1453-1981
Από την Άλωση ως τα Ορλωφικά
1494, Παναγία Παλαιοκαστρίτισσα, Ι.Μ. Παλαιοκαστρίτσας, Κέρκυρα.
Πιτζαμάνος Άγγελος – Angelos Pitzamanos [1467–1535]
Πιτζαμάνος, ΄Αγγελος (β’ μισό 15ου – α’ μισό 16ου αι.) (Angelo Bizamano). Κρητικός ζωγράφος φορητών εικόνων από το Ηράκλειο της Κρήτης. Σύμφωνα με αρχειακές μαρτυρίες συναντάται στο Ηράκλειο την περίοδο 1467 – 87 και ειδικότερα από το 1482 έως το 1487 ως μαθητής του γνωστού Κρητικού ζωγράφου Ανδρέα Παβία.
Εμμανουήλ Τζάνες, Ο Ευαγγελιστής Μάρκος, 1657 μ.Χ., αυγοτέμοερα και χρυσό σε ξύλο, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα
Η ξυλογλυπτική στην ελληνική παράδοση
1650 Σταυρός, Σκήτη Αγίας Άννης, 17ος αι.
Αναλόγιο από τη μονή Βατοπεδίου στο Άγιο Όρος, 15ος αι.
Βημόθυρο από τη μονή Κουτλουμουσίου στο Άγιο Όρος, 18ος αι.
Ξυλόγλυπτο ακρόπλωρο καραβιού.
Οι άνθρωποι κληρονομούν από τους προγόνους τους αντιλήψεις και αξίες για τη ζωή, την κοινωνία και τα έργα της. Όλος ο πολιτισμικός πλούτος που διατηρείται με αυτόν τον τρόπο ως την εποχή μας αποτελεί την παράδοση ενός τόπου.
Η λαϊκή τέχνη δημιουργεί αντικείμενα τέχνης που σχετίζονται με την παράδοση. Ο λαϊκός δημιουργός δεν επιδιώκει να επινοήσει νέα θέματα ή καινούριες κατευθύνσεις στην τέχνη, αλλά να εκφράσει την παραδοσιακή αντίληψη της κοινωνίας. Μέσα από τα παραδοσιακά θέματα δημιουργούνται μορφές που απεικονίζονται με ανάλογο τρόπο στο υφαντό, την κεραμική, την ξυλογλυπτική κτλ.
Ξυλογλυπτική ονομάζουμε το σκάλισμα του ξύλου σε εκκλησιαστικά είδη (τέμπλα, άμβωνες, προσκυνητάρια, μανουάλια, αναλόγια, δεσποτικοί θρόνοι), οικιακά (ξυλόγλυπτες επενδύσεις, έπιπλα, σκεύη), ποιμενικά και ναυτικά (γκλίτσες, ρόκες, ακρόπλωρα καραβιών). Με την επεξεργασία του ξύλου δημιουργούνται διακοσμήσεις εγχάρακτες, ανάγλυφες, χρωματισμένες ή με ένθετα στοιχεία από φίλντισι, ημιπολύτιμους λίθους, ασήμι ή χαλκό.
Ονομαστά κέντρα ξυλογλυπτικής αποτέλεσαν ορισμένες περιοχές της Βορειοδυτικής Ελλάδας, του Πηλίου, της Σκύρου, της Κρήτης κ.ά. Σήμερα, έργα λαϊκής τέχνης φυλάσσονται στα λαογραφικά μουσεία.
H χρήση του ξύλου συνδέθηκε ιδιαίτερα με την ορθόδοξη εκκλησία. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, για οικονομικούς λόγους, το ξύλο υποκατέστησε το ελεφαντόδοντο και το μάρμαρο. Έτσι μέχρι σήμερα βλέπουμε στις εκκλησίες τις ξυλόγλυπτες διακοσμήσεις στα τέμπλα, τα αναλόγια, τους θρόνους κτλ
Νησιώτικο υπέρθυρο (Φεγγίτης)
Άγνωστος
Μάρμαρο, 44,5 x 78,5 εκ.
αρ. έργου: Π.6164/11
Εθνική Γλυπτοθήκη, Άλσος Ελληνικού Στρατού, Γουδή
Η άνθηση που είχε γνωρίσει η γλυπτική στην αρχαία Ελλάδα υποβαθμίστηκε με την επικράτηση του Χριστιανισμού και η γλυπτική σταδιακά περιορίστηκε σε ένα δευτερεύοντα, διακοσμητικό ρόλο. Στα μεταβυζαντινά χρόνια, και ως τις αρχές του 19ου αιώνα, επιβίωσε στη λαϊκή τέχνη, σε ξυλόγλυπτα, μεταλλόγλυφα και λιθανάγλυφα.
Οι φεγγίτες είναι μια ιδιαίτερη κατηγορία λιθανάγλυφων και συναντώνται ιδιαίτερα στις Κυκλάδες. Σε σχήμα διάτρητης ανάγλυφης αψίδας, τοποθετούνται στα υπέρθυρα ή στα παράθυρα καλύπτοντας τα ανακουφιστικά τρίγωνα και έχουν πολλαπλή λειτουργία: πρακτική, γιατί επιτρέπουν στο φως να εισχωρήσει στο εσωτερικό• αισθητική, γιατί κοσμούνται με διάφορες παραστάσεις• και, ακόμη, μαγική, γιατί οι διακοσμητικές παραστάσεις έχουν συχνά φυλακτικό ή αποτροπαϊκό χαρακτήρα.
Τα θέματα που κοσμούν τους φεγγίτες περιλαμβάνουν θρησκευτικές και κοσμικές μορφές, ζώα και φυτικά θέματα, γεωμετρικά σχήματα, κτίσματα και καράβια. Η τεχνοτροπία τους συνδυάζει στοιχεία από τη Δύση, την Ανατολή και τη λαϊκή παράδοση.