Η πόλη της Αθήνας πριν πολλά χρόνια δεν λεγόταν έτσι αλλά Κεκροπία ,γιατί βασιλιάς ήταν ο Κέκροπα, ένα παράξενο πλάσμα αφού ήταν από τη μέση και πάνω άνθρωπος και από τη μέση και κάτω φίδι. Η Αθηνά και ο Ποσειδώνας ανέβηκαν λοιπόν στον βράχο της Ακρόπολης για να τη διεκδικήσουν . Όποιος θα έκανε το καλύτερο δώρο στην πόλη των Αθηνών θα γινόταν και ο προστάτης της .
Πρώτος ήρθε ο Ποσειδώνας , στάθηκε στη μέση του βράχου και χτύπησε με την τρίαινά του το έδαφος . Αμέσως ξεπήδησε ένα κύμα αλμυρού νερού που σχημάτισε μια μικρή λίμνη που την ονόμασαν «Ερεχθηίδα» θάλασσα . Ο λαός θαύμασε το δώρο του , αλλά το νερό ήταν αλμυρό σαν της θάλασσας κι έτσι δεν ήταν πολύ χρήσιμο για την πόλη.
Όταν ήρθε η σειρά της θεάς Αθηνάς για να παρουσιάσει το δικό της δώρο , εκείνη κάρφωσε στο χώμα το κοντάρι της και αμέσως φύτρωσε ένα δέντρο ελιάς. Η ελιά θεωρήθηκε πολυτιμότερο δώρο , καθώς θα χάριζε στους Αθηναίους εκτός από τον καρπό της , λάδι και ξυλεία .
Η Περσεφόνη ήταν κόρη της θεάς της γεωργίας, Δήμητρας και του Δία. Όσο μεγάλωνε η Περσεφόνη, μεγάλωνε και η ομορφιά της. Όταν την είδε ο Πλούτωνας, θεός του Άδη, την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και αποφάσισε να την κλέψει. Η Δήμητρα έψαχνε μάταια την κόρη της, μέρα και νύχτα. Απ’ τη λύπη της, η γη και οι καλλιέργειες άρχισαν να μαραζώνουν. Ο Δίας, παρακινημένος απ’ τις ικεσίες των ανθρώπων που πεινούσαν, διέταξε τον Πλούτωνα να ελευθερώσει την Περσεφόνη. Ο Πλούτωνας της έδωσε να φάει ένα ρόδι γιατί γνώριζε ότι αν η κοπέλα κατανάλωνε τροφή στον Κάτω Κόσμο, θα δενόταν μαζί του και δεν θα μπορούσε να φύγει.Για κάθε σπόρο που έφαγε, η Περσεφόνη θα έμενε και ένα μήνα στον Άδη.Τους έξι μήνες που η Περσεφόνη βρισκόταν στον Άδη, η Δήμητρα πενθούσε και μαζί της πενθούσε και η φύση. Όταν όμως η Περσεφόνη επέστρεφε στη μητέρα της, η χαρά της Δήμητρας πρασίνιζε τη γη και άνθιζε τα φυτά.
Η Ευρώπη ,η κόρη της Τηλέφασσας και του Φοίνικα, έπαιζε με τις συντρόφισσές της και μάζευε άνθη σε ακρογιαλιά της Τύρου .Εκεί την είδε ο Δίας. Για να την πλησιάσει μεταμορφώθηκε σε ήρεμο κάτασπρο ταύρο που πήγε και ξάπλωσε στα πόδια του κοριτσιού. Τον φόβο διαδέχθηκε η επιθυμία του κοριτσιού να καθίσει στη ράχη του. Γρήγορος σαν αστραπή, ο ταύρος ανασηκώθηκε και όρμησε στη θάλασσα, ώστε να μην προλάβει η Ευρώπη να κατεβεί . Αγκιστρωμένη στα κέρατα η Ευρώπη, κατέβηκε από τη ράχη του ζώου στη Γόρτυνα, όπου οι Ώρες ετοίμασαν το νυφικό κρεβάτι. Από την ένωση του ζευγαριού προέκυψαν τρία παιδιά, ο Μίνωας, ο Σαρπηδόνας, ο Ραδάμανθυς.
Η Πανδώρα, η πρώτη γυναίκα στη Γη, δημιουργήθηκε με μια πράξη εκδίκησης. Ο Δίας, ο βασιλιάς του ουρανού και των θεών, ήταν θυμωμένος με τον Τιτάνα Προμηθέα για τη προσέφερε τη φωτιά στους ανθρώπους. Ο Δίας διέταξε τον θεό Ήφαιστο να δημιουργήσει την Πανδώρα για να εκδικηθεί τον Προμηθέα. Η Πανδώρα τοποθετήθηκε σε μια ειδυλλιακή εκδοχή της Γης και ο Δίας της έδωσε ένα κιβώτιο που της είπε να μην ανοίξει ποτέ. Η Πανδώρα δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό και άνοιξε το κιβώτιο, απελευθερώνοντας ένα πλήθος από πληγές στον κόσμο, όπως ασθένεια, γήρας και θάνατο.
Ο Ηρακλής όταν ήταν νέος βγήκε και κάθισε να σκεφτεί σε έναν ήσυχο τόπο ποιο δρόμο θα ακολουθήσει στη ζωή του. Ενώ βρισκόταν σε δίλημμα εμφανίστηκαν μπροστά του δύο γυναίκες, υπερφυσικού μεγέθους. Η μία είχε ευπρεπή όψη , ντυμένη στα λευκά. Η άλλη γυναίκα, απ’ την άλλη, είχε εντελώς διαφορετική όψη, φορούσε ρούχα που αναδείκνυαν τη νεανική της ομορφιά . Η πρώτη γυναίκα (η Αρετή) του είπε : "Αν ακολουθήσεις τη δική μου οδό, θα γίνεις ενάρετος εργάτης ωραίων και σεβαστών έργων και ο κόσμος θα σε σέβεται και θα σε τιμά. Όμως ο δρόμος είναι δύσκολος και γεμάτος με εμπόδια". Η δεύτερη γυναίκα (Η Κακία) τού είπε :" Εγώ θα σε οδηγήσω στην ευτυχία μέσω της εύκολης και σύντομης οδού , με απολαύσεις , χαρές και διασκέδαση". Φυσικά ο Ηρακλής αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη δύναµή του, για να βοηθήσει τους ανθρώπους. Γι’ αυτό διάλεξε το δρόµο της Αρετής.
Μια μυθολογική εκδοχή την οποία υποστηρίζει ο Στράβωνας για τη θεσμοθέτηση των Ολυμπιακών Αγώνων, έγινε από το Θηβαίο Ηρακλή, γιό της Αλκμήνης και του Δία, που μας είναι γνωστός και από τους δώδεκα άθλους του. Ένας από τους άθλους που του ανέθεσε ο Ευρυσθέας ήταν και ο καθαρισμός των σταύλων του Αυγεία από τον κόπρο που μόλυνε και γέμιζε με αρρώστιες τη χωρά της Ηλείας. Ο Ηρακλής ζήτησε από τον Αυγεία ως αμοιβή ένα μέρος από τα κοπάδιά του, δινοντας την υπόσχεση ότι θα καθάριζε τους σταύλους του μέσα σε μια μέρα. Όταν ο Ηρακλής πέτυχε το κατόρθωμα ο βασιλιάς της Ήλιδας δεν τήρησε την συμφωνημένη αμοιβή. Ο Ηρακλής θυμωμένος σκότωσε τον Αυγεία. και προς εξιλέωση έστησε στην Ολυμπία βωμούς για τους θεούς του Ολύμπου και καθιέρωσε Ολυμπιακούς αγώνες.Εκεί ο Ηρακλής θα οργανώσει αγώνες δρόμου με έπαθλο στεφάνι αγριελιάς, θεσπίζοντας ότι θα διεξάγονται κάθε πέντε χρόνια και θα ονομάζονται Ολύμπια.
Ο Άδμητος, βασιλιάς στις Φέρες της Θεσσαλίας, την ημέρα του γάμου του με την Άλκηστη, ξέχασε να θυσιάσει στην Άρτεμη. Τότε είδε το χώρο γεμάτο δράκοντες, πράγμα που σήμαινε πως έπρεπε να πεθάνει. Ο Άδμητος διέφυγε τον κίνδυνο ή καλύτερα βρέθηκε μια διέξοδος για να σωθεί και πάλι χάρη στον Απόλλωνα, που πέτυχε να εξευμενίσει την αδελφή του θεά και να πείσει τις Μοίρες να απαλλάξουν τον βασιλιά από τον θάνατο, αν κάποιος στενός συγγενής του δεχόταν να πεθάνει στη θέση του. Όμως, οι γονείς του Αδμήτου δεν δέχθηκαν να θυσιασθούν για το παιδί τους. Αντίθετα, η Άλκηστη, χωρίς να διστάσει, θυσιάστηκε στη θέση του συζύγου της. Τότε η Περσεφόνη, η βασίλισσα του Άδη, συγκινημένη από την αγάπη της Άλκηστης, δεν τη δέχθηκε στον Άδη, αλλά την έστειλε πίσω στον επάνω κόσμο. Μια άλλη εκδοχή λέει ότι ο Ηρακλής μόλις πληροφορήθηκε τον θάνατο της Άλκηστης, κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο και νίκησε τον Άδη.
Ο Ηρακλής, ταξίδεψε μακριά στα δυτικά για να φέρει τα βόδια του Γηρυόνη. Διέσχισε τον ωκεανό κι έφθασε στο νησί Ερύθεια, το νησί της Εσπέρας . Για να φθάσει στο νησί, ο Ηρακλής έπρεπε να περάσει το ρεύμα του Ωκεανού. Μόνο το χρυσό κύπελλο του ήλιου, φτιαγμένο από τον Ήφαιστο, το άρμα του ήλιου δηλ, μπορούσε να τον οδηγήσει στο νησί. Ο ήρωας τόξευσε τον Ήλιο κι εκείνος φοβήθηκε και του δάνεισε. Καθόταν ο Ηρακλής στο κύπελλο, όταν κι ο Ωκεανός προσπάθησε να εμποδίσει το πέρασμα, αλλά όταν εκείνος τέντωσε εναντίον του το τόξο του τον άφησε να περάσει.
Ο Δαίδαλος ως εφευρέτης και μηχανικός κατασκεύασε το παλάτι του Μίνωα στην Κρήτη. Επίσης κατασκεύασε τον Λαβύρινθο για να ζει μέσα ο Μινώταυρος, ο γιος της γυναίκας του Μίνωα, ο Πασιφάης. Μέσα στον Λαβύρινθο φυλάκισε ο Μίνωας τον ίδιο τον Δαίδαλο με τον γιο του Ίκαρο, γιατί ο Δαίδαλος είχε βοηθήσει την Πασιφάη να ενωθεί με τον Ταύρο του Ποσειδώνα και να γεννηθεί ο Μινώταυρος, ενώ σύμφωνα με την Βιβλιοθήκη του Απολλόδωρου αναφέρει πως τον φυλάκισε γιατί ο Μίνωας ορθά τον θεώρησε υπαίτιο για την νίκη του Θησέα και την έξοδό του απο τον Λαβύρινθο, αφού η Αριάδνη ερωτευμένη με τον Θησέα ζήτησε την βοήθεια του Δαίδαλου και αυτός βρήκε την έξοδο με τον γνωστό μίτο της Αριάδνης. Ο Δαίδαλος με τον Ίκαρο δραπέτευσαν από τον Λαβύρινθο με τη βοήθεια των φτερών που είχε κατασκευάσει και για τους δύο ο Δαίδαλος, χρησιμοποιώντας πούπουλα και κερί. Τα φτερά αυτά τα έβαλαν στους ώμους τους και πέταξαν στον ουρανό. Ο Ίκαρος όμως, γοητευμένος από την πτήση, παράκουσε την εντολή του πατέρα του να μην πετάει πολύ ψηλά για να μη λιώσει από τη ζέστη του ήλιου το κερί των φτερών, ούτε και πολύ χαμηλά για να μην λυθούν τα φτερά από την υγρασία της θάλασσας. Έτσι πέταξε ψηλά με αποτέλεσμα να λιώσει το κερί και να αποκολληθούν τα φτερά, να πέσει στη θάλασσα και να πνιγεί. Η θαλάσσια περιοχή όπου ο Ίκαρος βρήκε τον θάνατο ονομάστηκε έκτοτε Ικάρια θάλασσα και σήμερα Ικάριο Πέλαγος.
Ο Ορφέας, ήταν ο γιος μιας από τις Μούσες, ο φημισμένος ποιητής και μουσικός, παντρεύτηκε μια γυναίκα που λεγόταν Ευρυδίκη. Ο γάμος δεν του έφερε ευτυχία, γιατί η νύφη, ενώ περπατούσε στην παχιά χλόη με δυο φίλες της, πάτησ’ ένα φαρμακερό φίδι, που τη δάγκωσε στον αστράγαλο. Έπεσε στο χώμα, και καμιά τέχνη γιατρού δεν μπόρεσε να σώσει τη ζωή της.
Οι φίλες της οι Δρυάδες τη θρήνησαν και γέμισαν τα βουνά με το κλάμα τους. Κι αυτός ο Ορφέας, μονάχος στην ακρογιαλιά από την αυγή ώς τη δύση, θρηνούσε τη γυναίκα του με τη λυπητερή μουσική της λύρας του. Ακόμη, τόλμησε να κατέβει στον Κάτω Κόσμο, και με τη μουσική του να ημερέψει τον Κέρβερο και να απαλύνει την καρδιά του Άδη και της Περσεφόνης , οι οποίοι συμφώνησαν να επιτρέψουν στην Ευρυδίκη να επιστρέψει μαζί του στη γη. Αλλά η συμφωνία που συνόδευε την απόφαση ήταν πως έπρεπε να περπατά μπροστά από αυτή και να μην κοιτάξει πίσω μέχρι να φτάσει στον πάνω κόσμο. Μέσα στην αγωνία του αθέτησε την υπόσχεση και η Ευρυδίκη εξαφανίστηκε πάλι .