Ο Οδυσσέας, βασιλιάς της Ιθάκης, ήταν ο κύριος χαρακτήρας στο έπος του Ομήρου, την Οδύσσεια. Ήταν πολυμήχανος, γνωστός για την πονηριά και εφευρετικότητά του, διάσημος και για τα δέκα χρόνια που του πήρε η επιστροφή στο σπίτι του, μετά τον Τρωικό Πόλεμο, όπως απέδωσε ο επικός ποιητής στην Ιλιάδα. Ήταν γιος του Λαέρτη και της Αντίκλειας, σύζυγος της Πηνελόπης και πατέρας του Τηλέμαχου .
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ
Ο Οδυσσέας έφυγε µε δώδεκα καράβια από την Τροία. Όταν όµως ξανοίχτηκαν τα πλοία του στο Αιγαίο, οι θεοί έστειλαν άγριους ανέµους που τα έσπρωξαν βόρεια, στη χώρα των Κικόνων. Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του άρπαξαν απ’ τους Κίκονες ζώα και γλυκό κρασί και κάθισαν στην αµµουδιά να φάνε. Τότε όµως τους επιτέθηκαν όλοι οι Κίκονες µαζί κι έγινε άγρια µάχη. Πολλοί πολεµιστές σκοτώθηκαν κι οι άλλοι µπήκανε στα καράβια γρήγορα κι έφυγαν µέσα σε άγρια καταιγίδα.
Ταξίδεψαν νότια ως τον κάβο Μαλέα. Τότε άρχισε να φυσά βοριάς που έσπρωξε τα καράβια µακριά, στην Αφρική. Έτσι έφτασαν στη χώρα των Λωτοφάγων. Βγήκανε στη στεριά κι ο Οδυσσέας έστειλε τρεις απ’ τους συντρόφους του να δουν τι άνθρωποι ζούσαν σ’ αυτή τη χώρα. Οι σύντροφοί του πήγαν κι όταν συνάντησαν τους Λωτοφάγους, εκείνοι τους έδωσαν να φάνε λωτούς, που ήταν φρούτα µαγεµένα! Αµέσως ξέχασαν πατρίδα και συντρόφους και δεν ήθελαν να φύγουν από εκεί. Τους πήρε µε το ζόρι κι αµέσως διέταξε τα καράβια να σαλπάρουν.
Μέρες πολλές ταξίδευαν, ώσπου οι άνεµοι τους έφεραν στο νησί των Kυκλώπων. Μόνο το πλοίο του Οδυσσέα πλησίασε εκεί. Τα άλλα έντεκα καράβια έµειναν σ’ ένα νησάκι απέναντι. Άραξαν το καράβι κι ο Οδυσσέας µε δώδεκα συντρόφους βγήκαν έξω. Κοντά στη θάλασσα είδαν µια θεόρατη σπηλιά και µπήκαν µέσα. Παντού υπήρχαν δοχεία µε γάλα και καλάθια µε τυρί και πλήθος αρνάκια και κατσίκια. Έφαγαν και περίµεναν να ’ρθει ο νοικοκύρης. Όταν τον είδαν όµως τρόµαξαν. Ήταν πανύψηλος κι είχε ένα µονάχα µάτι στο µέτωπο. Ήταν ο Κύκλωπας Πολύφηµος, ο γιος του Ποσειδώνα. Όμως παγιδεύτηκαν στη σπηλιά του Πολύφημου και ο Οδυσσέας τον τύφλωσε, επισύροντας το μένος του Ποσειδώνα.
Ταξιδεύοντας ο Οδυσσέας µε τους συντρόφους του έφτασαν στο νησί του Αιόλου, που ήταν ο θεός των ανέµων. Το νησί του είχε τείχη χάλκινα και ταξίδευε συνέχεια στη θάλασσα. Ο Αίολος τους καλοδέχτηκε και τους φιλοξένησε περίπου ένα µήνα. Όταν αποφάσισαν να φύγουν, τους έδωσε ένα ασκί που µέσα είχε κλείσει όλους τους άγριους ανέµους.Έξω άφησε µόνο το Ζέφυρο να σπρώχνει το καράβι. Ο Οδυσσέας κρέµασε το ασκί στου πλοίου του το κατάρτι. Εννιά µερόνυχτα ταξίδευαν και κόντευαν να φτάσουν στην Ιθάκη. Τότε ο Οδυσσέας αποκοιµήθηκε κι οι σύντροφοί του, νοµίζοντας πως το ασκί ήταν γεµάτο ασήµι και χρυσάφι, το άνοιξαν.
Αµέσως όρµησαν έξω όλοι οι άνεµοι κι έσπρωξαν τα καράβια µακριά στη γη των Λαιστρυγόνων. Οι Λαιστρυγόνες έτρεξαν στο λιµάνι ουρλιάζοντας. Ήταν άγριοι και ψηλοί σα γίγαντες κι άρπαζαν βράχια και τα έριχναν στα πλοία. Τα έσπασαν όλα και τα βύθισαν κι έφαγαν όλους τους ανθρώπους που ήταν µέσα. Μόνο του Οδυσσέα το καράβι γλίτωσε. Κι ο ίδιος και οι σύντροφοί του έφυγαν γρήγορα από τη γη των άγριων Λαιστρυγόνων.
Οι άνεµοι τούς έριξαν µετά στο νησί της µάγισσας Κίρκης. Άραξαν σε µια ακρογιαλιά κι ο Οδυσσέας έστειλε µερικούς απ’ τους συντρόφους του να πάνε να ρωτήσουν πού βρίσκονταν. Αυτοί βρήκαν γρήγορα το παλάτι της Κίρκης. Η Κίρκη τούς πρόσφερε ένα µαγικό ποτό, µετά τους χτύπησε µε το µαγικό ραβδί της και τους έκανε γουρούνια. Μόνο ένας γλίτωσε κι έτρεξε πίσω να το πει στον Οδυσσέα, ο οποίος έπεισε την Κίρκη να του πει για τον Άδη και τον μάντη Τειρεσία και για το πώς θα επιστρέψει στην Ιθάκη.
Το καράβι του Οδυσσέα ταξίδεψε ως το τέρµα του ωκεανού που βρισκόταν η είσοδος του Άδη. Μπήκε ο Οδυσσέας στον Άδη, έσκαψε λάκκο, έσφαξε µέσα δυο αρνιά και πρόσφερε δώρα στους πεθαµένους, αλεύρι, γάλα και κρασί, νερό και µέλι. Τότε µαζεύτηκαν πολλοί νεκροί τριγύρω. Ο Οδυσσέας είδε τον Αχιλλέα, τον Αγαµέµνονα κι άλλους πολλούς από αυτούς που σκοτώθηκαν στην Τροία. Εκεί ο μάντης Τειρεσίας τους είπε ότι αν δεν πειράξουν τα βόδια του θεού Ήλιου, όταν θα πάνε στο νησί του, θα φτάσουν µια µέρα στην Ιθάκη .
Φεύγοντας απ’ τον Άδη, ο Οδυσσέας κι οι σύντροφοί του έφτασαν στο νησί των Σειρήνων. Αυτές µάγευαν τους ναυτικούς µε το γλυκό τραγούδι τους κι όταν αυτοί πλησίαζαν, τους έτρωγαν. Ο Οδυσσέας όµως, όπως τον είχε συµβουλέψει η Κίρκη, βούλωσε µε κερί των συντρόφων του τ’ αυτιά, για να µην ακούσουν τίποτε, και τους διέταξε τον ίδιο να τον δέσουνε σφιχτά στο κατάρτι του καραβιού του.
Πλησίασαν µετά το στενό της Σκύλλας και της Χάρυβδης. Από το ένα µέρος του στενού η Χάρυβδη ρουφούσε το νερό της θάλασσας κι έπνιγε τα καράβια. Δεν την πλησίασαν και γλίτωσαν. Από το άλλο µέρος όµως η Σκύλλα, κουλουριασµένη στη σπηλιά της, τέντωσε τα έξι φοβερά κεφάλια της, άρπαξε έξι συντρόφους και τους έφαγε. Πέρασαν κλαίγοντας από το φοβερό στενό και βρέθηκαν στην ανοιχτή θάλασσα.
Μετά από πολλά µερόνυχτα στη θάλασσα, έφτασαν στο νησί του θεού Ήλιου. Εκεί έβοσκαν τα παχιά βόδια του θεού. Θυµήθηκε τότε ο Οδυσσέας του Τειρεσία τα λόγια και παρακαλούσε τους συντρόφους του να φύγουν µακριά απ’ το νησί αυτό. Μα εκείνοι ήταν πολύ κουρασµένοι και δε δέχονταν. Όταν τους τέλειωσαν τα τρόφιµα, έµειναν µερικές µέρες νηστικοί. Μια µέρα όµως, που ο Οδυσσέας κοιµόταν, έσφαξαν µερικά βόδια και τα έψησαν. Όταν ξύπνησε ο Οδυσσέας τρόµαξε, µα ήταν αργά. Φεύγοντας απ’ το νησί του Ήλιου ο Δίας τούς έστειλε άγρια καταιγίδα και κύµατα θεόρατα. Ένα αστροπελέκι χτύπησε το καράβι και το διέλυσε. Πνίγηκαν όλοι. Μόνο ο Οδυσσέας γλίτωσε. Πιασµένος από ένα ξύλο παράδερνε στη θάλασσα δέκα ολόκληρα µερόνυχτα. Τέλος, τα κύµατα τον έβγαλαν στο νησί της νύµφης Καλυψώς.
Η Καλυψώ τον πήρε στη σπηλιά της και τον φρόντισε. Όταν συνήλθε, όµως, δεν τον άφηνε να φύγει. Επτά ολόκληρα χρόνια τον κράτησε στο νησί της. Ώσπου τον λυπήθηκε η Αθηνά και παρακάλεσε τον πατέρα της, το ∆ία, να τον βοηθήσει. Εκείνος έστειλε τον Ερµή στην Καλυψώ και τη διέταξε ν’ αφήσει τον Οδυσσέα να φύγει. Έφτιαξε λοιπόν µια σχεδία ο Οδυσσέας και ξανοίχτηκε στο πέλαγος. Δέκα επτά µέρες ταξίδευε και κόντευε να φτάσει στην Ιθάκη. Τότε όµως τον είδε ο Ποσειδώνας, που έτυχε να περνάει από εκεί. Χτύπησε µε την τρίαινα τη θάλασσα και σήκωσε κύµατα τεράστια. Διαλύθηκε η σχεδία κι ο Οδυσσέας βρέθηκε στη θάλασσα. Δυο µέρες και δυο νύχτες κολυµπούσε και τον έδερναν τα κύµατα. Την τρίτη µέρα µε τη βοήθεια µιας νεράιδας, της Λευκοθέας, βγήκε σ’ ένα ακρογιάλι. Ξάπλωσε κάτω από µια ελιά, σκεπάστηκε µε φύλλα και κοιµήθηκε βαθιά. Είχε φτάσει στο νησί των Φαιάκων.
Τον ξύπνησαν την άλλη µέρα κάποιες χαρούµενες φωνές. Ήταν η βασιλοπούλα Ναυσικά, που είχε πάει µε τις φίλες της να πλύνουν κι, αφού τελείωσαν, έπαιζαν τόπι. Η Ναυσικά λυπήθηκε τον ξένο και τον οδήγησε στο παλάτι του πατέρα της, του Αλκίνοου. Την άλλη µέρα οι Φαίακες ετοίµασαν καράβι και το σούρουπο ξεκίνησαν να πάνε τον Οδυσσέα στην Ιθάκη, την πατρίδα του. Όλη τη νύχτα ταξιδεύανε. Χαράµατα έφτασαν στην Ιθάκη. Ο Οδυσσέας κοιµόταν και γι’ αυτό τον σήκωσαν στα χέρια και τον ξάπλωσαν στην αµµουδιά. Έβαλαν δίπλα του τα δώρα που του χάρισαν κι έφυγαν.
Τελικά ο Οδυσσέας καταφέρνει τελικά, μετά από 10 χρόνια, να φτάσει στην Ιθάκη. Στην επιστροφή αναγκάζεται αρχικά να κρυφτεί ,πριν τελικά εξοντώσει με τη βοήθεια του Τηλέμαχου και του Εύμαιου τους 40 μνηστήρες, δηλαδή αριστοκρατικούς γόνους του βασιλείου του στην Ιθακη, οι οποίοι, θεωρώντας πως είναι νεκρός, πολιορκούσαν επί 10 χρόνια την πιστή βασίλισσα Πηνελόπη, με κύριο σκοπό να καταλάβει κάποιος από αυτούς τον άδειο θρόνο του Οδυσσέα.Ο Οδυσσέας έζησε από τότε ευτυχισµένος και βασίλεψε πολλά χρόνια στην αγαπηµένη του πατρίδα, την Ιθάκη.