Ο Ηρακλής ήταν αρχαίος μυθικός ήρωας, θεωρούμενος ως ο μέγιστος των Ελλήνων ηρώων. Ήταν γιος της Αλκμήνης και του Δία . Η καταγωγή του Ηρακλή ήταν από το Άργος, γιατί προερχόταν από το γένος των Περσειδών και από τους δύο γονείς του. Γεννήθηκε όμως στη Θήβα, γιατί εκεί είχε καταφύγει ο πατέρας του Αμφιτρύωνας, όταν έφυγε από την Τίρυνθα. Ο Ηρακλής είχε δίδυμο αδερφό τον Ιφικλή, αλλά όχι από τον ίδιο πατέρα. Γιατί πραγματικός πατέρας του Ηρακλή ήταν ο Δίας και του Ιφικλή ο Αμφιτρύωνας. Όταν ο Ηρακλής ήταν ακόμα οχτώ μηνών στην κούνια του, η Ήρα του έστειλε δύο τεράστια φίδια. Ο Ήρωας, μολονότι ήταν νήπιο, τα άρπαξε αμέσως και τα έπνιξε. Όσο μεγάλωνε, γινόταν ένα μεγαλόσωμο, δυνατό και απειθάρχητο παιδί. Αποφάσισε να ακολουθήσει το δρόμο της Αρετής και γι' αυτό έζησε μια ζωή γεμάτη περιπέτειες και αγώνες, με αποτέλεσμα στο τέλος να γίνει αθάνατος.
Ως έφηβος προκάλεσε τον πόλεμο μεταξύ της Θήβας με το βασίλειο του Ορχομενού. Ως ανταμοιβή για τη νίκη του εναντίον του Ορχομενού, πήρε για γυναίκα του τη Μεγάρα, κόρη του βασιλιά της Θήβας, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά. 'Ομως σε μια στιγμή τον έπιασε κρίση τρέλας, που του έστειλε ο μεγάλος του εχθρός η Ήρα, και σκότωσε τη γυναίκα και τα παιδιά του. Όταν συνήλθε και συνειδητοποίησε τι είχε κάνει, θέλησε να εξαγνιστεί και πήγε στο μαντείο των Δελφών να ρωτήσει με ποιον τρόπο. Η Πυθία τον συμβούλεψε να υπηρετήσει δώδεκα χρόνια το θείο του Ευρυσθέα. Έτσι επιτέλεσε τους γνωστούς δώδεκα άθλους του.
Ήταν ο πρώτος άθλος, που ανατέθηκε στον Ηρακλή από τον Ευρυσθέα (βασιλιά των Μυκηνών).Το λιοντάρι είχε πολύ σκληρό δέρμα, το οποίο δεν μπορούσε να τρυπηθεί από όπλο. Ο Ηρακλής χρησιμοποίησε στην αρχή το τόξο και το σπαθί του, χωρίς αποτέλεσμα. Προσπάθησε να το σκοτώσει με το ρόπαλό του, αλλά το λιοντάρι κρύφτηκε σε μία σπηλιά. Τελικά πάλεψε ο ίδιος με γυμνά χέρια με το θηρίο και το έπνιξε. Στη συνέχεια προσπάθησε να το γδάρει, αλλά και αυτό στάθηκε αδύνατο. Η θεά Αθηνά του συνέστησε να χρησιμοποιήσει τα δόντια του ίδιου του ζώου, όπως και έκανε ο Ηρακλής, καταφέρνοντας τελικά να του πάρει το δέρμα.
Ο ήρωας φόρεσε την «λεοντή» και πήγε στον Ευρυσθέα να του πει ότι εκτέλεσε την πρώτη αποστολή του. Μόλις τον είδε να μπαίνει ο Ευρυσθέας τρομοκρατήθηκε, νομίζοντας ότι επρόκειτο για το ίδιο το Λιοντάρι, και κρύφτηκε σε ένα πιθάρι. Ο Ηρακλής κράτησε τη λεοντή και τη φορούσε πάντα, ως πανοπλία.
Η Λερναία Ύδρα ήταν αθάνατη. Ο μύθος λέει πως ήταν παιδί του Τυφώνα και της Έχιδνας. Την Λερναία Ύδρα την είχε αναθρέψει η Ήρα. Ζούσε στην περιοχή Λέρνη - βαλτότοπος που βρίσκεται νότια του Άργους - απ' όπου πήρε και το όνομά της. Η φωλιά της βρισκόταν σε έναν λόφο κοντά στη λίμνη στην πηγή Αμυμώνη. Σύμφωνα με τον μύθο, όταν ο Ηρακλής έκοβε ένα κεφάλι, έβγαιναν δύο. Μόνο καίγοντας την πληγή με φωτιά κατάφερε να σταματήσει τον πολλαπλασιασμό και αυτό το κατάφερε με τη βοήθεια του ανιψιού του Ιόλαου. Το τελευταίο κεφάλι, που ήταν και το κεντρικό κι αθάνατο, το έκοψε και το έθαψε στη γη, για να μην ξαναζωντανέψει. Από το αίμα της ο Ηρακλής έκανε τα βέλη του δηλητηριώδη.Από το δηλητήριο αυτό δεν γλύτωσε ούτε και ο Κένταυρος Νέσσος. Πριν τον θάνατό του, τα χάρισε στον Φιλοκτήτη .
Η Κερυνίτιδα Έλαφος ήταν μυθικό πλάσμα που σχετίζεται με την Άρτεμη, η οποία ήταν η προστάτιδα θεά του. Ο Ηρακλής ανέλαβε την αποστολή να το φέρει και κατευθύνθηκε προς το βουνό που κατοικούσε το ζώο και το αναγνώρισε από τη λάμψη των κεράτων του. Ξέροντας ότι δεν θα μπορούσε να το προλάβει στο τρέξιμο, ούτε να το ακινητοποιήσει με τα όπλα του , αποφάσισε να το εξαντλήσει. Όταν η ελαφίνα τον είδε, άρχισε να τρέχει προς τον βορρά, κι ο Ηρακλής ακολουθούσε ξοπίσω της. Ένα χρόνο κράτησε η καταδίωξη και περνώντας μέσα από τα εδάφη των Ελλήνων, των Θρακών και των Σκυθών, έφθασαν στη γη των Υπερβορείων. Εκεί το ελάφι, εξουθενωμένο από το τρέξιμο, σταμάτησε για να πιει νερό. Ο Ηρακλής άδραξε την ευκαιρία και το ακινητοποίησε. Όταν η Άρτεμις έμαθε τι έγινε, εξοργίστηκε και φώναξε τον αδελφό της Απόλλωνα να τη βοηθήσει με τις σαΐτες του. Καθώς ο Ηρακλής επέστρεφε στην Ελλάδα, εμφανίστηκαν μπροστά του για να τον τιμωρήσουν. Ο Ηρακλής της ζήτησε συγχώρεση, εξηγώντας της το λόγο της πράξης του και δεσμευόμενος ότι μετά την ολοκλήρωση της αποστολής του θα επέστρεφε το ελάφι στην προστάτιδα θεά του.
Ο Ερυμάνθιος Κάπρος ήταν μυθολογικό ον, που σκότωσε ο Ηρακλής στον τέταρτο άθλο του.Ο Ευρυσθέας του ανέθεσε να πιάσει τον κάπρο και να τον φέρει ζωντανό στο Άργος, βέβαιος ότι ο Ηρακλής δεν θα μπορούσε να τον πιάσει. Ο ήρωας όμως, προτού βγει για κυνήγι, πέρασε από τον φίλο του Κένταυρο Φόλο για να πάρει πληροφορίες για το άγριο ζώο. Έπρεπε να έχει επιδεξιότητα, ώστε να μην τον σκοτώσει . Έπρεπε λοιπόν να τον προσεγγίσει κρυφά από τα πλάγια και να τον δέσει. Έτσι ο Ηρακλής, παρά τις προσδοκίες του Ευρυσθέα, πέτυχε με το τέχνασμά του να οδηγήσει το ζώο στο Φαράγγι της Φολόης στο γεφύρι του Μπερή στο Αντρώνι που είχε φράξει με δίχτυ. Πήρε στους ώμους το ζωντανό αγριογούρουνο και το μετέφερε στις Μυκήνες.
Η Κόπρος του Αυγείου ήταν η κοπριά που είχε συγκεντρωθεί στους τεράστιους στάβλους του βασιλιά της Ήλιδος Αυγεία με τα 3.000 βόδια, οι οποίοι δεν είχαν καθαρισθεί επί πολλά χρόνια. Το καθάρισμα αυτών των στάβλων από όλη την κοπριά μέσα σε μία μόνο ημέρα ήταν ο πέμπτος άθλος του Ηρακλή. Ο Ηρακλής καθάρισε την κοπριά σκάβοντας δύο χαντάκια στα θεμέλια των στάβλων και στρέφοντας μέσα από αυτά τα νερά του Πηνειού και του Αλφειού προς τους στάβλους. Τα νερά των δύο αυτών ποταμών παρέσυραν όλη την κοπριά.
Οι Στυμφαλίδες όρνιθες ήταν ανθρωποφάγα πουλιά με χάλκινα ράμφη, νύχια και φτερά, των οποίων η εξόντωση ήταν ο έκτος άθλος του Ηρακλή. Είχαν διωχθεί από τους λύκους διά μιας χαράδρας κοντά στον Ορχομενό της Αρκαδίας και είχαν καταφύγει στη λίμνη Στυμφαλία της ορεινής Κορινθίας, συνιστώντας απειλή για τους ανθρώπους, τα κοπάδια και τις σοδειές. Ο Ηρακλής δεν γνώριζε πώς να τις κάνει να βγουν από την πυκνή βλάστηση της λίμνης, αλλά η θεά Αθηνά του έδωσε κρόταλα από χαλκό σφυρηλατημένα στο εργαστήρι του Ηφαίστου, τα οποία κροτάλισε ο ήρωας από ένα ύψωμα δίπλα στη λίμνη. Με τον τρόπο αυτό τα πουλιά ξεσηκώθηκαν τρομαγμένα και ο Ηρακλής εξολόθρευσε κάποια ενώ τα υπόλοιπα κατέφυγαν στο νησί του Άρεως όπου αντιμετωπίστηκαν αργότερα από τους Αργοναύτες κατά τη διέλευσή τους με προορισμό την Κολχίδα.
Ο Ηρακλής αιχμαλώτισε τον ταύρο της Κρήτης για χάρη του έβδομου άθλου του. Ο Ευρυσθέας, μάλιστα, θέλοντας να δυσκολέψει περισσότερο την αποστολή του Ηρακλή, διέταξε να του φέρει τον ταύρο ζωντανό. Έτσι ο ήρωας αναχώρησε για την Κρήτη. Ο Μίνωας δέχθηκε να του δώσει τον ταύρο, με την προϋπόθεση ότι θα κατάφερνε πρώτα να τον δαμάσει. Ο Ηρακλής αιχμαλώτισε τον ταύρο χρησιμοποιώντας ένα δίχτυ, τον κουβάλησε στους ώμους του και τον πήγε στις Μυκήνες, όπου και τον παρέδωσε στον Ευρυσθέα. Εκείνος τον ελευθέρωσε και τότε ο ταύρος, διασχίζοντας την Πελοπόννησο, έφτασε στον Μαραθώνα της Αττικής, όπου συνέχισε να προξενεί καταστροφές.
Τα άλογα του Διομήδη ήταν τέσσερα όντα της ελληνικής μυθολογίας. Ο Ευρυσθέας ανέθεσε στον Ηρακλή τον αιχμαλωτισμό των όντων. Ο Ηρακλής, παίρνοντας μαζί του ορισμένους συντρόφους του ξεκίνησε για τη Θράκη, όπου και κατόρθωσε με ευκολία να εξουδετερώσει τους υπηρέτες του Διομήδη και να αιχμαλωτίσει τα άλογα. Στη συνέχεια ανέθεσε τη φύλαξη των ζώων στον Άβδηρο, προκειμένου να αντιμετωπίσει το στρατό του βασιλιά. Οι σύντροφοι του Ηρακλή αρχικά ηττήθηκαν από τον πολυάριθμο στρατό. Ο Ηρακλής όμως κατόρθωσε να ανατρέψει το αποτέλεσμα. Σκάβοντας ένα χαντάκι μετέφερε νερό από τη θάλασσα στην πεδιάδα, αναγκάζοντας τους στρατιώτες να τραπούν σε φυγή προκειμένου να μην πνιγούν. Στη συνέχεια έσυρε το Διομήδη στη λίμνη που σχηματίσθηκε από το νερό και τον έριξε στα ανθρωποφάγα άλογα, τα οποία τον καταβρόχθισαν. Προηγουμένως όμως είχαν καταβροχθίσει τον Άβδηρο, ο οποίος είχε αναλάβει τη φύλαξη τους. Ο Ηρακλής για να τον τιμήσει ίδρυσε την πόλη Άβδηρα.
Η Ιππολύτη ήταν βασίλισσα των Αμαζόνων. Η ζώνη τής είχε δοθεί ως δώρο από τον Άρη, τον θεό του Πολέμου, και αποτελούσε για τις Αμαζόνες έμβλημα εξουσίας. Η Αδμήτη, κόρη του Ευρυσθέα, επιθυμούσε να αποκτήσει τη ζώνη αυτή, γι' αυτό και ο Ευρυσθέας ανέθεσε στον Ηρακλή να του τη φέρει. Κατά το μύθο ο Ηρακλής σκότωσε την Ιππολυτη για να κλέψει την Ζώνη της. Για κάποιους άλλους σύμφωνα με μία άλλη παραλλαγή του μύθου η Ιππολύτη φαινόταν καταρχήν πρόθυμη να τους παραχωρήσει τη ζώνη. Ωστόσο η Ήρα, θέλοντας να δυσκολέψει το έργο του Ηρακλή, μεταμορφώθηκε σε Αμαζόνα και ξεσήκωσε τις υπόλοιπες εναντίον του. Αυτό το κατόρθωσε διαδίδοντας τη φήμη ότι ο Ηρακλής και οι σύντροφοι του είχαν σκοπό να απαγάγουν τη βασίλισσά τους. Αποτέλεσμα της δολοπλοκίας ήταν οι Αμαζόνες να οπλιστούν ακαριαία και να ορμήσουν στο μέρος όπου βρισκόταν το πλοίο του Ηρακλή. Ακολούθησε αιματηρή μάχη η οποία οδήγησε στον θάνατο πολλές από τις Αμαζόνες.
Τα βόδια του Γηρυόνη ήταν στην ελληνική μυθολογία όντα που ανήκαν στον Γηρυόνη, ένα άνθρωπο με τρία σώματα, γιο του Χρυσάωρα. Ο Γηρυόνης είχε αναθέσει τη φύλαξη των ζώων τους σε δύο φύλακες, τον Ευρυτίωνα και τον Όρθρο. Μόλις ο ήρωας έφτασε στην Ερύθεια, και αφού πέρασε τη νύχτα του στο βουνό Άβας, ήρθε αντιμέτωπος με τους δύο φύλακες των ζώων. Τόσο ο Όρθρος, όσο και ο Ευρυτίων βρήκαν τραγικό θάνατο από το ρόπαλο του Ηρακλή. Στη συνέχεια ο Μενοίτιος, φύλακας των βοδιών του Άδη, ειδοποίησε τον Γηρυόνη για τα συμβάντα και έτσι εκείνος έσπευσε να αντιμετωπίσει τον εισβολέα. Ο Ηρακλής κατόρθωσε να εξολοθρεύσει τον Γηρυόνη, αφού τον τόξευσε με τα βέλη του. Στον δρόμο της επιστροφής, ο Ηρακλής αντιμετώπισε πολλές περιπέτειες. Όταν τελικά επέστρεψε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Αμβρακία, ένας οίστρος σταλμένος από την Ήρα διασκόρπισε το κοπάδι των βοδιών στα βουνά. Ο ήρωας κατόρθωσε να περισυλλέξει το μεγαλύτερο μέρος των ζώων. Τα υπόλοιπα παρέμειναν στα βουνά και περιήλθαν σε άγρια κατάσταση. Τελικά ο Ηρακλής έφτασε στις Μυκήνες, παρέδωσε τα βόδια στον Ευρυσθέα, ο οποίος τα θυσίασε στη θεά Ήρα.
Τα μήλα των Εσπερίδων ήταν σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, οι χρυσοί καρποί των δέντρων που βρίσκονταν στον κήπο των Εσπερίδων. Είναι κυρίως γνωστά μέσω του μύθου του Ηρακλή, καθώς η απόκτησή τους αποτέλεσε το αντικείμενο του ενδέκατου άθλου του. Ο Ευρυσθέας ανέθεσε στον Ηρακλή να μεταβεί στον κήπο των Εσπερίδων και να του προσκομίσει τα χρυσά μήλα. Στην πορεία του προς τον κήπο ο ήρωας αντιμετώπισε πολλές περιπέτειες. Σημαντικότερη από αυτές ήταν η απελευθέρωση του Προμηθέα από τον βράχο στον οποίο ήταν δεμένος. Ο Ηρακλής απελευθέρωσε τον Προμηθέα και σκότωσε τον αετό που έτρωγε το συκώτι του, δίνοντας έτσι τέλος στο μαρτύριο του Τιτάνα. Ο Προμηθέας συνόδευσε στη συνέχεια τον Ηρακλή στον κήπο των Εσπερίδων. Ηρακλής ακολούθησε τη συμβουλή του Προμηθέα να μην μπει ο ίδιος στον κήπο. Συμφώνησε λοιπόν με τον Άτλαντα να κρατήσει για λίγο εκείνος το φορτίο του, μέχρι ο Άτλας να του φέρει τα χρυσά μήλα. Ο Άτλας συμφώνησε με την πρόταση αυτή. Επιστρέφοντας όμως από τον κήπο, αρνήθηκε να παραδώσει τους καρπούς στον Ηρακλή. Δήλωσε ότι θα πήγαινε ο ίδιος τα μήλα στον Ευρυσθέα και ότι θα άφηνε τον Ηρακλή στη θέση του για πάντα. Ο Ηρακλής επιστράτευσε τότε όλη του την ευστροφία για να μπορέσει να ξεφύγει από την αιώνια καταδίκη στην οποία τον έριξε ο Άτλαντας. Άφησε τον Άτλαντα να πιστέψει ότι αποδέχτηκε τη μοίρα του, του ζήτησε όμως πρώτα να κρατήσει για λίγο τον ουρανό προκειμένου να φτιάξει ένα μαξιλάρι για το κεφάλι του. Ο Άτλας δέχτηκε, ο Ηρακλής όμως δραπέτευσε παίρνοντας μαζί του και τα μήλα.
Ο Κέρβερος αντιπροσώπευε τον φύλακα του Άδη και είχε συνήθως την μορφή ενός σκύλου συνηθέστερα με τρία κεφάλια και με ουρά που απόληγε σε κεφαλή δράκου.Η παρουσία του εξασφαλίζει την παραμονή των νεκρών στον Κάτω Κόσμο αλλά και την αδυναμία των ζωντανών να εισέλθουν σε αυτόν. Ο Κέρβερος του Άδη ήταν ο δωδέκατος άθλος, κατά τον οποίο ο Ηρακλής, χρησιμοποιώντας μόνο τη δύναμη των χεριών του, αιχμαλώτισε και μετέφερε τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα, ο οποίος όμως από τον φόβο του τον έστειλε πίσω στον Άδη. Όταν ο Ηρακλής είχε κατεβεί στον Άδη για τον Κέρβερο, είχε συναντήσει το Μελέαγρο, γιο του Οινέα, βασιλιά των Αιτωλών. Αυτός του ζήτησε να παντρευτεί την αδελφή του Δηιάνειρα. Πραγματικά ο Ηρακλής, αφού είχε τελειώσει όλους τους άθλους του πήγε να βρει τη Δηιάνειρα. Όμως εκείνη ήταν που προκάλεσε το τέλος του δίνοντάς του να φορέσει το δηλητηριασμένο χιτώνα με το αίμα του Κένταυρου. Πεθαίνοντας έγινε αθάνατος και ανέβηκε στον Όλυμπο. Εκεί τον υποδέχτηκαν η Αθηνά και ο Απόλλωνας. Συμφιλιώθηκε και με την Ήρα, που του έδωσε σαν αθάνατη γυναίκα του την κόρη της Ήβη. Μαζί της απόκτησε δύο γιους. Αθάνατος πια ο Ηρακλής στον Όλυμπο έζησε μια ζωή μακάρια με όλες τις θεϊκές απολαύσεις.
Ο Θησέας αναδείχτηκε στον σπουδαιότερο μυθικό ήρωα της Αττικής. Άλλοι λένε ότι πατέρας του ήταν ο Ποσειδώνας και άλλοι ο Αιγέας, βασιλιάς της Αθήνας και μητέρα του η Αίθρα, κόρη του βασιλιά της Τροιζήνας Πιτθέα. Ο Ήρωας γεννήθηκε στην Τροιζήνα και εκεί έζησε τα παιδικά του χρόνια. Ο πατέρας βασίλευε στην Αθήνα, φοβόταν όμως να έχει κοντά του το Θησέα, μήπως τον σκοτώσουν κάποιοι εχθροί του. Όταν ο Αιγέας έφυγε από την Τροιζήνα, για την Αθήνα, έκρυψε κάτω από μια πελώρια πέτρα τα σανδάλια και το ξίφος του και άφησε αυτήν την εντολή στην Αίθρα: τότε μόνο να πάει ο Θησέας στην Αθήνα να τον συναντήσει, όταν θα ήταν αρκετά δυνατός, ώστε να σηκώσει την πέτρα και να πάρει το ξίφος και τα σανδάλια.
Αφού πήρε με τη δύναμή του, όταν μεγάλωσε, αυτά που ήταν κρυμμένα, ξεκίνησε πεζός για την Αθήνα. Στο δρόμο πραγματοποίησε πολλούς άθλους. Σκότωσε στην Επίδαυρο τον Περιφήτη, που εξόντωνε με το φοβερό ρόπαλό του τους διαβάτες, και κράτησε το όπλο του. Έπειτα τον Σίνη τον Πιτυοκάμπτη. Αυτός έδενε τα πόδια των οδοιπόρων στα κλαδιά δύο δέντρων. Ύστερα τ' άφηνε ελεύθερα και οι άνθρωποι σχίζονταν στα δύο. Σκότωσε τον Κρομμυώνιο κάπρο, πελώριο αγριογούρουνο που κατέστρεφε την περιοχή της Μεγαρίδας. Απάλλαξε την ίδια περιοχή από το Σκίρωνα, που έριχνε τους ανθρώπους σε μια τεράστια χελώνα. Τον σκότωσε με τον ίδιο τρόπο. Πάλεψε στην Ελευσίνα με τον Κερκυόνα, τον νίκησε και τον σκότωσε. Στο ίδιο μέρος σκότωσε το Δαμάστη ή Προκρούστη.
Ο Θησέας απάλλαξε τους Αθηναίους από το φοβερό φόρο αίματος, που ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν στο βασιλιά της Κρήτης Μίνωα. Επειδή δηλαδή ο γιος του Μίνωα Ανδρόγεος είχε σκοτωθεί στην Αττική, οι Αθηναίοι υποχρεώθηκαν να στέλνουν κάθε χρόνο εφτά νέους και εφτά νέες στην Κρήτη. Αυτούς όλους τους έριχναν στο λαβύρινθο για τροφή του Μινώταυρου. Ο Θησέας πήγε στην Κρήτη, για να απαλλάξει την Αθήνα απ΄ αυτόν τον ατιμωτικό φόρο. Εκεί συνάντησε την κόρη του Μίνωα Αριάδνη, που τον ερωτεύτηκε. Γι' αυτό και τον βοήθησε στο έργο του. Του έδωσε δηλαδή ένα κουβάρι νήμα, που ο Θησέας το ξετύλιγε, καθώς προχωρούσε μέσα στο λαβύρινθο μαζί με τα υπόλοιπα δεκατρία μελλοντικά θύματα.
Ο Θησέας σκότωσε το Μινώταυρο, πάλι με τη βοήθεια του νήματος (μίτου) βρήκε την έξοδο από το λαβύρινθο και αμέσως έφυγε από την Κρήτη. Μαζί του πήρε και την Αριάδνη. Την εγκατέλειψε όμως στη Νάξο, είτε γιατί την παραχώρησε στο θεό Διόνυσο, είτε γιατί ερωτεύτηκε την Αίγλη. Όταν προσάραξε στη Δήλο, ίδρυσε μια γιορτή προς τιμήν του Απόλλωνα, τα Απολλώνεια. Τότε χόρεψε και το χορό γερανό μαζί με τη συνοδεία του. Τα βήματα του γερανού ήταν πολύπλοκα γιατί θύμιζαν την περιπέτεια της εισόδου και της εξόδου από το Λαβύρινθο.
Αφού σκότωσε τον Μινώταυρο, ξεκίνησαν για την Αθήνα. Αλλά, όταν πήγαιναν στην Κρήτη, είχαν στο καράβι μαύρα πανιά, σαν ένδειξη πένθους για τους νέους και τις νέες που θα χάνονταν. Με τον Αιγέα είχαν συμφωνήσει πως, αν η επιχείρηση είχε ευχάριστο τέλος, θα έβαζε άσπρα πανιά. Ο Θησέας όμως το ξέχασε και δεν τα αντικατέστησε. Έτσι ο βασιλιάς νόμισε ότι ο γιος του και οι υπόλοιποι νέοι είχαν φαγωθεί από το Μινώταυρο. Από την απελπισία του ρίχτηκε στη θάλασσα και πνίγηκε. Από τότε η θάλασσα αυτή ονομάστηκε Αιγαίο πέλαγος.
Ο Θησέας διαδέχτηκε τον πατέρα του στο θρόνο και τότε ένωσε όλους του δήμους της Αττικής σε μια πόλη, την Αθήνα. Στη συνέχεια, ο Θησέας έφυγε από την Αθήνα και πήγε στη νήσο Σκύρο. Ο βασιλιάς του νησιού, ο Λυκομήδης, αρχικά τον καλοδέχθηκε, αλλά μετά από κάποιο διάστημα τον πήγε δήθεν για περίπατο στο ψηλότερο σημείο και τον έσπρωξε στον γκρεμό. Ο Θησέας έπεσε και σκοτώθηκε. Αυτό ήταν το τέλος του !