ΕΠΩΔΕΣ ΚΑΙ ΓΟΗΤΕΙΕΣ


Βασιλάκης Φ. Νεκτάριος 








 Τι κι αν η ζωη μας ειναι η σκια ενος ονείρου. Τα όνειρα ειναι θεραπευτικα. Όσο πιο βαθια βυθιζόμαστε στο όνειρο της ζωης ανακαλύπτουμε τον αληθινο μας εαυτό και την πηγη καθε ευτυχιας. Είναι μάταιο να ανταγωνίζεται κανείς την ύλη, όσο σπουδαίο και κερδοφόρο να είναι. Η πληρότητα υπάρχει μονάχα σε αυτό που για τους πολλούς είναι ακατανόητο, ασήμαντο και άγνωστο.

  


"Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα", Ίκαρος, 1989




Si j' ai du gout, ce n' est gueres


Que pour la terre et les pierres.
Que pour la terre et les pierres.
ARTHUR RIMBAUD


Τον άγγελο
τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολύ κοντά
τα πεύκα το γιαλό και τ' άστρα.
Σμίγοντας την κόψη τ' αλετριού
ή του καραβιού την καρένα
ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα
για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα.


Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι
μ' ανήμπορα μέλη, με το στόμα ρημαγμένο
από τη γέψη της σκουριάς και της αρμύρας.
Όταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατά το βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σε καταχνιές από τ' άσπιλα φτερά των κύκνων που μας πληγώναν.
Τις χειμωνιάτικες νύχτες μας τρέλαινε ο δυνατός αγέρας της ανατολής
τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στην αγωνία της μέρας που δεν μπορούσε να ξεψυχήσει.
Φέραμε πίσω
αυτά τ' ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής.




Θερινό ηλιοστάσιο


Mιλούσες για πράγματα που δεν τά 'βλεπαν κι αυτοί γελούσαν.
Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
πάνω νερά·
να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
στα τυφλά, πεισματάρης
και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σαν το πολύροζο λιόδεντρο -
άφησε κι ας γελούν.
Kαι να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος
στη σημερινή πνιγερή μοναξιά
στ' αφανισμένο τούτο παρόν -
άφησέ τους.
O θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής
υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας.




Ο ΣΤΡΑΤΗΣ Ο ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΑΠΑΝΘΟΥΣ


Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους~
πως να μιλήσεις με τους πεθεμένους.
Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών~
γι' αυτό σωπαίνουν
ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν
παρά δήμων ονείρων, παρά δήμων ονείρων.


Αν αρχίσω να τραγουδώ θα φωνάξω
κι α φωνάξω-
Οι αγάπανθοι προστάζουν σιωπή
σηκώνοντας ένα χεράκι μαβιού μωρού της Αραβίας
ή ακόμη τα πατήματα μιας χήνας στον αέρα.


Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί~
πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα
γιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.
Αλλιώς δε γίνεται, μόλις με πάρει ο ύπνος
οι σύντροφοι κόβουνε τους ασημένιους σπάγκους
και το φλασκί των ανέμων αδειάζει.
Το γεμίζω κι αδειάζει, το γεμίζω κι αδειάζει~
ξυπνώ
σαν το χρυσόψαρο κολυμπώντας
μέσα στα χάσματα της αστραπής,
κι ο αγέρας κι ο κατακλυσμός και τ' ανθρώπινα σώματα,
κι οι αγάπανθοι καρφωμένοι σαν τις σαϊτες της μοίρας
στην αξεδίψαστη γης
συγκλονισμένοι από σπασμωδικά νοήματα,
Θα 'λεγες είναι φορτωμένοι σ' ένα παμπάλαιο κάρο
κατρακυλώντας σε χαλασμένους δρόμους, σε παλιά καλ-
ντερίμια,
οι αγάπανθοι τ' ασφοδίλια των νέγρων:
Πώς να τη μάθω ετούτη τη Θρησκεία;


Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι η αγάπη
έπειτα έρχεται το αίμα
κι η δίψα για το αίμα
που την κεντρίζει
το σπέρμα του κορμιού καθώς τ' αλάτι.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός ειναι το μακρινό ταξίδι~
εκείνο το σπίτι περιμένει
μ' ένα γαλάζιο καπνό
μ' ένα σκυλί γερασμένο
περιμένοντας για να ξεψυχήσει το γυρισμό.
Μα πρέπει να μ' αρμηνέψουν οι πεθαμένοι~
είναι οι αγάπανθοι που τους κρατούν αμίλητους,
όπως τα βάθη της Θάλασσας ή το νερό μες στο ποτήρι.
Κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια της Κίρκης~
ακριβέ μου Ελπήνωρ! Ηλίθιε, φτωχέ μου Ελπήνωρ!
Η, δεν τους βλέπεις;
-"Βοηθήστε μας!"-
Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη.
Τράνσβααλ, 14 Γενάρη
'42



Γ. Σεφέρης





 




Comments