|||
Camera Stylo
Auteur
Ζαν-Λικ Γκοντάρ (Jean-Luc Godard) υπήρξε «πνευματικός πατέρας» του κινηματογραφικού κινήματος της nouvelle vague (Νουβέλ Βαγκ).
Με βασικό του σύνθημα ότι στην τέχνη όλα επιτρέπονται, ο Γκοντάρ από τη δεκαετία του ’50 άρχισε να πειραματίζεται με τους κινηματογραφικούς κώδικες.
Αντλώντας έμπνευση από την προσωπική του ζωή και τις πολιτικές του πεποιθήσεις, δοκιμάζει μια σειρά από νέες τεχνικές ανατρέποντας την καθιερωμένη τάξη των πραγμάτων: κάμερα στο χέρι, αυτοσχεδιασμός, μακράς διάρκειας πλάνα, jump cuts, δοκιμιογραφικός λόγος, παράθεση λογοτεχνικών και φιλοσοφικών κειμένων είναι μόνο μερικές από τις πρωτοποριακές λύσεις που εφάρμοσε για πρώτη φορά.
Οι ταινίες του ήταν γρήγορες και ψύχραιμες, ημι-σεναριακές και ελεύθερες. Έκανε γυρίσματα με φυσικό φως, με χειροκίνητες κάμερες και χωρίς μακιγιάζ. Ανακάτευε την υψηλή και τη χαμηλή κουλτούρα, τις δραματικές και τις ντοκιμαντερίστικες φόρμες.
¨Οπως σε όλο τον κόσμο, έτσι και στην Ελλάδα το γαλλικό νέο κύμα ενέπνευσε δραστικά την πρώτη γενιά ελλήνων σκηνοθετών που είχαν γεννηθεί μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο. Ενδεικτικό της έντονης επιρροής που ασκούσε ο Γκοντάρ σε μεγάλη ομάδα εξ αυτών ήταν ο χαρακτηρισμός "τα Γκονταράκια" που υποδήλωνε την προσύλωση και την πίστη στο εικονοκλαστικό ύφος του σκηνοθέτη.
Για τον Γκοντλαρ η ανάγκη ήταν η μητέρα της εφεύρεσης: η περίφημη τεχνική του «jump cut» αναπτύχθηκε αρχικά για να επιταχύνει τη δράση, χρησιμοποιούσε άπειρους ηθοποιούς επειδή του άρεσε η αμήχανη γοητεία τους.
πηγή:https://www.bovary.gr/faces/oramatistes/o-zan-lyk-gkontar-pethane
“La photographie, c'est la vérité et le cinéma, c'est vingt-quatre fois la vérité par seconde...”
«Μια ιστορία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος, αλλά όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά», πίστευε, απόλυτα άνετος με την ασυνέχεια και την παρέκκλιση».
«Η φωτογραφία είναι αλήθεια. Και το σινεμά είναι αλήθεια 24 φορές το δευτερόλεπτο».
«Δεν έχει νόημα να έχεις ευκρινείς εικόνες όταν έχεις ασαφείς ιδέες», ωστόσο, παρά τη φαινομενική χαλαρότητα του στυλ του Γκοντάρ, είχε πάντα ένα σχέδιο».
«Λυπάμαι το γαλλικό σινεμά γιατί δεν έχει λεφτά. Λυπάμαι το αμερικάνικο γιατί δεν έχει ιδέες».
«Τα τρία τέταρτα των σκηνοθετών σπαταλούν 4 ώρες στο να γυρίσουν μια σκηνή που χρειάζεται πραγματικά 5 λεπτά. Προτιμώ να δουλέψω για 5 λεπτά με το κινηματογραφικό συνεργείο και να κρατήσω 3 ώρες για μένα να σκεφτώ».
«Δεν έχει σημασία από πού παίρνεις πράγματα, αλλά πού τα πας».
«Λίγο πολύ λέω πάντα «Ας κάνουμε αυτό που δεν έχει γίνει».
«Το μόνο που χρειάζεσαι για να γυρίσεις μια ταινία είναι ένα κορίτσι και ένα όπλο».
«Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να νιώθεις μια ταινία. Θα έπρεπε να νιώθεις μια γυναίκα, όχι μια ταινία. Δεν μπορείς να φιλήσεις μια ταινία».
«Το σινεμά δεν είναι μια σειρά από αφηρημένες ιδέες, αλλά η διατύπωση στιγμών».
«Δεν κάνεις μια ταινία, οι ταινίες σε κάνουν».
«Δεν ξέρω τίποτα για τη ζωή, παρά μόνο όσα ξέρω μέσα από τον κινηματογράφο».
«Μερικές φορές η πραγματικότητα είναι πολύ περίπλοκη. Οι ιστορίες της δίνουν μορφή».
«Το σινεμά δεν είναι κατασκευή. Είναι τέχνη. Δεν σημαίνει ομαδική δουλειά. Κάποιος είναι πάντα μόνος του στο σετ, σαν μπροστά από μια λευκή σελίδα. Και το να είσαι μόνος σου σημαίνει να κάνεις ερωτήσεις. Και το να κάνεις ταινίες σημαίνει να τις απαντάς».
«Θέλω να είμαι μαζί με όλους αλλά να μένω μόνος».
«Στο μεγαλύτερο μέρος της καριέρας μου έκανα ταινίες που κανείς δεν ήθελε να δει».
«Αυτός που πηδάει στο κενό δεν έχει να δώσει εξήγηση σε αυτούς που στέκονται και κοιτάνε».
«Να ζει κανείς ή να μη ζει. Αυτή δεν είναι πραγματική ερώτηση».
Σε όλες τις ταινίες του ο Γκοντάρ επανέρχεται επανειλημμένα στο θέμα της κακής επικοινωνίας. Στην ταινία του, Με Κομμένη την Ανάσα, ο Mισέλ, ένας μικροκακοποιός που υποδύεται ο Ζαν Πολ Μπελμοντό, συνοψίζει ιδανικά μια ελαττωματική σχέση:
«Όταν μιλούσαμε, μιλούσα για μένα και εσύ μιλούσες για σένα, ενώ θα έπρεπε να είχαμε μιλήσει ο ένας για τον άλλον».
Παρομοίως, στον Τρελό Πιερό οι κακότροποι εραστές αναρωτιούνται αν πραγματικά ταιριάζουν ο ένας στον άλλον:
Φερντινάρντ: «Γιατί φαίνεσαι τόσο λυπημένος;».
Μαριάν: «Επειδή μου μιλάς με λόγια και εγώ σε κοιτάζω με συναισθήματα».
Στην ταινία του Ζούσε τη Ζωή της του 1962, η λαμπερή Άννα Καρίνα υποδύεται τη Νανά, μια νεαρή γυναίκα που παλεύει να επιβιώσει μόνη της στη μεγάλη πόλη. Η Νανά ξεκινάει μια συζήτηση με έναν φιλόσοφο σε ένα καφέ.
«Ξαφνικά δεν ξέρω τι να πω. Μου συμβαίνει συχνά. Σκέφτομαι πρώτα αν είναι οι σωστές λέξεις. Αλλά όταν έρχεται η στιγμή να μιλήσω, δεν μπορώ να το πω. Γιατί πρέπει πάντα να μιλάει κανείς; Νομίζω ότι συχνά πρέπει να σιωπάμε, να ζούμε στη σιωπή. Όσο πιο πολύ μιλάει κανείς, τόσο λιγότερο σημαίνουν οι λέξεις».
Οι ταινίες του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ είναι προκλητικές, ενθαρρυντικές για τη ζωή. Όσο κι αν ασχολούνται με τη φιλοσοφία και την ηθική, είναι επίσης χαρούμενες, δροσερές και αστείες. Και οι χαρακτήρες του Γκοντάρ δεν φοβούνται να χορέψουν.
Προς το τέλος του Τρελού Πιερό, ο Φερδινάνδος, ένας φυγάς από την αστική κοινωνία, τα συνοψίζει όλα αυτά πολύ ωραία σε μία φράση:
«Πριν από δέκα λεπτά είδα παντού τον θάνατο. Τώρα είναι ακριβώς το αντίθετο. Κοιτάξτε τη θάλασσα, τα κύματα, τον ουρανό. Η ζωή μπορεί να είναι θλιβερή, αλλά είναι πάντα όμορφη!».
Ο Ζαν Λυκ Γκοντάρ άρχιζε σχεδόν κάθε του φράση με τη λέξη «αντιθέτως». Au contraire. Αυτό θέλει να γραφτεί στον τάφο του.
Το 1950, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ μαζί με τους Τρυφώ και Ριβέτ εκδίδει το περιοδικό Gazette du Cinema, γράφει για το σινεμά και παράλληλα παίζει σε ταινίες των Ριβέτ και Ρομέρ. Όπως αναφέρει η Βικιπαιδεία, ο σπουδαίος Γάλλος σκηνοθέτης το 1952 ξεκίνησε τη συνεργασία του με το θρυλικού περιοδικό Cahiers du Cinema του Αντρέ Μπαζέν. Μαζί με άλλους κριτικούς κινηματογράφου, αποφάσισε να φτιάξει δικές τους ταινίες και να φέρουν μια επανάσταση στο μέσο, διότι ήταν δυσαρεστημένος με την ποιότητα του Γαλλικού Κινηματογράφου της εποχής τους. Αυτή η ομάδα ήταν η βάση της Νουβέλ Βαγκ. Το 1954 θα γυρίσει το ντοκιμαντέρ μικρού μήκους "Επιχείρηση Μπετόν", την πρώτη ταινία του, ενώ μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '50 θα έχει ολοκληρώσει άλλα τέσσερα φιλμ μικρού μήκους.
Το 1968, o Γκοντάρ εγκατέλειψε τη Νουβέλ Βαγκ και ίδρυσε μαζί με τον Jean-Pierre Gorin την κινηματογραφική ομάδα Τζίγκα Βερτόφ (Dziga Vertov Group), ονομασμένη από τον γνωστό Σοβιετικό σκηνοθέτη. Επρόκειτο για μια ομάδα πολιτικά ενεργών σκηνοθετών οι οποίοι ομαδικά και ανώνυμα δημιουργούσαν πειραματικές και πολιτικές ταινίες οι οποίες υποστήριζαν κινήματα όπως ο Μαοϊσμός και ο Μαρξισμός. Οι ταινίες αυτές ήταν ριζοσπαστικές ως προς το περιεχόμενο και το ύφος τους και βασίζονταν ως επί το πλείστον, στις ιδέες της πάλης των τάξεων και τον διαλεκτικό υλισμό.
Την παρέμβαση του προέδρου της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο φεστιβάλ κινηματογράφου των Καννών σχολίασε σκωπτικά ο μεγάλος σκηνοθέτης Ζαν Λικ Γκοντάρ. Ο Ζελένσκι είπε μεταξύ άλλων ότι «ο κόσμος χρειάζεται έναν νέο Τσάπλιν που θα αποδείξει σε εμάς ότι το σινεμά δεν είναι σιωπηλό. Χρειαζόμαστε ένα σινεμά που θα δείξει ότι κάθε φορά το τέλος θα είναι με την πλευρά της ελευθερίας», προκαλώντας την αντίδραση του Γκοντάρ, ο οποίος δήλωσε:
«Η παρέμβαση του Ζελένσκι στο φεστιβάλ των Καννών είναι προφανής, αν την εξετάσουμε από την άποψη αυτού που ονομάζεται “σκηνοθεσία”: ένας κακός ηθοποιός, ένας επαγγελματίας κωμικός υπό το βλέμμα άλλων επαγγελματιών οικείων επαγγελμάτων. Νομίζω ότι έχω πει κάτι ανάλογο πριν από πολύ καιρό. Χρειάστηκε έτσι η σκηνοθεσία του νιοστού παγκόσμιου πολέμου και η απειλή μιας ακόμη καταστροφής για να μάθει ο κόσμος ότι οι Κάννες είναι ένα εργαλείο προπαγάνδας, όπως όλα τα άλλα. Προπαγανδίζουν τη δυτική αισθητική…
Η συνειδητοποίηση αυτή δεν είναι κάτι σπουδαίο κι όμως ήδη είναι. Η αλήθεια των εικόνων έρχεται αργά. Τώρα, φανταστείτε ότι ο ίδιος ο πόλεμος είναι αυτή η αισθητική που αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια ενός παγκόσμιου φεστιβάλ, του οποίου οι ενδιαφερόμενοι είναι τα κράτη που βρίσκονται σε σύγκρουση ή μάλλον “συμφέροντα”, που μεταδίδουν αναπαραστάσεις των οποίων είμαστε όλοι θεατές… εσείς και εγώ. Ακούω συχνά τον όρο “σύγκρουση συμφερόντων”, ο οποίος είναι ταυτολογία. Υπάρχει σύγκρουση, μικρή ή μεγάλη, μόνο αν υπάρχει συμφέρον.
13 Σεπτεμβρίου (ανήμερα θανάτου) 2022 12:38
Το 2011, στις απαρχές της κρίσης, τότε που το αφήγημα του "τεμπέλη Έλληνα" έβρισκε χώρο σε δυτικά στόματα, ο σκηνοθέτης απαντούσε στο περιοδικό "Les Ιnrockuptibles", με αφορμή την αναφορά στην οικονομική κρίση της χώρας μας που έγινε στην ταινία του "Film Socialism":
"Θα έπρεπε να ευχαριστούμε την Ελλάδα. Η Δύση οφείλει πολλά στην Ελλάδα, τη χώρα της φιλοσοφίας, της δημοκρατίας, της αρχαίας τραγωδίας. Ξεχνάμε πάντα τους δεσμούς ανάμεσα στην τραγωδία και στη δημοκρατία. Χωρίς τον Σοφοκλή δεν θα υπήρχε ο Περικλής. Χωρίς τον Περικλή δεν θα υπήρχε ο Σοφοκλής. Ο κόσμος της τεχνολογίας μέσα στον οποίο ζούμε χρωστά τα πάντα στην Ελλάδα.
Ποιος εφηύρε τη λογική; Ο Αριστοτέλης. Ο Α ισχυρίζεται το Β. Ο Α διαθέτει θετικό χαρακτηριστικό. Αρα ο ισχυρισμός Β είναι αληθινός. Αφού το είπε ο Αριστοτέλης έτσι θα είναι. Λογική. Είναι αυτό που οι κυρίαρχες δυνάμεις ολημερίς φροντίζουν ώστε να μην υπάρχει καμία αντίδραση, ώστε να λειτουργούμε κάτω από μια ίδια λογική .
Σωστά είχε πει η γερμανοεβραία συγγραφέας Χάνα Αρεντ ότι η λογική παροτρύνει τον ολοκληρωτισμό. Επομένως όλος ο κόσμος χρωστά χρήματα στην Ελλάδα. Αυτή η χώρα θα μπορούσε να απαιτήσει εκατομμύρια των εκατομμυρίων από όλους για τα συγγραφικά δικαιώματα των αρχαίων. Και θα ήταν απολύτως λογικό να της δοθούν. Αμέσως. Οι Ελληνες επίσης κατηγορούνται ως ψεύτες. Αυτό μου θυμίζει έναν παλιό συλλογισμό που μαθαίναμε στο σχολείο: ο Επαμεινώνδας είναι ψεύτης και εφόσον όλοι οι Ελληνες είναι ψεύτες, άρα ο Επαμεινώνδας είναι Ελληνας. Δεν έχουμε προχωρήσει και πολύ από τότε ".
Tην ίδια χρονιά, το 2011 και πάλι, σε δηλώσεις του στον Guardian έλεγε άλλωστε, με αφορμή τη κυκλοφορία της ίδιας ταινίας:
"Ο Αριστοτέλης ήταν εκείνος που διατύπωσε το μεγάλο «επομένως». Για παράδειγμα, «δεν με αγαπάς, επομένως...». Χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη εκατομμύρια φορές, για να λάβουμε τις πιο σημαντικές αποφάσεις. Ήρθε ο καιρός να αρχίσουμε να πληρώνουμε για αυτό... Αν κάθε φορά που χρησιμοποιούμε την λέξη πληρώνουμε δέκα ευρώ, η κρίση θα τελειώσει σε μια μέρα".
Στην εν λόγω ταινία του (Film Socialisme) ο Γκοντάρ, με αφορμή μια κρουαζιέρα στη Μεσόγειο, με διάφορους σταθμούς από Νάπολη και Ελλάδα μέχρι Αίγυπτο, έβρισκε εκ νέου την ευκαιρία να μιλήσει για το σύγχρονο κόσμο μας και τα πολιτικά, οικονομικά και ηθικά του προβλήματα, στη λογική που διέπει ολόκληρη την καριέρα του.
Το παραλειπόμενο από τη ταινία είναι πως παρόλο που ένας από τους έξι σταθμούς στο κρουαζιερόπλοιο του Γκοντάρ, είναι η Ελλάδα, ο αριθμός των αντίστοιχων πλάνων είναι αναλογικά μικρός σε σχέση με τους υπόλοιπους πέντε προορισμούς. Αυτό συμβαίνει, διότι σύμφωνα με την παραγωγή, όταν ο Γάλλος σκηνοθέτης απευθύνθηκε στους αρμόδιους Έλληνες φορείς προκειμένου να λάβει την απαιτούμενη άδεια για γυρίσματα στην Επίδαυρο, εκείνοι απαίτησαν να δουν πρώτα το σενάριο. Τελικά ο Γκοντάρ ήρθε ο ίδιος incognito στον Πειραιά, για κάποια σύντομα γυρίσματα.
Τον Μάιο του 2010 είχε αρνηθεί άλλωστε να παρευρεθεί στην πρεμιέρα του "Film Sosialisme" στο Φεστιβάλ Καννών, επικαλούμενος "προβλήματα ελληνικού τύπου" όπως έγραφε στο λακωνικό φαξ που είχε στείλει.
|