Παναγίτσα

      Τοποθεσία, Ιστορικά στοιχεία



 
Η Παναγίτσα είναι ένα ξεμόνι (οικισμός στην τοπική διάλεκτο), που υπάγεται στην Δροσοπηγή Λακωνίας.
Η απόσταση του είναι, είκοσι χιλιόμετρα από το Γύθειο, και δεκατρία από  την Αρεόπολη. Βρίσκεται περίπου στα μισά της απόστασης  από τις ακτές του Λακωνικού και του Μεσσηνιακού κόλπου. Είναι κτισμένη στην βορινή πλευρά του λόφου της Καρυούπολης, σε ένα πολύ όμορφο και πλούσιο φυσικό περιβάλλον. Χαρακτηριστικό είναι πώς τα προηγούμενα χρόνια ήταν το ιδανικό μέρος για τοπικές εκδρομές. Στην κορυφή του ίδιου λόφου, ιδρύθηκε και αναπτύχθηκε μια σημαντική πόλη της περιοχής η Καρυούπολις.
Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, αυτή η  Βυζαντινή πόλη  διάνυσε τουλάχιστον μια χιλιετή ιστορία, με πολλές ένδοξες και θρυλικές πτυχές. Στην επικράτεια της ανήκε και η Παναγίτσα, στην οποία προσέφερε λόγω έφορου εδάφους τα απαραίτητα για την διαβίωση. Επειδή υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή, τουλάχιστον δύο κεραμοποιεία,  είναι σίγουρο πώς τροφοδοτούσαν την πόλη και με οικοδομικά υλικά.

Η Παναγίτσα λέγεται από τούς ντόπιους και Παπαδοθωμιάνικα, από το όνομα της οικογένειας που κατοικούσε σε αυτό τον οικισμό, και πιθανόν είναι κλάδος της παλιότερης οικογένειας των Φωκάδων.

Πρώτη ιστορική αναφορά για την ύπαρξή του, έχουμε το 1618μ.χ με το όνομα Panagia di Vacha, σε απογραφή κατά την Ενετοκρατία.

Με βάση τα κατάστιχα του nani (Εθνική Βιβλιοθήκη), που αναφέρονται σε ενοικιάσεις γαιών, από τους Ενετούς σε ισχυρές οικογένειες της περιοχής, διαπιστώνουμε ότι είχε ενοικιασθεί από τον cavalier Thoma Focka της Βυζαντινής οικογένειας Φωκάδες, στις αρχές του 17ου αιώνα.

 Πολύ πιθανόν όπως συνηθιζόταν σε αυτές τις περιπτώσεις, να ίδρυσαν κάποια πρόχειρα κτίσματα, ούτως ώστε να είναι κοντά στον τόπο, που καλλιεργούσαν, και έτσι ιδρύθηκε ο οικισμός. Πάνω από την βρύση του οικισμού, σώζονται τα ερείπια μικρής εκκλησίας αφιερωμένης στην Παναγία. Είναι τόσο μικρό το μέγεθος του ναού που «αναγκαστικά» χρησιμοποιείται το υποκοριστικό, και σε αυτό οφείλει το όνομά του το ξεμόνι και όλη η περιοχή. Από τα ερείπια ξεχωρίζει η θολωτή καμάρα του ιερού ανατολικά, καθώς και όλη η τοιχοποιεία, σε ύψος μεγαλύτερο από ένα μέτρο.

Η δυτική πλευρά της εκκλησίας είναι βράχος, που έχει σε κάποια σημεία χτισθεί ούτως ώστε να δημιουργηθεί ομαλή επιφάνεια. Διατηρείται και ή είσοδος στην εκκλησία που είναι στην δυτική πλευρά με χαρακτηριστικά μικρό μέγεθος. Είναι τόσο μικρά όλα, που θα μπορούσε κάποιος να την ονομάσει παιδική εκκλησία, με χωρητικότητα όχι περισσοτέρων από δέκα παιδιά.

Στην επιλογή του τόπου, για  εγκατάσταση, βοήθησε το τρεχούμενο νερό που αναβλύζει μέσα από τους βράχους. Επειδή  το νερό είναι δυσεύρετο στην περιοχή της Μάνης, η ύπαρξη του «Αυλού», έτσι έλεγαν την βρύση, έκανε τον τόπο Παράδεισο.

Η βρυσούλα εξακολουθεί και σήμερα να υπάρχει αλλά σε άσχημη κατάσταση, όπως βέβαια και όλα τα παλιά και «άχρηστα». Δεν υπάρχει ο κάτω «αυλός», που χρησίμευε για συλλογή του τρεχούμενου νερού, και στην συνέχεια για πότισμα των ζώων και των περιβολιών.

Πάνω από το πορτάρι της βρύσης, μαρμάρινη πλάκα μνημείο για τον Θεμιστοκλή Παπαδοθωμάκο, που έπεσε «υπέρ πατρίδος».

Μπροστά στα μάτια μας ξεδιπλώνεται και μια καταπληκτική θέα. Γύρω σε μακρινές αποστάσεις τα ψηλά βουνά με κορώνα την κορυφή πυραμίδα του Ταυγέτου.

 

Στην δύση το πορφυρομενεξεδένιο ηλιοβασίλεμα να καθρεφτίζεται στην θάλασσα.

Και στα κοντινότερα, τα χωματοβούνια, οι πλαγιές με τις καλλιέργειες και οι ρεματιές με τα ρυάκια και τα περιβόλια, που τα περασμένα χρόνια χαρακτήριζαν την Παναγίτσα παράδεισο. 

Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει .Μερικά  από τα παλιά σπίτια είναι ερείπια, ο χώρος έχει σχετικά διαμορφωθεί και αλλοιωθεί, με σκοπό να καλύψει τις σημερινές ανάγκες.

 
 
 
 
 
 

Λείπουν οι μόνιμοι κάτοικοι, με τα νοικοκυριά τους και τα ζώα τους που έδιναν τόνο σε αυτήν την μουσική σύνθεση της φυσικής αρμονίας.

 

   
 
    v
 

 

 

Παραμένει ένας φούρνος, τα αλώνια, και πολλές αναμνήσεις, ενώ η φύση προσφέρει απλόχερα τις ομορφιές της μέχρι και τις μέρες μας. Τα  φρύγανα, τα σχίνα, οι τσερατσιές,  αλλά και η βάγια οι τριανταφυλλιές οι λεμονιές μαζί τα αγριολούλουδα, μοιάζουν να απολαμβάνουν την εγκατάλειψη και να περνούν καλύτερα με την απουσία μας.