Ονομάτων Επίσκεψις
 
 
 Ερμηνευτική προσέγγιση των ονομάτων
 
 

 
ΟΝΟΜΑ - ΛΕΞΗ            Ε Π Ε Ξ Η Γ Η Σ Η     -     Ε Ρ Μ Η Ν Ε Ι Α
 
Amathea
Μεταφορά στα λατινικά του άμαθος, ομηρικό ημαθόεις.
Kavalier
Τίτλος τιμής στην Βενετία.
Kura
Εποπτεία ,φροντίδα, Κηδεμονία
Maina
Ναυτικό παράγγελμα, που σημαίνει χαμηλώνω, αντίθετο του βίρα.
Manus
Χέρι, εξουσία,
Άδεια
Αφοβία, ασφάλεια
Άδιον
Δωρικός τύπος του ήδιον = ευχάριστο
Άμαθος
Ψάμαθος=Ψάμμος=άμμος, εξέλιξη του ομηρ. επιθ. ημαθόεις=αμμώδης
Απεράτες
Από το α + πέρασμα, παρουσιάζει την δυσκολία της πρόσβασης.
Αρέα
Από το λατινικό area = περιοχή, όρια, σύνορα, τέλος περιοχής.
Ασίνη
Αρχαία πόλη της Αργολίδος. Συνώνυμη πόλη αναφέρεται και στην Μεσσηνία στην θέση της Κορώνης, και σε άλλα μέρη.
Βαρδία
1.Από ξεμόνι στον Κυπάρισσο της μέσα Μάνης.
2.Από το όνομα Βάρδας ή βάρδια, επιφυλακή φρούρηση.
Βαρικά
Από την τουρκική λέξη varos, που σημαίνει προάστιο δίπλα σε κάστρο.
Βαχός
Από τον Βάκχο, ή από το Βλάχος, αναφέρεται σε επιστολή Βλάχα.
Γέρμα
Από το γέρνω, ηλιοβασίλεμα, μετ. γηρατειά.
Δημητρούλια
Από το ονοματονύμιο  Δημητρουλιάνοι κλάδου των Κοντόσταυλων.
Διβολάδες
Από το ονοματονύμιο  Διβολιάνοι.
Δρύαλος
Από την λέξη Δρύς= Βελανιδιά και την  άλς = θάλασσα.
Θέμα
Γεωγραφική, διοικητική διαίρεση στο Βυζάντιο, επαρχία.
Κάβαλος
Από το καββάλε αντί κατέβαλλε, ή καβαλάω ιππεύω.
Κάλιαζη
από την αλβανική  kallez = στάχυ, ερειπωμένος οικισμός στην Γέρμα.
Κάρα
Το κεφάλι συνηθέστερα το κρανίο.
Καρέα
Από το καρ πληθ. κάρες, οι εκ της Ικαρίας καταγόμενοι που συνήθιζαν να υπηρετούν  σαν μισθοφόροι.
Κάρνειος
Επίθετο του Απόλλωνα, από τον κριό, σύμβολο γονιμότητας.
Κάρυον
Σκληρό, και ο καρπός καρύδι.
Κολάδια
Από το κώλον+άδεια, ή κώλον+άδιον ή κολο+άδεια, ή κολο+άδιον
Κολούω
Αποκόπτω, βραχύνω , το αφήνω στη μέση.
Κόλος
Βραχύς, κολοβός.
Κόλο
Υψηλός, μέγας, βαρύς.
Κελεφά
Από την λέξη κέλλω = κινώ, κέλομαι = προστάζω, παράγωγα κέλευσμα και  κέλευθος = δρόμος θαλάσσιος ή στεριανός
Κoντόσταυλος
Στρατιωτικός αξιωματούχος, στο Βυζάντιο, υπεύθυνος των στάβλων.
Κότραφος
Από τον συνοικισμό Κοτράφι της  κοινότητας Τσικαλιών στη Μάνη.
Κουλούμαρδος
Από τον οικισμό Κουλούμι, της κοινότητας Μίνας στη μέσα Μάνη, και το "σμαρδής".
Κράνα
Δωρικός τύπος αντί κρήνη = βρύση.
Κραναός
Τραχύς, ανώμαλος, πετρώδης.
Κράνος
Η περικεφαλαία, το κράνος.
Κώλον
Το ένα σκέλος του διαύλου της τροχιάς, του αγώνα δρόμου.
 
 
 
 
 
 
 
 
Λάζος
1.Μαχαίρι που διπλώνει στη λαβή, εργαλείο καθαρίσματος (λαζώνω).
2.Υποκοριστικό του ονόματος Λαζαρος
3.Κάτοικος της Λαζικής, περιοχή του ανατολικού Πόντου.
Λαζική
Πιθανόν από το λάζ που σημαίνει χωρίς σύστημα γραφής.
Λακεδαίμων
Μυθικός γιος της Σπάρτης και του Ευρώτα.
Λάκε
Αόριστος του ρήματος Λάσκω
Λάκκος
Κοίλωμα, Βαθούλωμα.
Λάκος
Θόρυβος, Λακέω = δωρ. του Ληκέω= ηχώ, αντηχώ, κραυγάζω
Λακοπίθα
Από την λέξη λάκος.
Λεκάνια
Από την λέξη λεκάνιον = πινάκιον (πιάτο), αγγείο, χύτρα.
Μαίνη
Μικρό θαλασσινό ψάρι, όμοιο με την ρέγγα, λατιν. maena
Μάνης
Όνομα του Διός.
Μανίς
Δωρικός τύπος, αντί μήνις = οργή, μόνιμος θυμός
Μερδιπά
 
Μηλιόρι,-α
Από την λέξη μερδιπός(σμαρδής + up = νερό, ποτάμι) που σημαίνει απόκρημνη περιοχή δίπλα σε ποτάμι.
Πρωτόγενη αρνάδα, ή κατσίκα.
Μινύας
Μυθικός γιος του Ποσειδώνα και της Χρυσογένειας.
Ορειάρχης
Επίθετο του Πανός, ο άρχων των βουνών
Όρειαχα
1. Από το ορειάρχης, δωρικός τύπος ορειάρχας.
 
2. Από το ώρειος + ιαχή = νυχτερινή κραυγή
Περίοικοι
Η πολυπληθέστερη τάξη της  Σπάρτης, περιελάμβανε κατοίκους της Λακωνίας (Μινύες), που δεν αντιστάθηκαν στους Δωριείς.
Πύρριχος
1.Δωρικός τύπος αντί πυρρός, πυρσός, ο φέρων το πυρ.
2.Αυτός που έχει το χρώμα της φωτιάς.
Σελινάρι
Ίσως από τον μυθικό Σιληνό.
Σιληνός
Αρχηγός των Σατύρων, αχώριστος σύντροφος του Βάκχου.
Σκουτάρι
Από το ομώνυμο προάστιο της Κωνσταντινούπολης.
Σκύρας
Από την λέξη σκύρος .
Σκύρος
Τα κομάτια λίθων, που εναπομένουν μετά την λάξευση.
Σκυρώδης
Πετρώδης, γεμάτος με βότσαλα.
Σμαρδής
Στην Μανιάτικη γλώσσα υπονοεί τον άγριο, ατίθασο, συνήθως σε ζώα.,
Τριτσέρος
1 Από την κοινότητα Τσέρια της Μεσσηνιακής Μάνης.
 
2 Από το αριθμ. τρία + Τσερατσιά = δέντρο του ξυλοκέρατου.
Τσεροβά
Από Λατινοποίηση κάποιας απο τίς λέξεις, (αρχικά χαρακτήριζε περιοχή)  Αρραβα=πύλη,Χεραβος=χάσμα άνοιγμα τής γής, Καραβός=Πύλη, μεγάλο κομάτι ξύλου, μεγάλη σανίδα.
Τυληγή
Από την λέξη τύλη+γη εξόγκωμα, καρούμπαλο της γής.
Φιλαδέλφεια
Από την πόλη Φιλαδέλφεια στην Πέργαμο, σημερινή Alasehir
Χαραμπός
Φυσικό άνοιγμα της γης, καταβόθρα, Χεραβός,Καταφίγκι στην Μάνη
Χαριάτικα
Από την κοινότητα Χαριά του Πύργου Δυρού.
Χειμάρα
Από την Χειμάρα της βορείου Ηπείρου.
Ώριος
Νυχτερινός, ούριος.
 
                                                                                          v