθεί κατά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, όταν θα σβήνει ένας άλλος λαός, οι Εβραίοι, από την Ευρώπη, έργο των ναζί.
Ο προηγούμενος αιώνας είδε πολλούς λαούς να διαγράφονται από τον χάρτη. Είδε τη γενοκτονία των Χερέρο και Νάμα στη Νότια Αφρική (1904-1914), τη γενοκτονία των Ποντίων, των Ασσυρίων και των Αρμενίων στη δυτική Ασία (1910’-1920’), τη γενοκτονία των Ρομά και των Εβραίων στην Ευρώπη (1940), τη γενοκτονία της Καμπότζης στη δυτική Ασία (1975-1979), τη γενοκτονία της Ρουάντα στην κεντρική Αφρική (1994). Τόσο αίμα χύθηκε και εξακολουθεί να χύνεται, για ποιο λόγο; Πώς κάποιοι πήραν την απόφαση πως αύριο θα σταματήσεις να υπάρχεις, ενώ αυτοί, συνέχισαν τις «αθώες» ζωές τους, χωρίς καθόλου τύψεις;
Από τους Αρχαίους Έλληνες, μέχρι τον Ντοστογιέφσκι, το σχήμα ύβρις -τίσις -νέμεσις ή το έγκλημα και τιμωρία, έχουν αποδειχθεί αλάνθαστα μέχρι τον προηγούμενο αιώνα, αφού η θεϊκή τιμωρία κατά τους Έλληνες ή οι τύψεις κατά τους Ρομαντικούς ξέρουν να αποδίδουν δικαιοσύνη. Πριν 100 χρόνια όμως, αυτό άλλαξε, και κάποια έθνη έχοντας έπαρση, αποφάσισαν πως είναι αυτοί κυρίαρχοι του κόσμου και όποιος λαός δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους, δεν έχει πια νόημα ύπαρξης.
Μόνο στη σκέψη αυτού, θυμάται κανείς τα λόγια του Θουκυδίδη 2.400 χρόνια πριν, που αν μπορούσε να δει τη συνέχεια, θα μας χαρακτήριζε άξιους της μοίρας μας και θα έκαιγε τα έργα του, αφού τα κράτη άφησαν τόσα πολλά να γίνουν μέσα σε έναν αιώνα, όπως δυστυχώς προέβλεψε, έχοντας την ελπίδα πως ίσως θα είχαν αποφευχθεί, όταν έγραφε <<ὅσοι δὲ βουλήσονται τῶν μελλόντων τὸ σαφὲς σκοπεῖν ποτὲ αὖθις κατὰ τὸ ἀνθρώπινον τοιούτων καὶ παραπλησίων ἔσεσθαι, ὠφέλιμα κρίνειν αὐτὰ ἀρκούντως ἕξει>>, δηλαδή «θα είμαι ευχαριστημένος, αν κρίνει ωφέλιμα τα έργα μου, οποίος θελήσει να μάθει την αιτία για τα μελλοντικά εγκλήματα, γιατί αυτά θα είναι παρόμοια, από την πλευρά της ανθρώπινης φύσης (εννοείται με τα του Πελοποννησιακού Πολέμου)». Αυτό είναι και το ερώτημα που θα πρέπει να μας απασχολεί διαρκώς: πώς θα αποφύγουμε τη συνάντηση τέτοιων αιτίων με την ίδια ανθρώπινη φύση.