Στις 20 Απριλίου 2026, στο πλαίσιο ημερίδας για τα 90 χρόνια από το θάνατο του Ελευθερίου Βενιζέλου που διοργάνωσε η Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης, μίλησα με θέμα "Ο Μεταρρυθμιστής Ελευθέριος Βενιζέλος Το έργο της τετραετίας 1928-1932". Το κείμενο ακολουθεί.
Παρόλο που θα αναφερθώ στο έργο της τετραετίας 1928-1932, θα ξεκινήσω με ένα απόσπασμα ομιλίας που εκφώνησε ο Βενιζέλος στην καρδιά της πολεμικής περιόδου, ή μάλλον σε μια σύντομη ανάπαυλα εθνικής αισιοδοξίας, όταν φάνηκε ότι η εθνική ολοκλήρωση είχε επιτευχθεί με την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου: Στις 18 Αυγούστου 1913, σε γεύμα φίλων στην Κηφισιά, απαντώντας σε προσφώνηση του προέδρου της Βουλής Ζαβιτσάνου, ο Βενιζέλος είπε:
«Το έργον, το οποίον ευρίσκεται προ ημών ακόμη είναι μέγα, αλλά το συντελεσθέν θαυμαστόν έργον παρέχει εις ημάς απόλυτον την πεποίθησιν, ότι … το έργον το οποίον υπολείπεται δεν υπερβαίνει μηδαμώς τας δυνάμεις ημών. Το έργον τούτο μέλλει να συντελεσθή μετά πλήρους επιτυχίας και έχω ακράδαντον την πεποίθησιν, ότι, <ότε> μετ’ ολίγα έτη ο Ελληνικός λαός πρόκειται να εορτάση την εκατονταετηρίδα της εθνικής ημών παλιγγενεσίας, η Ελλάς θα έχη ήδη συγκομίσει εν μεγίστω μέρει όλους τους καρπούς εκ των πολεμικών αυτής θριάμβων. Ου μόνον η στρατιωτική αυτής σύνταξις, αλλά και η όλη οργάνωσις και η ανάπτυξις των πόρων αυτής και η ακμή των επιστημών και η ακμή των τεχνών θέλει έλθει να επιβραβεύση τους πολεμικούς ημών αγώνας.»
Την αναφορά του στην ‘ανάπτυξη’ και την ακμή, στο μεταρρυθμιστικό του όραμα την επαναλάμβανε με κάθε ευκαιρία. Η αρχή είχε γίνει όταν είχε εξαγγείλει δημόσια για πρώτη φορά το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα στην ομιλία του στη Λάρισα, στις 13 Νοεμβρίου του 1910.
Αλλά οι εξαγγελίες πάντα μετουσιώνονταν σε απολογισμό, καθώς, πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση, στην επικοινωνία του με τους ψηφοφόρους φρόντιζε μία από τις προεκλογικές του ομιλίες να είναι αφιερωμένη στον αναλυτικό απολογισμό του έργου της προηγούμενης κυβερνητικής περιόδου: Το έκανε στην Πάτρα για παράδειγμα στις 19 Φεβρουαρίου του 1912, εν όψει των εκλογών της 25 Μαρτίου 1912. Και πάλι στην Πάτρα τις παραμονές των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου του 1920, ανέλυσε τα πεπραγμένα της τριετίας χωρισμένα κατά υπουργεία: Επισιτισμός, Περίθαλψη, Εθνική Οικονομία, Γεωργία, Παιδεία, Συγκοινωνία, Δημόσια Έργα, Διοίκηση, Στρατός και Ναυτικό, Δημόσια Οικονομικά, Ανάπτυξη των νέων χωρών. Οι ομιλίες αυτές δημοσιεύονταν την επομένη στον ημερήσιο τύπο με στόχο να γίνουν πανελλήνιο ανάγνωσμα.
Στις παραμονές των εκλογών της 25 Σεπτεμβρίου 1932 ακολούθησε κατά βάση την ίδια μέθοδο. Μόνο που αντί για τη δημοσίευση μιας προεκλογικής ομιλίας, επέλεξε να εκδώσει ένα ολόκληρο τεύχος: Το έργον της κυβερνήσεως Βενιζέλου : κατά την τετραετίαν 1928-1932 : τί υπεσχέθη προεκλογικώς και τι επραγματοποίησε. Το έντυπο αυτό, έκτασης 281 σ., εκδόθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών με ευθύνη του Γραφείου Τύπου του Πρωθυπουργού. Από τότε, το έντυπο αυτό χρησιμοποιήθηκε, όχι ως ένας προεκλογικός απολογισμός, αλλά ως η βασική πηγή για την αποτίμηση του έργου της τετραετίας.
Πριν προχωρήσω όμως δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να παραθέσω κάποια στοιχεία σε σχέση με αυτό το έντυπο που αποδεικνύουν την εποπτεία που ασκούσε ο Βενιζέλος μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια (micromanager). Κατ’ αρχήν το γραφείο τύπου ήταν ένας τεράστιος οργανισμός στελεχωμένος από 110 υπαλλήλους, προφανώς απεσπασμένους από άλλες υπηρεσίες, ενώ άλλοι 18 στελέχωναν το πολιτικό γραφείο του Πρωθυπουργού, του οποίου διευθυντής ήταν ο δημοσιογράφος Πότης Τσιμπιδάρος. Οι συντάκτες της έκθεσης είχαν αναλάβει ο καθένας τη σύνταξη των πεπραγμένων ενός υπουργείου, είχαν λάβει ειδικές οδηγίες ως προς την έκταση και το περιεχόμενο του κεφαλαίου τους και την εντολή να συνεργασθούν με τον αρμόδιο υπουργό. Οι υπουργοί δε θα είχαν και την ευθύνη του περιεχομένου, δεδομένου ότι θα μονόγραφαν το σχετικό κείμενο πριν κατατεθεί.
Και σε αυτό το πλαίσιο του micromanagement λοιπόν πρέπει να τοποθετήσουμε όχι μόνο το έντυπο, αλλά και το ίδιο το έργο της τετραετίας.
Σκοπός μου σήμερα δεν είναι να επιβεβαιώσω τον χαρακτηρισμό του Βενιζέλου ως μεταρρυθμιστή βασιζόμενη σε αυτό το έντυπο. Περισσότερο σκοπεύω να τοποθετήσω την τετραετία αυτή στο γενικότερο πολιτικό περιβάλλον της μετά το 1922 περιόδου. Είναι ένας κόσμος εντελώς διαφορετικός από τον προπολεμικό: ένας κόσμος στον οποίο η δυνατότητα της Ελλάδας να επιλύσει τα μεγάλα προβλήματα που είχαν συσσωρευτεί (το προσφυγικό, η υγειονομική κρίση και η δημοσιονομική αστάθεια) απαιτούσαν την προσφυγή της στη διεθνή συνεργασία, και κυρίως τη στήριξη και την τεχνογνωσία των διεθνών οργανισμών. Και σε αυτό το περιβάλλον, παρότι εκτός εξουσίας, παρότι μακριά από την Ελλάδα - ή ίσως επειδή ήταν μακριά από την Ελλάδα - ο Βενιζέλος ήταν όχι μόνο παρών και ενεργός υπερασπιστής των συμφερόντων της χώρας του, αλλά κυρίως σε στενή επαφή με αυτό το διεθνές περιβάλλον.
Αλλά και το ανθρώπινο πολιτικό περιβάλλον που πλαισίωσε τον Βενιζέλο όταν επανήλθε οριστικά στην Ελλάδα και στην εξουσία το 1928 ήταν εντελώς διαφορετικό. Αν αντιπαραθέσει κανείς τη σύνθεση της τελευταίας του κυβέρνησης, του 1917-1920 με εκείνη της πρώτης κυβέρνησης του 1928, και ιδίως με εκείνη της μακροβιότερης του 1929, που κυρίως επωμίστηκε το μεταρρυθμιστικό έργο, θα διαπιστώσει ότι υπάρχουν ελάχιστα κοινά πρόσωπα: ο Μιχαλακόπουλος - ο μόνος που παρέμεινε δίπλα του μέχρι την οριστική απομάκρυνση του Βενιζέλου από την εξουσία το Μάρτιο του 1933 - ο Σπυρίδης, και ο Βουρλούμης.
Υπάρχουν ηχηρές απουσίες πρωτοκλασάτων παλαιών στελεχών: Ο Εμμανουήλ Ρέπουλης, ο πιο συνεπής συνοδοιπόρος του, είχε πεθάνει το 1924. Ο Γεώργιος Καφαντάρης, που την περίοδο 1924-1928 είχε διατελέσει αρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων αναπληρώνοντας το Βενιζέλο, όταν εκείνος επέστρεψε, ίδρυσε δικό του κόμμα διαχωρίζοντας τη θέση του. Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου είχε έρθει σε ρήξη με το Βενιζέλο και είχε αυτόνομη πολιτική παρουσία από το 1923, ενώ ο Κωνσταντίνος Ζαβιτσάνος ήταν και αυτός από τους συνεργάτες που ήρθαν σε ρήξη μαζί του και έλαβε μέρος στην κυβέρνηση ως υπουργός Εσωτερικών μόνο το 1929. Ο δε Κωνσταντίνος Ρακτιβάν ως Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας απείχε από την ενεργή πολιτική.
Το μεταρρυθμιστικό του έργο στηρίχθηκε στους λίγους από τους παλιούς του συνεργάτες που του είχαν απομείνει όπως ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος και ο Παναγιώτης Βουρλούμης (1867-1950), αλλά στα πολλά νέα πρόσωπα, όπως οι γιατροί Αλέξανδρος Παπάς (1877-1942), Απόστολος Δοξιάδης (1873-1942) και Αντώνιος Χρηστομάνος (1871-1933), οι πολιτικοί Γεώργιος Μαρής (1882-1949) και Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968) ή ο νεότερος όλων, ο στρατιωτικός Βύρων Καραπαναγιώτης (1894-1968).
Πάνω απ’ όλα όμως κινητήριος μοχλός ήταν το προσωπικό ενδιαφέρον του Βενιζέλου, οι προσωπικές επαφές και η αίσθηση του εφικτού που τον χαρακτήριζαν. Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ τα περισσότερα από τα μεταρρυθμιστικά έργα σχεδιάστηκαν την περίοδο 1924-1928, ολοκληρώθηκαν με τη θητεία του Βενιζέλου. Ένας λόγος ήταν η σχετική πολιτική σταθερότητα που εγκαινίασε η εκλογή του το 1928. Ο δεύτερος ήταν η προσωπική του δέσμευση. Και ο τρίτος ήταν ο πρακτικός του νους: Σε μία συνάντηση για τη στήριξη του «Πατριωτικού Ιδρύματος Προστασίας Παιδιού» (μετέπειτα ΠΙΚΠΑ) κατέληγε την ομιλία του ως εξής:
«…δεν συμφωνώ με τον μακαριώτατον να μελετήσωμεν το ζήτημα, εγώ προτείνω να λύσωμεν το ζήτημα και θα το λύσωμεν, εάν θελήσετε να βάλωμεν ένα τραπεζάκι εδώ, να βάλωμεν επάνω ένα κομμάτι χαρτί, …» και πρότεινε να κατάγράψει ο καθένας από τους παριστάμενους «τον οβολόν του» σε αυτό το «χαρτί».
Περιττό να σημειωθεί ότι το αυθόρμητο αυτό κάλεσμα απέδωσε άμεσα.
Από όλους τους θεσμούς που δημιουργήθηκαν αυτήν την περίοδο, άλλοι καταργήθηκαν μετά από χρόνια, άλλοι μετεξελίχθηκαν για να επιβιώσουν, ενώ άλλοι παρέμειναν μέχρι σήμερα σταθεροί πυλώνες της πολιτείας προσαρμοζόμενοι στις πολιτικοοικονομικές συνθήκες. Θα επιλέξω σήμερα να αναφερθώ σε τρεις εμβληματικούς θεσμούς, τον πρώτο διότι μαρτυρά τη στενή σχέση της χώρας με το διεθνή παράγοντα, τους διεθνείς θεσμούς όπως είναι η Κοινωνία των Εθνών, το δεύτερο γιατί μαρτυρά την αντίληψη ότι το Κράτος πρέπει να λαμβάνει έγκυρη πληροφόρηση από επιστημονικούς θεσμούς και τον τρίτο γιατί μαρτυρά την παρουσία του ιδιωτικού τομέα σε έργα τεχνολογικής υποδομής. Σε αυτό το πλαίσιο έχει σημασία να δούμε τον βαθμό στον οποίο θεσμοί όπως αυτοί άντεξαν στις κρίσεις που ακολούθησαν.
Τράπεζα της Ελλάδος
Ως το 1928, η κεντρική τράπεζα της Ελλάδας ήταν η Εθνική Τράπεζα. Είχε ιδρυθεί το 1841 με την ουσιαστική συνδρομή του Ελβετού τραπεζίτη Ιωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδου και πρώτο Διοικητή τον Γεώργιο Σταύρου. Είχε το προνόμιο της έκδοσης του χαρτονομίσματος, ασκούσε δηλαδή τη νομισματική πολιτική της χώρας και διαχειριζόταν τα οικονομικά του Κράτους, ενώ παράλληλα ασκούσε και εμπορική τραπεζική δραστηριότητα, δεχόταν δηλαδή έντοκες καταθέσεις και εξέδιδε δάνεια σε ιδιώτες και επιχειρήσεις.
Η σχέση του Κράτους με την Τράπεζα δεν ήταν ανέφελη καθώς τα συμφέροντά τους δεν ταυτίζονταν. Ο πόλεμος και η δεινή οικονομική κατάσταση της Ελλάδας μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, είχαν αυξήσει δραματικά τις οικονομικές ανάγκες του κράτους, έκαναν απαραίτητη την προσφυγή στον διεθνή δανεισμό, και είχαν κλονίσει το εθνικό νόμισμα. Το Μάρτιο του 1927, το κράτος προσέφυγε στη Δημοσιονομική Επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών, ζητώντας την εγγύησή της για την έκδοση νέου δανείου. Για την Κοινωνία των Εθνών, βασική προϋπόθεση για την εγγύηση αυτού του δανείου ήταν η μεταρρύθμιση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
Στο μεσοπόλεμο η οικονομική επιστήμη και η διεθνής εμπειρία για τη σταθεροποίηση ενός νομίσματος επέβαλαν τον διαχωρισμό ανάμεσα στις τραπεζικές λειτουργίες, εκείνη της εμπορικής δραστηριότητας από εκείνη της νομισματικής πολιτικής του κράτους. Έτσι, μετά από απαίτηση της Κοινωνίας των Εθνών, και παρά την έντονη αντίδραση του λαϊκού κόμματος, με βάση το Πρωτόκολλο της Γενεύης (15 Σεπτεμβρίου 1927) η Ελληνική Κυβέρνηση προχώρησε στο αποφασιστικό βήμα: αφαίρεσε την εκδοτική δραστηριότητα από την Εθνική Τράπεζα και την ανέθεσε σε ένα νέο οργανισμό, έναν οργανισμό ιδιωτικού δικαίου, την Τράπεζα της Ελλάδος. Σκοπός της νέας τράπεζας ήταν να εξασφαλίζει τη νομισματική σταθερότητα, να διαμορφώνει τη νομισματική πολιτική και να εγγυάται τη ευστάθεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η νέα αποκλειστικά εκδοτική τράπεζα ξεκίνησε τη δραστηριότητά της στις 14 Μαΐου του 1928.
Η Τράπεζα εγκαταστάθηκε σε δικό της κτίριο, το εμβληματικό κτίριο της Πανεπιστημίου 21 που κατασκευάστηκε από τους Δημήτρη Τριποδάκη και Κίμωνα Λάσκαρι, δέκα χρόνια αργότερα, το 1938.
Μέχρι τότε χρησιμοποίησε τις υποδομές της Εθνικής, ο δε πρώτος Διοικητής της ήταν ο έως τότε Διοικητής της Εθνικής, Αλέξανδρος Διομήδης, στενός φίλος και συνεργάτης του Βενιζέλου. Ο νέος θεσμός στήριξε την κρατική πρωτοβουλία για χρηματοδότηση παραγωγικών έργων, ιδιαίτερα την περίοδο του Βενιζέλου. Ήδη όμως από τα πρώτα της βήματα, η Τράπεζα και ιδιαίτερα η νομισματική και χρηματοπιστωτική της πολιτική υπέστη την πίεση από την παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929, και την πτώχευση του 1932, αλλά τις παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είχε ανακτήσει τον υγιή της ρόλο στην εθνική οικονομία.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος έπληξε καίρια τη δημοσιονομική αλλά και την εθνική υπόσταση της χώρας. Οι ηρωικές προσπάθειες για τη διάσωση της τράπεζας και του εθνικού νομίσματος δεν είναι αντικείμενο της ανακοίνωσής μου. Ο ρόλος της άλλαξε το 2000 με την είσοδο της χώρας στην ΟΝΕ και την αντικατάσταση της δραχμής από το ευρώ. Σήμερα είναι θεματοφύλακας των πολιτικών της ΕΚΤ.
Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο (1932)
Ο δεύτερος θεσμός στον οποίο θα αναφερθώ είναι ένας επιστημονικός θεσμός: Το Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο κατά την περίοδο της λειτουργίας του (1932-1940) στεγαζόταν στο κέντρο της Αθήνας, σε κτίριο επί της Πλατείας Συντάγματος, όπου στεγαζόταν το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, στο οποίο το Συμβούλιο υπαγόταν διοικητικά.
Μία πρώτη σκέψη για την ίδρυση ενός Ανωτάτου Οικονομικού Συμβουλίου, ως ενός ανεξάρτητου επιστημονικού συμβουλευτικού οργάνου του κράτους, είχε διατυπωθεί το 1922 από τον οικονομολόγο και συνεργάτη του Βενιζέλου Διονύσιο Λοβέρδο σε ένα άρθρο στο έγκριτο περιοδικό του Δημήτριου Καλιτσουνάκη, Αρχείο των Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών.
Η ιδέα άργησε φαίνεται να ωριμάσει, αλλά την επαύριον του χρηματιστηριακού κραχ του 1929 στις ΗΠΑ, στα τέλη του 1929 και τον Ιανουάριο του 1930 ο Βενιζέλος και οι συνεργάτες του μελέτησαν το θέμα, αναζητώντας πρότυπα στο αντίστοιχο βρετανικό και το γαλλικό οικονομικό συμβούλιο. Ένα πρώτο σχέδιο νόμου διατυπώθηκε στα τέλη Ιανουαρίου του 1930 αλλά δεν προχώρησε. Το Συμβούλιο ιδρύθηκε τελικά με το νόμο 5354 στις 30 Μαρτίου του 1932. Ο νόμος ήταν στην ουσία μια αρτιότερη επεξεργασία του σχεδίου του 1930. Το Συμβούλιο απαρτιζόταν από τον Πρωθυπουργό ως πρόεδρο και είκοσι μέλη «εκ του επιστημονικού, επαγγελματικού και υπαλληλικού κόσμου της Χώρας, λόγω ειδικής μορφώσεως και πείρας». Στόχος του ήταν να διεξάγει έρευνες και να παρέχει γνωμοδοτήσεις, να απαντά δηλαδή σε ερωτήματα που έθετε η Κυβέρνηση. Το έργο αυτό ήταν αντικείμενο ειδικών ad hoc επιτροπών που συγκροτούνταν από ειδικούς εμπειρογνώμονες ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες.
Την κρίσιμη εκείνη στιγμή, το κράτος είχε απόλυτη ανάγκη από τις υπηρεσίες εμπειρογνωμόνων. Αρκεί να λεχθεί ότι στις 27 Απριλίου, η Ελλάδα εγκατέλειπε τον «κανόνα του χρυσού», η δραχμή έχανε ραγδαία την αξία της και τον Μάιο το κράτος κήρυξε παύση πληρωμών, με άλλα λόγια χρεοκοπία.
Στις αρχές του 1933 όταν η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας βρισκόταν σε ζοφερή κατάσταση, ο Βενιζέλος απευθύνθηκε στο Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο με μια σειρά από συγκεκριμένα ερωτήματα:
Φορολογική επιβάρυνση των κατοίκων
Δανειακές υποχρεώσεις του κράτους
Εξέλιξη του εθνικού εισοδήματος
Ομολογιακή αξία αναγκαστικών δανείων
Εξέλιξη εξωτερικού εμπορίου
Έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου
Και παρέλαβε μία πολυσέλιδη, τεκμηριωμένη εμπιστευτική έκθεση που αποτύπωνε αναλυτικά την κατάσταση. Για το Βενιζέλο λοιπόν, το Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο λειτούργησε ως ο επιστημονικός σύμβουλος για τις οικονομικές του αποφάσεις.
Το Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο επιβίωσε των κυβερνητικών αλλαγών που ακολούθησαν και συνέχισε αδιάλειπτα τη λειτουργία του μέχρι το 1940. Και σήμερα οι στατιστικές του αποτελούν την πιο έγκυρη πηγή για την ανάλυση των δεικτών της ελληνικής οικονομίας του ύστερου Μεσοπολέμου. Σήμερα το ρόλο αυτό επιτελεί το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων.
Ανώνυμη Ελληνική Τηλεφωνική Εταιρεία
Μέχρι το 1930 η τηλεφωνία λειτουργούσε στην Ελλάδα ως κρατική υπηρεσία ως τμήμα της κρατικής υπηρεσίας Τ.Τ.Τ. στην οποία υπάγονταν επίσης η Ταχυδρομική υπηρεσία και η Τηλεγραφία, οργανωμένη αρχικά με βάση τον νόμο ΒΨΞΗ' του 1900. Το Φεβρουάριο του 1929 το υπουργείο Συγκοινωνιών (Χρηστομάνος) προκήρυξε διεθνή διαγωνισμό για την υπογραφή σύμβασης ανάμεσα στο ελληνικό δημόσιο και ξένη ιδιωτική εταιρεία τηλεφωνίας, ένα διαγωνισμό που ενείχε σύνθετες πτυχές τόσο τεχνικές, όσο και οικονομικές, όσο και πολιτικές. Ο Βενιζέλος παρακολουθούσε προσωπικά όλες αυτές τις πτυχές. Οι σημαντικότεροι ‘παίκτες’ ήσαν η γερμανική Siemens & Halske, η σουηδική Ericsson, και η βρετανική General Electric. Ο διαγωνισμός έληξε με την επιλογή της Γερμανικής εταιρείας παρά τις αντιδράσεις που προκάλεσε αυτή η επιλογή, τόσο μεταξύ των ανταγωνιστών όσο και στο εσωτερικό της κυβέρνησης.
Με τη Σύμβαση της 8 Φεβρουαρίου 1930, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Siemens & Halske το κράτος παραχωρούσε στην Εταιρεία το αποκλειστικό δικαίωμα κατασκευής και εκμετάλλευσης του τηλεφωνικού δικτύου της χώρας. Επίσης, η Εταιρεία θα λάμβανε δωρεάν δικαίωμα χρήσης όλης της απαραίτητης ακίνητης περιουσίας του Κράτους, αλλά ήταν υποχρεωμένη να αγοράσει από το Κράτος όλο τον εξοπλισμό που αυτό είχε στην κατοχή του.
Η σύμβαση αυτή προκάλεσε και άλλες αντιδράσεις: Οι εργαζόμενοι στην κρατική υπηρεσία των ΤΤΤ, που δεν περιλάμβανε πλέον το σκέλος της τηλεφωνίας, αντέδρασαν: στις 10 Μαΐου του 1932 ξεκίνησε μία απεργία των εργατών της που κράτησε 3 ημέρες, μία από τις πιο μαχητικές απεργιακές κινητοποιήσεις κατά της κυβέρνησης.
Η Εταιρεία είχε ξεκινήσει τη δραστηριότητά της την 1η Αυγούστου 1931. Και στεγαζόταν σε κτίριο επί της Σταδίου 15, ένα από τα όψιμα έργα του αρχιτέκτονα Αναστάσιου Μεταξά, που κατασκευάστηκε το 1930-31, την ίδια εποχή με το σπίτι του Βενιζέλου επί της Λουκιανού.
Το κτίριο διατηρείται μέχρι σήμερα. Η Εταιρεία ωστόσο όχι. Υπήρξε θύμα των καταστροφών του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου. Η περιουσία της (μαζί με το κτίριο της Σταδίου), κρατικοποιημένη για τις καταστροφές που είχαν προξενήσει οι Γερμανοί στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κατοχής, περιήλθε στον ΟΤΕ που ιδρύθηκε το 1949 με χρήματα του σχεδίου Marshall ως ανώνυμη εταιρεία «ανήκουσα εις το Κράτος». Από τότε, όπως γνωρίζουμε, οι μετασχηματισμοί της τηλεφωνίας ακολούθησαν τις κοσμογονικές μεταβολές στις οικονομικές πρακτικές και τις τεχνολογικές εξελίξεις.
Σκιαγράφησα το χαρακτήρα του μεταρρυθμιστικού έργου της τετραετίας αναφερόμενη σε τρία παραδείγματα. Χωρίς να θέλω να σας προκαλέσω, είναι βέβαιο ότι η επιλογή των τριών έργων που έκανα απόψε δεν θα συμπίπτει με την επιλογή που θα έκανε ο καθένας από εσάς στη θέση μου. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνει από μόνη της πόσο ευρύ και πολύμορφο είναι το φάσμα αυτού του μεταρρυθμιστικού έργου.
Στο πλαίσιο του επιστημονικού εργαστηρίου "Βιογραφώντας το Κράτος. Έρευνα και Υποδομές" που συνδιοργάνωσαν το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών στις 11 Φεβρουαρίου 2025, μίλησα με θέμα "Προβλήματα ψηφιακής οργάνωσης της προσωπογραφικής πληροφορίας. Σκέψεις με βάση την Επτανησιακή Προσωπογραφία του 19ου και του 20ού αιώνα".
Προσκεκλημένη από την Ελληνική Αιματολογική Εταιρεία, στις 9 Νοεμβρίου 2022 έδωσα την εναρκτήρια διάλεξη στο 33ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Εταιρείας, στο Βελλίδειο Συνεδριακό Κέντρο της Θεσσαλονίκης. Έχω αναρτήσει εδώ δεξιά το slide-show και, σε αυτό το σύνδεσμο, το κείμενο της διάλεξης.
Προσκεκλημένη από την Ένωση Επιστημονικού Προσωπικού του Ευαγγελισμού, στις 12 Μαΐου 2022 έδωσα τη διάλεξη Κ. Γαρδίκα στο πλαίσιο του 48ου Ετήσιου Πανελλήνιου Ιατρικού Συνεδρίου. Έχω αναρτήσει εδώ δεξιά το slide-show και, σε αυτό το σύνδεσμο, το κείμενο της διάλεξης. Η διάλεξη προβάλλεται στο YouTube στο σύνδεσμο https://youtu.be/I87_c2NawJY.
Στις 5 Μαρτίου 2021, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της σειράς "Πρόσωπα άξια τιμής" το Ίδρυμα της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία" διοργάνωσε διαδικτυακή εκδήλωση προς τιμήν του Κωνσταντίνου Δ. Γαρδίκα. Πληροφορίες για την εκδήλωση (Απολογιστικό δελτίο τύπου, πρόγραμμα, ενημερωτικό video) υπάρχουν στον ιστότοπο του ιδρύματος foundation.parliament.gr. Οι ανακοινώσεις θα εκδοθούν σε ιδιαίτερο τόμο του Ιδρύματος.
Εδώ έχω αναρτήσει τα slides από τη δική μου εισήγηση.