Λεξικό αρχικών χρόνων

Το πληρέστερο Portal στο ελληνικό διαδίκτυο


+ Σύνθετα + Κλίση ρημάτων και ονομάτων

..................................................................................................................................................................................................................................

profile counter myspace

Αρχική
Όροι χρήσης
Ειδήσεις
Καιρός
Τύπος
Αθλητικά
Αυτοκίνητο
Live score
Ιατρική
Σκέψη
Λεξικά online
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Ετυμολογικό
Ρήματα
Εκθέσεις
Εφευρέσεις
Γεωγραφία
Χάρτες
Ταξίδια
Διατροφή
Οδηγός πολίτη
Μίμηση Χριστού
Εντολές Θεού
Προφητείες
Γραμματοσειρές
Εργασία
Αγγελίες
e-shops
Διάφορα
Σύνδεσμοι
Θετίδιο

 ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
          6-5-2011
..............................


Κλίση ρημάτων και ονομάτων

Kαταχωρίζονται παρακάτω τα έχοντα σχέση με την Ελληνική και Λατινική γλώσσα.
................................


Αρχαία γλώσσα
 
Κλίση 219 ρημάτων αρχαίας ελληνικής γλώσσης      2      3

Κλίση ονομάτων αρχαίας ελληνικής γλώσσας ή εδώ επίσης

Κλίση ρημάτων αρχαίας και αρχικοί χρόνοι (για την κλίση εκάστου χρόνου κάνε κλικ στην ένδειξη show)

Λεξικό ρημάτων αρχαίας
(online, εύκολο στη χρήση

Λεξικό ρημάτων online (κλίση, σημασία, ετυμολογία, παράγωγα, συνώνυμα, σύνθετα, σύνταξη)

Λεξικό ανωμάλων ρημάτων online (σημασία, ετυμολογία, παράγωγα, συνώνυμα, αντίθετα, σύνθετα, σύνταξη)

Ερμηνευτικό λεξικό
ρημάτων της αρχαίας


Κλίση μετοχών αρχαίας γλώσσας

Περί της συντάξεως των ρημάτων (σελίδα 117 και εξής)

Παραδείγματα κλίσης ρημάτων, ουσιαστικών και επιθέτων αρχαίας γλώσσας      2

Αρχαία ρήματα-αρχικοί χρόνοι     2

Ανώμαλα ονόματα και επίθετα της αρχαίας
(72 ονόματα)

Ανώμαλα ουσιαστικά

Κατάλογος ανωμάλων ρημάτων

Παραδείγματα κλίσης ονομάτων και επιθέτων της αρχαίας γλώσσας

Τεχνολογικόν μέρος της γραμματικής
(355 σελίδες PDF για download)

Εγχειρίδιον ανωμάλων ρημάτων και ονομάτων
(140 σελίδες PDF για download)

Κατάλογος ανωμάλων ρημάτων
(443 σελίδες PDF για download)

A catalogue of Greek verbs
(Σελίδα 73 και εξής, ελληνοαγγλικό)

A catalogue of irregular Greek verbs
(ελληνοαγγλικό) 

Αρχικοί χρόνοι
(Ελληνογερμανικό)

Λεξικό ερμηνευτικό αρχαιοελληνικής online
ή εδώ

Νεοελληνική γλώσσα

Κλίση ονομάτων, ρημάτων, συνώνυμα, αντώνυμα κ.λ.π. 

Συνώνυμα ρήματα
Κλικ εδώ
Αντώνυμα ρήματα

Κλίση 570 ρημάτων Νεοελληνικής

Κλίση 23 ρημάτων
νέας ελληνικής

Λεξικό ερμηνευτικό νεοελληνικής online
...............................


Λατινική
γλώσσα


Αρχικοί χρόνοι ρημάτων Λατινικής γλώσσας

Κλίση ομαλών ρημάτων Λατινικής γλώσσας


Λατινικά ρήματα (αρχικοί χρόνοι, αρχείο excel)


Κλίση 75 ρημάτων της Λατινικής γλώσσας         2

Λεξικό ρημάτων Λατινικής (excel)

Κλίση ρημάτων και ονομάτων

Κλίση 916 Λατινικών ρημάτων


Αρχικοί χρόνοι ανά συζυγία



...............................



ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ


Φύλλα εργασίας στα αρχαία ελληνικά

Αρχαία Ελληνικά - Συντακτικό - Γραμματική


Συντακτικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, Ραφαήλ Κυννέρου, για download (Τόμος Α' 688 σελίδες PDF, Τόμος Β' 816 σελίδες PDF)


Βασικό λεξικό Αρχαίας γλώσσης (doc)
 
....................



ΛΑΤΙΝΙΚΑ


Β' ΛΥΚΕΙΟΥ - Μεταφράσεις λατινικών κειμένων 1-20 (doc)

Γ' ΛΥΚΕΙΟΥ - Μεταφράσεις λατινικών κειμένων (doc)

Λατινοελληνικό λεξικό

Ελληνολατινικό λεξικό

Ασκήσεις

Τεστ

Γραμματική Λατινική
Δημητρίου Χ. Σεμιτέλου για download   (192 σελίδες PDF)
 
Γραμματική της λατινικής γλώσσης 
Ανδρέου  Ουλερίχου για download   (80 σελίδες PDF)

Γραμματική Λατινικών  
Χριστ. Φιλητά για download   (145 σελίδες PDF)

Συντακτικόν της λατινικής
γλώσσης Σ. Σακελλαροπούλου για download   (115 σελίδες PDF)

Τα μόρια της Λατινικής γλώσσας   (Σημασία - Σύνταξη, PDF)

Ελληνολατινική γραμματική
(Graecae gramaticae)

Grammatica Latina
(στα Λατινικά)
...............................



ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ


Νεοελληνική γραμματική


Συντακτικό Δημοτικής γλώσσας

Ορθογραφικοί κανόνες


Γραμματική αρχαίων ελληνικών   (doc)

Γραμματική Δημοτικού

........................
Συντακτικό αρχαίας ελληνικής
Μέρος  Α'
Μέρος  Β'
Μέρος  Γ'
Μέρος Δ'

Αρχές σύνταξης της αρχαιοελληνικής γλώσσας  
(online)
...............................
Αναλυτική γραμματική της αρχαίας γλώσσης
(στην αρχαϊζουσα)

Εγκόλπιο ορθής γραφής
(pdf)

Λεξικό των λαθών μας

Γραμματική με ασκήσεις

............................
..............................


Η Αποκάλυψη του Ιωάννη
Επιλεκτική, αποσπασματική και πολύ σύντομη επισκόπηση της προφητείας
.....................

Online
Επιλεγμένα λεξικά + Εγκυκλοπαίδειες



Αρχαίας γλώσσης
Ορθογραφικό
Συνωνύμων & συγγενικών
Αντιλεξικό
Εικονόγραπτο
Λογοτεχνίας
-ισμών

*
Λογίων φράσεων
Φράσεων

*
Ελληνο-Λατινικόν
Λατινο-Ελληνικόν

*
Ομαλών και ανωμάλων ρημάτων
Ρημάτων αρχαίας γλώσσας

*
Εγκυκλοπαιδικό
Αρχαιογνωσίας
Φιλοσοφίας

............................

Συνταγές - Μαγειρική, Ζαχαροπλαστική, Φαγητά, Σαλάτες, Γλυκά, Ποτά
.......................

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
(Πρακτική φιλοσοφία)

Ψηφιακό βιβλίο
.........................

 Liddell - Scott              (μεταφρασμένο
στην ελληνική γλώσσα)











 


Α

αβουλεω-ω ηβουλουν αβουλησω ηβουλησα ηβουληκα -
αβρυνω - αβρυνω ηβρυνα - -
αβρυνομαι ηβρυνομην - - -
αγαλλομαι ηγαλλομην ευφρανθησομαι ηγαλθην περιχαρης γεγονα περιχαρης εγεγονειν
αγαμαι ηγαμην αγασομαι αγασθησομαι ηγασθην ηγασαμην - -
αγανακτεω-ω ηγανακτουν αγανακτησω ηγανακτησα ηγανακτηκα ηγανακτηκειν
αγειρω ηγειρον αγερω ηγειρα αγηγερκα ηγηγερκειν
αγειρομαι ηγειρομην αγερουμαι ηγειραμην αγηγερμαι ηγηγερμην
αγγελλω ηγγελλον αγγελω ηγγειλα ηγγελκα ηγγελκειν
αγγέλλομαι ηγγελλομην αγγελθησομαι ηγγειλαμην ηγγελμαι ηγγελμην
αγνευω ηγνευον αγνευσω - ηγνευκα -
αγνοεω-ω ηγνοουν αγνοησω ηγνοησα ηγνοηκα ηγνοηκειν
αγνοουμαι ηγνοουμην αγνοησομαι ηγνοηθην ηγνοημαι ηγνοημην
αγορευω ηγορευον ερω ειπον ειρηκα ειρηκειν
αγορευομαι ηγορευομην αγορευσομαι ερρηθην ειρημαι ειρημην
αγω ηγον αξω ηγαγον αγηοχα ηγηοχην
αγομαι ηγομην αξομαι ηγαγομην ηγμαι ηγμην
αγωνιζομαι ηγωνιζομην αγωνιουμαι ηγωνισαμην ηγωνισμαι ηγωνισμην
αδω ηδον ασω ασομαι ησα ηκα ηκειν
αδομαι ηδομην ασθησομαι ησθην ησμαι ησμην
αθροιζω ηθροιζον αθροισω ηθροισα ηθροικα ηθροικειν
αθροιζομαι ηθροιζομην αθροισθησομαι ηθροισαμην-ηθροισθην ηθροισμαι ηθροισμην
αιδεομαι-ουμαι ηδουμην αιδεσομαι ηδεσαμην ηδεσμαι ηδεσμην
αινεω-ω ηνουν αινησω-αινεσω ηνεσα-ηνησα ηνεκα ηνεκειν
αινουμαι ηνουμην αινεσομαι αινεθησομαι ηνεθην ηνημαι ηνημην
αιρω ηρουν αιρησω ειλον ηρηκα ηρηκειν
αιρουμαι ηρουμην αιρησομαι ειλομην ηρημαι ηρημην
αιρω ηρον αρω ηρα ηρκα ηρκειν
αιρομαι ηρομην αρουμαι ηραμην ηρμαι ηρμην
αισθανομαι ησθανομην αισθησομαι ησθομην ησθημαι ησθημην
αισχυνω ησχυνον αισχυνω ησχυνα ησχυκα ησχυκειν
αισχυνομαι ησχυνομην - ησχυνθην ησχυμμαι ησχυμμην
αιτεω-ω ητουν αιτησω ητησα ητηκα ητηκειν
αιτουμαι ητουμην αιτησομαι ητησαμην ητημαι ητημην
αιτιωμαι ητιωμην αιτιασομαι ητιασαμην ητιαμαι ητιαμην
ακολουθεω-ω ηκολουθουν ακολουθησω ηκολουθησα ηκολουθηκα ηκολουθηκειν
ακουω ηκοον ακουσομαι ηκουσα ακηκοα ηκηκοειν
ακουομαι ηκουομην ακουσθησομαι ηκουσαμην-ηκουσθην ηκουσμαι ηκουσμην
αλειφω ηλειφον αλειψω ηλειψα αληλιφα -
αλισκομαι ηλισκομην αλωσομαι εαλων εαλωκα ηλωκειν
αλλαττ(σσ)ω ηλλαττον αλλαξω ηλλαξα ηλλαχα -
αλλαττ(σσ)ομαι ηλλαττομην αλλαξομαι ηλλαξαμην (ηλλαγην, ηλλαχθην) ηλλαγμαι ηλλαγμην
αλλοτριοω-ω ηλλοτριουν αλλοτριωσω ηλλοτριωσα ηλλοτριωκα -
αμαρτανω ημαρτανον αμαρτησομαι ημαρτον ημαρτηκα ημαρτηκειν
αμβλυνω ημβλυνον αμβλυνω ημβλυνα - -
αμελεω-ω ημελουν αμελησω ημελησα ημεληκα ημεληκειν
αμελουμαι ημελουμην αμεληθησομαι ημεληθην ημελημαι ημελημην
αμιλλαομαι-ωμαι ημιλλωμην αμιλλησομαι ημιλλησαμην ημιλλημαι ημιλλημην
αμυνω ημυνον αμυνω ημυνα - -
αμυνομαι ημυνομην αμυνουμαι ημυναμην - -
αμφισβητεω-ω ημφε(ι)σβητουν αμφισβητησω ημφε(ι)σβητησα ημφεσβητηκα ημφεσβητηκειν
αναγκαζω ηναγκαζoν αναγκασω ηναγκασα ηναγκακα ηναγκακειν
αναγκαζομαι ηναγκαζομην αναγκασθησομαι ηναγκασθην ηναγκασμαι ηναγκασμην
αναλισκομαι ανηλισκομην ανηλουμην αναλωσομαι αναλωθησομαι ανηλωθην ανηλωμαι ανηλωμην
αναλισκω ανηλισκον αναλωσω ανηλωσα ανηλωκα ανηλωκειν
ανεχομαι ηνεχομην ανεξομαι ηνεσχομην υπομεμενηκα υπεμεμενηκειν
ανεχω ανειχον ανεξω ανεσχον ανεσχηκα ανεσχηκειν
ανιαω-ω ηνιων ανιασω ηνιασα ηνιακα ηνιακειν
ανιωμαι ηνιωμην ανιασομαι ηνιαθην ηνιαμαι ηνιαμην
ανοιγω ανεωγον ανοιξω ανεωξα ανεωχα -
ανοιγομαι ανεωγομην ανοιξομαι ανεωχθην ανεωγμαι ανεωγμην
ανυτω-ανυω ηνυτον-ηνυον ανυσω ηνυσα ηνυκα ηνυκειν
αξιοω-ω ηξιουν αξιωσω ηξιωσα ηξιωκα ηξιωκειν
αξιουμαι ηξιουμην αξιωσομαι ηξιωσαμην ηξιωμαι ηξιωμην
απαγορευω απηγορευον απαγορευσω απερω απειπον απηγορευσα απηγορευκα απηγορευκειν απειρηκα απειρηκειν
απαγορευομαι απηγορευομην απορρηθησομαι απερρηθην απειπαμην απειρημαι απειρημην απηγορευμαι
απαταω-ω ηπατων απατησω ηπατησα ηπατηκα ηπατηκειν
απειλεω-ω ηπειλουν απειλησω ηπειλησα - -
απειλουμαι ηπειλουμην απειληθησομαι ηπειλησαμην ηπειλημαι ηπειλημην
απεχθανομαι απηχθανομην απεχθησομαι απηχθομην απηχθημαι απηχθημην
απιστεω-ω ηπιστουν απιστησω ηπιστησα ηπιστηκα ηπιστηκειν
απιστουμαι ηπιστουμην απιστησομαι ηπιστηθην - -
αποδιδρασκω απεδιδρασκον αποδρασω αποδρασομαι απεδραν αποδεδρακα απεδεδρακειν
αποθνησκω απεθνησκον αποθανουμαι απεθανον τεθνηκα ετεθνηκειν
αποκρινομαι απεκρινομην αποκρινουμαι απεκριναμην αποκεκριμαι απεκεκριμην
απολαυω απελαυον απολαυσομαι απελαυσα απολελαυκα απελελαυκειν
απολλυμι απωλλυν απολω απωλεσα απολωλεκα απωλωλεκειν
απολλυω απωλλυον απολεσω - -
απολογουμαι απελογουμην απολογησομαι απελογησαμην απολελογημαι απελελογημην
απορεω-ω ηπορουν απορησω ηπορησα ηπορηκα ηπορηκειν
απορουμαι ηπορουμην απορησομαι απορηθησομαι ηπορηθην ηπορημαι ηπορημην
απτομαι ηπτομην αψομαι ηψαμην ημμαι ημμην
απτω ηπτον αψω ηψα - -
αρεσκω ηρεσκον αρεσω ηρεσα αρηρεκα αρηρεκειν
αρεσκομαι ηρεσκομην αρεσομαι ηρεσαμην - -
αρμοττω ηρμοττον αρμοσω ηρμοσα ηρμοκα ηρμοκειν
αρπαζω ηρπαζον αρπασω-αρπαξω ηρπασα-ηρπαξα ηρπακα ηρπακειν
αρπαζομαι ηρπαζομην αρπασομαι αρπουμαι αρπασθησομαι αρπαγησομαι ηρπασθην ηρπασαμην ηρπαγην ηρπαχθην ηρπασμαι ηρπαγμαι ηρπασμην
αρχομαι ηρχομην αρξομαι ηρξαμην ηργμαι ηργμην
αρχω ηρχον αρξω ηρξα ηρχα ηρχειν
ασεβεω-ω ησεβουν ασεβησω ησεβησα ησεβηκα ησεβηκειν
αυξω ηυξον αυξησω ηυξησα ηυξηκα ηυξηκειν
αυξανομαι (αυξομαι) ηυξανομην αυξησομαι ηυξηθην ηυξημαι ηυξημην
αφικνεομαι-ουμαι αφικνουμην αφιξομαι αφικομην αφιγμαι αφιγμην
αχθομαι ηχθομην αχθεσομαι αχθεσθησομαι ηχθεσθην ηχθημαι-ηχθεσμαι ηχθεσμην

Β

βαδιζω εβαδιζον βαδιουμαι-βαδιω βαδισω βαδισομαι εβαδισα βεβαδικα -
βαθυνω εβαθυνον βαθυνω εβαθυνα βεβαθυγκα -
βαινομαι εβαινομην βαθησομαι εβαθην βεβαμαι εβεβαμην
βαινω εβαινον βησομαι εβην βεβηκα εβεβηκειν
βαλλω εβαλλον βαλω εβαλον βεβληκα εβεβληκειν
βαλλομαι εβαλλομην βαλουμαι εβαλομην βεβλημαι εβεβλημην
βιαζομαι εβιαζομην βιασομαι βιασθησομαι εβιασθην εβιασαμην βεβιασμαι -
βιβαζω εβιβαζον βιβασω βιβαω-ω εβιβασα - -
βιβρωσκω εβιβρωσκον βρωσομαι εβρωσα εβρων βεβρωκα εβεβρωκειν
βιβρωσκομαι εβιβρωσκομην βρωθησομαι εβρωθην βεβρωμαι εβεβρωμην
βιοω-ω εβιουν βιωσω-βιωσομαι εβιωσα-εβιων βεβιωκα εβεβιωκειν
βλαπτω εβλαπτον βλαψω εβλαψα βεβλαφα -
βλαπτομαι εβλαπτομην βλαψομαι εβλαβην (εβλαφθην) βεβλαμμαι -
βλεπω εβλεπον βλεψω βλεψομαι εβλεψα βεβλεφα εβεβλεφειν
βλωσκω εβλωσκον μολουμαι-βλωξω εβλων εμολον-εβλωξα μεμβλωκα -
βουλευω εβουλευον βουλευσω εβουλευσα βεβουλευκα εβεβουλευκειν
βουλευομαι εβουλευομην βουλευσομαι εβουλευσαμην βεβουλευμαι εβεβουλευμην
βουλομαι εβουλομην βουλησομαι εβουληθην βεβουλημαι εβεβουλημην
βριθω εβριθον βρισω εβρισα βεβριθα εβεβριθειν

Γ

γειτνιαω-ω εγειτνιων γειτνιασω εγειτνιασα - -
γελαω-ω εγελων γελασομαι εγελασα - -
γηρασκω εγηρασκον γηρασω εγηρασα γεγηρακα εγεγηρακειν
γηραω-ω -γηρασομαι εγηραν - -
γιγνομαι εγιγνομην γενησομαι εγενομην γεγενημαι (γεγονα) εγεγενημην (εγεγονειν)
γιγνωσκω εγιγνωσκον γνωσομαι εγνων εγνωκα εγνωκειν
γιγνωσκομαι εγιγνωσκομην γνωσθησομαι εγνωσθην εγνωσμαι εγνωσμην
γνωριζω εγνωριζον γνωριω εγνωρισα εγνωρικα εγνωρικειν
γνωριζομαι εγνωριζομην γνωρισθησομαι εγνωρισθην εγνωρισμαι εγνωρισμην
γραφω εγραφον γραψω εγραψα γεγραφα εγεγραφειν
γραφομαι εγραφομην γραψομαι εγραψαμην (εγραφην) γεγραμμαι εγεγραμμην

Δ

δαινυμι - εδαισαμην -
δακνω εδακνον δηξομαι εδηξα εδακον δεδηχα εδεδηχειν
δακνομαι εδακνομην δηχθησομαι εδηχθην δεδηγμαι εδεδηγμην
δαμαζω εδαμαζον δαμασω εδαμασα δεδαμακα δεδμηκα εδεδαμακειν εδεδμηκειν
δανειζω εδανειζον δανεισω δανειω εδανεισα δεδανεικα εδεδανεικειν
δανειζομαι εδανειζομην δανειουμαι εδανεισαμην δεδανεισμαι εδεδανεισμην
δεδοικα (δεδια) εδεδοικειν δεισομαι εδεισα - -
δεικνυμι εδεικνυν δειξω εδειξα δεδειχα -
δεικνυμαι εδεικνυμην δειξομαι εδειξαμην δεδειγμαι εδεδειγμην
δεχομαι εδεχομην δεξομαι δεχθησομαι εδεχθην εδεξαμην δεδεγμαι εδεδεγμην
δεω εδεον δεησω εδεησα δεδεηκα εδεδεηκειν
δεομαι εδεομην δεησομαι δεηθησομαι εδεηθην εδεησαμην δεδεημαι εδεδεημην
δεω-ω εδεον δησω εδησα δεδεκα εδεδεκειν
δουμαι εδουμην δησομαι δεθησομαι εδεθην εδησαμην δεδεμαι εδεδεμην
δει εδει δεησει εδεησε δεδεηκε εδεδεηκει
δηλω εδηλουν δηλωσω εδηλωσα δεδηλωκα εδεδηλωκειν
δηλουμαι εδηλουμην δηλωσομαι εδηλωσαμην δεδηλωμαι εδεδηλωμην
δημοκρατεομαι-ουμαι εδημοκρατουμην δημοκρατησομαι δημοκρατηθησομαι εδημοκρατηθην δεδημοκρατημαι
διαιταω-ω εδιητων διαιτησω εδιητησα δεδιητηκα εδεδιητηκειν
διαιτωμαι εδιητωμην διαιτησομαι εδιητησαμην δεδιητημαι εδεδιητημην
διαλεγω διελεγον διαλεξω διελεξα διειλοχα διειλοχειν
διδασκω εδιδασκον διδαξω εδιδαξα δεδιδαχα εδεδιδαχειν
διδασκομαι εδιδασκομην διδαξομαι εδιδαξαμην δεδιδαγμαι εδεδιδαγμην
διδρασκω εδιδρασκον αποδρασομαι απεδραν αποδεδρακα απεδεδρακειν
διδωμι εδιδουν δωσω εδωκα δεδωκα εδεδωκειν
διδομαι εδιδομην δωσομαι εδομην δεδομαι εδεδομην
διωκομαι εδιωκομην διωχθησομαι εδιωχθην δεδιωγμαι εδεδιωγμην
διωκω εδιωκον διωξω (διωξομαι) εδιωξα δεδιωχα -
δοκω εδοκουν δοξω εδοξα δεδοκται εδεδοκτο
δοκουμαι εδοκουμην - εδοχθην εδοκηθην δεδογμαι δεδοκημαι -
δοκει εδοκει δοξει εδοξε δεδοκται εδεδοκτο
δουλουμαι εδουλουμην δουλωσομαι εδουλωσαμην δεδουλωμαι -
δουλοω-ω εδουλουν δουλωσω εδουλωσα δεδουλωκα εδεδουλωκειν
δραττομαι εδραττομην δραξομαι δραχθησομαι εδραχθην εδραξαμην δεδραγμαι εδεδραγμην δεδαργμαι
δραω-ω εδρων δρασω εδρασα δεδρακα εδεδρακειν
δυναμαι εδυναμην δυνησομαι εδυνηθην (εδυνασθην) δεδυνημαι εδεδυνημην
δυομαι εδυομην δυσομαι εδυν δεδυκα εδεδυκειν
δυω-δυνω εδυον-εδυνον δυσω εδυσα δεδυκα εδεδυκειν
δωροδοκεω-ω εδωροδοκουν δωροδοκησω εδωροδοκησα δεδωροδοκηκα -

Ε

εγγιζω ηγγιζον εγγισω εγγιω ηγγισα ηγγικα -
εγγυαω-ω ηγγυων (ενεγγυων) εγγυησω ηγγυησα ηγγυηκα ηγγυηκειν
εγειρω ηγειρον εγερω ηγειρα εγηγερκα εγηγερκειν
εγειρομαι ηγειρομην εγερουμαι ηγρομην εγηγερμαι (εγρηγορα) εγηγερμην (εγρηγορειν)
εγκωμιαζω ενεκωμιαζον εγκωμιασω εγκωμιασομαι ενεκωμιασα εγκεκωμιακα εγκεκωμιακειν
εθελω ηθελον εθελησω ηθελησα ηθεληκα ηθεληκειν
εθιζω ειθιζον εθιω ειθισα ειθικα -
εθιζομαι ειθιζομην εθισθησομαι ειθισθην ειθισμαι ειθισμην
εικαζω (η)εικαζον εικασομαι (η)εικασα εικασας εχω εικασας ειχον
εικω εικον ειξω ειξα - -
ειμι (ερχομαι) ηειν (ηα) ειμι ηλθον εληλυθα εληλυθειν
ειμι ην (η) εσομαι εγενομην γεγονα εγεγονειν
ειργομαι ειργομην ειρξομαι ειρχθην ειργμαι -
ειργω ειργον ειρξω ερξω ειρξα-ερξα -
ελαυνω ηλαυνον ελω ηλασα εληλακα εληλακειν
ελεγχομαι ηλεγχομην ελεγχθησομαι ηλεγχθην εληλεγμαι εληλεγμην
ελιττω ειλιττον ελιξω ειλιξα - -
ελιττομαι ειλιττομην ελιξομαι ελιχθησομαι ελιγησομαι ειλιχθην ειλιξαμην ειλιγμαι ειλιγμην εληλιγμαι εληλιγμην
ελκω ειλκον ελξω ειλκυσα ειλκυκα -
ελπιζω ηλπιζον ελπιω ηλπισα ηλπικα ηλπικειν
ελπιζομαι ελπιζομην - ηλπισθην ηλπισμαι ηλπισμην
εμπεδοω-ω ημπεδουν εμπεδωσω (ημ)ενεπεδωσα εμπεδωσας εχω εμπεδωσας ειχον
εναντιοομαι-ουμαι ηναντιουμην εναντιωσομαι εναντιωθησομαι ηναντιωθην ηναντιωμαι
ενεδρευω ενηδρευον ενεδρευσω ενηδρευσα - -
ενθυμεομαι-ουμαι ενεθυμουμην ενθυμησομαι ενθυμηθησομαι ενεθυμηθην εντεθυμημαι ενετεθυμημην
εννοεω-ω ενενοουν εννοησω ενενοησα εννενοηκα ενενοηκειν
ενοχλεω-ω ηνωχλουν ενοχλησω ηνωχλησα ηνωχληκα ηνωχληκειν
ενοχλουμαι ηνωχλουμην ενοχλησομαι ενοχληθησομαι ηνωχληθην ηνωχλημαι -
εντελλομαι ενετελλομην εντελουμαι ενετειλαμην ενεταλθην εντεταλμαι ενετεταλμην
εξεστι εξην εξεσται εξεγενετο - -
εξεταζω εξηταζον εξετασω εξητασα εξητακα εξητακειν
εοικα εωκειν - - - -
επαινω επηνουν επαινεσω (επαινεσομαι) επηνεσα επηνεκα -
επειγομαι ηπειγομην επειξομαι επειχθησομαι ηπειχθην ηπειγμαι -
επιθυμεω-ω επεθυμουν επιθυμησω επεθυμησα επιτεθυμηκα επετεθυμηκειν
επιμελεομαι-ουμαι επεμελουμην επιμελησομαι επιμεληθησομαι επεμεληθην επιμεμελημαι επεμεμελημην
επιορκεω-ω επιωρκουν επιορκησω επιωρκησα επιωρκηκα
επισταμαι ηπισταμην επιστησομαι ηπιστηθην εγνωκα εγνωκειν
επιχειρεω-ω επεχειρουν επιχειρησω επεχειρησα επικεχειρηκα -
επομαι ειπομην εψομαι εσπομην ηκολουθηκα ηκολουθηκειν
εργαζομαι ει(η)ργαζομην εργασομαι εργασθησομαι ειργασθην ειργασαμην ει(η)ργασμαι ει(η)ργασμην
ερωτω ηρωτων ερησομαι ηρωτησα (ηρομην) ηρωτηκα ηρωτηκειν
εσθιω ησθιον εδομαι εφαγον εδηδοκα εδηδοκειν
ευεργετεω-ω ευη(ε)γετουν ευεργετησω ευη(ε)ργετησα ευη(ε)ργετηκα ευη(ε)ργετηκειν
ευρισκω ηυρισκον ευρισκον ευρησω ηυρον ευρον ευρηκα ηυρηκα ευρηκειν ηυρηκειν
ευρισκομαι ηυρισκομην ευρισκομην ευρησομαι ευρεθησομαι ηυρομην ευρομην ηυρεθην ευρεθην ηυρημαι ηυρημην ευρημαι ευρημην
ευχομαι ηυχομην ευξομαι ηυξαμην ηυγμαι ηυγμην
εχω ειχον εξω (σχησω) εσχον εσχηκα εσχηκειν
εχομαι ειχομην εξομαι (σχησομαι) εσχομην εσχημαι εσχημην
εω ειων εασω ειασα ειακα ειακειν

Ζ

ζευγνυμι εζευγνυν ζευξω εζευξα εζευχα ζευσας ειχον
ζευγνυμαι εζευγνυμην ζευξομαι ζευχθησομαι εζευχθην εζευξαμην εζευγμαι εζευγμην
ζευγνυω εζευγνυον - - ζευσας εχω -
ζεω εζεον ζεσω εζεσα - -
ζηλοω-ω εζηλουν ζηλωσω εζηλωσα εζηλωκα εζηλωκειν
ζημιοω-ω εζημιουν ζημιωσω εζημιωσα εζημιωκα -
ζημιουμαι εζημιουμην ζημιωσομαι ζημιωθησομαι εζημιωθην (εζημιωσαμην) εζημιωμαι εζημιωμην
ζητεω-ω εζητουν ζητησω εζητησα εζητηκα εζητηκειν
ζητουμαι εζητουμην ζητησομαι ζητηθησομαι εζητηθην εζητησαμην εζητημαι εζητημην
ζηω-ω εζων ζησω ζησομαι βιωσομαι εβιων βεβιωκα εζηκα εβεβιωκειν εζηκειν
ζωγρεω-ω εζωγρουν ζωγρησω εζωγρησα - -

Η

ηβαω-ω ηβων ηβησω ηβησα ηβηκα ηβηκειν
ηδομαι ηδομην ησθησομαι ησθην - -
ηγεμονευω ηγεμονευον ηγεμονευσω ηγεμονευσα - -
ηγεομαι-ουμαι ηγουμην ηγησομαι ηγηθησομαι ηγηθην ηγησαμην ηγημαι ηγημην
ηκω ηκον ηξω ηξα - -
ητταομαι-ωμαι ηττωμην ηττησομαι ηττηθησομαι ηττηθην ηττημαι ηττημην

Θ

θαλλω εθαλλον θαλησομαι εθηλα εθαλον τεθηλα ετεθηλειν
θαλπω εθαλπον θαλψω εθαλψα - -
θανατοω-ω εθανατουν θανατωσω εθανατωσα - -
θαπτω εθαπτον θαψω εθαψα εταφον τεταφα ετεταφειν
θαπτομαι εθαπτομην ταφησομαι εθαφθην εταφην τεθαμμαι ετεθαμμην
θαρσεω-ω εθαρσουν θαρσησω εθαρσησα τεθαρσηκα -
θαρρεω-ω εθαρρουν θαρρησω εθαρρησα τεθαρρηκα -
θαυμαζω εθαυμαζον θαυμασω θαυμασομαι εθαυμασα τεθαυμακα ετεθαυμακειν
θαυμαζομαι εθαυμαζομην θαυμασθησομαι εθαυμασαμην τεθαυμασμαι ετεθαυμασμην εθαυμασθην
θεαομαι-ωμαι εθεωμην θεασομαι εθεασαμην εθεαμην τεθεαμαι ετεθεαμην
θεμελιοω-ω - θεμελιωσω εθεμελιωσα - -
θεω εθεον θευσω θευσομαι εδραμον δεδραμηκα εδεδραμηκειν
θεωρεω-ω εθεωρουν θεωρησω εθεωρησα τεθεωρηκα ετεθεωρηκειν
θεωρουμαι εθεωρουμην θεωρησομαι θεωρηθησομαι εθεωρηθην τεθεωρημαι ετεθεωρημην
θηρευω εθηρευον θηρευσω εθηρευσα τεθηρευκα ετεθηρευκειν
θηραω-ω εθηρων θηρασω εθηρασα τεθηρακα -
θηρωμαι εθηρωμην θηρασομαι θηραθασομαι εθηραθην εθηρασαμην - -
θηρευομαι εθηρευομην θηρευσομαι εθηρευσαμην τεθηρευμαι ετεθηρευμην εθηρευθην
θεραπευω εθεραπευον θεραπευσω εθεραπευσα τεθεραπευκα ετεθεραπευκειν
θεραπευομαι εθεραπευομην θεραπευσομαι θεραπευθησομαι εθεραπευθην εθεραπευσαμην τεθεραπευμαι ετεθεραπευμην
θυω εθυον θυσω εθυσα τεθυκα ετεθυκειν
θυομαι εθυομην θυσομαι τυθησομαι ετυθην εθυσαμην τεθυμαι ετεθυμην
θιγγανω εθιγγανον θιξω θιξομαι εθιγον - -
θωρακιζω εθωρακιζον θωρακισω εθωρακισα - -

Ι

ιαομαι-ωμαι ιωμην ιασομαι ιαθησομαι ιαθην ιασαμην ιαμαι ιαμην
ιημι ιην ησω ηκα εικα εικειν
ιεμαι ιεμην ησομαι (εθησομαι) ειμην ειμαι ειμην
ικνουμαι ικνουμην ιξομαι ικομην ιγμαι ιγμην
ιλασκομαι ιλασκομην ιλασομαι ιλασαμην ιλασθην - -
ιστημι ιστην στησω εστησα στησας εχω -
ισταμαι ισταμην στησομαι εστην (εστησαμην) εστηκα εστηκειν (ειστηκειν)
ισχω ισχον - - - -
ισχυω ισχυον ισχυσω ισχυσα ισχυκα ισχυκειν

Κ

καθαιρω εκαθαιρον καθαρω εκαθηρα κεκαθαρκα -
καθαιρομαι - καθαρουμαι καθαρθησομαι εκαθαρθην εκαθαρην εκαθηραμην κεκαθαρμαι εκεκαθαρμην
καθεζομαι εκαθεζομην καθεδουμαι καθεδησομαι καθεσθησομαι εκαθησαμην εκαθεσθην καθημαι εκαθημην
καθηλοω-ω - καθηλωσω καθηλωσα - -
καθημαι εκαθημην καθεδουμαι - - -
καθιζω εκαθιζον καθιω καθισω εκαθισα κεκαθικα καθισας εχω
καθιζομαι εκαθιζομην καθιζησομαι εκαθισαμην καθιζηθην - -
καιομαι εκαομην καυσομαι καυθησομαι εκαυθην εκαυσθην εκαην εκαυσαμην κεκαυμαι εκεκαυμην
καιω (καω) εκαιον καυσω εκαυσα κεκαυκα -
καλυπτω εκαλυπτον καλυψω εκαλυψα κεκαλυφα -
καλυπτομαι εκαλυπτομην καλυψομαι καλυφθησομαι εκαλυφθην εκαλυψαμην κεκαλυμμαι εκεκαλυμμην
καλω εκαλουν καλω εκαλεσα κεκληκα εκεκληκειν
καλουμαι εκαλουμην καλουμαι εκαλεσαμην κεκλημαι εκεκλημην
κάμνω εκαμνον καμουμαι εκαμον κεκμηκα εκεκμηκειν
κατηγορεω-ω κατηγορουν κατηγορησω κατερω κατειπον κατηγορησα κατηγορηκα κατειρηκα κατηγορηκειν κατηγορουμαι κατηγορουμην κατηγορηθησομαι κατηγορηθην κατηγορημαι κατηγορημην
κειμαι εκειμην κεισομαι - - -
κελευω εκελευον κελευσω εκελευσα κεκελευκα εκεκελευκειν
κελευομαι εκελευομην κελευσομαι κελευσθησομαι εκελευσθην εκελευσαμην κεκελευσμαι εκεκελευσμην
κερδαινω εκερδαινον κερδανω κερδησομαι εκερδησα εκερδανα κεκερδηκα κεκερδαγκα εκεκερδηκειν
κεραννυμι εκεραννυν κερω εκερασα κεκερακα κερασας ειχον
κεραννυω εκεραννυον κερασω
κεραννυμαι - κερασομαι κραθησομαι εκερασθην εκραθην εκερασαμην κεκραμαι εκεκραμην
κηδομαι εκηδομην - εκηδευσαμην κεκηδα -
κηρυττ(σσ)ω εκηρυττον κηρυξω εκηρυξα κεκηρυχα κηρυξας εχω κηρηξας ειχον
κηρυττ(σσ)ομαι εκηρυττομην κηρυξομαι κηρυχθησομαι εκηρυχθην εκηρυξαμην κεκηρυγμαι εκεκηρυγμην
κινεω-ω εκινουν κινησω εκινησα κεκινηκα -
κινουμαι εκινουμην κινησομαι κινηθησομαι εκινηθην κεκινημαι -
κλειομαι εκλειομην κλεισθησομαι εκλεισαμην εκλεισθην κεκλειμαι εκεκλειμην
κλειω- εκλειον κλεισω εκλεισα κεκλεικα εκεκλεικειν
κλεπτω εκλεπτον κλεψω εκλεψα κεκλοφα -
κλεπτομαι εκλεπτομην κλεψομαι κλεφθησομαι εκλαπην εκλεφθην κεκλεμμαι -
κληω εκληον κλησω εκλησα κεκληκα
κλινω εκλινον κλινω εκλινα κεκλικα εκεκλικειν
κλινομαι εκλινομην κλινουμαι εκλιναμην κεκλιμαι εκεκλιμην
κομιζω εκομιζον κομιω εκομισα κεκομικα εκεκομικειν
κομιζομαι εκομιζομην κομιουμαι κομισθησομαι εκομισθην εκομισαμην κεκομισμαι εκεκομισμην
κοπτομαι εκοπτομην κοψομαι κοπησομαι εκοπην εκοψαμην κεκομμαι εκεκομμην
κοπτω εκοπτον κοψω εκοψα κεκοφα -
κρατεω-ω εκρατουν κρατησω εκρατησα κεκρατηκα εκεκρατηκειν
κρατουμαι εκρατουμην κρατηθησομαι εκρατηθην κεκρατημαι εκεκρατημην
κρατυνω - - εκρατυνα - -
κρινω εκρινον κρινω εκρινα κεκρικα εκεκρικειν
κρινομαι εκρινομην κρινουμαι εκριναμην κεκριμαι εκεκριμην
κρουω εκρουον κρουσω εκρουσα κεκρουκα εκεκρουκειν
κρυπτω εκρυπτον κρυψω εκρυψα εκρυβον κεκρυφα εκεκρυφειν
κτεινομαι εκτεινομην - απεκταμην - -
κτεινω εκτεινον κτενω εκτεινα απεκτονα απεκτονειν
κτωμαι εκτωμην κτησομαι εκτησαμην κεκτημαι εκεκτημην
κυεω-ω εκυουν κυησω εκυησα κεκυηκα -
κωλυω εκωλυον κωλυσω εκωλυσα κεκωλυκα εκεκωλυκειν
κωλυομαι εκωλυωμην κωλυσομαι κωλυθησομαι εκωλυθην κεκωλυμαι εκεκωλυμην

Λ

λαγχανω ελαγχανον ληξομαι ελαχον ειληχα ειληχειν
λαμβανω ελαμβανον ληψομαι ελαβον ειληφα ειληφειν
λαμβανομαι ελαμβανομην ληφθησομαι ελαβομην ειλημμαι ειλημμην
λανθανω ελανθανον λησω ελαθον λεληθα ελεληθειν
λεγω ελεγον λεξω (ερω) ελεξα (ειπον, ειπα) ειρηκα ειρηκειν
λεγομαι ελεγομην λεχθησομαι (ρηθησομαι) ελεχθην (ερρηθην) ειρημαι ειρημην
λειπω ελειπον λειψω ελιπον λελοιπα ελελοιπειν
λειπομαι ελειπομην λειψομαι ελιπομην λελειμμαι ελελειμμην
λειτουργεω-ω ελειτουργουν λειτουργησω ελειτουργησα λελειτουργηκα -
ληζομαι εληζομην λησομαι ελησαμην λελησμαι -
λογιζομαι ελογιζομην λογιουμαι λογισθησομαι ελογισθην ελογισαμην λελογισμαι ελελογισμην
λοιδορεω-ω ελοιδορουν λοιδορησω ελοιδορησα λελοιδορηκα -
λοιδορουμαι ελοιδορουμην λοιδορησομαι λοιδορηθησομαι ελοιδορηθην ελοιδορησαμην λελοιδορημαι -
λυμαινομαι ελυμαινομην λυμανουμαι ελυμηναμην λελυμασμαι ελελυμασμην
λυπεω-ω ελυπουν λυπησω ελυπησα λελυπηκα -
λυπουμαι ελυπουμην λυπησομαι λυπηθησομαι ελυπηθην λελυπημαι -
λυσιτελεω-ω ελυσιτελουν λυσιτελησω ελυσιτελησα - -
λυω ελυον λυσω ελυσα λελυκα ελελυκειν
λυομαι ελυομην λυσομαι λυθησομαι ελυσαμην ελυθην λελυμαι ελελυμην
λωβαομαι-ωμαι ελωβωμην λωβησομαι ελωβησαμην λελωβημαι ελελωβημην

Μ

μαινομαι εμαινομην μανουμαι μανησομαι εμανην εμηναμην μεμανημαι μεμηνα εμεμανημην
μιαινω εμιαινον μιανω εμιανα μεμιαγκα -
μακαριζομαι εμακαριζομην μακαρισθησομαι εμακαρισθην μεμακαρισμαι εμεμακαρισμην
μακαριζω εμακαριζον μακαριω εμακαρισα - -
μανθανω εμανθανον μαθησομαι εμαθον μεμαθηκα εμεμαθηκειν
μαχομαι εμαχομην μαχουμαι μαχησομαι μαχεσομαι εμαχεσαμην εμαχεσθην μεμαχημαι εμεμαχημην
μειγνυμαι εμειγνυμην μειξομαι εμει(ι)ξαμην μεμειγμαι εμεμειγμην
μειγνυμι εμειγνυν μειξω εμειξα μεμειχα εμεμειχειν
μειγνυω εμειγνυον μειξας εχω μειξας ειχον
μελει εμελε μελησει εμελησε μεμεληκε εμεμεληκει
μελλεται εμελλετο μελληθησεται εμελληθη μεμελληται εμεμελλητο
μελεταω-ω εμελετων μελετησω εμελετησα μεμελετηκα -
μελετωμαι εμελετωμην μελετησομαι μελετηθησομαι εμελετηθην μεμελετημαι -
μελλω εμελλον μελλησω εμελλησα - -
μεμφομαι εμεμφομην μεμψομαι εμεμψαμην εμεμφθην - -
μενω εμενον μενω εμεινα μεμενηκα εμεμενηκειν
μεταχειριζομαι μετεχειριζομην μεταχειριουμαι μετεχειρισαμην μετεχειρισθην μετακεχειρισμαι -
μηκυνω εμηκυνον μηκυνω εμηκυνα - -
μηνυω εμηνυον μηνυσω εμηνυσα μεμηνυκα -
μιμνησκομαι εμιμνησκομην μνησομαι εμνησθην μεμνημαι εμεμνημην
μιμνησκω εμιμνησκον μνησω εμνησα μνειαν πεποιημαι μνειαν επεποιημην
μισγομαι εμισγομην μειχθησομαι μιγησομαι εμιγην εμειχθην
μισγω εμισγον -
μισθοω-ω εμισθουν μισθωσω εμισθωσα μεμισθωκα
μνημονευω εμνημονευον μνημονευσω εμνημονευσα εμνημονευκα εμνημονευκειν
μνημονευομαι εμνημονευομην μνημονευσομαι μνημονευθησομαι εμνημονευθην εμνημονευμαι εμνημονευμην
μυεω-ω εμυουν μυησω εμυησα μεμυηκα εμεμυηκειν
μυουμαι εμυουμην μυησομαι μυηθησομαι εμυηθην εμυησαμην μεμυημαι εμεμυημην

Ν

ναυπηγεομαι-ουμαι εναυπηγουμην ναυπηγησομαι εναυπηγησαμην νεναυπηγημαι ενεναυπηγημην
νεμω ενεμον νεμω ενειμα νενεμηκα ενενεμηκειν
νεμομαι ενεμομην νεμουμαι ενειμαμην νενεμημαι ενενεμημην
νευω ενευον νευσομαι ενευσα νενευκα ενενευκειν
νεω (= κολυμπώ) ενεον νευσομαι νευσουμαι ενευσα νενευκα ενενευκειν
νεω (= σωρεύω) ενεον νησω ενησα - -
νικαω-ω ενικων νικησω ενικησα νενικηκα ενενικηκειν
νικωμαι ενικωμην νικησομαι νικηθησομαι ενικηθην νενικημαι ενενικημην
νοεω-ω ενοουν νοησω ενοησα νενοηκα ενενοηκειν
νοουμαι ενοουμην νοησομαι νοηθησομαι ενοηθην ενοησαμην νενοημαι ενενοημην
νομιζω ενομιζον νομιω ενομισα νενομικα ενενομικειν
νομιζομαι ενομιζομην νομιουμαι νομισθησομαι ενομισθην νενομισμαι ενενομισμην
νομοθετεω-ω ενομοθετουν νομοθετησω ενομοθετησα νενομοθετηκα -
νομοθετουμαι ενομοθετουμην νομοθετησομαι ενομοθετηθην ενομοθετησαμην νενομοθετημαι -
νουθετεω-ω ενουθετουν νουθετησω ενουθετησα - -
νυμφευω ενυμφευον νυμφευσω ενυμφευσα - -

Ξ

ξαίνω έξαινον ξανω εξηνα - -
ξενιζω εξενιζον ξενιω ξενισω εξενισα - -
ξεομαι εξεομην - - εξεσμαι εξεσμην
ξεω εξεον ξεσω εξεσα - -
ξηραινω εξηραινον ξηρανω εξηρανα εξηρηνα - -

Ο

οδυρομαι ωδυρομην οδυρουμαι ωδυραμην ωδυρθην - -
οιδα ηδειν (ηδη) εισομαι (ειδησω) έγνων εγνωκα εγνωκειν
οικειοω-ω - - ωκειωσα - -
οικεω-ω ωκουν οικησω ωκησα ωκηκα ωκηκειν
οικουμαι ωκουμην οικησομαι ωκηθην ωκημαι ωκημην
οικιζω ωκιζον οικιω ωκισα ωκικα ωκικειν
οικιζομαι ωκιζομην οικιουμαι οικισθησομαι ωκισθην ωκισαμην ωκισμαι ωκισμην
οικοδομεω-ω ωκοδομουν οικοδομησω ωκοδομησα ωκοδομηκα -
οικτειρω- ωκτειρον οικτερω ωκτιρα - -
οικτιζω ωκτιζον οικτιω ωκτισα - -
οιομαι (οιμαι) ωομην (ωμην) οιησομαι ωηθην νενομικα ενενομικειν
οιχομαι ωχομην οιχησομαι - ωχωκα ωχηκα -
οκνεω-ω ωκνουν οκνησω ωκνησα ωκνηκα ωκνηκειν
ολιγαρχεομαι - ουμαι - - ολιγαρχηθην - -
ολιγορεω-ω ωλιγορουν ολιγορησω ωλιγορησα - -
ολλυμι ωλλυν ολω ωλεσα ολωλεκα ωλωλεκειν
ολλυμαι ωλλυμην ολουμαι ωλομην ολωλα ωλωλειν
ολοφυρομαι ωλοφυρομην ολοφυρουμαι ωλοφυραμην ωλοφυρθην - -
ομαρτεω ωμαρτουν ομαρτησω ωμαρτησα - -
ομιλεω-ω ωμιλουν ομιλησω ωμιλησα ωμιληκα ωμιληκειν
ομνυμι ωμνυν ομουμαι ωμοσα ομωμοκα ωμωμοκειν
ομνυμαι ωμνυμην ομοσθησομαι ωμοσαμην ωμοσθην ωμοθην ομωμοσμαι ωμωμοσμην
ομολογεω-ω ωμολογουν ωμολογησω ωμολογησα ωμολογηκα ωμολογηκειν
ομολογουμαι ωμολογουμην ομολογησομαι ομολογηθησομαι ωμολογηθην ωμολογησαμην ωμολογημαι ωμολογημην
ονειδιζω ωνειδιζον ωνειδιω ωνειδισα ωνειδικα -
ονινημι ωφελουν ονησω ωνησα ωφελησα ωφεληκα ωφεληκειν
ονιναμαι ωνιναμην ονησομαι ωνηθην ωνημην ωφελημαι ωφελημην
ονομαζω ωνομαζον ονομασω ωνομασα ωνομακα ωνομακειν
ονομαζομαι ωνομαζομην ονομασθησομαι ωνομασθην ωνομασμαι ωνομασμην
οργιζω ωργιζον οργιω ωργισα - -
οργιζομαι οργιζομην οργιουμαι ωργισθην ωργισμαι - οργισθησομαι
ορεγω ωρεγον ορεξω ωρεξα - -
ορθεω-ω ωρθουν ορθωσω ωρθωσα ωρθωκα -
ορκιζω ωρκιζον ορκισω ωρκισα - -
ορμαω-ω ωρμων ορμησω ωρμησα ωρμηκα ωρμηκειν
ορμωμαι ορμωμην ορμησομαι ορμηθησομαι ωρμηθην ωρμησαμην ωρμημαι ωρμημην
ορμιζω ωρμιζον ορμισω ωρμισα - -
ορυττ(σσ)ω ωρυττον ορυξω ωρυξα ωρυγον ορωρυχα ωρωρυχειν
ορω εωρων οψομαι ειδον εορακα εωρακειν
ορωμαι εωρωμην οφθησομαι ειδομην ωφθην εο(ω)ραμαι ωμμαι εωραμην ωμμην
οφειλω ωφειλον οφειλησω ωφελον ωφειλησαωφειληκα ωφειληκειν
οφλισκανω οφλισκανον οφλησω ωφλον ωφληκα ωφληκειν

Π

παιδαγωγεω-ω επαιδαγωγουν παιδαγωγησω επαιδαγωγησα πεπαιδαγωγηκα -
παιω επαιον παισω επαισα πεπαικα -
παιομαι επαιομην παιησομαι επαισαμην επαισθην πεπαισμαι επεπαισμην
παραμυθεομαι-ουμαι παρεμυθουμην παραμυθησομαι παρεμυθησαμην - -
παρασκευαζω παρεσκευαζον παρασκευασω παρεσκευασα παρεσκευακα παρεσκευακειν
παρασκευαζομαι παρεσκευαζομην παρασκευασομαι παρασκευασθησομαι παρεσκευασθην παρεσκευασαμην παρεσκευασμαι παρεσκευασμην
παρρησιαζομαι επαρρησιαζομην παρρησιασομαι επαρρησιασαμην πεπαρρησιασμαι -
πασχω επασχον πεισομαι επαθον πεπονθα επεπονθειν
παυω επαυον παυσω επαυσα πεπαυκα επεπαυκειν
παυομαι επαυομην παυσομαι παυσθησομαι επαυσθην επαυθηνεπαυσαμην πεπαυμαι επεπαυμην
πειθομαι επειθομην πεισομαι επιθομην πεπεισμαι επεπεισμην
πειθω επειθον πεισω επεισα επιθον πεπεικα επεπεικειν
πειραω-ω επειρων πειρασω επειρασα πεπειρακα επεπειρακειν
πειρωμαι επειρομην πειρασομαι πειραθησομαι επειραθην επειρασαμην πεπειραμαι επεπειραμην
πελαζω επελαζον πελασω επελασα - -
πεμπω επεμπον πεμψω επεμψα πεπομφα επεπομφειν
πεμπομαι επεμπομην πεμψομαι πεμφθησομαι επεμφθην επεμψαμην πεπεμμαι επεπεμμην
περαινω επεραινον περανω επερανα - -
περαινομαι επεραινομην περανουμαι περανθησομαι επερανθην επεραναμην πεπερασμαι επεπερασμην
πηγνυμι επηγνυον πηξω επηξα πεπηχα επεπηχειν
πιμπλημι επιμπλην πλησω επλησα πεπληκα επεπληκειν
πιμπλαμαι επιμπλαμην πλησομαι επλησαμην πεπλησμαι επεπλησμην
πινω επινον πιομαι επιον πεπωκα επεπωκειν
πιπρασκω - - - πεπρακα επεπρακειν
πιπρασκομαι επιπρασκομην πραθησομαι επραθην πεπραμαι επεπραμην
πιπτω επιπτον πεσουμαι επεσον πεπτωκα επεπτωκειν
πλεω επλεον πλευσομαι (πλευσουμαι) επλευσα πεπλευκα επεπλευκειν
ποιω εποιουν ποιησω εποιησα πεποιηκα επεποιηκειν
ποιουμαι εποιουμην ποιησομαι εποιησαμην πεποιημαι επεποιημην
πραττ(σσ)ομαι επραττομην πραξομαι επραξαμην πεπραγμαι επεπραγμην πραχθησομαι επραχθην
πραττ(σσ)ω επραττον πραξω επραξα πεπραχα (πεπραγα) επεπραχειν (επεπραγειν)
πυνθανομαι επυνθανομην πευσομαι επυθομην πεπυσμαι επεπυσμην

Ρ

ραθυμεω-ω ερραθυμουν (κατα)ρραθυμησω ερραθυμησα ερραθυμηκα -
ραπιζω ερραπιζον ραπισω ερραπισα - -
ρεω ερρεον ρυησομαι ερρυην ερρυηκα ερρυηκειν
ρηγνυμι ερρηγνυν ρηξω ερρηξα ερρωχα ρηξας ειχον
ρηγνυμαι ερρηγνυμην ρηξομαι ραγησομαι ερρηχθην ερραγην ερρηξαμην ερρηγμαι -
ριπτω ερριπτον ριψω ερριψα ερριφα ερριφειν
ρωννυμι - (επι)ρρωσω (επ)ερρωσα - -

Σ

σβεννυμι εσβεννυον σβησω εσβεσα σβησας εχω σβησας ειχον
σβεννυμαι εσβεννυμην σβησομαι σβεσθησομαι εσβην εσβεσθην εσβησμαι -
σειω εσειον σεισω εσεισα σεσεικα -
σημαινομαι εσημαινομην σημανουμαι σημανθησομαι εσημανθην εσημηναμην σεσημασμαι -
σημαινω εσημαινον σημανω εσημανα (εσημηνα) - -
σιγαω-ω εσιγων σιγησω εσιγησα σεσιγηκα -
σιτεω-ω εσιτουν σιτησω εσιτησα σεσιτηκα -
σιτουμαι εσιτουμην σιτησομαι εσιτηθην - -
σιωπαω-ω εσιωπων σιωπησω σιωπησομαι εσιωπησα σεσιωπηκα -
σκεδαννυμι εσκεδαννυν σκεδω εσκεδασα εσκεδακα σκεδασας ειχον
σκεδαννυμαι εσκεδαννυμην σκεδασθησομαι εσκεδασαμην εσκεδασθην εσκαδασμαι εσκεδασμην
σκοπουμαι εσκοπουμην σκεψομαι εσκεψαμην εσκεπην εσκεφθην εσκεμμαι εσκεμμην σκεπησομαι
σκοπω (σκοπουμαι) εσκοπουν (εσκοπουμην) σκεψομαι εσκεψαμην εσκεμμαι εσκεμμην
σκυλευω εσκυλευον σκυλευσω εσκυλευσα - -
σπαω-ω εσπων σπασω εσπασα εσπακα εσπακειν
σπειρω εσπειρον σπερω εσπειρα εσπαρκα εσπαρκειν
σπειρομαι εσπειρομην σπαρησομαι εσπαρην εσπαρμαι εσπαρμην
σπενδομαι εσπενδομην σπεισομαι εσπεισαμην εσπεισμαι εσπεισμην
σπενδω εσπενδον σπευσω εσπεισα εσπεικα σπεισας εχω σπεισας ειχον
σπουδαζω εσπουδαζον σπουδασομαι εσπουδασα εσπουδακα εσπουδακειν
στασιαζω εστασιαζον στασιασω εστασιασα εστασιακα εστασιακειν
στελλω εστελλον στελω εστειλα εσταλκα εσταλκειν
στελλομαι - εστελλομην - σταλησομαι - εστειλαμην (εσταλην) εσταλμαι εσταλμην
στεργω εστεργον στερξω εστερξα εστοργα εστοργειν
στεργομαι εστεργομην στερξομαι εστερχθην εστεργμαι εστεργμην
στερεω-ω εστερουν στερησω εστερησα εστερηκα -
στερουμαι εστερουμην στερησομαι εστερηθην εστερημαι εστερημην
στρατευω εστρατευον στρατευσω εστρατευσα εστρατευκα εστρατευκειν
στρατηγεω-ω εστρατηγουν στρατηγησω εστρατηγησα εστρατηγηκα εστρατηγηκειν
στρατοπεδευω εστρατοπεδευον στρατοπεδευσω εστρατοπεδευσα εστρατοπεδευκα εστρατοπεδευκειν στρατοπεδευομαι εστρατοπεδευομην στρατοπεδευσομαι εστρατοπεδευσαμην εστρατοπεδευμαι
στρεβλοω-ω εστρεβλουν στρεβλωσω εστρεβλωσα - -
στρεβλουμαι εστρεβλουμην στρεβλωσομαι εστρεβλωθην εστρεβλωμαι -
στρεφω εστρεφον στρεψω εστρεψα εστροφα εστροφειν
στρωννυμι εστρωννυν στρωσω εστρωσα εστρωκα εστρωκειν
συλλεγω συνελεγον συλλεξω συνελεξα συνειλοχα συνειλοχειν
συλλεγομαι συνελεγομην συλλεξομαι συνελεξαμην (συνελεγην) συνειλεγμαι συνειλεγμην
συμμαχεω-ω συνεμαχουν συμμαχησω συνεμαχησα συμμεμαχηκα -
σφαλλω εσφαλλον σφαλω εσφαλα εσφαλκα εσφαλκειν
σφαλλομαι εσφαλλομην σφαλουμαι εσφηλαμην (εσφαλην) εσφαλμαι εσφαλμην
σωζω εσωζον σωσω εσωσα σεσωκα -
σωζομαι εσωζομην σωσομαι σωθησομαι εσωθην εσωσαμην σεσωσμαι σεσωμαι εσεσωμην εσεσωσμην
σωφρονεω-ω εσωφρονουν σωφρονησω εσωφρονησα σεσωφρονηκα -
σωφρονιζω εσωφρονιζον σωφρονιω εσωφρονισα σεσωφρονικα -

Τ

ταραττ(σσ)ω εταραττον ταραξω εταραξα τεταραχα ετεταραχειν
ταττ(σσ)ω εττατον ταξω εταξα τεταχα ετεταχειν
ταττ(σσ)ομαι εταττομην ταξομαι εταξαμην τεταγμαι ετεταγμην
τεινω ετεινον τενω ετεινα τετακα ετετακειν
τεινομαι ετεινομην τενουμαι ετειναμην (εταθην) τεταμαι ετεταμην
τειχιζομαι ετειχιζομην τειχιουμαι ετειχισαμην τετειχισμαι ετετειχισμην ετειχισθην
τειχιζω ετειχιζον τειχιω ετειχισα τετειχικα ετετειχικειν
τεκμαιρομαι ετεκμαιρομην τεκμαιρουμαι ετεκμηραμην - -
τελευταω-ω ετελευτων τελευτησω ετελευτησα τετελευτηκα ετετελευτηκειν
τελεω-ω ετελουν τελω τελεσω ετελεσα τετελεκα ετετελεκειν
τελουμαι ετελουμην τελεσθησομαι ετελεσθην ετελεσαμην τετελεσμαι ετετελεσμην
τεμνω ετεμνον τεμω ετεμον τετμηκα ετετμηκειν
τεμνομαι ετεμνομην τεμουμαι ετεμομην (ετμηθην) τετμημαι ετετμημην
τερπω ετερπον τερψω ετερψα - -
τιθημι ετιθην θησω εθηκα τεθεικα (τεθηκα) -
τιθεμαι ετιθεμην θησομαι εθεμην τεθειμαι (κειμαι) εκειμην
τικτω ετικτον τεξομαι ετεκον τετοκα ετετοκειν
τιμωρεω-ω ετιμωρουν τιμωρησω ετιμωρησα τετιμωρηκα ετετιμωρηκειν
τιμω ετιμων τιμησω ετιμησα τετιμηκα ετετιμηκειν
τιμωμαι ετιμωμην τιμησομαι ετιμησαμην τετιμημαι ετετιμημην
τινω-τινυω ετινον τισω-τεισω ετισα-ετεισα τετικα ετετικειν
τιτρωσκω ετιτρωσκον τρωσω ετρωσα τετρωκα ετετρωκειν
τολμαω-ω ετολμων τολμησω ετολμησα τετολμηκα ετετολμηκειν
τρεπομαι ετρεπομην τρεψομαι ετρεψαμην (ετραπομην, ετραπην) τετραμμαι ετετραμμην
τρεπω ετρεπον τρεψω ετρεψα ετραπον τετροφα ετετροφειν
τρεφομαι ετρεφομην θρεψομαι (τραφησομαι) εθρεψαμην (ετραφην) τεθραμμαι ετεθραμμην
τρεφω ετρεφον θρεψω εθρεψα ετραφον τετραφα ετετραφειν
τρεχω ετρεχον δραμουμαι εδραμον δεδραμηκα εδεδραμηκειν
τριβω ετριβον τριψω ετριψα τετριφα ετετριφειν
τριηραρχεω-ω ετριηραρχουν τριηραρχησω ετριηραρχησα τετριηραρχηκα -
τρωγω ετρωγον τρωξομαι ετρωξα ετραγον - -
τυγχανω ετυγχανον τευξομαι ετυχον τετυχηκα ετετυχηκειν
τυραννευω ετυραννευον τυραννευσω ετυραννευσα τετυραννευκα ετετυραννευκειν
τυραννεω-ω ετυραννουν τυραννησω ετυραννησα - -

Υ

υβριζω υβριζον υβριω υβρισα υβρικα υβρ?κειν
υβριζομαι υβριζομην υβριουμαι υβρισθησομαι υβρισθην υβρισμαι υβρισμην
υγιαινω υγιαινον υγιανω υγιανα υγιακα -
υμνεω-ω υμνουν υμνησω υμνησα υμνηκα υμνηκειν
υμνουμαι υμνουμην υμνηθησομαι υμνηθην υμνημαι υμνημην
υπηρετεω-ω υπηρετουν υπηρετησω υπηρετησα υπηρετηκα υπηρετηκειν
υπισχνουμαι υπισχνουμην υποσχησομαι υπεσχομην υπεσχημαι υπεσχημην

Φ

φαινομαι εφαινομην φανουμαι εφηναμην (εφανην) πεφασμαι επεφασμην
φαινω εφαινον φανω φανησω εφανα εφηνα πεφανηκα πεφαγκα επεφαγκειν
φειδομαι εφειδομην φεισομαι εφεισαμην πεφεισμαι επεφεισμην
φενακιζω εφενακιζον φενακιω εφενακισα πεφενακικα επεφενακικειν
φερω εφερον οισω ηνεγκον ενηνοχα ενηνοχειν
φερομαι εφερομην οισομαι ηνεγκαμην (ηνεχθην) ενηνεγμαι ενηνεγμην
φευγω εφευγον φευξομαι εφυγον πεφευγα επεφευγειν
φημι εφην φησω εφησα ειρηκα ειρηκειν
φθανω εφθανον φθασω (φθησομαι) εφθασα (εφθην) εφθακα εφθακειν
φθειρω εφθειρον φθερω εφθειρα εφθαρκα εφθαρκειν
φθειρομαι εφθειρομην φθερουμαι εφθειραμην (εφθαρην) εφθαρμαι εφθαρμην
φθονεω-ω εφθονουν φθονησω εφθονησα - -
φιλοσοφεω-ω εφιλοσοφουν φιλοσοφησω εφιλοσοφησα πεφιλοσοφηκα -
φιλοτιμουμαι εφιλοτιμουμην φιλοτιμησομαι εφιλοτιμησαμην πεφιλοτιμημαι επεφιλοτιμημην
φοβεω-ω εφοβουν φοβησω εφοβησα - -
φοβουμαι εφοβουμην φοβησομαι φοβηθησομαι εφοβηθην εφοβησαμην πεφοβημαι επεφοβημην
φοιταω-ω εφοιτων φοιτησω εφοιτησα πεφοιτηκα επεφοιτηκειν
φραζω εφραζον φρασω εφρασα πεφρακα επεφρακειν
φραττ(σσ)ω εφραττον φραξω εφραξα πεφρα(κ, γ, χ)α επεφρα(κ, γ, χ)ειν
φρονεω-ω εφρονουν φρονησω εφρονησα πεφρονηκα -
φυλαττ(σσ)ω εφυλαττον φυλαξω εφυλαξα πεφυλαχα επεφυλαχειν
φυλαττομαι εφυλαττομην φυλαξομαι φυλαχθησομαι εφυλαχθην εφυλαξαμην πεφυλαγμαι επεφυλαγμην
φυομαι εφυομην φυσομαι εφυν πεφυκα επεφυκειν
φυω εφυον φυσω-φυησω εφυσα - -

Χ

χαιρομαι εχαιρομην χαρησομαι χαρουμαι χαιρησομαι εχαρην κεχαρημαι εκεχαρημην
χαιρω εχαιρον χαρω χαιρησω εχαρησα εχαιρησα κεχαρηκα γεγηθα εκεχαρηκειν εγεγηθειν
χαλεπαινω εχαλεπαινον χαλεπανω εχαλεπηνα - -
χαριζομαι εχαριζομην χαριουμαι χαρισθησομαι εχαρισθην εχαρισαμην κεχαρισμαι εκεχαρισμην
χειροτονεω-ω εχειροτονουν χειροτονησω εχειροτονησα κεχειροτονηκα -
χορηγεω-ω εχορηγουν χορηγησω εχορηγησα κεχορηγηκα -
χραινω εχραινον χρανω εχρανα - -
χρη εχρην (χρην) χρησει - χρησται -
χρηματιζω εχρηματιζον χρηματιω εχρηματισα κεχρηματικα εκεχρηματικειν
χρηματιζομαι εχρηματιζομην χρηματιουμαι εχρηματισαμην κεχρηματισμαι εκεχρηματισμην
χρωμαι εχρωμην χρησομαι εχρησαμην κεχρημαι εκεχρημην
χωννυμι (εχουν) χωσω εχωσα κεχωκα -
χωρεω-ω εχωρουν χωρησω εχωρησα κεχωρηκα εκεχωρηκειν
χωριζω εχωριζον χωριω εχωρισα κεχωρικα εκεχωρικειν

Ψ

ψεγω εψεγον ψεξω εψεξα - -
ψευδομαρτυρεω-ω εψευδομαρτυρουν ψευδομαρτυρησω εψευδομαρτυρησα - -
ψευδω εψευδον ψευσω ψευσω εψευσα - -
ψευδομαι εψευδομην φευσομαι ψευσθησομαι εψευσθην εψευσαμην εψευσμαι εψευσμην
ψηφιζω εψηφιζον ψηφιω εψηφισα εψηφικα -
ψηφιζομαι εψηφιζομην ψηφιουμαι ψηφισθησομαι εψηφισθην εψηφισαμην εψηφισμαι εψηφισμην
ψιλοω-ω - ψιλωσω εψιλωσα - - 

Ω

ωθεω-ω εωθουν ωσω εωσα εωκα εωκειν
ωθουμαι εωθουμην ωθησομαι ωσθησομαι εωσθην εωσαμην εωσμαι εωσμην
ωνουμαι ωνουμην ωνησομαι επριαμην εωνημαι εωνημην
ωφελεω-ω ωφελουν ωφελησω ωφελησα ωφεληκα ωφεληκειν
ωφελουμαι ωφελουμην ωφελησομαι ωφεληθησομαι ωφεληθην ωφελημαι ωφελημην

Γ.  ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


Σύνθετα
χρηστικών λέξεων



Α

αγγελία (αγγελιοφόρος, αγγελιόσημο, ευαγγέλιο)
άγιος (τρισάγιο, πανάγιος, αγιολόγιο)

Συνώνυμα ρήματα
Κλικ εδώ
Αντώνυμα ρήματα

άγριος (αγριόχορτο, αγριοβρώμη, αγριόγατος)

αγρός (αγροτουρισμός, αγρόκτημα, αγροτεμάχιο)
αδελφός (φιλάδελφος, αδελφοκτονία, γυναικάδελφος)
αέρας (αεροβόλο, αεροφαγία, αερομαχία)

αθλητής (πρωταθλητής, αθλητικογράφος, αθλητίατρος)

αίμα (αιμορραγία, γλυκοαίματος, αιματοκρίτης)

αιχμή (αιχμάλωτος, αιχμοφόρος, αιχμοειδής)

αισχρός (αισχρολογία, αισχροέπεια, αισχροκέρδεια)

αλάτι (αλατούχος, αλατόνερο, αλατοποίηση)
άμαξα (αμαξηλάτης, αυτοκινητάμαξα, αμαξοστοιχία)

αμπέλι (αμπελουργός, αμπελόφυλλο, αμπελοχώραφο)

άνθος (ανθοδέσμη, ανθοπώλης, ανθοφορία)
άρθρο (αρθρογράφος, αρθροπαθής, άναρθρος)

άρτος (αρτοποιός, αρτοκλασία, αρτοβιομηχανία)

άσχημος (ασχημόπαπο, πανάσχημος, ασχημοπόδαρος)

ατμός (ατμόπλοιο, ατμόλουτρο, ατμόσφαιρα)

αυγή (χαραυγή, χρυσαυγή, φωταύγεια)

Β

βαθμός (βαθμολογία, ισοβαθμία, υψηλόβαθμος)

βαθύς (βαθύνους, βαθυστόχαστος, αβαθής)


Γ

 

γίγαντας (γιγαντόσωμος, γιγαντομαχία, γιγαντοοθόνη)

γλυκός (γλυκοαίματος, γλυκομίλητος, υπογλυκαιμία)

γυμνός (γυμνόστηθος, ολόγυμνος, ημίγυμνος)

Δ

 

δαίμονας (δαιμονοπληξία, δαιμονολογία, δαιμονολατρία)

δάκτυλο (εξαδάκτυλος, δακτυλόσχημος, δακτυλογράφος)

δάσος (πευκοδάσος, δασοφύλακας, δασονόμος)

δεξιός (δεξιόστροφος, αδέξιος, δεξιοτέχνης)

δεσμός (δεσμοφύλακας, ανθοδέσμη, στηθόδεσμος)

δεσπότης (οικοδεσπότης, πυργοδεσπότης, αδέσποτος)

δίκαιος (δικαιολογία, ακριβοδίκαιος, δικαιοδοσία)

διοίκηση (αυτοδιοίκητος, κακοδιοίκηση, αδιοίκητος)

δόλος (δολοφόνος, άδολος, δολοπλόκος)

δράμα (δραματουργός, μελόδραμα, χορόδραμα)

δύναμη (παντοδύναμος, αδυναμία, ισοδύναμος)


Ε

έθνος (εθνόσημο, διεθνολόγος, εθνολατρία)

εικόνα (εικονομάχος, εικονολάτρης, εικονοστάσι)

ειρήνη (ειρηνόφιλος, ειρηνοδρόμος, ειρηνοποιός)

εκλογή (εκλογολογία, εκλογομάγειρας, εκλογοδικείο)

ελευθερία (φιλελεύθερος, ανελεύθερος, ελευθεροτυπία)

έμπορος (λαθρέμπορος, σιτέμπορος, καπνέμπορος)

εξουσία (εξουσιομανής, πληρεξούσιος, εξουσιοδότηση)
εχθρός (εχθροφοβία, εχθροπραξία, εχθροπάθεια)

 

Ζ

ζήλια (αξιοζήλευτος, ζηλότυπος, ζηλόφθονος)


Η

 

ηδονή (φιλήδονος, ηδονοθήρας, ηδονοβλεψίας)
ήλιος (ηλιοφάνεια, ηλιοτρόπιο, ηλιοστάσιο)
ημέρα (νυχθήμερο, πενθήμερο, ολοήμερο)


Θ


θάνατος (ετοιμοθάνατος, μελλοθάνατος, θανατηφόρος)

θερμός (θερμόαιμος, θερμόμετρο, θερμοπληξία)

θηρίο (θηριοδαμαστής, θηριοτροφείο, θηριομαχία)


Ι

ιδέα (ιδεοληψία, ιδεοκρατία, ιδεολόγος)

ιερός (ιερομόναχος, ιεροψάλτης, ιεροκήρυκας)

ίππος (ιπποδρόμιο, ιπποπόταμος, ιππόκαμπος)

 

Κ

 

καπνός (καπνοδόχος, καπνέμπορος, καπνοπώλης)

καρπός (καρποφόρο, ολιγόκαρπο, καρποφάγο)

καρφί (ξυλόκαρφο, ατσαλόκαρφο, αλληλοκάρφωμα)

κεφάλαιο (κεφαλαιοκρατία, μεγαλοκεφαλαιούχος, κεφαλαιοποίηση)

κλήρος (κληρονομιά, κληροδότημα, άκληρος)

κόμμα (κομματάρχης, παλαιοκομματισμός, κομματικοποίηση)

κόλακας (αυλοκόλακας, ψευδοκόλακας, φιλοκόλακας)

κρότος (χειροκρότημα, εκπυρσοκρότηση, πυροκρότημα)

κύκλος (ημικύκλιο, δίκυκλο, κυκλοφοία)

κύμα (τρικυμία, κυματοδαρμένος, κυματοθραύστης)

 

Λ

 

λάδι (λαδοφάναρο, λαδόνερο, λαδολέμονο)
λαθραίος (λαθρέμπορος, λαθροχειρία, λαθρομετανάστης)
λευκός (λευκότριχος, λευκόχρυσος, ολόλευκος)

 

Μ

 

μάγειρας (οινομαγειρείο, αρχιμάγειρας, εκλογομάγειρας)

μάχη (λογομαχία, κοκορομαχία, τιτανομαχία)

μέταλλο (μεταλλουργείο, μεταλλοτεχνία, μεταλλειολόγος)

μόνος (μοναχοκόρη, μοναχογιός, μοναχοπαίδι)

μύθος (μυθοπλάστης, μυθιστόρημα, μυθομανής)

 

Ν

 

νάρκη (ναρκομανής, ναρκοπέδιο, ναρκοσυλλέκτης)
ναύτης (πεζοναύτης, αστροναύτης, ναυτεργάτης)

νεύρο (νευρολόγος, νευρασθενής, νευροχειρουργός)

νους (βαθύνους, αγχίνους, νουνεχής)

 

Ξ

 

ξύλο (ξυλοδομή, ξυλοκόπος, ξυλογλυπτική)


Ο


όλος (ολόκληρος, ολοκαύτωμα, ολοτελής)

όμοιος (ομοιοκαταληξία, ομοιόπτωτος, ομοιοπαθής)

όνομα (ονοματεπώνυμο, ευώνυμος, ψευδώνυμος)

ουρανός (ουρανοξύστης, ουρανόχρωμος, μεσουράνημα)

οφειλή (χρηματοφειλή, χρεοφειλέτης, μικροοφειλέτης)
όχλος (οχλαγωγία, οχλοβοή, οχλοκρατία)


Π


παιδί (παιδαγωγός, παιδίατρος, μοναχοπαίδι)
πας (πανοπλία, πανουργία, παρρησία)
πάθος (αδενοπάθεια, ομοιοπαθής, μετριοπαθής)
πατέρας (πατροκτόνος, πατροπαράδοτος, πατρολάτρης)
πίστη (ολιγόπιστος, πιστοποίηση, πιστολήπτης)
πείρα (πολύπειρος, εμπειροπόλεμος, απειρόκακος)
ποτό (ηδύποτο, φαγοπότι, οινοπότης)
πλατύς (πλατύσκαλο, πλατυποδία, πλατύφυλλο)
πλοκή (αραιόπλεκτος, καλαθοπλέκτης, συρματόπλεγμα)
πλούτος (πάμπλουτος, πλουτοπαραγωγικός, ζάπλουτος)
ποίηση (ευποιϊα, κακοποιός, σκηνοποιός)
ποιμένας (ποιμνιοστάσιο, ποιμενάρχης, ποιμνιοβοσκή)
πόδι (ποδάγρα, τετράποδο, ανδράποδο)
πόλη (ακρόπολη, μεγαλούπολη, κωμόπολη)
πολύς (πολυτελής, πολυλογάς, πολυποίκιλος)
πόνος (πονοκέφαλος, κοιλόπονος, πονόδοντος)
πορεία (πρωτοπόρος, αεροπορία, οδοιπορία)
πράξη (εχθροπραξία, κοινοπραξία, απραξία)


Ρ


ραβδί (ραβδούχος, ραβδομαχία, ραβδοσκόπος)
ρήση (παρρησία, άρρητος, μεγαλορρήμων)


Σ


σέβας (ευσέβεια, θεοσεβής, ασεβής)
σθένος (ασθενής, φιλάσθενος, ασθενοφόρο)
σιτάρι (σιταποθήκη, σιτάλευρο, σιτέμπορος)
σκεύος (επιπλοσκευή, οπλοσκευή, αρτοσκεύασμα)
σκηνή (σκηνοποιός, σκηνοπηγία, σκηνοθέτης)
σκληρός (σκληραγωγία, σκληρόκαρδος, σκληροτράχηλος)

σκοπός (σκοποβολή, διπλοσκοπιά, αυτοσκοπός)

σκοτάδι (μισοσκόταδο, θεοσκόταδο, σκοτοδίνη)

σοφός (θεοσοφία, φιλοσοφία, πάνσοφος)

στρατός (στρατάρχης, στρατηγός, στρατόπεδο)
σωτηρία (εθνοσωτήριος, κοσμοσωτήριος, λαοσωτήριος)
σώμα (σωματοφύλακας, ψυχοσωματικός, ολόσωμο)


Τ


τάξη (ευταξία, ταξιαρχία, ταξινόμηση)
ταραχή (θαλασσοταραχή, ταραχοποιός, ανεμοταραχή)

τέλος (ημιτελικός, ημιτελής, τελολογία)

τέχνη (τεχνοτροπία, καλλιτέχνης, κομψοτέχνημα)

τιμή (φιλότιμο, τιμοκατάλογος, τιμολόγιο)

τόπος (τοποτηρητής, τοποθεσία, τοπογράφος)

τραγούδι (πεζοτράγουδο, λιανοτράγουδο, τραγουδοποιός)
τραύμα (τραυματοδέτης, τραυματιοφορέας, τραυματολογία)

τρόμος (τρομοκρατία, τρομονόμος, ατρόμητος)

τρόπος (τροπολογία, τροποποίηση, δύστροπος)

τύπος (αρχέτυπο, τυπογραφείο, τηλέτυπος)

τύχη (καλότυχος, τυχοδιώκτης, δυστυχής)

 

Υ


υγεία (υγιεινολόγος, υγειονομικός, υγειολογία)
υγρός (υγρόμετρο, υγροβιότοπος, υγροποίηση)

ύλη (υλοτόμος, υλοποίηση, υλοζωισμός)
ύψος (υψόμετρο, υψοφοβία, υψοδείκτης)

Φ


φαντασία (ευφάνταστος, φαντασιόπληκτος, φαντασιοκόπος)

φάρμακο (φαρμακαποθήκη, φαρμακοτρίφτης, φαρμακοποιός)

φήμη (φημολογία, κακόφημος, καλόφημος)

φίλος (φιλόδοξος, φιλόξενος, φιλόπονος)
φόβος (ξενοφοβία, αραχνοφοβία, υψοφοβία)

φτωχός (φιλόπτωχος, φτωχογειτονιά, φτωχόπαιδο)

φυλακή (χωροφυλακή, οπισθοφυλακή, αγροφυλακή)
φυτό (φυτοφάγος, φυτοζοώ, φυτοθεραπεία, φυτολογία)

φωνή (πολυφωνία, καλλίφωνος, μικρόφωνο)

 

Χ


χρέος (χρεοφειλέτης, χρεόγραφο, χρεοκοπία)

χρήμα (χρηματοπιστωτικός, χρηματοκιβώτιο, χρηματαγορά)

χρυσός (χρυσοχοείο, χρυσωρυχείο, χρυσοθήρας)

ψ

ψάρι (ψαρόλακκος, ψαρότοπος, ψαροπούλι)
ψεύδος (ψευδοπροφήτης, ψευδομάρτυρας, ψευδορκία)
ψήφος (ψηφοθηρία, ψηφοφόρος, ψηφοδέκτης)
ψυχή (επτάψυχος, ευψυχία, ψυχαγωγία)
ψωμί (σταφιδόψωμο, σκορδόψωμο, ψωμοτύρι)

Ω

ωκεανός (ωκεανογράφος, ωκεανοπλοΐα, ωκεανολογία)
ώμος (ωμοφόρι, ωμοπλάτη, ωμαλγία)
ώρα (ωροδείκτης, ωρομίσθιος, ωρολογοποιός)

Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
...............................