Μεγάλοι ζωγράφοι της νεοελληνικής τέχνης
Τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα
Α᾽ φουρνιά ζωγράφων
H αστική τάξη και οι ζωγράφοι της
Β᾽ φουρνιά ζωγράφων
Οικονόμου Αριστείδης (1823 - 1887)
Προσωπογραφία κυρίας, 1849
Λάδι σε μουσαμά, 68 x 55,5 εκ.
αρ. έργου: Π.4111
Pige Francesco (1822 - 1862)
Πίτζε Φραντσέσκο
Μαριγώ Σαχτούρη
Λάδι σε μουσαμά, 75 x 61 εκ.
Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη
αρ. έργου: Κ.823
Ιακωβίδης Γεώργιος (1853 - 1932)
Η σύζυγος του καλλιτέχνη με το γιο τους, 1895
Λάδι σε μουσαμά, 109 x 75 εκ.
Ρίζος Ιάκωβος (1849 - 1926), Στην ταράτσα, 1897, Λάδι σε μουσαμά
Ρίζος Ιάκωβος (1849 - 1926)
Στην ταράτσα, 1897
Λάδι σε μουσαμά, 111 x 167 εκ.
Δωρεά του καλλιτέχνη
αρ. έργου: Π.1108
Εκτίθεται
Εθνική Πινακοθήκη, Άλσος Ελληνικού Στρατου, Γουδή
Ο Ιάκωβος Ρίζος, ο οποίος σπούδασε στο Παρίσι, εκφράζει το πνεύμα της Μπελ Επόκ, δηλαδή της τέχνης που αναπτύσσεται στο Παρίσι γύρω στα 1900. Η ζωγραφική του έχει ως κύριο θέμα όμορφες και κομψές γυναίκες που απεικονίζονται μέσα σε πλούσια ανάκτορα ή σε κήπους. Είναι μια ζωγραφική ευχάριστη και ανώδυνη.
Η "Αθηναϊκή βραδιά", ένα από τα πιο γοητευτικά έργα του τέλους του 19ου αιώνα, ζωγραφίστηκε το 1897 και το 1900 τιμήθηκε με αργυρό μετάλλιο στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού. Ο πίνακας εκφράζει το κλίμα ευφορίας, το ευ ζην των πλούσιων αστών της Αθήνας στο τέλος του αιώνα. Στην ταράτσα ενός νεοκλασικού σπιτιού στην περιοχή της Πλάκας, ένας όμορφος αξιωματικός του ιππικού απαγγέλλει ποίηση σε δύο ωραίες Αθηναίες που τον ακούνε μαγεμένες. Ένα γλυκό ηλιοβασίλεμα τυλίγει στα πορτοκαλόχρωμα πέπλα του την Ακρόπολη στο βάθος του πίνακα και διαποτίζει τις φόρμες, χωνεύοντάς τις κυριολεκτικά μέσα στην ατμόσφαιρα. Το έργο μπορεί να περιφρονεί τις σχολές και τα ιμπρεσιονιστικά διδάγματα, αλλά αποπνέει ένα διαβρωτικό ποιητικό αίσθημα που το κάνει αξιολάτρευτο.
Αναζωογόνηση θεματολογίας, ύφους και χρωμάτων
Το Ελληνικό Φως
H Γενιά του 30᾽και οι επίγονοι
Λύτρας Νίκος (1883 - 1927)
Το ψάθινο καπέλλο, π. 1925
Λάδι σε μουσαμά, 86 x 66 εκ.
Εκτίθεται
Εθνική Πινακοθήκη, Άλσος Ελληνικού Στρατου, Γουδή
"Το ψάθινο καπέλο" είναι από τα πιο εντυπωσιακά και τα πιο τολμηρά έργα του πρώιμου ελληνικού Μοντερνισμού. Πριν ακόμη το αναλύσουμε, η πρώτη εντύπωση που μας δίνει είναι ότι βυθιζόμαστε σε ένα νησιώτικο τοπίο μια καλοκαιρινή μέρα με μεγάλη ζέστη. Τα φλογισμένα κίτρινα από τα ξερά χόρτα, που σμίγουν με την κίτρινη ψάθα του ηλιοκαμένου κοριτσιού –γιατί κορίτσι είναι– συνομιλούν με τα γαλάζια και τα ιώδη, που μεταναστεύουν από το πουκάμισο της νεαρής κοπέλας στον ασπρισμένο αυλόγυρο και στα χαμηλά νησιώτικα σπίτια, που κλείνουν τη σύνθεση προς τα πάνω. Κυριαρχούν λοιπόν δύο συμπληρωματικά χρώματα, διαβαθμισμένα όμως σε διάφορους τόνους και απλωμένα στη σύνθεση παρατακτικά: όλα τα γκριζογάλαζα ψυχρά στο κάτω μέρος, όλα τα πορτοκαλοκίτρινα θερμά προς τα πάνω.
Ο ζωγράφος φορτώνει το πινέλο με μπόλικο χρώμα και «χτίζει» τη σύνθεσή του με πλατιές πινελιές. Είναι σαν να παρακολουθούμε τον ίδιο τον γρήγορο και σίγουρο ρυθμό και τη φορά της χειρονομίας του καλλιτέχνη. Μπορούμε λοιπόν να μιλήσουμε για μια εξπρεσιονιστική χειρονομιακή γραφή. Μόνο που ο Νικόλαος Λύτρας μεταδίδει ένα αίσθημα γαλήνης και όχι αγωνίας, όπως συμβαίνει με τους εξπρεσιονιστές ζωγράφους. Αυτό το έργο, με τον κλειστό ορίζοντα και την ανοδική σύνθεση, με τα ζωηρά φλεγόμενα από τον ήλιο χρώματα, μπορεί να θεωρηθεί ως ιδεόγραμμα του ελληνικού καλοκαιριού σε ένα ελληνικό νησί στο Αιγαίο. Ίσως πρόκειται εδώ για την Τήνο, από όπου καταγόταν ο ζωγράφος.