ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ «ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ» ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ
Αποκαλυψις Ιωαννου 22:15 Εξω δε ειναι οι κυνες και οι μαγοι και οι πορνοι και οι φονεις και οι ειδωλολατραι και πας ο αγαπων και πραττων το ψευδος.
Προς κορινθιους Α ́ 6:18 Φευγετε την πορνειαν. Παν αμαρτημα, το οποιον ηθελε πραξει ο ανθρωπος, ειναι εκτος του σωματος· ο πορνευων ομως αμαρτανει εις το ιδιον αυτου σωμα.
Προς κορινθιους Α ́ 10:14 Δια τουτο, αγαπητοι μου, φεύγετε από της ειδωλολατρειας.
Η ΝΕΟΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ἔγραψαν ἢ ἐκφράζονταν κινούμενοι ἀπὸ τὸ Παράκλητον Πνεῦμα, ἐδίδαξαν πολὺ εὔστοχα ὅτι «ἡ σύγχυση εἶναι ὄχημα τοῦ διαβόλου».
Ὁ θυμόσοφος λαός μας τὸ εἶπε μὲ τὸν δικό του τρόπο: «Ὁ διάβολος ἀρέσκεται νὰ ψαρεύει σὲ θολὰ νερά», κατὰ τὸ «ὁ λύκος στὴν ἀναμπουμπούλα χαίρεται».
Αὐτὸ κάνει σήμερα στὴν θολὴ χαοτικὴ ἐποχή μας ὁ Ἀντίχριστος· προσπαθεῖ νὰ ψαρέψει καὶ νὰ ὁδηγήσει στὸν αἰώνιο θάνατο ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερες ψυχές. Εἴκοσι αἰῶνες μετὰ τὴν κατάργηση ἀπὸ τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ τῶν θυσιῶν στὸν Βάκχο, τὸν Διονύσιο, τοὺς Σειληνούς, τοὺς Σατύρους, τὴν Ἀφροδίτη, τὶς Μαινάδες· αἰῶνες μετὰ τὴν κατάργηση τῶν φρικτῶν ἀνθρωποθυσιῶν, ποὺ συνεχίζονταν μέχρι τὸν 4ο αἰ. μ.Χ. κατὰ τὴ μαρτυρία τῶν εἰδωλολατρῶν Πορφυρίου καὶ Λιβανίου· καὶ τὴν κατάργηση ὅποιου ἄλλου φαντάστηκε ὁ σκοτεινὸς νοῦς τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου καὶ πόθησαν οἱ κατώτερες ἐπιθυμίες του, ὁ Ἀντίχριστος ξανακτυπᾶ.
Τὸν βολεύει ἀφάνταστα ἡ σύγχυση, τὸ χάος, ἡ ἀφασία ποὺ ἐπικρατοῦν στὴν πονηρὴ καὶ μοιχαλίδα γενεά μας. Ξανακτυπᾶ καὶ μὲ τὴν νεοειδωλολατρία ἢ τὸν νεοπαγανισμό· τὸν ὀλυμπισμὸ ἢ νεοπαγανισμό. Σημειώνουμε ὅτι στὴν προσπάθεια ἀναβιώσεως τῆς νεοειδωλολατρίας συμβάλλει τὰ μέγιστα καὶ ὁ πανσεξουαλισμὸς καὶ γενικὰ ἡ ἐλευθεριότητα τῶν ἠθῶν.
Τὸ ἐπεσήμανε ἐδῶ καὶ περίπου 3.000 χρόνια ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν φράση: «Ἀρχὴ πορνείας ἐπίνοια εἰδώλων, εὕρεσις δὲ αὐτῶν φθορὰ ζωῆς» (Σοφ. Σολ. ιδ’ [14] 12). Ἡ ἐπινόηση τῶν εἰδώλων εἶναι αἰτία ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι πρῶτον μὲν ἀρχὴ τῆς πνευματικῆς πορνείας, δηλαδὴ τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὸν Θεό· δεύτερον δὲ καὶ τῆς σωματικῆς, δηλαδὴ τῆς ἐκπτώσεως ἀπὸ τὴν ἠθικὴ τάξη· ἡ ἐφεύρεση δὲ τῶν εἰδώλων εἶναι διαφθορὰ καὶ κατάρρευση τῆς ζωῆς. Οἱ δωδεκαθεϊστές, ποὺ ὑποστηρίζουν ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστρέψουμε στὶς «θρησκευτικὲς ρίζες» μας, ὀργανώνουν εἰδωλολατρικὲς τελετὲς καὶ ἀλλάζουν τὰ ὀνόματά τους μὲ ὀνόματα ἀρχαίων. Δηλητηριάζουν τὸν λαὸ μὲ μύθους καὶ ὀλέθριες ἰδέες, γιὰ νὰ πολεμήσουν τὴν πίστη του ὡς δῆθεν ξεπερασμένη δεισιδαιμονία! ῾Υβρίζουν τὸν Κύριο Ἰησοῦ, τὸν ἱερὸ κλῆρο,τοὺς ἁγίους, τοὺς θεόσοφους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας –τὸν ἅγιο
Ἰωάννη Χρυσόστομο ἀποκαλοῦν «χυδαιότατο καὶ ἐκβαρβαρισμένο...»! Παράλληλα καταβάλλεται ἐκ μέρους τους προσπάθεια ἀποκρυφιστικῆς ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ ταυτίσεως τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν εἰδωλολατρία. Κομπάζουν δὲ γιὰ τὴν ἀτεκμηρίωτη ἀθεΐα τους. ῾Υπάρχουν μὲν πολλὲς τάσεις καὶ διαφορὲς μεταξὺ τῶν νεοπαγανιστῶν, ὅλες ὅμως πολεμοῦν μὲ πάθος τῆς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ καραφέρονται ἐναντίον τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ χαρακτηρίζοντάς Τον ὡς «σημιτικῆς καταγωγῆς δικτατορίσκον τοῦ οὐρανοῦ».
Δυστυχῶς οἱ νεοειδωλολάτρες βρίσκουν στὸν τόπο μας φιλοξενία ἀπὸ τηλεοπτικοὺς σταθμοὺς –οἱ διάφοροι καναλάρχες τοὺς προβάλλουν πρόθυμα– καὶ ἔτσι παραπληροφοροῦν καὶ διαφθείρουν τὸν λαό μας, προβάλλοντας ὡς πρότυπα τοὺς γελοίους καὶ ἀνήθικους θεούς, τὶς κατ᾿ ἐξοχὴν ἐμπαθεῖς μορφὲς μὲ τὸν ἀνέντιμο καὶ ἀνήθικο βίο τοῦ μυθικοῦ δωδεκαθέου. Οἱ νεοειδωλολάτρες εἶναι δυστυχῶς νοσταλγοὶ τῶν αἰσχρῶν βακχισμῶν –γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐνισχύουν τὶς καρναβαλιστικὲς ἐκδηλώσεις– καὶ
τῆς ἐπαίσχυντης «ἱερῆς πορνείας»!Ἤδη δὲ μετὰ τὴν Σταύρωση, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν εἰς οὐρανοὺς Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας «τὰ ἀρχαῖα παρῆλθε» καὶ «ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα» (Β’ Κορ. ε’ 17).
1. Τι είναι νεοειδωλολατρία, οι διασυνδέσεις και οι κινήσεις της
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, που έγραφαν ή εκφράζονταν κινούμενοι από το Πνεύμα του Θεού, δίδαξαν πολύ εύστοχα, ότι «η σύγχυση είναι το όχημα του διαβόλου»! Ο θυμόσοφος λαός μας το είπε με το δικό του τρόπο· «ο διάβόλος αρέσκεται να ψαρεύει σε θολά νερά» κατά το «ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται».
Αυτό κάνει σήμερα στη θολή και χαοτική εποχή μας ο Αντίχριστος· προσπαθεί να ψαρέψει και να οδηγήσει στον αιώνιο θάνατο όσο το δυνατόν περισσότερες ψυχές.
Ένεκα της γενικής αποστασίας υπάρχει, δυστυχώς, παντού μια ιδεολογική αφασία. Σ’ αυτό το ασταθές ιδεολογικοπολιτικό βαρομετρικό, ενώ πολλοί κλονίζονται περί την απιστία, άλλοι κλονίζονται περί την πίστη! Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, που το έχει κάνει ακόμη πιο βαρύ αυτή την ομιχλώδη ατμόσφαιρα που την έκανε ακόμη πιο θολή το γκρέμισμα του άθεού μαρξισμού, αναδύεται η λεγόμενη «Νέα εποχή».
Η εποχή αυτή δεν είναι βέβαια καθόλου «νέα», διότι άρχισε ευθύς μετά την πτώση του ανθρώπου στην Εδέμ, ο οποίος πάνω στην ανταρσία του όρθωσε με την παρακίνηση του αντίχριστου το ανάστημα του εμπρός στον στοργικό και παντοδύναμο Δημιουργό του. Και προχωρώντας στην «ισοθείαν» με τις δικές του δυνάμεις και χωρίς τον Θεό σκοτίστηκε, και πήρε να πορεύεται μέσα στο σκοτάδι της πλάνης. Περιφρονώντας τον Θεόν άρχισε να λατρεύει είδωλα, ανθρώπους, ζώα, ποταμούς, ουράνια σώματα ή φαινόμενα, ό,τι άλλο του υπαγόρευε αυτός που τον παρακίνησε σε ανταρσία κατά του Πλαστουργού του. Πάνω στην αφροσύνη του θεοποίησε ακόμη και τα πιο ταπεινά πάθη του, στα οποία έκτισε τεμένη και έστησε βωμούς! και άρχισε να θυσιάζει στον Βάκχο, τον Διόνυσο, τους Σειληνούς, τους Σατύρους, την Αφροδίτη, τις Μαινάδες και σ’ ό,τι άλλο φανταζόταν ο σκοτισμένος νους του η ποθούσαν και οι κατώτερες επιθυμίες του.
Σήμερα, είκοσι αιώνες από τότε που όλα αυτά κατήργησε ο Υιός και Λόγος του Θεού με τη διδασκαλία Του, τη σταυρική Του θυσία, την Ανάσταση και την εν σώματι Ανάληψη Του, ο αντίχριστος ξανακτυπά. Τον βολεύει αφάνταστα η σύγχυση, το χάος, η αφασία. Ξανακτυπά με την ειδωλολατρία ή ακριβέστερα τη νεοειδωλολατρία ή νεοπαγανισμό2 και ειδικότερα στην πατρίδα μας με τη νέα αρχαιολατρία ή άρχαιολατρικό έλληνοκέντρισμό ή δωδεκαθεϊσμό ή Ολυμπισμό.
Στην επιστροφή στον παγανισμό συμβάλλει κατά μέγιστο μέρος και ο πανσεξουαλισμός και γενικά η ελευθεριότητα των ηθών. Διότι η ολέθρια αυτή έκπτωση του ανθρώπου εξυπηρετείται, προστατεύεται και προάγεται άριστα από την ειδωλολατρία. Το επεσήμανε ήδη η Παλαιά Διαθήκη εδώ και 2.200 χρόνια με τη θεόπνευστη φράση: «Αρχή πορνείας έπνοια ειδώλων, εύρεσις δε αυτών φθορά ζωής» (Σοφ. Σολ. ιδ΄ [14] 12). Η επινόηση των ειδώλων είναι αιτία απομακρύνσεως από τον Θεόν είναι πρώτον μεν αρχή της πνευματικής πορνείας, δηλαδή της αποστασίας από τον Θεόν δεύτερον δε και της σωματικής, δηλαδή της εκπτώσεως από ηθική τάξη· η εφεύρεση δε των ειδώλων είναι διαφθορά και κατάρρευση της ζωής.
Κοντολογίς, όσοι θέλουν να ζουν χωρίς όρια και φραγμούς ή αναστολές μια υλόφρονη και φιλήδονη ζωή, στρέφονται ανεπιφύλακτα στην ειδωλολατρία, διότι εξυπηρετεί άριστα τους στόχους τους. Το ομολόγησε απερίφραστα Έλληνας νεοειδωλολάτρης, που ίδρυσε και πολυθεϊστικό! ναό στο Παρίσι για τη λατρεία των δώδεκα θεών του Ολύμπου. Είπε: ο πολυθεϊσμός «απελευθερώνει τον άνθρωπο από οποιοδήποτε ηθικό νου. Βάζει την ηθική του πάνω στη φύση και πουθενά άλλου. Δεν έχει την έννοια του καλού και του κακού. Υπάρχει μόνο η έννοια του ωραίου και του άσχημου. Αν πας με τη φύση σου, είσαι όμορφος»3. Ωστόσο, οι νεοειδωλολάτρες κάνουν εν προκειμένω ένα σοβαρό λάθος: Ξεχνούν ότι στους αρχαίους υπήρχε και αρετή και ήθος. Αποκόπτουν λοιπόν την αρετή από τη ζωή των αρχαίων και μοχθούν ν’ αναβιώσουν το εύκολο· τη σαρκολατρία, τη βακχεία και την ειδωλολατρία.
Στην προβολή των νεοειδωλατρικών ιδεών συμβάλλουν επίσης η αδιαφορία και η ασυνέπεια όχι λίγων Χριστιανών, ο ορθολογισμός, και ακόμη μια περίεργη, αλλά καταφανής τάση ρεβανσισμού κατά του «ξενόφερτου και ανθελληνικού εβραιοχριστιανισμού», όπως θεωρούν και αποκαλούν τον Χριστιανισμό οι νεοπαγανανιστές!
Παράλληλα, όλη αυτή η κίνηση, που θέλει, όπως επιμένει, να υπερασπίσει και να αναζωογονήσει τον Ελληνισμό έναντι των κινδύνων που τον απειλούν (πραγματικών ή φανταστικών) ενισχύεται και από μια διεθνή τάση, που έχει ως σύνθημα: «Επιστροφή στις ρίζες μας, στις αρχαίες θρησκευτικές και εθνικές μας παραδόσεις». Τέτοιες τάσεις και κινήσεις παρατηρούνται στην Αγγλία με τους Κέλτες, στους λαούς της Β. Ευρώπης, στους Ινδιάνους των ΗΠΑ κ.ά. Επίσης οι νεοπαγανιστές εργάζονται ώστε οι Αιγύπτιοι να επαναφέρουν τους Όσιρι, Ίσιδα και Ρα, οι Πέρσες τη λατρεία των άστρων και το Ζωροάστρη· οι Κινέζοι να παύσουν να αλληθωρίζουν σε άλλες θρησκείες και να στραφούν σταθερά στον Ταοϊσμό και τον Βούδα οι Αφρικανοί ν’ απαρνηθούν τον ισλαμισμό ή το Χριστιανισμό και να επανέλθουν στον βουντουϊσμό κλπ. Γενικά οι λαοί να επαναφέρουν τους αρχαίους θεούς τους!... Παράλληλα, οι Έλληνες δωδεκαθεϊστές συνεργάζονται με παρόμοιες κινήσεις του εξωτερικού. Έτσι αντιπροσωπεία Ελλήνων νεοπαγανιστών έλαβε μέρος στο Α΄ Παγκόσμιο Συνέδριο των Εθνικών Θρησκειών που έγινε τον Ιούνιο του 1998 στη Λιθουανία, με κεντρικό θέμα: «Ενότητα στη Διαφορά»4.
Οι δωδεκαθεϊστές της Ελλάδος πάνω στο νεοειδωλολατρικό τους οίστρο οργανώνουν τελετές ειδωλολατρικές- γάμους, βαπτίσεις, θυσίες ζώων, χύνουν σπονδές στα ερείπια αρχαίων ειδωλολατρικών ναών- κάνουν νυχτερινούς περιπάτους όταν υπάρχει πανσέληνο ντύνονται με αρχαιοελληνικούς χιτώνες, στεφανώνονται με στεφάνια, αλλάζουν τα ονόματα τους, πράγμα το οποίο προωθούν συστηματικά Έτσι βλέπετε άρθρα σε νεοπαγανιστικά περιοδικά με την υπογραφή Σαράντος Πάν, Ιωάννης (Νεοκλής) Μ. Ρ..., Κώστας (Ευπατρίδης) Αγ.. Τρύφων Ολύμπιος, Αίας Αλεξάνδρου, Ίων Δημόφιλος κ.ά.
Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι αρκετοί από τους νεοειδωλολάτρες ασχολούνται παράλληλα με τη αστρολογία, τη γιόγκα, τη φιλοσοφία του Θιβέτ τον αποκρυφισμό, εσωτερισμό και γενικότερα με τον μυστικισμό των ανατολικών θρησκειών, οι οποίες είναι βασικώς καθαρή ειδωλολατρία, δηλαδή εφεύρεση και παίγνιο των δαιμόνων. Ορισμένοι εισάγουν και μια συγκρητιστική θεώρηση του Χριστιανισμού και αποκρυφιστική ερμηνεία χωρίων της Αγίας Γραφής. Είναι χαρακτηριστικό το ακόλουθο κείμενο της «Όμάδος Ε», η οποία υποστηρίζει: «Με μια μαγική συνταγή, θα έλεγα, στους κόλπους της «Έψιλον» συνεβρέθηκαν και συναγωνίζονται Ελληνιστές Χριστιανοί που έχουν ασπαστεί τα υψηλά ηθικά μηνύματα της διδασκαλίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και Ελληνιστές δωδεκαθεϊστές, εκφραστές των υψηλών φιλοσοφικών νοημάτων, που γέννησαν οι προγονοί μας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που λέγεται, ότι ο αρχηγός της «Παγκόσμιας Εταιρείας των Ελλήνων» είναι ισάξιος το Απολλώνιου Τυανέα... Ποιος ξέρει. Ίσως ηλθε μετά από δυο χιλιάδες χρόνια να κάνει πραγματικότητα τα όνειρα της μεγάλης φυλής, αλλά τους εφιάλτες των εχθρών της. «Έκάς, έκάς, έστε βέβηλοι!»»5. Για όσους αγνοούν ποιος ήταν Απολλώνιος ο Τυανεύς, σημειώνουμε ότι ήταν φιλόσοφος της εποχής του Νέρωνος. Περιερχόταν τις πόλεις σαν θαυματοποιός και μάγος. Ήταν τυπικός εκπρόσωπος της νεοπυθαγορικής αιρέσεως και τυπικότατος εκπρόσωπος του θρησκευτικού και φιλοσοφικού συγκρητισμού των χρόνων της εποχής του Κυρίου Ιησού Χρίστού. Οι αρχαιολάτρες τον συγκρίνουν με τον Ιησού Χριστό και τον θεωρούν ανώτερο του!... Πέθανε στην Έφεσο.
Κάποιοι μπορεί να θεωρήσουν όλο αυτό το νεοπαγανιστικό κίνημα των δωδεκαθεϊστών του Ολύμπου ως αστεία υπόθεση πως κάτι που δεν πρέπει να του δοθεί σημασία. και όμως· αν σκεφθεί κανείς το πως εργάζονται, τι προωθούν υπογείως (την καύση των νεκρών π.χ. τη θεωρούν «ελληνοπρεπή » - παρ’ όλον ότι δεν ήταν γενικευμένη- γι’ αυτό και την υποστηρίζουν ένθερμα), πως υβρίζουν την Εκκλησία του Χριστού, πως χυδαιολογούν κατά της θεοπνεύστου Π. Διαθήκης, πως υπερασπίζονται με αφελή κομπασμό τον «ανάδελφον» ελληνισμόν, πως αντιθέτουν το «εμείς» έναντι των «άλλων», πως εκφράζονται άμετρα για την ελληνική αρχαιοφιλία κλπ., τότε αντιλαμβάνεται ότι το κίνημα αυτό είναι κατ’ εξοχήν επικίνδυνο. Επικίνδυνο για το έθνος μας, την Εκκλησία μας, το λαό μας, τον πολιτισμό μας γενικότερα. Με μια φράση: ο νέοπαγανισμός είναι ένα από τα πολλά σύγχρονα προσωπεία του προαιώνιου εχθρού του θεού και του ανθρώπου· του Αντίχριστου.
ν. π. β.
Σημειώσεις
1. «Καί γαρ όχημα διαβόλου, ει δυνατόν, πρέπει ονομάζεσθαι την σύγχυσιν. Διότι ο Σατανάς κατά την ομοίωσί του ηνιόχου έθος έχει αεί επιβαίνειν τω νου, και λαμβάνειν μετ' αυτού το αθρόισμα των πάθων, και εισέρχεσθαι εις τη ταλαίπωρον ψυχήν, και καταποντίζειν αυτήν εν συγχύσει»: Ισαάκ του Σύρου, Λογ. ΛΓ ', Απαντα τα Ασκητικά, εκδ. Χ. Σπανός, Αθήναι, σελ.
2. Παγανισμός από το paganism = ειδωλολατρία Pagan είναι Λέξη Λατινική και σημαίνει κατ’ αρχήν χωρικός, αγροίκος, ο οποίος λόγω της απαιδευσίας του έμεινε αμετακίνητος στη λατρεία των ειδώλων, την πολύ ταπεινή και όλως ανάξια για τον Λογικό άνθρωπο.
3. Δ. Δελής, Περιοδ. «Ένα», 5.5.1988, σελ. 124, Δελτίον «Ενημέρωσις», εκδ. Ι. Μονής Τροοδιτίσσης (Λεμεσού), τευχ. 5, Ιανουάριος 2002, σελ. 38. Επίσης: Δωδεκαθεϊστές και Νεοειδωλολάτρες, Περιοδ. «Πληροφόρηση», Νοέμβριος 2001, εις Νεοειδωλολατρικές Περιπλανήσεις και η αηθής εμπειρία της Εκκλησίας μας, εκδ. Ί Μονής Όσ. Γρηγορίου, Αγ. Όρος, 2002, σελ. 97.
4. Βλ. Βλάση Ρασσιά, «Πρώτο Παγκόσμιο Συνέδριο των Εθνικών Θρησκειών», Περ. «Ανιχνεύσεις», τεύχ. 26 Οκτώβριος - Νοέμβριος 1998, σ. 18-19, εις: Περιοδ. «Σύναξη», τεύχ. 69, Ιανουάριος- Μάρτιος 1999, σελ. 11.
5. Περιοδ. ΗQ, 19.8.1997, σελ. 29, εις Δελτίον «Ενημέρωσις» της Ι. Μονής Τροοδιτίσσης (Κύπρου), τεύχ. 6 Φεβρουάριος 2002, σε. 42.
Πηγή: Η Δράσις μας, τεύχος 405, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2003
2. Γιατί στρέφονται προς την αρχαία θρησκεία; Πως οι νεοειδωλολάτρες υβρίζουν τον Χριστό, την Εκκλησία, τον κλήρο, τους Χριστιανούς
Οι νεοπαγανιστές δικαιολογούν την κίνηση τους ν’ αναβιώσουν το Δωδεκάθεο του Ολύμπου, διότι δήθεν περιφρονείται σήμερα η αρχαιοελληνική παράδοση και υπερτιμάται «σκανδαλωδώς η βυζαντινή κακοδαιμονία»!!! Ξιφουλκούν λοιπόν κατά του «ελληνοχριστιανικού» πολιτισμού και γράφουν ότι «μόνον με την αναβίωση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας θα μπορέσει και πάλι ο Έλληνας να λέγεται Έλληνας, και μόνον έτσι θα πάψει να είναι ελληνόφωνος Ρωμιός». Ακόμη θεωρούν ότι «μια ξένη θρησκεία (ΣΣ έννοούν τον Χριστιανισμό), με ξένους συμβολισμούς, με ξένα πρότυπα, κατά πολύ κατώτερα από το ανυπέρβλητο μέγεθος του πολιτισμού των προγόνων μας (ΣΣ εννοούν τους αρχαίους Έλληνες), έχει επιβληθεί εδώ και δεκαπέντε αιώνες επάνω στο νου και στη σκέψη μας, καταδυναστεύοντας κάθε πρωτοβουλία, κάθε στοχασμό, κάθε δημιουργική διάθεση». Πάντοτε κατ’ αυτούς, «η ξένη θρησκεία (= ο Χριστιανισμός) επιβλήθηκε σε στιγμές τραγικές για το ελληνικό Έθνος. Καταφέρνοντας πραξικοπηματικά να προσεταιριστεί έναν εγκληματία Ρωμαίο (αυτοκράτορα (ΣΣ εννοούν τον Μ. Κωνσταντίνο), κατάφερε να επικρατήσει δια νόμου σε τούτη τη χώρα και να ξεκινήσει έκτοτε ανελέητους διωγμούς εναντίον κάθε φορέα του ελληνικού πολιτισμού»!... Έρχεται λοιπόν σήμερα η νεοειδωλολατρία να εργαστεί , όπως επιμένει, για την «απαλλαγή μας από τα κατεστημένα σκοτάδια του Μεσαίωνα, που μας καταδικάζει σε έναν έρποντα (...) τουρκοφραγκοραγιαδισμό!...».
Ακόμη οι νεοειδωλολάτρες γράφουν ότι «η τάση για αναβίωση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας (...), αυτή η τάση για τη συμφιλίωση με τη Φύση και τη λατρεία των φυσικών δυνάμεων, την ποιητικότερη έκφραση των οποίων -Έλληνες θεοί και θεές- μας δίδαξαν δια μέσου της Μυθολογίας οι προγονοί μας, του το τελικά σημαίνει Ότι παρά τη λυσσαλέα τους αντίσταση τελειώνει η εποχή των άσχημων φαιοφόρων (ΣΣ εννοεί τους κληρικούς της Εκκλησίας του Χριστού) όπως τελειώνει και η εποχή των ελεεινών φερέφωνων και έρχεται η εποχή των ωραίων δημιουργών. Και οι Έλληνες δημιουργοί είναι οι φίλοι των όμορφων Ελλήνων θεών». Ύστερα απ’ αυτά απευθύνουν μια... μελοδραματική έκκληση: «Εμπνευσμένοι από την ομορφιά της Φύσης, εμπνευσμένοι από τους Έλληνες θεούς, εμπνευσμένοι από την ελληνική Μυθολογία, ερωτευμένοι με την όμορφή Ζωή, οι Δημιουργοί οι Έλληνες Άνθρωποι απλώνουν το χέρι φιλίας προς όλους αδιακρίτως τους ανθρώπους και υπόσχονται να συνεχίσουν να φτιάχνουν, όλα όσα μόνον αυτοί μπορούν να φτιάξουν: Ωραία πράγματα για τους ίδιους, για τους άλλους, για όλους!...».
Αυτά δεν γράφονται από ανεύθυνα πρόσωπα, αλλά από τον Μάριο Βερέττα, «ένα από τους πιο γνωστούς εισηγητές του αιτήματος» -όπως ονομάζει τον εαυτό του- για «την αναβίωση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας».
Ο ίδιος υποστηρίζει ακόμη, ότι η αναβίωση της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας επιβάλλεται, διότι «ο αποξηραμένος νους του σύγχρονου ανθρώπου έχει ανάγκη από μύθους. Μύθους γενεσιουργούς, ερωτικούς, δημιουργικούς κι όχι προπαγανδιστικά παραμύθια καταστροφολαγνείας. Μύθος του Έρωτα και της Ζωής. Και απόδοση τιμών στις θεϊκές δυνάμεις της Φύσης. Στην γενεσιουργό βροχή, στην καρπερή γη, στον ζωοσπορέα άνεμο, στην αστείρευτη γαλάζια μήτρα της Ζωής, τη θάλασσα, στο ζωογόνο δάσος. Και αν τα υιοθετήσει όλα αυτά ο σκοτισμένος νους του σύγχρονου ανθρώπου θα ανακαλύψει τότε και τη σημασία της απόδοσης τιμών στην Αθάνατη Αθηνά, την Πολιούχο Παρθένα Θεά της Σοφίας, της Υγείας και της Ειρήνης»2.
Το μένος των δωδεκαθεϊστών κατά του Χριστιανισμού είναι φανερό και στις ύβρεις που εκτοξεύουν εναντίον του, εναντίον του κλήρου και των μελών της Εκκλησίας. Σταχυολογούμε δειγματοληπτικά κάποιες απ’ αυτές. Ο Κύριος Ιησούς είναι «ό υποτιθέμενος γυιός του αλλότριου θεού της ερήμου». Οι κληρικοί είναι «οι φαιοφόροι εξουσιαστές». Τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο αποκαλούν «χυδαιότατο και εκβαρβαρισμένο, που νόθα επικαλείται Χρυσόστομος -κλέφτης μεταξύ των άλλων της επάξιας προσωνυμίας του κατά δύο αιώνες προηγηθέντος λαμπρού Προυσαίου Δίωνος του Χρυσοστόμου». Ο Θεός των Χριστιανών κατά τους Ολυμπιστές, είναι «ο Ιουδαίος θεός της ερήμου», ο δε Κύριος Ιησούς, «ό αχαρακτήριστος γιος του», «ο δήθεν λυτρωτής». Επειδή η Εκκλησία κάνει λόγο για αιώνια κόλαση, ονομάζουν τους κληρικούς της «ρασοφόρους εμπόρους του φόβου». Επειδή διδάσκει περί Θεού και Διαβόλου (οι δωδεκαθεϊστές λένε· «δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστεύουμε στον δήθεν μεταφυσικό ενσαρκωτή του κακού») είναι, κατ’ αυτούς, «μεγάλη πολυεθνική και εξαιρετικά κερδοφόρα επιχείρηση με την επωνυμία...«Θεοδιάβολος ΑΕ»!», «τα ρασοφόρο στελέχη της οποίας ασχολούνται επωφελώς με το εμπόριο του φόβου». Οι Χριστιανοί και ο κλήρος είναι «οι έμποροι του μηδενός οι διαστροφείς του ωραίου και του αληθινού, οι ανέραστοι μαυροντυμένοι μπουρδολόγοι». Τον ορισμό της προ Χριστού χρονολογίας τον άλλαξαν σε «πρό...Χυδαιότητος»3. Κατά τους νεοειδωλολάτρες ο Χριστιανισμός είναι η «αηδής και αρμόζουσα σε ανθρωποειδή των σπηλαίων μισαλλόδοξη θρησκευτική λατρεία, που εξευτελίζει τον Έλληνα Άνθρωπο» (sic)4.
Σε αναφορά -υπόμνημα του δωδεκαθεϊστού Τρύφωνος Ολυμπίου οι κληρικοί της Εκκλησίας αποκαλούνται «φανατικοί «ταλιμπανάδες» του Χρίστου5».
Και μόνον απ’ αυτά αντιλαμβάνεται κανείς την όχι απλώς εχθρική, αλλά φανατικά και με σατανικό μένος εχθρική στάση της νεοελληνικής αρχαιοφιλίας εναντίον του προσώπου του Σωτήρος Χρίστου , της Ορθοδόξου Εκκλησίας, των λειτουργών και του πληρώματος της και δυστυχώς δεν είναι μόνον αυτοί...
ν.π.β.
Σημειώσεις
1. Μάριου Βερέττα, Γεννήθηκα Έλληνας, Αθήνα 2000, σελ. 30, 31, 32, 40-41.
2. Μάριου Βερέττα, ο.π., σελ. 114-115. Τηρείται η ορθογραφία του κειμένου.
3. Βλ. Μάριου Βερέττα, ο.π. σα 33, 84, 126, 127, 145, 160.
4. Βλ. Επιστολή Αίαντα Άλεξάνδρου, στο νεοπαγανιστικό Περιοδικό «Δαυλός», τευχ. 247, Ιούλιος 2002, σελ. 115992.
5. Βλ. Δρος Τρύφωνος Ολυμπίου, Αναφορά - Υπόμνημα προς τον κ. Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, Λιτόχωρο 18 Οκτωβρίου 2001 (Κοινοποίηση: 1. Πρωθυπουργό 2. Υπουργό Δικαιοσύνης), σελ. 2.
Πηγή: Η Δράσις μας, τεύχος 406, ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2003
3. Ποικίλα ρεύματα νεοειδωλολατρών, όλα αντιχριστιανικά
Η στάση των νεοπαγανιστών έναντι του Χριστιανισμού ποικίλλει. Διότι οι νεοφανείς οπαδοί της αρχαιολατρίας δεν αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, είναι χωρισμένοι σε διάφορες ομάδες. Άλλες ομάδες είναι έντονα αντιχριστιανικές, θεωρώντας ότι Ελληνισμός και γενικά κάθε μονοθεϊστική θρησκεία, όπως π.χ. ο Χριστιανισμός, είναι ασυμβίβαστα και εχθρικά. Άλλες ομάδες δέχονται την ενότητα Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, όχι όμως την ενότητα Ελληνισμού και Χριστιανισμού Αυτοί στρέφονται μεν προς την αρχαιότητα, βλέπουν όμως στην Ορθοδοξία μια διαχρονική συνέχεια με τον αρχαίο Ελληνισμό και μια πνευματική ενότητα αρχαίου και Χριστιανικού Ελληνισμού. Επισημαίνουν δε «μια μορφολογική συνέχεια ανάμεσα στις παγανιστικές παραδόσεις από τη μια και την νεοελληνική δημοτική παράδοση ή την Ορθόδοξη τελετουργία από την άλλη»! Βέβαια «οι μορφολογικές ομοιότητες και η γενετική ακόμη συνέχεια των εθίμων και των τελετουργιών δεν αρκούν για να δηλώσουν τον πνευματικό χαρακτήρα, το ήθος, όπως στη μετάβαση από την προχριστιανική στη χριστιανική πίστη», όπως θα πούμε σε επόμενο άρθρο. Ωστόσο, οι Λεγόμενοι «φιλορθόδοξοι ελληνολάτρες δεν έχουν κανένα δισταγμό να ταυτίσουν τα ήθη και τα έθιμα» βρίσκοντας έτσι «τη δική τους γέφυρα προς τον «αυθεντικό» Ελληνισμό, χωρίς να χρειαστεί ν’ αποκοπούν από τον ελληνοχριστιανικό νεοελληνικό κορμό (όπως είναι υποχρεωμένοι να κάνουν οι σύντροφοι τους της αντιχριστιανικής πτέρυγας)»1. Υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι «εκτιμούν ότι η ρήξη «εθνικών» και Χριστιανών είναι σήμερα άκαιρη, και θα υπέσκαπτε τη βασισμένη στον «ελληνοχριστιανισμό» ιδεολογική ενότητα του σύγχρονου Έλληνισμού2»
Αρκετά επικίνδυνη -γι’ αυτό και πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα -είναι η προσπάθεια αποκρυφιστικής ερμηνείας της Αγίας Γραφής και ταυτίσεως της Ορθοδοξίας με την ειδωλολατρία. Έτσι π.χ. σε άρθρο του νεοπαγανιστικού περιοδικού «Δαυλός», με τίτλο «Ό Θεός πυρ αναλίσκον εστί» (ΣΣ το σωστό είναι «ό Θεός ημών πυρ καταναλίσκον»: Έβρ. ιβ΄ [12] 29), ο συντάκτης αποσυμβολίζει τις «γλώσσες πυρός της Πεντηκοστής, την «φλεγομένη βάτο» κ. α. παραβάλλοντάς τα με την «Μία φλόγα», την «θεϊκή πύρινη φλόγα», «τον συμπαντικό νου», τον Προμηθέα Δεσμώτη κλπ Επίσης επιστολογράφος, που δηλώνει «Ορθόδοξος Χριστιανός», διαμαρτύρεται «για τον χαράκτηρισμό των αρχαίων ημών προγόνων ως ειδωλολατρών» και παραβάλλει τα αρχαία αγάλματα με τις εικόνες, τους αγγέλους με τις «θεϊκές δυνάμεις» που είχε δίπλα του ο Δίας, τον δε άγιο Νικόλαο με τον Ποσειδώνα4! Άλλοι ταυτίζουν το· τελετουργικό της χριστιανικής θείας Λειτουργίας με τις αρχαιοειδωλολατρικές τελετές και παρομοιάζουν τον Κύριον Ιησού με τον Απόλλωνα και την Θεοτόκο Μαρία με την «διαιώνια μητέρα» και την «αιώνια γυναικεία μορφή της αναπαραγωγής». Ωστόσο, οι «φιλορθόδοξοι ελληνολάτρες κατήγορουν την Ορθοδοξία διότι κρατάει Ιουδαϊκές καταβολές, όπως π.χ. την Παλαιά Διαθήκη, της οποίας, πάντοτε γι' αυτούς, ο Θεός είναι άλλος, διαφορετικός, από τον Θεό της Καινή Διαθήκης. Ο πρώτος είναι δήθεν Θεός των Εβραίων, «κακός», «τιμωρός»· ο δεύτερος, τη Καινής Διαθήκης, είναι «καλός», «Θεός της αγάπης»1.
Ενώ όμως υπάρχουν πολλές τάσεις και διαφορές μεταξύ των νεοπαγανιστών, όλοι είναι εναντίον του Χριστιανισμού. Καταφέρονται κατά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον οποίον χαρακτηρίζουν ως «σημιτικής καταγωγής Δικτατορίσκο τ’ ουρανού7» οι νεοειδωλολάτρες, είτε πιστεύουν στο δωδεκάθεο είτε όχι, είτε διαφωνούν προς τα ονόματα των θεών, είτε θεωρούν τους θεούς πραγματικούς ή συμβολικούς, όλοι συναντώνται σε μια κοινή βάση, η οποία συνοψίζεται «στην επιδίωξη μιας «φυσιοκρατικής» ή «κοσμοθεοκρατικής» πίστης, της οποίας σκληρός θεολογικός πυρήνας είναι η θεοποίηση του φυσικού κόσμου»· όλοι τους αδυνατούν να δεχθούν την ύπαρξη μιας άλλης «ακτίστης» φύσεως, πέραν της «κτιστής» φύσεως του κόσμου τούτου. Αδυνατούν να δεχθούν έναν «εξωκοσμικό», όπως λένε οι ίδιοι, θεό8. Παράλληλα, οι αυτοαποκαλούμενοι «αρχαιολάτρες», «ελληνολάτρες», «νεοπαγανιστές», «φυσιολάτρες», «ελληνόψυχοι», «αρχαιόφιλοι», «οπαδοί της πατρώας ή παραδοσιακής θρησκείας», «Έλληνες εθνικοί» κλπ. κυκλοφορούν ποικίλα βιβλία και περιοδικά, όπου προπαγανδίζουν εμφανώς ειδωλολατρικές και αντιχριστιανικές θέσεις τους. Τέτοια περιοδικά είναι τα: Διιπετές, Δίαυλος, Έλλάνιον Ήμαρ, Ωκύρροον, Ιχώρ, Δαυλός, Ερμείον, Ιδεοθέατρον, Ιερά Ελλάς, Απολλώνειο Φως, Αέροπος, Ελληνικόν Πάνθεον, Πυρφόρος κ.ά. Διαθέτουν όμως και πολλές σελίδες στο διαδίκτυο (internet), όπου διαφημίζουν τις ιδέες τους και ζητούν την επιστροφή στην «πάτρια θρησκεία των Ελλήνων», δηλαδή στο δωδεκάθεο του Ολύμπου.
Ακόμη εμφανίζονται συχνότατα με επιστολές στον καθημερινό τύπο και σε τηλεοπτικούς σταθμούς -διότι βρίσκουν ανοικτές τις κάμερες από τους διαφόρους καναλάρχες- απ’ όπου προσπαθούν να παραπληροφορήσουν τον ευαίσθητο στα εθνικά θέματα λαό μας. Ταυτόχρονα οργανώνουν νεοειδωλολατρικές λατρευτικές συνάξεις σε συγκεκριμένους χώρους τη ς πατρίδος μας π.χ. Προμήθεια στον Όλυμπο (Ιούλιος 2001), εκδηλώσεις στις Θερμοπύλες (16.7.2001), Ιερά Πομπή προς τιμή των Ελευσίνιων μυστηρίων (23.9.2001), «Θέσμια» στη Λίμνη των· Μουσών - Βέροια (24.9.2001), «Ηλιοστάσια» κ.ο.κ.9.
Η ποικιλία των απόψεων, μερικές φορές αντίκρυς αντίθετων, που παρουσιάζουν οι σημερινοί νοσταλγοί της αρχαιολατρίας και οι εκδηλώσεις και τελετές λατρείας στους θεούς, ανακαλούν στη μνήμη μας όσα γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. ο μεγάλος αυτός Πατέρας της Εκκλησίας που εγνώρισε πολύ καλά την ειδωλολατρία και, όσο ελάχιστοι, τον Ιουλιανό τον Παραβάτη, με τον οποίο ήταν συσπουδαστής στην πόλη των Αθηνών μαζί με τον Μ. Βασίλειον, αναφερόμενος στους ειδωλολάτρες είπε: «Άλλοι μεν λατρεύουν και προσκυνούν τον ήλιο, άλλοι την σελήνη, άλλοι το πλήθος τω ν αστέρων και άλλοι τον ουρανό με το αστέρια του (...). Άλλοι εθεοποίησαν την γην, το νερό, τον αέρα, την φωτιά». Άλλοι «ανεκήρυξαν θεούς τα ωραιότατα αντικείμενα, που έβλεπαν (...). Μερικοί που εκολάκευαν τους δυνάστες ή έπήνεσαν τους δυνατούς ή εθαύμασαν το κάλλος, με την πάροδο του χρόνου εθεοποίησαν το τιμώμενο πρόσωπο (...). Οι πιο εμπαθείς επίστεψαν ως θεούς ακόμη και τα πάθη και απέδωκαν θείες τιμές στον θυμό, τον φόνο, την ασέλγεια, την μέθη (...) και επινόησαν έτσι κακή και άδικη δικαιολογία για τα αμαρτήματα τους. Και άλλους μεν θεούς τους άφησαν κάτω στη γη , άλλους τους έκρυψαν κάτω από την γην - σ’ αυτή την περίπτωση ενήργησαν με σύνεση- άλλους δε τους ανέβασαν στον ουρανό (...) Απέδωσαν την δόξαν του Θεού σε άγρια θηρία, σε τετράποδα και ερπετά (...)· εγελοιοποίησαν έτσι τους εαυτούς των τόσον, ώστε δύσκολα διακρίνει κανείς ποιοί είναι περισσότερον αξιοκαταφρόνητοι, οι προσκυνηταί ή τα προσκυνούμενα. Ασφαλώς», προσθέτει ο Αγιος Γρηγόριος, «περισσότερον άξιοκαταφρόνητοι είναι αυτοί που λατρεύουν τα είδωλα. Διότι, ενώ είναι όντα λογικά, επροτίμησαν ως καλύτερο το χειρότερο. Και τούτο είναι τέχνασμα του πονηρού, ο οποίος έκανε κατάχρηση του καλού για να επιτύχει το κακό»10.
ν.π.β.
Σημειώσεις
1.Βλ. άρθρο Βασ. Ξυδιά, Οι «Έλληνες» ξανάρχονται, στο Περιοδικό «Σύναξη», τεύχ. 69, Ιανουάριος - Μάρτιος 1999, σελ. 15-16.
2.Βασ. Ξυδιά, δ.π., σελ. 17. ΒΑ. επίσης Κώστα Πλεύρη, «Ελληνισμός και Χριστιανισμός», Περιοδ. «Δαυλός», τεύχ. 121, Ιανουάριος 1992, σελ. 6910.
«Η δυνατότης διαφοροποιημένης κοσμοθεωρίας από ομάδος εις ομαδά, ώστε άλλες να παρουσιάζονται καλύπτουσες ρατσιστές, έθνοκαθάρτες, φιλοδικτατορικούς και εθνικιστές και άλλες, αποκρυφιστές, ιδεολόγους, δημοκρατικούς, "ελληνόψυχους", φιλελεύθερους και αντιφασίστες δίδει την ευκαιρία καλύψεως ευρέος φάσματος οπαδών. Επίσης σπανίως συμβαίνει να ξεκαθαρίζεται η ταυτότης των ομάδων αυτών, ώστε να απαρτίζονται από συγκεκριμένης απόψεως άτομα. Έκτος ολίγων οι πλείστες αποκρύπτουν τον ακριβή τους χαράκτηρα» (Περιοδ. «Παρακαταθήκη», τεύχ. 15, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2000, σελ. 8).
3. Περιοδ. «Δαυλός», τεύχ. 1, 1994, σελ. 27, εις Δελτίον «Ένημέρωσις», τεύχ. 6, Φεβρουάριος 2002, σελ. 42.
4. Έφημ. «Στόχος» 21.3.1991, άρθρο «Δεν ήσαν ειδωλολάτρες οι προγονοί μας που έβαλαν τις ρίζες του Χριστιανισμού », εις Δελτίον «Ένημέρωσις», ο.π., σελ. 42.
5.Σπ. Μόνικα, στην Ορθοδοξία διασώζονται πανάρχαιες Ελληνικές θρησκευτικές παραδόσεις, Περιοδ. «Τότε», τευχ. 48, 1994, σελ. 32-33, εις Δελτίον «Ένημέρωσις», ο.π. σελ. 42-43.
6.Για την ασύστατη αυτή θέση και κακόβουλη κατηγορία, όπως γενικά για τις κατηγορίες των νεοειδωλολατρών κατά της Παλαιάς Διαθήκης, βλέπε τεκμηριωμένη αναίρεση στο βιβλίο: Νικ. Π. Βασιλειάδη, η Παλαιά Διαθήκη στην Ορθόδοξον Εκκλησίαν απάντησι στους κατηγόρους της, εκδ. «ο Σωτήρ», Αθήναι 2002.
7.Περιοδ. «Διιπετές», τεύχ. 4, 1993, σελ. 6, εις Δελτίον «Ένημέρωσις», ο.π., σελ. 43.
8.Βλ. άρθρο Βασ. Ξυδιά, ο.π., σελ. 17.
9. Βλ. Περιοδ. «Διάλογος», τεύχ. 26, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2001, σελ. 5-6. Επίσης βλ. Περιοδ. «Παύλειος Λόγος», εκδ. Ί. Μητροπόλεως Βέροιας, Ναούσης και Κομπανίας, τεύχ. 40, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2001, σελ. 8-11.
10. Γρ. Θεολόγου, Λογ. ΚΗ' (Θεολογικός Β'), 14 και 15 Ι PG 36, 440-450.
Πηγή: Η Δράσις μας, τεύχος 407, ΜΑΡΤΙΟΣ 2003
Ἡ τακτικὴ τῆς νεοειδωλολατρίας.
Τρόποι προβολῆς καὶ προωθήσεως τοῦ νεοπαγανισμοῦ.
῞Υβρεις κατὰ τῆς Ἐκκλησίας· ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι δῆθεν ξενόφερτος.
«Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἀλήθειας».
Εἶναι ὁ νεοπαγανισμὸς «φιλελεύθερος» καὶ «φιλοπρόοδος»;
Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν κατέστρεψε τὴ χαρὰ τῆς ζωῆς.....ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΠΟ ΕΔΩ
11. Ο Χριστιανισμός δεν κατάστρεψε τη χαρά της ζωής!... Β΄
Η Εκκλησία τού Χριστού εσάρωσε κυριολεκτικά όλη την καταλυτική απαισιοδοξία, το φόβο και την απόγνωση τού αρχαίου κόσμου, για την οποία κάναμε λόγο στο προηγούμενο άρθρο. Ανακαινίζοντας τον άνθρωπο και τον κόσμο, γέμισε με ελπίδα, φώς και ζωή την ψυχή τού ανθρώπου, βεβαιώνοντάς τον ότι, μετά την Ανάσταση τού Σωτήρος Χριστού και τον θρίαμβό του κατά τού θανάτου και τού Άδου, «τά ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδού γέγονε καινά τά πάντα» και ότι καθένας που είναι ενωμένος με τον Χριστό είναι νέο δημιούργημα (Β΄ Κορ. ε΄ 17) και ζει σ ένα καινούργιο και αγιασμένο περιβάλλον. Τώρα μπορεί ν απολαμβάνει τη ζωή με τη δύναμη και την αγαθοποιό ενέργεια τού Παρακλήτου Πνεύματος. Μπορεί να καλλιεργεί τον αγιασμό του, να στολίζει την ψυχή του με τις άγιες αρετές τού Χριστού και να βαδίζει προς την κατά χάρη θέωση.
Μέσα στην Εκκλησία τού Χριστού υπερβαίνουμε την περί ιδεών θεωρία τού Πλάτωνος και δεν αποδεχόμαστε την απολυτοποίηση της παρούσης ζωής και την προσωρινή και ψεύτικη απόλαυση των ηδονών τού βίου. Στην Εκκλησία ζούμε τον άριστο συνδυασμό λογικής και συναισθήματος, νου και καρδιάς, χριστιανικής χαράς και λύπης - γι’ αυτό μιλούμε για χαρμολύπη (χαροποιών πένθος). Οι Ορθόδοξοι ζούμε την παρούσα ζωή εσχατολογικά, ως προστάδιο της αιωνίας και μακαρίας ζωής.
Κατά τους νεοειδωλολάτρες, «η θεοποίηση τού αισθητού κόσμου από τους Έλληνες κάνει το ανθρώπινο σώμα να είναι θεϊκό και ισάξιο της ψυχής, η οποία έχει επίσης υλική εκλεπτυσμένη ουσία (...). Αντιθέτως (πάντα κατ’ αυτούς) ο Χριστιανισμός καταδίκασε το κάλλος τού σώματος, απεμπολίσθη (!) της ηδονής και ευδαιμονίας σ’ αυτή τη ζωή, μεταφέροντας το ενδιαφέρον σ ένα μεταθανάτιο κόσμο (...). Για τους Χριστιανούς (προσθέτουν) δεν υπάρχει συνδυασμός Απόλλωνος και Διονύσου, αρνούνται τον λόγο και το πάθος, την φύση και τον έρωτα»1. Αλλά δεν είναι αληθής η άποψη των νεοειδωλολατρών ότι οι Έλληνες θεωρούσαν ότι «το ανθρώπινο σώμα... είναι θεϊκό και ισάξιο της ψυχής». Ο μύθος τού σπηλαίου τού Πλάτωνος και ο λόγος τού συγχρόνου του φιλοσόφου Φιλολάου (Ε΄ αι. π.Χ.) μαρτυρούν το αντίθετο. Γράφει ο Φιλόλαος (κατά τον Κλήμεντα τον Αλεξανδρέα)· «Μαρτυρέονται δέ καί οἱ παλαιοί θεολόγοι τε καί μάντιες, ὡς διά τινας τιμωρίας ἁ(=ἡ) ψυχά (=ή) τῷ σώματι συνέζευκται καί καθάπερ ἐν σήματι (σῆμα=τάφος) τοῦτο τέθαπται»2.
Εξ άλλου ο Χριστός με την αγία Γέννησή Του, τη θεία ενανθρώπηση, την Ανάσταση και εν σώματι Ανάληψή Του δόξασε και «μεγάλυνε τό σῶμα ὑπεράνω τῶν ἀγγέλων καί ἀρχαγγέλων»3 και το κατέστησε πραγματικώς και κυριολεκτικώς «θεοφόρον»4. Για μας η παρουσία τού σώματος είναι δώρο Θεού, διότι αποτελεί βασική διάσταση της ανθρώπινης προσωπικότητας και στην παρούσα και στη μέλλουσα ζωή. Ο δε λόγος των Πατέρων «ὑψοῦ τήν ψυχήν» - «περιφρόνει τόν πηλόν» δεν σημαίνει περιφρόνηση τού σώματος. Αφορά στα πάθη της σαρκός, αναφέρεται σ’ αυτά και όχι στο σώμα αυτό καθ’ εαυτό5. Γι’ αυτό και ο μεγάλος διδάσκαλος της ερήμου, ο αββάς Ποιμήν, έλεγε· «Ημεῖς οὐκ ἐδιδάχθημεν (να γίνουμε) σωματοκτόνοι, ἀλλά παθοκτόνοι»6. Για μας τους Χριστιανούς το σώμα είναι «ναός τοῦ ἐν ἡμῖν ἁγίου Πνεύματος», κατά τον απόστολο Παύλο (Α΄ Κορ. στ΄ 19), ναός τού αγίου Πνεύματος, που κατοικεί μέσα μας. Ποτέ η Εκκλησία δεν θεώρησε το ανθρώπινο σώμα ως πηγή τού κακού. Μόνο οι δαιμονοκίνητες αιρέσεις και κυρίως ο Μοντανισμός και ο Γνωστικισμός το διέβαλαν και το δυσφήμησαν.
Γι’ αυτό άλλωστε η Ορθόδοξος ανθρωπολογία είναι αισιόδοξη και καθόλου απαισιόδοξη. Γι’ αυτό η Εκκλησία τού Χριστού δεν μισεί τη ζωή· δεν αρνείται τον κόσμο. Το μέλος της χαίρεται τη ζωή, απολαμβάνει τα θεόσδοτα αγαθά και τις θεοφιλείς χαρές τού κόσμου. Υποστηρίζουν οι νεοειδωλολάτρες ότι «για τους Χριστιανούς δεν υπάρχει συνδυασμός Απόλλωνος και Διονύσου» κλπ. (βλέπε προηγούμενο άρθρο). Αλλά μήπως υπήρχε τέτοιος συνδυασμός για τους αρχαίους; Απλούστατα, από τους μελετητές αποδόθηκαν ρομαντικά όλες οι ιδανικές ωραιότητες. Οι αρχαίοι, ιδιαίτερα δε οι προκλασσικοί, άγευστοι της θείας Αποκαλύψεως, στάθηκαν ανίκανοι ν απαλλάξουν τον ωραίο θεό τους Απόλλωνα από τις βαρβαρότητες των Διονυσιακών ατασθαλιών· Τις απιστίες, τις εχθρότητες, τις φονικές ενέργειες, τις κάθε είδους κατωτερότητες...7.
Αυτά για τους αρχαίους. Στην Εκκλησία όμως τα πράγματα έχουν διαφορετικά. Ο Κύριος Ιησούς βεβαίωσε τους μαθητές του ότι τους προσφέρει χαρά, την οποία κανείς δεν μπορεί να τους αφαιρέσει, διότι κανείς δεν μπορεί να τους χωρίσει από την αγάπη Του (βλ. Ιω. ιστ΄ [16] 22). Ο δε απόστολος Παύλος τόνιζε σταθερά ότι όποιος ζει «ἐν Κυρίῳ» χαίρει πάντοτε τη χαρά που προέρχεται από τη μυστική ένωση και κοινωνία με τον Χριστόν, διπλασιάζοντας μάλιστα το λόγο του με τη φράση· «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε» (Φιλιπ. δ΄ 4). Ενώ στους Χριστιανούς της Γαλατίας υπογράμμιζε πώς η χαρά είναι ο δεύτερος από τους εννέα σπουδαίους καρπούς, που παράγει στην ψυχή το Άγιον Πνεύμα (βλ. Γαλ. ε΄ 22, 23). Σε μας τους Χριστιανούς η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη έχουν άλλο νόημα, και διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό που έχουν στην κοσμική ορολογία και σκέψη. Για μας η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη έχουν άγιο βάθος. Γι’ αυτό και στη θλίψη υπάρχει χαρά, αφού ο απόστολος Παύλος έγραφε· «Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου» (Κολασ. α΄ 24).
Όμως, εκτός τού ότι η χαρά που προσφέρει ο Χριστός δεν έχει καμιά σχέση με την κακή χαρά τού αμαρτωλού κόσμου, ο Χριστιανός ιεραρχεί πάντα το κάθε τι μη λησμονώντας ότι ο άνθρωπος στον κόσμο αυτό είναι «ὁδίτης»· δηλαδή διαβάτης, κατευθυνόμενος προς την «μέλλουσαν καί μένουσαν πόλιν», την οποία ζητεί με δυνατή, ασίγαστη νοσταλγία και άγιο πόθο (Εβρ. ιγ΄ [13] 14).
ν.π.β
Υποσημειώσεις
1. Δρος Τρύφωνος Ολυμπίου, Αναφορά-Υπόμνημα προς τον κ. Εισαγγελέα Αρείου Πάγου (18. 10. 2001), σελ. 6.
2. Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Στρωματείς Γ΄, κεφ. ΙΙΙ ΒΕΠΕΣ 8,16 (31-33).
3.Ιουστίνου Πόποβιτς, Ανθρωπος και Θεάνθρωπος, μετφρ. ιερομ. Αθανασίου Γιέβτιτς (μετέπ. Επισκόπου Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης), εκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1969, σελ. 36.
4. Μ. Βασιλείου, Ομιλ. Εις Ψαλμ. 45, 4 PG 29, 424Β.
5. Βλ. Γρ. Θεολόγου, Επιστ. 32, Φιλαγρίω, PG 37, 69Β.
6. Αποφθέγματα Πατέρων, Αββάς Ποιμήν, 184 PG 65, 368Α.
7. Βλ. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, Τόμ. Β΄, λήμμα «Απόλλων».
12. Ο Χριστιανισμός δεν αντέγραψε την Ελληνική θρησκεία Α΄
Οι νοσταλγοί τού δωδεκαθέου τού Ολύμπου στην προσπάθειά τους να υποτιμήσουν την Ορθοδοξία, ισχυρίζονται ότι αυτή αντέγραψε την αρχαία ελληνική θρησκεία. Ως αποδείξεις δε της θέσεώς τους αυτής αναφέρουν ότι π.χ. η χρήση από τους Χριστιανούς τού αρχιτεκτονικού ρυθμού της «βασιλικής» είναι δάνειο της ειδωλολατρικής θρησκείας. Όπως επίσης τα διάφορα είδη των σταυρών, οι παραστάσεις τού Χριστού ως καλού Ποιμένος, Ορφέως, Απόλλωνος, όπως επίσης οι λαμπάδες, τα δακτυλίδια των γάμων κ.ά. παρόμοια προέρχονται κατ’ ευθείαν από την ειδωλολατρική θρησκεία.
Πριν αναφέρουμε σε επόμενα άρθρα ξεχωριστά για κάθε χριστιανικό σύμβολο την πραγματική του προέλευση, η οποία ιστορικώς απορρίπτει τις θέσεις των νεοειδωλολατρών, τονίζουμε περιληπτικά τη θέση της Χριστιανικής τακτικής. Εν πρώτοις ήταν απόλυτα δικαιολογημένη η κίνηση αυτή της Εκκλησίας τού Χριστού. Διότι απευθυνομένη σ ένα κόσμο ειδωλολατρικό, ήταν φυσικό να τού μιλήσει στη γλώσσα του και να δανεισθεί στοιχεία από τη ζωή του. Έτσι είχε ένα σημείο επαφής και άμεσης επικοινωνίας μαζί του. Βέβαια, όπως θα αποδείξουμε στη συνέχεια των άρθρων, στα «δάνεια» αυτά η Εκκλησία έδωκε ένα καινούργιο νόημα βαθύτερο και άγιο.
Εξ άλλου, στους πρώτους αιώνες τού Χριστιανισμού, όπως ορθώς επισημαίνει ο αείμνηστος πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Ν. Καλλίνικος στο αξιολογότατο και μνημειώδες έργο του «Ὁ Χριστιανικός ναός καί τά τελούμενα ἐν αὐτῷ», οι σοφοί και μεγάλοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας, και ιδιαίτερα εκείνοι της Αλεξανδρινής Σχολής, υπογράμμιζαν ότι όλη η προχριστιανική σκέψη ήταν «σκιώδης προπαίδεια καί προπαρασκευή τῆς ἐπιφανείας τοῦ Λόγου». Και «ὅτι καί οἱ παρ᾿ ῞Ελλησι καί βαρβάροις μετά λόγου καί σκέψεως φιλοσοφήσαντες ὑπῆρξαν πρόδρομοι καί παιδαγωγοί εἰς Χριστόν»1. Το επιχείρημα τούτο των Χριστιανών απολογητών το οικειοποιήθηκε και η Χριστιανική ζωγραφική τέχνη, και έτσι «οἱ Χριστιανοί τεχνῖται ἠδύναντο καί ἔξω τῆς θεοπνεύστου Βίβλου νά ἀναζητοῦν τούς τύπους των». Και προσθέτει ο Κωνστ. Καλλίνικος· «Δέν λέγω βέβαια ὅτι τοῦτο ἔγινεν ἐπί μακρόν καί εἰς δόσιν πολλήν. ᾿Αλλ᾿ ἔγινεν».
Και προχωρεί αναφέροντας τέτοιες περιπτώσεις. Γράφει (μεταφέρουμε το κείμενό του στη δημοτική για την καλύτερη κατανόηση των γραφομένων του)· Η παράσταση τού Ορφέως ήταν βεβαίως παράσταση ειδωλολατρική. Αλλ’ ας μη λησμονούμε ότι ο μυθικός Ορφεύς ήταν, όπως διδάξαν οι εθνικοί ποιητές, εκείνος που κατέβηκε στά βασίλεια τού Άδου, για να ελευθερώσει από εκεί την αγαπημένη του σύζυγο Ευρυδίκη. Ποια λοιπόν άλλη εικόνα, παρατηρεί ο Καλλίνικος, θα ταίριαζε καλύτερα να στολίσει τις πρώτες Χριστιανικές νεκροπόλεις «πρός παραμυθητικωτάτην ὁμολογίαν τῆς ὑπό τοῦ Λυτρωτοῦ ἀπολυτρώσεως τῶν ἐν τοῖς τάφοις πεπεδημένων;». Ακόμη ο Ορφεύς, πάντα κατά τους εθνικούς ποιητές, «ἔκρουε τήν λύραν» και λιοντάρια, φίδια, αρνιά, σκύλοι, χελώνες, παγώνια, άψυχα δένδρα, βράχοι αναίσθητοι «ἐτιθασσεύοντο καί συνεκινοῦντο καταμαγευμένα, διά νά ἐκφράσουν ζωηρῶς τήν ἐξημερωτικήν δύναμιν τοῦ Εὐαγγελίου ἐπί τῶν ἀγρίων ἠθῶν».
Εκτός όμως από την παράσταση τού Ορφέως βρέθηκαν και άλλες ειδωλολατρικές παραστάσεις στα Χριστιανικά κοιμητήρια με έννοια υψηλότερη· π.χ. ο Ηρακλής, ο οποίος τρέφει τον δράκοντα με παπαρούνα (αφιόνι), συμβολίζει τον Χριστό, ο Οποίος «κατακοιμίζει τά μηχανήματα (= τα τεχνάσματα) τοῦ διαβόλου». Το δελφίνι, που μεταφέρει τις ψυχές στο νησί των μακάρων, είναι τύπος τού φιλανθρώπου Κυρίου, ο Οποίος οδηγεί τους πιστούς στη λαμπρότητα της άνω Ιερουσαλήμ. Ο Οδυσσέας, που διασχίζει το αγριεμένο πέλαγος δεμένος στον ιστό τού πλοίου από φόβο μήπως ελκυσθεί και αφανισθεί από τις Σειρήνες, είναι τύπος τού Χριστιανού, ο οποίος κρατεί γερά τον Σταυρό τού Χριστού και έχει υψωμένο σταθερά το βλέμμα της ψυχής στον ουρανό, εξαρτώντας όλες του τις ελπίδες από τον Κύριον τού ουρανού, για να μη γίνει «παρανάλωμα τῶν μαγγανειῶν (= μαγειών και γοητειών) τοῦ κόσμου».
Εκτός αυτών έχει βρεθεί χαραγμένος πάνω σε χριστιανικές σαρκοφάγους, αλλά και στη βάση Χριστιανικού αγίου Ποτηρίου, ανιστορημένος ο μύθος τού «Ἔρωτος καί τῆς Ψυχῆς», που έχει περιγράψει ο Ρωμαίος ρήτορας και φιλόσοφος Λούκιος Απουλήϊος (Lucius Apuleius, γεννήθηκε το 125 μ.Χ.), τον οποίον όμως δανείστηκε από ελληνικές παραδόσεις. Κατά τον μύθο «ἡ φιλοπεριέργεια, τό πάθος καί ἡ μετριοφροσύνη ἀπέσπασαν τήν φιλοπαίγμονα καί χρυσαλιδοειδῆ Ψυχήν ἀπό τοῦ θείου Ἔρωτος»· και η Αφροδίτη, που εκπροσωπεί την φιληδονία, αποστέλλει την Ψυχή στον Άδη, «ὅπου περιπίπτει εἰς βαθύν ὕπνον». Αλλ’ ο ουράνιος Έρως, οπλισμένος με το τόξο και την φαρέτρα του, σύμβολα της υπερτάτης τού Χριστού δυνάμεως, κατέρχεται μέχρι των τού Άδου βυθών, την αφυπνίζει και συζεί πλέον μαζί της «συμβίωσιν αἰώνιον».
Ωστόσο ο Κωνστ. Καλλίνικος διατυπώνει την επιφύλαξη «ὅτι ὁ τοιοῦτος τρόπος τοῦ βλέπειν δέν πρέπει καθ᾿ ὑπερβολήν νά χρησιμοποιῆται καί νά ἀναζητῇ κάποιος καί εἰς τάς ἁπλουστέρας, φέρ᾿ εἰπεῖν, τοῦ Καλοῦ Ποιμένος ἐξεικονίσεις Νομίους (= ποιμενικούς) Ἀπόλλωνας καί Ἑρμᾶς Κριοφόρους (= που κρατούν στους ώμους τους κριούς), διότι τοῦτο ὑπερβαίνει τήν πραγματικήν ἀλήθειαν»2.
Πέραν αυτού είναι πολύ αφελής ο ισχυρισμός των νεοπαγανιστών ότι μπορεί να υπάρξει έστω και η ελάχιστη σύγκριση μεταξύ τού παναγίου προσώπου τού Χριστού, τού ιστορικού προσώπου τού Θεανθρώπου Κυρίου, και των νεκρών ειδώλων, διότι «πάντες οἱ θεοί τῶν ἐθνῶν δαιμόνια» (Ψαλμ. 95, 5)· όλοι οι θεοί των ειδωλολατρών είναι δαιμόνια, ψεύτικα πλάσματα και επινοήματα της φαντασίας και τού διαβόλου. Ορθώς ο ιερός ερμηνευτής Ζιγαβηνός παρατηρεί· Δαιμόνια και «δαίμονας οἱ Ἕλληνες ὠνόμαζον τούς θεούς αὐτῶν ὡς δαήμονας καί ἐπιστήμονας τοῦ καλοῦ· ἡμεῖς δέ (οι Χριστιανοί) προσαγορεύομεν αὐτούς δαίμονας ὡς ἐπιστήμονας τοῦ κακοῦ».
Ο δε Ευσέβιος Καισαρείας λέγει ότι οι Έλληνες (= οι ειδωλολάτραι), ενώ θεωρητικώς χωρίζουν τους «αγαθούς» από τους «πονηρούς δαίμονας», στην πράξη συγχέουν «τα πάντα», λατρεύοντας «μόνας τάς πονηράς δυνάμεις». Αντίθετα η Χριστιανική διδαχή δεν γνωρίζει να ονομάζει «ἀγαθόν δαίμονα», αλλά όλους τους θεωρεί «πονηρούς». «Τάς δέ ἀστείας καί ἀγαθάς δυνάμεις», δηλαδή τις γεμάτες χάρη, θαυμάσιες, εξαίρετες και αγαθές δυνάμεις, που είναι δημιουργήματα τού Θεού, υστερούν όμως πάρα πολύ έναντι τού αγέννητου και δημιουργού τους Θεού, είναι δε και χωρισμένες από «τοῦ τῶν δαιμόνων μοχθηροῦ γένους», απαιτεί να μη τις ονομάζουμε «οὔτε θεούς οὔτε δαίμονας». Αλλά να τις ονομάζουμε «ἀγγέλους Θεοῦ καί πνεύματα λειτουργικά, δυνάμεις τε θείας καί ἀρχαγγέλους» και με άλλες επωνυμίες. Διότι η ετυμολογία της λέξεως «δαίμων» δεν προέρχεται, όπως νομίζουν οι Έλληνες, από το «δαήμων» και «επιστήμων», αλλά από το ρήμα «δειμαίνειν», που σημαίνει «φοβεῖσθαι καί ἐκφοβεῖν»3.
Γι αυτό και ο απόστολος Παύλος σαφώς διδάσκει ότι το «εἴδωλον» δεν είναι κάτι που εικονίζει πραγματικό θεό (βλ. Α΄ Κορ. ι΄ [10] 19). Επί πλέον ο Υιός και Λόγος τού Θεού, ο Κύριος Ιησούς, δεν έχει καμιά σχέση προς τον «Βελίαρ», τον σατανά και τις άτακτες ορδές του (βλ. Β΄ Κορ. στ΄ 15). Διότι ο ένας είναι ο Ήλιος της δικαιοσύνης, ο δε άλλος ο «ἄρχων» τού σκότους. Άλλωστε το ομολόγησε και αυτός ο διάβολος, διά στόματος των δύο δαιμονιζομένων των Γεργεσηνών, οι οποίοι εφώναξαν δυνατά και είπαν· Ποια σχέση υπάρχει μεταξύ ημών και σού, Ιησού υιέ τού Θεού; Ήλθες εδώ πρόωρα, πριν από τον καιρό της παγκοσμίου κρίσεως, για να μας βασανίσεις; (Ματθ. η΄ 28, 29). Κατά συνέπια δεν μπορεί να υπάρξει καμιά σχέση μεταξύ Χριστιανών και ειδωλολατρών ή ορθότερα δαιμονολατρών!...
Αλλά θα συνεχίσουμε, διότι δεν εξαντλήσαμε την παράγραφο αυτή.
ν.π.β
Υποσημειώσεις
1. Γιά τή διδασκαλία περί «σπερματικού λόγου» των Χριστιανών Απολογητών της πρώτης Εκκλησίας θα κάνουμε λόγο σε άλλο άρθρο.
2. Κωνστ. Ν. Καλλινίκου, Πρωτοπρεσβυτέρου, Ο Χριστιανικός ναός και τα τελούμενα εν αυτώ, έκδ. Εκθεσις Χριστιανικού Βιβλίου, Αθήναι 1958, έκδ. Β΄, σσ. 278-279.
3. Ευσεβίου Καισαρείας, Προπαρασκευής Ευαγγελικής, Βιβλ. Δ΄, κεφ. Ε΄, Ρύ 21, 2488έί.
13. Ο Χριστιανισμός δεν αντέγραψε την Ελληνική θρησκεία Β΄
Υποστηρίζουν οι νεοειδωλολάτρες ότι ο Χριστιανικός αρχιτεκτονικός ρυθμός της «βασιλικής» είναι αντιγραφή από την αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία. Ας δούμε όμως πώς έχουν τα πράγματα.
Χριστιανικοί ναοί ως αυτούσιες οικοδομές άρχισαν να κτίζονται από τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Το πιστοποιούν μαρτυρίες από τον Τερτυλλιανό1. Κατά τον Αίλιο Λαμπρίδιο (Aelius Lampridius), ένα από τους έξι συγγραφείς της «Historia Augusta», οι Χριστιανοί είχαν οικοδομήσει εκκλησία στη Ρώμη, στα χρόνια τού Αλεξάνδρου Σεβήρου (222-235), σε χώρο που χρησίμευε προηγουμένως ως καπηλειό, όπου μαζεύονταν στρατιώτες και μεθοκοπούσαν. Οι ειδωλολάτρες κάτοικοι διαμαρτυρήθηκαν στις αρχές, η Πολιτεία όμως έκλινε προς το μέρος των Χριστιανών και αποφάνθηκε ότι είναι προτιμότερο να λατρεύεται εκεί, «αδιάφορον πώς», ο Θεός, παρά να χρησιμεύει ο τόπος για μεθοκόπημα. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, στον βίο τού αγίου Γρηγορίου επισκόπου Νεοκαισαρείας, τού θαυματουργού (213-270), αναφέρει ότι ο επίσκοπος Νεοκαισαρείας μάζεψε γύρω του, με τη βοήθεια τού Αγίου Πνεύματος, τόσο λαό, ώστε ξεκίνησε την κατασκευή ενός ναού με την πρόθυμη συμμετοχή όλων, τον προσωπικό τους κόπο και τις εισφορές τους. Προσθέτει δε ότι όταν είχε πια διαδοθεί παντού το κήρυγμα τού Ευαγγελίου και η πόλη και η ύπαιθρος είχαν μεταστραφεί στην Χριστιανική πίστη, όλοι σε κάθε τόπο τού Πόντου ύψωναν με προθυμία ναούς προσευχής στο όνομα τού Σωτήρος Χριστού2. Ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας διηγείται όσα συνέβησαν στον «οἶκον τῆς Ἐκκλησίας» της Αντιοχείας, από τον οποίον ο αιρεσιάρχης Παύλος ο Σαμοσατεύς δεν εννοούσε να αποχωρήσει, μέχρις ότου διώχτηκε από εκεί «μετά τῆς ἐσχάτης αἰσχύνης ὑπό τῆς κοσμικῆς ἀρχῆς»3. Εξ άλλου το «Ἐδεσσηνόν Χρονικόν» κάνει λόγο για την καταστροφή Χριστιανικών ναών το 292. Γενικώς δε «ναοί δεν ήσαν άγνωστοι ως αυτοτελή κτίρια επί των χρόνων των διωγμών»4.
Μετά τους διωγμούς, όταν πια ειρήνευσε η Εκκλησία τού Χριστού, οι Χριστιανοί άρχισαν να κτίζουν ναούς με δικούς τους ρυθμούς. Μετετράπηκαν μεν κάποιοι ειδωλικοί ναοί σε Χριστιανικούς, όπως π.χ. το Βαλανείον, το Τυχαίον, το Αφροδίσιον κλπ., αλλά τα παραδείγματα αυτά, που φανερώνουν απλή μετατροπή ερειπωμένων ιερών σε ιερά άλλης θρησκείας, ήσαν ελάχιστα. Και τούτο για να φανερώσουν με την ολιγότητα και σπανιότητά τους ότι «τό Χριστιανικόν πνεῦμα οὐδόλως εἱλκύετο ἀπό τούς ρυθμούς τῶν εἰδωλικῶν ναοδομιῶν, ὅσο κομψοί καί ἔντεχνοι καί ἄν ἦσαν», διότι και από τα αγάλματα που βρίσκονταν σ αυτούς, έσταζαν αίματα. Εξ άλλου οι τόποι εκείνοι «ἦσαν ἀκατάλληλοι πρός πλήρωσιν τῶν λατρευτικῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Χριστιανισμοῦ, καθ᾿ ὅ (ήσαν) ἄστεγοι, στενόχωροι, πολλούς πλατυσμούς καί μεταρρυθμίσεις ἀπαιτοῦντες»5.
Γι’ αυτό ο Χριστιανισμός στράφηκε σε αρχιτεκτονικά σχήματα «κοσμικωτέρας μέν χρήσεως», αλλά πολύ προσφορότερα προς τον σκοπό της Εκκλησίας. Στράφηκε προς το μαυσωλείο και την Βασιλική, από τα οποία, αφού τροποποιήθηκαν καταλλήλως, «ἐξεκολάφθη τό πρῶτον καί ἀρχαιότερον εἶδος τοῦ Βυζαντινοῦ ρυθμοῦ», που χαρακτηρίζει την προ τού Ιουστινιανού ναοδομία.
Πριν κάνουμε λόγο γι’ αυτά, υπενθυμίζουμε όσα έγραψε ο Leclercq σε άρθρο με τίτλο «Byzantin art»· «Ἡ Κωνσταντινούπολις, κλειδί τῆς Εὐρώπης καί τῆς Ἀσίας, θά καταστῇ ἡ μισγάγγεια (=χαράδρα) τῶν δύο τεχνικῶν ρευμάτων, τοῦ Ἀνατολικοῦ καί τοῦ Ἑλληνικοῦ. Δέν ὀφείλεται μόνον εἰς τόν θρίαμβον τοῦ Χριστιανισμοῦ ἡ νέα τέχνη, ἀλλά καί εἰς τήν θεμελίωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀξίζει ἄρα νά καλῆται Βυζαντινή ἀπ᾿ αὐτῶν τῶν πρώτων της βημάτων, καίτοι οὔπω ὁλοσχερῶς διαμορφωθεῖσα καί ἐκβυζαντινισθεῖσα. Ἡ Κωνσταντινούπολις ἀπό τεχνικῆς ἀπόψεως δέν εἶναι Νέα Ρώμη, δέν ἀντιγράφει τήν παλαιάν· ἀλλ’ εἶναι τι αὐτούσιον καί πρωτότυπον. Ἡ βασιλική, ἡ κυκλοτερής οἰκοδομή, ἡ θολωτή βασιλική, ἡ σταυρωτή τε καί θολωτή βασιλική, πάντα ταῦτα τυγχάνουσιν αὐτόχθονα τῆς Μ. Ἀσίας γεννήματα»6.
Το μαυσωλείο, έχοντας σχήμα στρογγυλό και χρησιμοποιούμενο για τον ενταφιασμό επισήμων εθνικών της Ρώμης, το μιμήθηκε ο Χριστιανισμός για να φιλοτεχνήσει τα μεγάλα βαπτιστήρια. Σ αυτά προσερχόταν ο απόγονος τού παλαιού Αδάμ, για να θάψει τον παλαιόν άνθρωπο και να εξαναστεί σε νέα ζωή. Το κοσμικό μαυσωλείο επίσης το μιμήθηκε ο Χριστιανισμός στην κατασκευή των τρουλλωτών, θολωτών και κυκλοειδών μαρτυρίων, τα οποία ανύψωνε ως επιμνημόσυνες στήλες πάνω από τους τάφους των μαρτύρων, για να διαιωνίσει τη μνήμη όσων θυσιάστηκαν για τον Σωτήρα Χριστόν. Με τέτοιο ρυθμό κτίστηκαν τα δύο Βαπτιστήρια στη Ραβέννα και ιδιαίτερα ο ναός τού αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου (400 μ.Χ.) στη Θεσσαλονίκη, η Ροτόντα, «κυκλοτερής, θολοσκέπαστος, μέ ἱερόν βῆμα προεξέχον, μέ ἀρχαιότατα μωσαϊκά στρατηλατῶν καί μαρτύρων ἐν στάσει προσευχομένων ἐπί τοῦ θόλου, τό ἄριστον τοῦ κυκλικοῦ ρυθμοῦ ἀπομεινάριον»7.
Ένας αξιοθαύμαστος και εκπληκτικός ναός ήρθε στο φως με τις ανασκαφές του 1930 , που ονομάζονταν «Μαρτύριο» (από το μαρτύριο της Σελεύκειας) και ήταν πιθανότατα η Μητρόπολη της Αντιόχειας , πλήρης ψηφιδωτών και με θέματα από το ζωικό βασίλειο,. (Ch. Kondoleon)
Η βασιλική ήταν κτίριο επίμηκες, υπόστεγο και παραλληλεπίπεδο, περιοριζόμενο από κίονες, σύμφωνα με τον «δρομικόν ρυθμόν» και ανοιγόμενον από μπροστά σε ανοιχτή αυλή (το αίθριον), κατέληγε στό πίσω μέρος σε ημικυκλική κόγχη (το βήμα). Το είδος αυτό τού κτιρίου χρησιμοποίησε πρώτος ο «ἄρχων βασιλεύς» στην πόλη των Αθηνών για δικαστικούς σκοπούς, κατόπιν οι Ρωμαίοι για υποθέσεις δικαστικές και εμπορικές, αργότερα δε ο Χριστιανισμός, διότι, προσωρινά τουλάχιστον, βρήκε σ αυτό ό,τι ζητούσε. Χρησιμοποίησε όμως τη βασιλική, αφού έκανε ορισμένες μετατροπές.
Έτσι, εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε το δικαστικό βήμα, η Εκκλησία τού Χριστού έστησε το θυσιαστήριο, ώστε τα τελούμενα να είναι εύκολα ορατά από όλους. Το αίθριον το μετέβαλε σε νάρθηκα, που τον καθόρισε ως τόπον όσων δεν είχαν ακόμη βαπτισθεί ή όσων ανήκαν στην τάξη των «ἐκπεσόντων». Ο χώρος μεταξύ τού αιθρίου και τού βήματος απετέλεσε το καθολικό, τού οποίου οι από τα δεξιά και τα αριστερά στοές απετέλεσαν τα δύο κλίτη. Έτσι η τριπλή διαίρεση τού Ιουδαϊκού ναού των Ιεροσολύμων σε αυλή, άγια και άγια αγίων επανελήφθη και στην Εκκλησία τού Χριστού. Στο Χριστιανικό ναό κατηχούμενοι, πιστοί και κλήρος «διά τῆς ἰδιαιτέρας αὐτῶν θέσεως ἐφανέρωναν τήν ἐγγυτέραν ἤ ἀπωτέραν συγγένειαν πρός τήν νέαν πίστιν». Στο άγιο βήμα τοποθετήθηκαν οι θρόνοι των κληρικών, μεταξύ των οποίων προεξείχε ο επισκοπικός. Στον κυρίως ναό τοποθετήθηκε ο άμβωνας και τα καθίσματα των πιστών. Στη γύρω δε από τον ναό αυλή κτίστηκαν σχολές, βαπτιστήρια, βιβλιοθήκες κλπ. Έτσι η στενόμακρη βασιλική, που έμοιαζε με μεγάλο πλοίο,8 είχε το ιερότερο μέρος της, σαν άλλη πρώρα, εστραμμένο προς ανατολάς, ώστε όσοι βρίσκονται στο πλοίο να ατενίζουν ως προς φάρον προς το φυσικό φως, το «ἔμβλημα τοῦ νοητοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης», τού Σωτήρος Χριστού, τού οποίου η γέννηση ανέτειλε «τό φῶς τό τῆς γνώσεως»9.
Λεπτομερή και διεξοδική περιγραφή βασιλικής μας παρέδωσε ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας, εκθέτοντας τα τού ναού της Τύρου, τον οποίον έκτισε ο επίσκοπος Παυλίνος10.
Δείγματα ναών ρυθμού βασιλικής υπάρχουν πολλά. Αναφέρουμε μόνο τον ναό της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ, κτίσμα της αγίας Ελένης, που ανακαίνισε κατόπιν ο Ιουστινιανός, την Ωρσιανή βασιλική της Ραβέννας (396), τον ναό τού αγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη (510) με τα διπλά κλίτη και ευρύχωρους υπερώους γυναικωνίτες, τον ναό της Αχειροποιήτου (αρχές 5ου αι.) πάλι στη Θεσσαλονίκη, και τον ναό της Ι. Μονής Αγίας Αικατερίνης στο Σινά.
Για τον μοναδικό βυζαντινό ρυθμό, που εξεπήγασε από το λαμπρό και μεγαλόπρεπο καλλιτέχνημα της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινουπόλεως και καλλιεργήθηκε σε καθαρά Χριστιανικό έδαφος και εξυπηρέτησε χριστιανικές ανάγκες, δεν υπάρχει λόγος να επιμείνουμε.
Στο επόμενο θα κάνουμε λόγο για κάποια άλλα δήθεν δάνεια τού Χριστιανισμού από την ειδωλολατρία.
ν. π. β.
Υποσημειώσεις
1. Tertullian de publicit. c. 4 ΡL 2, 1039
2. Γρηγορίου Νύσσης, Εις τον βίον τού αγίου Γρηγορίου τού Θαυματουργού PG 46, 924Β· 944ΑΒ
3. Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστικής Ιστορίας Βιβλ. Ζ΄, κεφ. 30 PG 20, 717Α-720Α
4. Κωνστ. Καλλινίκου, Πρωτοπρεσβυτέρου, Ο Χριστιανικός ναός και τα τελούμενα εν αυτώ, σελ. 34
5. Κωνστ. Καλλινίκου, ό.π., σελ. 36
6. Κωνστ. Καλλινίκου, ό.π., σελ. 39, υποσ. 11
7. Κωνστ. Καλλινίκου, ό.π., σελ. 39
8. βλ. Διαταγαί των αγίων Αποστόλων, Βιβλ. ΙΙ, κεφ. 57 PG 1, 724C
9. βλ. Κωνστ. Καλλινίκου, ό.π., σελ. 40
10. Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστικής Ιστορίας Βιβλ. Χ, κεφ. δ΄ PG 20, 848 εξ.
14. Ο Χριστιανισμός δεν αντέγραψε την Ελληνική θρησκεία Γ΄
Όταν η ειδωλολατρία κατέρρευσε, άφησε, όπως έγραψαν πολύ επιτυχημένα, τα σκεύη και τα λάφυρά της στον ισχυρότερό της, δηλαδή τον Χριστιανισμό. Και η Εκκλησία τού Χριστού, που σέβεται την ανθρώπινη φύση και έχει ως στόχο την ανακαίνιση και τον αγιασμό της, δεν παρέλειψε την καλλιέργεια της σκέψεως και τού στοχασμού τού ανθρώπου, ούτε παραθεώρησε τή δύναμη των αισθήσεων. Γι’ αυτό από τον πρώτο κιόλας αιώνα αναζήτησε στο ωραίο ευγενικές ωθήσεις και ανατάσεις. Έτσι στην ασφυκτική και σκοτεινή ατμόσφαιρα των κατακομβών συναντούμε τα πρώτα ψελλίσματα της αγιογραφίας (στην υπόγεια Ρώμη, στην Κυρηναϊκή), αργότερα δε στις νεκροπόλεις της Αλεξανδρείας. Ο Χριστιανισμός απέδειξε την εκτίμηση που απέδωσε ευθύς εξ αρχής στην εικόνα, με το ότι και σ αυτούς ακόμη τους φοβερούς διωγμούς βρήκε τρόπο να την καλλιεργεί.
Αλλ’ οι ζωγράφοι, που στόλιζαν τους τοίχους και τα αρκοσόλια των νεκροθηκών των κατακομβών είχαν μαθητεύσει στην εθνική τέχνη. Γι’ αυτό ζωγραφίζουν φυλλώματα, κλήματα, ψαράδες, καρπούς, θεριστές, τρυγητές, εικόνες γεμάτες χάρη, παρμένες από τον αγροτικό βίο. Ωστόσο, αν και η συγγένειά τους προς ελληνορωμαϊκά πρότυπα είναι εμφανής, οι δειλές εκείνες απαρχές της Χριστιανικής ζωγραφικής, παρ’ όλο ότι δεν παριστούν κάτι το εξωτερικώς Χριστιανικό, όταν μελετηθούν βαθύτερα φανερώνουν εργασία που γίνεται με πολλή μελέτη, προσοχή και δοκιμή. Διότι οι παραστάσεις αυτές δεν παρουσιάζουν τίποτε τα ακάθαρτο, το γυμνό και προκλητικό. Ενώ οι σύγχρονές τους τοιχογραφίες, π.χ. της Πομπηίας, είναι γεμάτες από άσεμνες σκηνές, που δικαιολογούν τα όσα γράφει ο απόστολος Παύλος στους στίχους 24-32 τού πρώτου κεφαλαίου της προς Ρωμαίους Επιστολής του, οι Χριστιανοί ζωγράφοι απορρίπτουν ό,τι είναι χυδαίο και κρατούν μόνο ό,τι είναι σεμνό και σύμφωνο με τη σωφροσύνη. Αλλά και κάτι άλλο· ενώ οι στολισμοί αυτοί για τον ειδωλολάτρη είναι κάτι το βουβό, το οποίο ευχαριστεί μόνο την όραση, στους νεκρικούς εκείνους υπόγειους χώρους αρχίζουν σιγά-σιγά να μιλούν γλώσσα, που μέχρι τότε ήταν άγνωστη και μυστηριώδης. Γλώσσα, την οποία κατανοούν μόνο όσοι έγιναν μέλη τού σώματος τού Χριστού διά τού αγίου Βαπτίσματος και σφραγίσθηκαν με τη σφραγίδα τού Αγίου Πνεύματος.
Έτσι, ενώ η τέχνη των ειδωλολατρών υπηρετούσε την τέχνη για την τέχνη, ο Χριστιανικός χρωστήρας καθιστούσε την τέχνη υπηρέτρια τού αγιασμού. Ο εθνικός ζωγράφος εικόνιζε σάρκα, αίμα, φύση... Ο Χριστιανός με λίγες ελαφρές γραμμές ανάγει τον νου τού μέλους της Εκκλησίας από τα φθαρτά και τα πρόσκαιρα στα άφθαρτα και αιώνια. Ο ειδωλολάτρης έβλεπε άμπελο, κλήματα· για τον Χριστιανό όμως αυτά τού υπενθύμιζαν τον Σωτήρα Χριστόν, την Αληθινή άμπελο, της οποίας κάθε Χριστιανός είναι το κλήμα. Ο ειδωλολάτρης έβλεπε βοσκό να παίζει φλογέρα δίπλα από το κοπάδι του, ή ψαρά ν ανασύρει ψάρι με το αγκίστρι του ή γεωργό να θερίζει. Για τον Χριστιανό όμως ο βοσκός εκείνος τού υπενθύμιζε τον Καλό Ποιμένα, ο οποίος θυσιάζεται για τα πρόβατά του - τα μέλη της Εκκλησίας. Τού υπενθύμιζε το Ψαλμικό «Κύριος ποιμαίνει με, καί οὐδέν με ὑστερήσει...» (Ψαλμ. κβ΄ [22] 1). Ιδιαίτερα η απεικόνιση τού μυθικού Ορφέως, που κάθεται πάνω σε βράχο, φορώντας χλαμύδα και «φρύγιον πίλον», και ο οποίος κρούει τη λύρα του μέσα σ ένα βουκολικό τοπίο περιστοιχιζόμενος από ζώα που ακούνε τη μελωδία της μουσικής του, έφερνε στη μνήμη των Χριστιανών τον Καλό Ποιμένα. Η απεικόνιση τού Ορφέως για τους Χριστιανούς ήταν σύμβολο τού απολυτρωτικού και διδακτικού έργου τού Σωτήρος Χριστού. Έτσι στο κοιμητήριο της αγίας Δομιτίλλης, όπως και σ εκείνο τού αγίου Καλλίστου συναντούμε απεικόνιση τού Ορφέως΄υπό την μορφή τού Καλού Ποιμένος με πρόβατα και περιστέρια. Στο κοιμητήριο των αγίων Μαρκελλίνου και Πέτρου ο Ορφεύς περιστοιχίζεται από έξι πρόβατα. Στο δε κοιμητήριο της Πρίσκιλλας ο Ορφεύς κάθεται στο μέσο τού ποιμνίου του. Εξ άλλου ο ψαράς υπενθύμιζε στο Χριστιανό Εκείνον, ο Οποίος αλιεύει με το δίκτυ τού Ευαγγελίου λογικούς ανθρώπους. Ο γεωργός τού υπενθύμιζε τον Δίκαιο Κριτή, ο οποίος κρατεί στο χέρι του το φτυάρι, που λιχνίζει. Με άλλα λόγια η δίκαιη κρίση του είναι έτοιμη να τεθεί σε ενέργεια και να καθαρίσει τελείως το αλώνι του, δηλαδή ολόκληρη την οικουμένη (βλ. Ματθ. γ΄ 12).
Είναι πάμπολλα τα παραδείγματα που δείχνουν ότι το πρώτο βήμα της Χριστιανικής τέχνης για την απαλλαγή της από τις παραδόσεις της ειδωλολατρίας, είναι ο συμβολισμός και η αναγωγή. Στο κοιμητήριο των αγίων Πέτρου και Μαρκελλίνου στή Ρώμη απεικονίζεται συμπόσιο με χρώμα καθ’ αυτό κοσμικό. Όμως, αν αναγνωσθούν οι επιγραφές, που συνοδεύουν την εικόνα· Irene, da mihi calda (=Ειρήνη, δως μου νερό ζεστό)· Agape, misce mihi vinum (=Αγάπη, κέρασέ με κρασί) θα γίνει κατανοητό ότι η εικόνα περικλείει έννοια μυστική, η οποία υπαινίσσεται τις πνευματικές απολαύσεις των μελών της Εκκλησίας. Επίσης το κήτος στην ιστορία τού Ιωνά παριστάνεται με θαλάσσιο τέρας, που έχει αυτιά, μακρύ λαιμό, μακροτάτη ουρά· βλέποντάς το έρχεται στο νου σου ο μύθος της Ανδρομέδας. Ωστόσο με την παράσταση αυτή ο Χριστιανός ζωγράφος θέλει να υποδηλώσει, όσο το δυνατόν ρεαλιστικότερα, τον αρχέκακο δράκοντα, τον πάγκακο διάβολο, αδιαφορώντας αν παρεκκλίνει από την ιστορική αλήθεια.
Αλλά θα συνεχίσουμε, διότι δεν τελειώσαμε με την παράγραφο αυτή.
ν.π.β.
15. Ο Χριστιανισμός δεν αντέγραψε την Ελληνική θρησκεία Δ΄
Για τις συμβολικές παραστάσεις της Χριστιανικής τέχνης μιλούν οι αρχαιότατοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς Τερτυλλιανός και Κλήμης ο Αλεξανδρεύς. Ο πρώτος, όπως αναφέραμε σε προηγούμενο άρθρο, κάνει λόγο για τη γλυπτή παράσταση τού Καλού Ποιμένος σε άγια Ποτήρια. Ο δεύτερος παρατηρεί ότι τα κατάλληλα για Χριστιανούς συμβολικά χαράγματα πάνω σε δακτυλίδια και σφραγίδες είναι· Περιστέρι ή ψάρι ή πλοίο που ουρανοδρομεί ή μουσική λύρα ή ναυτική άγκυρα ή πρόσωπο που ψαρεύει, υπενθυμίζοντάς μας τους Αποστόλους και τα παιδιά που ανασύρουμε από τα νερά. Στον ύμνο του ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς προς τον Χριστόν λέγει· «Σῶτερ Ἰησοῦ, ποιμήν, ἀροτήρ (=ζευγά), οἴαξ (τιμόνι), στόμιον, πτερόν οὐράνιον, παναγνοῦς (=παναγίας) ποίμνης· ἁλιεῦ μερόπων (=ανθρώπων), τῶν σῳζομένων, πελάγους κακίας, ἰχθῦς ἁγνούς κύματος ἐχθροῦ, γλυκερῇ ζωῇ δελεάζων· ἡγοῦ, προβάτων λογικῶν ποιμήν»1.
Στα μεταγενέστερα χρόνια οι συμβολισμοί πληθαίνουν. Έτσι έχουμε στη βυζαντινή αγιογραφία την «Ἑτοιμασία τοῦ θρόνου», το «Τετράμορφο», «τάς ζώων μορφάς καί σχημάτων ἄλλων ἰδέας», διά των οποίων στολίστηκε επί Βασιλείου Μακεδόνος με πολύμορφες ψηφίδες το δάπεδο της Νέας Μεγάλης Εκκλησίας κλπ.2.
Παρόμοια σύμβολα μπορούσε να συναντήσει κανείς και στο ναό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, όπως π.χ. κέρας γεμάτο καρπούς, καλάθια, κοφίνια, φύλλα, κλώσσα καθισμένη με τους νεοσσούς κάτω από τα φτερά της κ.ά.3.
Αλλά σύμβολα είναι το Α και το Ω, που υπενθυμίζουν το λόγο της Αποκαλύψεως κβ΄ (22) 13 και αναφέρονται στην αϊδιότητα και θεότητα τού Κυρίου Ιησού. Επίσης διάφορα άνθη, μεμονωμένα ή σε ανθοδέσμες. Στην είσοδο π.χ. τού κοιμητηρίου της αγίας Αγνής ζωγραφίζονται «ἐρωτιδεῖς», που φέρουν στους ώμους τους κάνιστρα με λουλούδια για να τα σκορπίσουν στους τάφους των αγίων. Η δάφνη π.χ. συμβολίζει τη μαρτυρική δόξα, το δε ίον την παρθενική αγνότητα, γι’ αυτό και στην αγιογραφία ο άγγελος το προσφέρει στην Αειπάρθενο κατά τον Ευαγγελισμό. Ωστόσο το ρόδο δεν το συναντούμε, διότι ήταν αφιερωμένο στην Αφροδίτη. Το συναντούμε μετά από αιώνες, αλλά εκχριστιανισμένο ως το «Ρόδον τό ἀμάραντον». Ο βάτραχος κοσμούσε Χριστιανικές λυχνίες, διότι οι διάφορες μεταμορφώσεις του συμβόλιζαν την από τα γήϊνα στα ουράνια Χριστιανική τελείωση. Το ελάφι, που πίνει νερό, συμβόλιζε τους εξ εθνών Χριστιανούς, που σπεύδουν να ξεδιψάσουν στα νάματα τού Ευαγγελίου. Ο ιχθύς, τού οποίου τα αρχικά γράμματα των λέξεων Ιησούς, Χριστός, Θεού, Υιός, Σωτήρ, αναπαριστούσαν τον Αρχηγό και Τελειωτή της πίστεως σε όλο το πλήρωμα της θεότητος. Είχε όμως και πολλούς άλλους συμβολισμούς. Το λιοντάρι, που κατά την πίστη τού λαού κοιμάται με ανοικτά μάτια, συμβολίζει τον Σωτήρα, που αν και κλείστηκε στον τάφο, δεν έδυσε ούτε υπέστη σκοτασμό. Η λύρα στα χέρια τού Ορφέως (Χριστού) συμβολίζει την ελκυστική δύναμη τού Ευαγγελίου. Ο όφις άλλοτε συμβολίζει τη δύναμη τού πονηρού και άλλοτε το χάλκινο φίδι, που ύψωσε ο Μωϋσής στην έρημο, προτυπώνοντας το σταυρικό πάθος τού Σωτήρος. Ο αλέκτωρ (κόκορας) συμβολίζει τη Χριστιανική εγρήγορση· ενώ δύο αλέκτορες μαχόμενοι συμβολίζουν την πάλη κατά των σαρκικών επιθυμιών. Το χέρι, που προβάλλει από τα νέφη, υποδηλώνει τον «φύσει ἀπερίγραπτον Θεόν».
Παραλείπουμε το σπουδαίο και κατ’ εξοχήν σύμβολο, τον Σταυρό, που αποτελεί το σφραγιστήριο σημείο των Χριστιανών, αλλά και το κατ’ εξοχήν διακοσμητικό σύμβολο. Και ενώ στον προχριστιανικό κόσμο ήταν όργανο σκληρότατο και αποτρόπαιο, που έκανε τους ανθρώπους να φρικιούν και μόνο στο αντίκρισμα ή το άκουσμά του, μετά το πάθος τού Κυρίου έγινε σημείο ομολογίας της Χριστιανικής ιδιότητος και καλλωπίζει τα πάντα μέσα στην Εκκλησία4.
Αλλά το θέμα με τα δήθεν δάνεια τού Χριστιανισμού από τους ειδωλολάτρες θα το ολοκληρώσουμε στο επόμενο.
ν.π.β.
Υποσημειώσεις
1. Κλήμ. Αλεξανδρέως, Παιδαγωγός Βιβλ. ΙΙΙ, κεφ. 11 και Υμνος τού Σωτήρος Χριστού, ΡG 8, 633Α· 681C.
2. Βιβλ. Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Εκφρασις τοίς εν τοίς βασιλείοις νέας εκκλησίας της υπεραγίας Θεοτόκου ΡG 102, 569Β.
3. Βλ. περισσότερα εις Κωνστ. Καλλινίκου, Ο Χριστιανικός ναός και τα τελούμενα εν αυτώ, σσ. 253-257.
4. Βλ. περισσότερα εις Κωνστ. Καλλινίκου, ό.π., σσ. 258-274.
16. Ο Χριστιανισμός δεν αντέγραψε την Ελληνική θρησκεία Ε΄
Επειδή οι νεοειδωλολάτρες επιμένουν ότι ο Χριστιανισμός παρέλαβε από τον εθνισμό και τα δακτυλίδια τού γάμου, σημειώνουμε τούτο. Πράγματι· ο Τερτυλλιανός αναφέρει ότι οι εθνικοί χρησιμοποιούσαν δακτυλίδια, η χρήση τους όμως δεν είχε καμιά σχέση με τη λατρεία των ειδώλων1. Από τους εθνικούς παρέλαβαν τη χρήση δακτυλιδιών οι Ιουδαίοι και από αυτούς οι Χριστιανοί. Ήδη ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (160-220) μας πληροφορεί ότι στις ημέρες του ο «δακτύλιος» δεν εδίδετο στις γυναίκες για στολίδι, «ἀλλ᾽ εἰς τό ἀποσημαίνεσθαι τά οἴκοι φυλακῆς ἄξια, διά τήν ἐπιμέλειαν τῆς οἰκουρίας»2. Το δακτυλίδι χρησίμευε κατ᾽ αρχάς ως σφραγίδα. Ο άνδρας λοιπόν έδινε από την πρώτη ημέρα των γάμων του στη σύζυγό του τη σφραγίδα του, για να σφραγίζει όσα αφορούσαν την «οἰκιακήν ἐπιμέλειαν». Με τον τρόπο αυτό την αναγνώριζε ως αντιπρόσωπό του και κυβερνήτη τού οίκου τους, της οικογενειακής τους εστίας. Αργότερα δόθηκαν από την Εκκλησία στο δακτυλίδι και άλλοι συμβολισμοί3.
Κλείνοντας με την παράγραφο ότι στον Χριστιανισμό συναντούμε στοιχεία πολιτιστικά και λατρευτικά που υπήρχαν στον εθνικό κόσμο, σημειώνουμε ότι τούτο ήταν μέχρις ενός σημείου φυσικό. Διότι οι Χριστιανοί, και μάλιστα όσοι προέρχονταν από τα ειδωλολατρικά λαϊκά στρώματα, δεν μπορούσαν να αποβάλουν εύκολα κάτι τέτοιες συνήθειες, οι οποίες όμως, και αυτό το τονίζουμε, δεν επηρέαζαν καθόλου την ουσία της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και με το πέρασμα τού χρόνου έχασαν το πρωταρχικό τους νόημα και απέκτησαν καινούργιο, μέσα στην όλη λειτουργική ατμόσφαιρα και στο λειτουργικό ήθος της Εκκλησίας τού Χριστού. Άλλωστε αποφάσεις Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, αλλά και Κανόνες Πατέρων της Εκκλησίας επιτιμούν όσους συμμετέχουν σε χορούς και εορτασμούς με ειδωλολάτρες, στο άναμμα πυρών από επίδραση εθνική, στην προσφορά θυμιάματος, στη γεύση ειδωλοθύτων κλπ.
Και τώρα προχωρούμε στο άλλο επιχείρημα των νεοειδωλολατρών, σύμφωνα με το οποίο ο Χριστιανισμός δανείστηκε δήθεν στοιχεία θεολογικά, κοσμολογικά, λειτουργικά τού Δωδεκαθέου. Σ’ αυτό απαντούμε·
Το ότι πάλι υπάρχουν κάποια στοιχεία αρχεγόνων θρησκειών, άρα και τού δωδεκαθέου, που φαίνονται ότι συμπίπτουν με στοιχεία σχετικά με την περί δημιουργίας τού κόσμου, τού κατακλυσμού κλπ. όπως τα διδάσκει η Εκκλησία τού Χριστού, αυτό δεν σημαίνει δάνειο τού Χριστιανισμού από την ειδωλολατρία. Οι διαφορές και οι ομοιότητες στις διηγήσεις της Π. Διαθήκης και των ειδωλολατρών περί δημιουργίας τού κόσμου, περί κατακλυσμού όπως π.χ. το έπος τού Γιλγκαμές ή ο κατακλυσμός τού Δευκαλίωνος κλπ. δεν σημαίνει ότι η Π. Διαθήκη αντιγράφει τις ειδωλολατρικές διηγήσεις. Απλούστατα όλες αυτές προέρχονται από πανάρχαια κοινή παράδοση, η οποία ιστορεί αληθινό γεγονός και προέρχεται από την περιοχή της Χαλδαίας, δηλαδή από τη χώρα καταγωγής τού Αβραάμ. Και εις μεν την Π. Διαθήκη η κοινή αυτή παράδοση διατηρήθηκε ανόθευτη και καθαρή, στην δε Βαβυλωνιακή διήγηση ή σε άλλες διηγήσεις αναμείχθηκε και παραμορφώθηκε από άφθονα μυθικά και εντυπωσιακά στοιχεία4.
Γενικά «αρχέγονες πανανθρώπινες μνήμες κατεγράφησαν από τους λαούς αναλόγως προς την παιδεία και τους στόχους τους (...). Οι αρχαϊκές πανανθρώπινες προσδοκίες περιγράφηκαν από τους λαούς ανάλογα και με τα πάθη των ανθρώπων». Και ενώ «ο Μωϋσής, έχοντας τον φωτισμό τού Αγίου Πνεύματος περίγραψε τις πανανθρώπινες αρχαίες μνήμες με τρόπο αγιοπνευματικό, Χριστοκεντρικό, στις εξωπαλαιοδιαθηκικές θεογονίες ο διάβολος και οι δαίμονές του σφετερίζονται την θεία εξουσία και παρουσιάζονται να χειρίζονται τις τύχες τού κόσμου με τις μορφές τού Δία ή τού Όσιρι κλπ.». Άλλωστε όπως υποστηρίζει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας και όλοι οι θεοφώτιστοι Πατέρες της Εκκλησίας μας «πρώτος έγραψε για τα θέματα αυτά ο Μωϋσής (τον 15ο π.Χ. αιώνα), οι δε Ελληνες έγραψαν πολύ μεταγενέστερα (ο Όμηρος τον 8ο π.Χ. αιώνα)»5.
Επίσης δεν μπορεί να γίνει κανένας λόγος περί συγκρίσεως των εθνικών μυστηρίων και θυσιών με τη λογική λατρεία και τα μυστήρια της Εκκλησίας τού Χριστού, μάλιστα δε με την αναίμακτη θυσία της θ. Ευχαριστίας, που προσφέρει η Εκκλησία σε κάθε θ. Λειτουργία. Άβυσσος και χάσμα μέγα χωρίζει τις ειδωλολατρικές αιματηρές θυσίες - εκατόμβες αλόγων ζώων - με την «ἅπαξ προσφερθεῖσαν» σταυρική θυσίαν τού Σωτήρος Χριστού υπέρ των αμαρτιών όλων των ανθρώπων - όσων έζησαν προ Χριστού, όσων ζούσαν τότε και όσων θα ζήσουν μέχρι τα τέλη τού παρόντος αιώνος. Τη θυσία αυτή εικονίζει «η λογική και αναίμακτη λατρεία» που «προσφέρομεν»6 στον Κύριο, όταν τελούμε το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.
Ούτε πάλι μπορεί να συγκριθεί ο Ναός τού Σολομώντος με το θυσιαστήριό του ή όποιος άλλος ειδωλολατρικός ναός με τον Χριστιανικό Ναό και τα όσα τελούνται σ αυτόν. Άλλωστε η μυθοποιία των εθνικών ποιητών, αλλά και οι σκιώδεις προκηρύξεις των προφητών της Π. Διαθήκης, η ιερατική στολή των ιερέων και τού Αρχιερέως, η περιτομή και γενικώς όσα είχαν διαταχθεί από τον Μωυσή ήσαν απλώς τύποι, σκιές, σύμβολα και εξαγγελίες των όσων έμελλαν να συμβούν στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστό, σ’ όσους επρόκειτο να πιστέψουν σ’ Αυτόν, αλλά και όσων επρόκειτο να εργασθεί ο Κύριος Ιησούς7.
Εξ άλλου αποδεικνύεται και εδώ πανηγυρικώς η πονηρία των παγκάκων δαιμόνων, όπως παρατηρεί ο άγιος Ιουστίνος, ο οποίος γράφει· Επειδή οι φαύλοι δαίμονες άκουσαν ότι διά των προφητών κηρύσσεται ότι θα έλθει ο Χριστός και ότι οι ασεβείς θα τιμωρηθούν «διά πυρός», προσπάθησαν να μιμηθούν όλα αυτά για να οδηγήσουν γρηγορότερα και ασφαλέστερα τους ανθρώπους στον αιώνιο θάνατο. Έτσι οι πονηροί δαίμονες διδάξαν τους ειδωλολάτρες να μιμηθούν στα μυστήρια τού Μίθρα τον Ιησούν, ο οποίος κατά τη νύκτα τού Μυστικού Δείπνου, αφού πήρε στα άγια χέρια Του «ἄρτον» και αφού ευχαρίστησε τον Θεό Πατέρα έδωκε στους Μαθητές του λέγοντας· «Αυτό που σάς δίνω να φάγετε είναι το σώμα μου, το οποίον ύστερα από λίγο παραδίδεται για να σταυρωθεί υπέρ της δικής σας σωτηρίας. Να πράττετε τούτο συνεχώς...» (Λουκ. κβ΄ [22] 19) και (Α΄ Κορ. ια΄ [11] 23). Γι’ αυτό και στις τελετές εκείνων που εμυούντο στα μυστήρια τού Μίθρα προσέφεραν «ἄρτον καί ποτήριον ὕδατος»8.
Μήπως όμως και σήμερα οι μάγοι, οι μάγισσες και οι κάθε λογής όμοιοί τους αγύρτες δεν χρησιμοποιούν σταυρούς, εικόνες, θυμίαμα, λόγια και φράσεις από την Αγία Γραφή ή τη λειτουργία της Εκκλησίας μας για να εξαπατήσουν τους αφελείς; Μήπως και αυτοί ακόμη οι σατανιστές δεν πίνουν αίμα ζώων ή ανθρώπων στις μυήσεις τους, μιμούμενοι, όπως νομίζουν, οι δύστυχοι το μυστήριο της Θ. Κοινωνίας;
Αλλ’ οι μεν Χριστιανοί κοινωνούντες αξίως με μετάνοια και συντριβή «σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ» γίνονται «θεοφόροι» και «Χριστοφόροι» και «ἐξέρχονται τοῦ Μυστηρίου ὡς λέοντες πῦρ πνέοντες» κατά των αοράτων εχθρών, κατά την φράση τού ιερού Χρυσοστόμου· οι δε ειδωλολάτρες και σατανολάτρες «εξέρχονται» από τα δικά τους δαιμονοδίδακτα μυστήρια... δαιμονοφόροι και δαιμονοκρατούμενοι έτοιμοι να ενεργήσουν κατά τις εντολές των παγκάκων δαιμόνων τα σκοτεινά έργα τους κατά των ανθρώπων και της κοινωνίας9.
ν.π.β.
Υποσημειώσεις
1. Tertullianus, De Idololatria c. 16, ΡL 1,762.
2. Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Παιδαγωγός Βιβλ.ΙΙΙ κεφ.11 ΡG 8, 632Α.
3. Βλ. περισσότερα εις Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί τού τιμίου νομίμου γάμου, κεφ. 276-279, ΡG 155, 505-509.
4. Περισσότερα, ειδικότερα για τον κατακλυσμό, βλέπε εις· Νικ. Π. Βασιλειάδη Αρχαιολογία και Αγία Γραφή, εκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήναι 19993, σελ. 35-37.
5. Νεο-ειδωλολατρικές περιπλανήσεις και η αληθής εμπειρία της Εκκλησίας μας, εκδ. Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου, Αγ. Ορος, 2002, σελ. 63-64.
6. Θεία Λειτουργία ιερού Χρυσοστόμου, βλ. Ευχή ιερέως μετά τον ύμνον «Σέ ὑμνοῦμεν, Σέ εὐλογοῦμεν, Σοί εὐχαριστοῦμεν, Κύριε, καί δεόμεθά Σου, ὁ Θεός ἡμῶν».
7. Βλ. για όλα αυτά εκτενώς εις· Ιουστίνου, Φιλοσόφου και Μάρτυρος, Απολογία Α΄ (κεφ. 54 και 66)· Απολογία Β΄ και Διάλογος προς Τρύφωνα ΒΕΠΕΣ, 3, 162-338.
8. Ιουστίνου, ό. π., σελ. 190-191 και 197-198.
9. Βλ. Sean Sellers, Ο σατανισμός της Νέας Εποχής, μτφρ. Αναστ. Δημητρίου, εκδ. «Στερέωμα», Θεσσαλονίκη.
17. Οι Ορθόδοξοι δεν είναι «μισέλληνες».
Στον άκρατο παραληρηματικό εθνικισμό τους οι νεοειδωλολάτρες, που έχουν εξαπολύσει ολομέτωπη επίθεση κατά τού Χριστιανισμού, τον κατηγορούν και «για εξοντωτική επίθεση κατά τού Ελληνισμού ως έθνος, ως πολιτισμού και ως ελληνικότητας». Έστειλαν και επιστολή στον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κ. Στεφανόπουλο, την οποία κοινοποιούσαν και στον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Κύριον κ. Χριστόδουλον. Με την επιστολή διαμαρτύρονταν ότι, «την Κυριακήν της Ορθοδοξίας (24 Μαρτίου 2002) ψάλθηκαν επτά αναθεματισμοί κατά τού Ελληνισμού!» και καλούσαν τον Αρχιεπίσκοπο να τοποθετηθεί σχετικά1.
Οι «αναθεματισμοί», περί των οποίων η αγανάκτηση τού Δρα Γ. Χατζηθεοδώρου από το Άαχεν της Γερμανίας, περιέχονται στους κατά των αιρετικών «αναθεματισμούς» της αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787), οι οποίοι αναγινώσκονται την Κυριακή της Ορθοδοξίας μετά τη λιτάνευση των αγίων εικόνων ευθύς μετά το «Συνοδικόν». Στούς «αναθεματισμούς» αυτούς αποκηρύσσονται όσοι Ορθόδοξοι δέχονται «τά τῶν Ἑλλήνων δυσσεβῆ δόγματα»· όσοι «προτιμῶσι τήν τῶν ἔξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν «περί μετεμψυχώσεως»». Επίσης «οἱ τῶν Ἑλλήνων σοφοί καί πρῶτοι τῶν αἱρεσιαρχῶν»· όσοι «τά ῾Ελληνικά δεξιοῦσι (=δέχονται, τιμούν) μαθήματα» και πιστεύουν ως αληθινές «ταῖς δόξαις αὐτῶν ταῖς ματαίαις»· όσοι δέχονται και διδάσκουν «τά μάταια καί Ἑλληνικά ρήματα» περί προϋπάρξεως των ψυχών και ότι ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε «ἐκ τοῦ μή ὄντος»· και τέλος, όσοι «φρονοῦσι καί λέγουσι κτιστήν εἶναι πᾶσαν φυσικήν δύναμιν καί ἐνέργειαν τῆς τρισυποστάτου θεότητος» και ακόμη όσοι πιστεύουν ότι είναι «κτιστή» η θεία ουσία, και επομένως κινδυνεύουν να περιπέσουν «εἰς ἀθεΐαν παντελῆ» και να δεχθούν την «Ἑλληνικήν μυθολογίαν» και οδηγηθούν εις «τήν τῶν κτισμάτων λατρείαν»2.
Είναι προφανές ότι οι νεοειδωλολάτρες είναι παντελώς αθεολόγητοι και έχουν πλήρη άγνοια της ορολογίας των θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας. Διότι όταν οι Πατέρες ομιλούν περί «Ελλήνων» σε τέτοια αντιαιρετικά ή δογματικά κείμενα ή κείμενα που ανασκευάζουν την εθνική πολυθεία δεν εννοούν τους προ Χριστού κατοίκους της Ελληνικής χερσονήσου, οι οποίοι σήμερα ονομάζονται Έλληνες, αλλά όλους τους ειδωλολάτρες, ανεξαρτήτως φυλής ή γλώσσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο «Λόγος κατά Ελλήνων» τού Μ. Αθανασίου, ο οποίος σε άλλες εκδόσεις τιτλοφορείται «Λόγος Α΄ Κατά ειδώλων»3, διότι στρέφεται κατά των ειδωλολατρών.
Στην Κ. Διαθήκη ορισμένα χωρία αναφέρονται στους «Ἕλληνας», αλλά η ονομασία «Έλληνες» δεν δίδεται πάντοτε σύμφωνα προς το θρήσκευμα και τη φυλή. Συχνά το «Έλληνες» χρησιμοποιείται προς δήλωση οιουδήποτε εθνικού, λόγω της μεγάλης διαδόσεως και μεταναστεύσεως της ελληνικής φυλής (βλ. π.χ. Α΄ Κορ. ι΄ 32· Γαλ. γ΄ 28· Κολ. γ΄ 11). Στην δε Π. Διαθήκη υπό το όνομα «Έλληνες» νοούνται και οι Φιλισταίοι (βλ. Ησ. θ΄ 12) και οι Φοίνικες (Ιωήλ δ΄ 6)4.
Εξ άλλου, τόσο ο Κύριος, όσο και οι μαθητές Του, μάλιστα δε ο απόστολος Παύλος, φέρθηκαν με αγάπη προς τους Έλληνες. Όταν π.χ. κάποιοι Έλληνες θέλησαν να ιδούν τον Κύριον, Αυτός εξέφρασε τη χαρά Του και είπε τον σπουδαίο λόγο· «Ελήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου» (Ιω. ιβ΄ [12] 23). Διότι η πνευματική βασιλεία τού Κυρίου Ιησού μεταξύ των Εθνικών «θά ἐγκαθιδρύετο ὅταν ὁ ᾿Ιησοῦς (θα) εἰσήρχετο εἰς νέαν ἔνδοξον μορφήν ὑπάρξεως», η οποία προϋπέθετε τον σταυρικόν του θάνατον5. Διότι ο Κύριος μετά την Σταύρωση και την Ανάστασή Του έμελλε να δοξαστεί σε όλα τα έθνη. Είναι δε χαρακτηριστικός ο προβληματισμός των Ιουδαίων, οι οποίοι, όταν ο Κύριος τους είπε «θα με ζητήσετε κάποτε, αλλά δεν θα με βρείτε», νόμισαν ότι ο Κύριος θα εγκατέλειπε τον ιερό τόπο τού Ισραήλ, και θα πήγαινε να διδάξει τους Έλληνες, όπως ερμηνεύουν ορισμένοι τη φράση «διασποράν τῶν Ἑλλήνων»6 (Ιω. ζ΄ 35-36). Ο απόστολος Παύλος εξ άλλου διεκήρυξε ότι είναι οφειλέτης και έχει υποχρέωση να κηρύξει το Ευαγγέλιο και στους Έλληνες και στους βαρβάρους και στους σοφούς και στους αμαθείς (Ρωμ. α΄ 14), γι’ αυτό και προσέφερε το λόγο τού Ευαγγελίου και στους Ιουδαίους και στους Έλληνες (Ρωμ. α΄ 14, 16). Δεν έπαυε δε να τονίζει ότι δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ Ιουδαίου και Έλληνα, διότι ο ίδιος Κύριος είναι Κύριος όλων - Ιουδαίων και εθνικών (Ρωμ. ι΄ [10] 12).
Το τι και πόσα προσέφερε η Εκκλησία τού Χριστού στον Ελληνισμό στην πιο κρίσιμη στιγμή της Ιστορίας του, τότε δηλαδή που κυριολεκτικά έπνεε τα λοίσθια όταν ο Κύριος Ιησούς ίδρυσε την Εκκλησία Του, και πώς ο Ελληνισμός «ολοκληρώθηκε μέσα στην Εκκλησία», θα το πούμε στη συνέχεια. Προς το παρόν υπογραμμίζουμε τούτο μόνο· Οι Ορθόδοξοι Έλληνες δεν υπήρξαν ποτέ μισέλληνες· πολέμησαν, επέτυχαν και προάσπισαν την ελευθερία της Ελλάδος, και καυχώνται για την καταγωγή τους αυτή, μη λησμονώντας όμως ποτέ ότι το «πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ΄ 20)· ότι η δική μας πατρίδα, τα δικαιώματά μας, τα καθ’ αυτό άγια και αιώνια συμφέροντα και οι άριστοι φίλοι μας είναι στους ουρανούς, από τους οποίους με δυνατό πόθο περιμένουμε και τον σωτήρα μας, τον Κύριον Ιησούν.
Η Εκκλησία είναι εκείνη που ήδη από τους πρώτους αιώνες τού Χριστιανισμού ονόμασε διά στόματος των απολογητών της και μάλιστα τού αγίου Ιουστίνου, τού φιλοσόφου και μάρτυρος (110-165), τους μεγάλους Έλληνες φιλοσόφους «πρό Χριστοῦ Χριστιανούς». Έγραψε ο άγιος Ιουστίνος· Όσοι έζησαν σύμφωνα με τον Λόγο είναι Χριστιανοί έστω κι αν θεωρήθηκαν άθεοι, όπως στους Έλληνες μεν ο Σωκράτης και ο Ηράκλειτος και οι όμοιοι μ αυτούς7. Ο ίδιος άγιος δίδαξε ότι οι καθαρές φιλοσοφικές ιδέες των Ελλήνων οφείλονται στον «σπερματικόν λόγον»· δηλαδή στο φωτισμό τού Υιού και Λόγου τού Θεού, ο οποίος έλαμψε και στις καλοδιάθετες καρδιές των προ Χριστού Ελλήνων. Επεσήμανε ο άγιος Ιουστίνος· Τα διδάγματα τού Πλάτωνος δεν είναι ξένα προς τα διδάγματα τού Χριστού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και εντελώς όμοια (...). Όσα λοιπόν έχουν λεχθεί από όλους τους προ Χριστού φιλοσόφους, τους ποιητές, τους συγγραφείς «ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν ἐστι»· ανήκουν σε μας τους Χριστιανούς8.
Οι Έλληνες «προφήτες» που αναπήδησαν από τον Εθνισμό έλαβαν τουλάχιστον και μια μορφή τιμής στην ελληνική Ορθοδοξία…αναρωτιέται κανείς ποιοι Χ.Ο. Έλληνες Άγιοι ή Πατέρες έλαβαν έστω και μια μορφή τιμής από τον νεοελληνικό Εθνισμό ή είναι όλοι άξιοι ύβρεων και συκοφαντίας από τους αρχαιολάτρες; (περισσότερα σχετικά με το θέμα βλέπε Κ. Σπετσιέρη, «Εικόνες Ελλήνων φιλοσόφων εις εκκλησίας στην Ε.Ε. της Φιλ. Σχ. Του Παν. Αθηνών, τ. 14 , 1963/1964, σ. 386-458. Πρβλ. V. Grecu, Darstellungen altheidnischer Denker in der Kirchenmalerei des Morgenlandes) στο Bulletin de l Academie Roumaine, sect. hist., XI, 1924. Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου
Γι’ αυτό και η Χριστιανική εικονογραφία έχει εξεικονίσει στους εξωνάρθηκες Ορθοδόξων ναών, αλλά και στις Τράπεζες αγιορειτικών Μονών Έλληνες φιλοσόφους, όπως π.χ. στην Ι. Μονή των Φιλανθρωπηνών στο νησί των Ιωαννίνων, στην Ι. Μονή της Μεγίστης Λαύρας τού Αγ. Όρους κ.α. Επίσης και στον ωραιότατο ναό τού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Κρεμλίνο της Μόσχας υπάρχουν αγιογραφίες με τους «πρό Χριστοῦ Χριστιανούς», και συγκεκριμένα τον Όμηρο, τον Βιργίλιο και τον Αριστοτέλη. Στις Ι. Μονές της Βουλγαρίας συναντούμε εικόνες τού Γαληνού, τού Πυθαγόρα, τού Σωκράτη, και μάλιστα με φωτοστέφανο! Έτσι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει εξεικονίσει εκείνους οι οποίοι «κατά τούς ἕξ π.Χ. αἰῶνες προσεπάθησαν νά ὑπερβοῦν τήν πολυθεΐαν, νά διαμορφώσουν μίαν ὑψηλοτέραν ἰδέαν περί πνευματικοῦ Θεοῦ, νά καθάρουν τήν ἔννοιαν τοῦ θείου ἀπό ὅλα ἐκεῖνα τά στοιχεῖα, τά ὁποῖα εἶχεν ἐπισωρεύσει ἡ μυθολογία, ἡ δεισιδαιμονία καί ἡ πρωτογονική μαγική σκέψις τῶν μαζῶν»9. Όπως δε παρατήρησε ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, Καθηγητής Πανεπιστημίου και Ακαδημαϊκός, η διά της εξεικονίσεως προβολή και καθοσίωση των Ελλήνων κηρύκων των ιδεών αυτών ως προσώπων ιερών «δέν ἦτο ἄσχετος πρός τήν γνώμην τῶν ἀρχαίων Πατέρων καί Διδασκάλων τῆς ᾿Εκκλησίας περί τῶν φιλοσόφων»10.
ν.π.β.
Υποσημειώσεις
1. Βλ. Περιοδ. «Δαυλός», τεύχ. 247, Ιούλιος 2002, σσ. 15990, 15999-16005.
2. Βλ. Τριώδιον Κατανυκτικόν, Κυριακή της Ορθοδοξίας, Συνοδικόν της Ορθοδοξίας, τού Ιταλού Ιωάννου, Κεφάλαιον ια΄ και τα κατά τού Βαρλαάμ και Ακινδύνου Κεφάλαια.
3. Βλ. ΡG 25, 5-96· Μ. Αθανασίου Εργα, ΕΠΕ 1, 72-224.
4. Βλ. Νικ. Π. Βασιλειάδη, Η Παλαιά Διαθήκη στην Ορθόδοξον Εκκλησίαν (απάντησι στους κατηγόρους της), εκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήναι 20032, σελ. 249-250.
5. Παν. Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Εύαγγέλιον, εκδ. «Ο Σωτήρ», σελ. 450 (σχόλια στόν στίχ. 23).
6. Παν. Ν. Τρεμπέλα, ό. π., σελ. 272 (σχόλια στόν στίχ. 35).
7. Ιουστίνου, Απολογία Α΄ 46,3 ΒΕΠΕΣ 3, 186 (1-3).
8. Ιουστίνου, Απολογία Β΄ 13, 2-4 ΒΕΠΕΣ 3, 207 (16-24).
9. Κ. Σπετσιέρη, Εικόνες Ελλήνων Φιλοσόφων της Εκκλησίας, Αθήναι 1964, σελ. 75. Βλ. επίσης Ν. Ζία, Ελληνες φιλόσοφοι Ιστορημένοι σε Ορθόδοξες Εκκλησίες και Μονές, Περιοδ. «Τόλμη» τεύχ. 13, Νοέμβριος 2001, σσ. 40-41. Βλ. επίσης και τή μελέτη τού Δρος Θεοχάρη Μιχ. Προβατάκη, «Παραστάσεις φιλοσόφων, Σιβυλλών και εθνικών προφητών σε ναούς και μοναστήρια της Ορθοδόξου Ανατολής· Τέχνη και Συμβολισμός». «Σίβυλλες», ήσαν γυναίκες, που, όπως επίστευαν οι αρχαίοι Ελληνες εμπνέονταν από τον Απόλλωνα και εμάντευαν... «Εθνικοί», είναι οι μη Χρισταινοί, οι ειδωλολάτρες.
10. Χρυσ. Παπαδόπουλου, Η Ι. Μονή τού Σταυρού και η εν αυτή Θεολογική Σχολή, Περιοδ. «Ν. Σιών», έτος Β΄, Τόμ. Ε΄, Ιεροσόλυμα 1905, σελ. 652. Περισσότερα περί σπερματικού λόγου, βλ. εις· Νικ. Π. Βασιλειάδη, Χριστιανισμός και Ανθρωπισμός, έκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήναι, 19924, σσ. 42-43.
18.Ο ρατσισμός των νεοειδωλολατρών
Οι νεοειδωλολάτρες ή Ελληνοκεντρικοί, προκειμένου να πείσουν για τις θέσεις τους, κάνουν επίμονο λόγο για την ανωτερότητα της ελληνικής φυλής, παρουσιάζοντάς την ως φυλή μοναδικής ευφυΐας. Γράφουν δε ότι το να είναι κανείς «Έλλην είναι βιολογική ανάγκη»1. Μ αυτόν όμως τον τρόπο καλλιεργούν έναν έντονο εθνικισμό, που, όπως παρατηρούν μερικοί, φθάνει τα όρια τού ρατσισμού.
Πριν απαντήσουμε στον ισχυρισμό τους αυτό, πρέπει να επισημάνουμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες αγαπούσαν πολύ την πόλη ή την πατρίδα τους. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικά τα όσα αναφέρονται στο θαυμάσιο κείμενο τού Επιταφίου τού Περικλέους. Τα δε κείμενα τού Θουκυδίδου δεν είναι παρά ένας ύμνος στην πόλη των Αθηνών των κλασσικών χρόνων. Αλλά και οι θαυμάσιοι λόγοι τού ρήτορα Δημοσθένους δεν είναι παρά ύμνος προς το μεγαλείο της πόλεως. Υπογραμμίζουμε και την παρατήρηση τού Ιω. Θ. Κακριδή, ο οποίος γράφει· ««Συγγραφή» τού Θουκυδίδη και Πλατωνική «Πολιτεία»· δύο έργα τόσο ανόμοια και όμως τού ίδιου πόνου γέννημα. Ούτε «φιλοσοφία» έκανε ο ένας, ούτε «ιστορία» ο άλλος, με το περιεχόμενο που οι έννοιες αυτές έχουν σήμερα. Την Αθήνα ζητούσαν να δουλέψουν και οι δύο με το λόγο τους, αφού δεν μπορούσαν και με το έργο τους· απλοί στοχαστές πάνω στα πράγματα της πολιτείας αναγκάστηκαν να γίνουν, με ανόμοιο τρόπο βέβαια, όμως με τον ίδιο καημό και με την ίδια αγάπη για την πόλη τους»2.
Στην επιμονή λοιπόν των νεοειδωλολατρών για τις εθνικιστικές τους ιδέες απαντούμε σύντομα τα ακόλουθα·
1. Είναι αστείος ο ισχυρισμός τους ότι για ν αποδεχθούμε τις πιο πάνω ιδέες τους πρέπει, εκτός των άλλων, «να τιμούμε τους αθάνατους Έλληνες θεούς», «να θεωρούμε κάθε αντιληπτή εκδήλωση της Μητέρας Φύσης ως Θεό και Θεά», «να γίνουμε ήρωες και ημίθεοι όπως εκείνοι», «να τιμούμε τον (θεό) Έρωτα». Να πιστεύουμε ότι τον «κόσμο κανένας δεν τον έφτιαξε ποτέ, αλλά πάντοτε υπήρχε, πάντοτε υπάρχει και πάντοτε θα υπάρχει, όπως δίδαξε ο Ηράκλειτος». Μάς συμβουλεύουν ακόμη· «αρκεί λιγάκι να ξεπλύνουμε τη θολούρα από το βλέμμα μας και... ιδού η Θεά Εστία, που φροντίζει το σπιτικό μας (...). Ιδού η Θεά Ηρα, που φροντίζει την οικογένειά μας (...). Ιδού ο ικανός τεχνίτης, ο Θεός Ήφαιστος, που κάνει πιο άνετη τη ζωή μας». Κοντά σ’ αυτά μας προτρέπουν να πιστεύουμε ότι «η ψυχή μας (είναι) αναμφίβολα η απόγονος της Θεάς Ψυχής», η οποία «είναι η μητέρα της Ηδονής». Και επιπλέον, ότι «Είναι Θεός το δέντρο», «και κάθε δέντρο το φρουρεί μια πεντάμορφη Δρυάδα»3.
Δεν χρειάζονται όμως πολλές γνώσεις για να αντιληφθεί κανείς ότι η νεόκοπη ειδωλολατρία ζει ακόμη στην προ Χριστού εποχή. Τότε που οι άνθρωποι θεοποιούσαν τη φύση, ζούσαν με τις δοξασίες τού Ηρακλείτου, με θολωμένο το νου έβλεπαν θεούς και θεές παντού, ακόμη και μέσα στα δέντρα, ως μόνο δε σκοπό της ζωής είχαν την ηδονή. Οι νεοειδωλολάτρες σαν να μην άκουσαν ότι η επιστήμη δεν πιστεύει πια στην αϊδιότητα τού σύμπαντος και ότι ο κόσμος έχει αρχή και πορεύεται σταθερά προς ένα τέλος4.
2. Το ότι οι Έλληνες διακρίθηκαν ανέκαθεν για τη μοναδική τους προσφορά στην επιστήμη και στον πολιτισμό και ότι είναι ο λαός που έφθασε, με μόνη τη δύναμη τού λόγου και τον βαθύ στοχασμό του, ως εκεί που μπορεί να φθάσει ο λογικός άνθρωπος, είναι μια πραγματικότητα. Κανείς δεν αμφισβήτησε την ευφυΐα τους και τις φιλότιμες προσπάθειές τους να βοηθήσουν τον άνθρωπο. Ούτε μπορεί να τους αρνηθεί κανείς ότι θεμελίωσαν πράγματι ένα επιβλητικό οικοδόμημα πολιτικής, κοινωνικής και ατομικής ηθικής. Ωστόσο, από τη στιγμή που έλαμψε στον κόσμο το φως τού Χριστού, φάνηκε πόσο αδύνατο ήταν το δικό τους φως, με το οποίο φώτιζαν το δρόμο τού οδοιπόρου των δύο κόσμων, τού ανθρώπου. Γι’ αυτό και δέχθηκαν το φως τού Χριστού ολοπρόθυμα.
Πέραν όμως αυτών, είναι λάθος να εξιδανικεύουμε τον αρχαίο ελληνισμό και ιδιαίτερα τη θρησκεία του, κριτική της οποίας θα κάνουμε στη σειρά των άρθρων αυτών. Άλλωστε κανένας λαός δεν μπορεί να εξιδανικευθεί στην ολότητά του.
3. Οι αρχαίοι Έλληνες ποτέ δεν υπήρξαν εθνικιστές, με την έννοια που δίνουμε σήμερα στον εθνικισμό. Πέραν των γνωστών θέσεων τού Ισοκράτους, έχει παρατηρηθεί, και είναι ορθό, ότι ο Μ. Αλέξανδρος δεν έκανε διαχωρισμό «Ελλήνων» και «Βαρβάρων». Η πολιτική του ήταν «μία πολιτική πολυφυλετική, πολυπολιτισμική, πολυγλωσσική και, γενικώς ειπείν, ό,τι απεχθάνονται και αποστρέφονται οι σύγχρονοι εθνικιστές»5.
Γράφει σχετικά ο Πλούταρχος· «Ο Αλέξανδρος δε συμπεριφέρθηκε όπως τον συμβούλευσε ο Αριστοτέλης· στους Έλληνας να συμπεριφέρεται σαν ηγεμόνας και τους βαρβάρους να τους μεταχειρίζεται σαν δεσπότης και για κείνους να φροντίζει ωσάν για φίλους και συγγενείς, και τους άλλους να τους χρησιμοποιεί σαν ζώα και φυτά. Κι αν έκανε αυτά που τον συμβούλευσε ο Αριστοτέλης, θα γέμιζε το βασίλειό του πολέμους και εξορίες και επαναστάσεις και συνωμοσίες. Όμως ο Αλέξανδρος πίστευε, ότι είχε σταλεί από το θεό κοινός ρυθμιστής και διαιτητής όλων των εθνών, και γι’ αυτό, όσους δεν έπειθε με τα λόγια, τους ανάγκαζε με τα όπλα να προσέλθουν στην ένωση. Όλα από παντού τα έθνη τα συνένωσε σ ένα σώμα, αφού ανάμιξε, ωσάν σε κρατήρα φιλίας, τα ήθη και τα έθιμά τους, τους γάμους και τον τρόπο της δίαιτάς τους, και πρόσταξε όλους να θεωρούν την οικουμένη πατρίδα, κι ακρόπολη και φρούριο το στρατόπεδο, και πρόσταξε συγγενείς να θεωρούν τους καλούς και εχθρούς τους πονηρούς, κι ακόμα να ξεχωρίζουν τους Έλληνας από τους βαρβάρους, όχι από την χλαμύδα και την πέλτη (μικρή ελαφρή ασπίδα) και τον ακινάκη (γιαταγάνι) και την κάνδυ (περσικό πανωφόρι με μανίκια), αλλά να τεκμαίρουν τον Έλληνα από την αρετή και τον βάρβαρο από την κακία. Και καθόρισε να μην υπάρχει διάκριση στα ρούχα, στα τραπέζια στους γάμους και στη δίαιτα, αφού συναναμιγνυόντουσαν με τους δεσμούς τού αίματος και των τέκνων»6.
Ώστε η πολιτική τού Μ. Αλεξάνδρου δεν ήταν ρατσιστική ή εθνική. Ούτε είχε ως βάση τη φυλετική καθαρότητα των Ελλήνων. Η ίδια η οικουμενική πολιτική συνεχίστηκε και στους Ελληνιστικούς χρόνους, αργότερα στους ρωμαϊκούς και στη συνέχεια στο βυζαντινό κράτος, που ήταν ένα πολυφυλετικό και πολυγλωσσικό κράτος, το οποίο είχε ως στενό συνδετικό δεσμό των λαών την Ορθόδοξη πίστη. Άλλωστε όλος ο Μεσαιωνικός ελληνισμός «δεν στηρίζεται στην φυλετική καθαρότητα των Ελλήνων, αλλά στην ελληνική γλώσσα και κουλτούρα και στην χριστιανική πίστη»7.
Είναι λυπηρό το ότι μερικοί αδιαφορούν για το φαινόμενο της νεοειδωλολατρίας, θεωρώντας το συγκυριακό και προσωρινό. Η αδιαφορία αυτή δεν λαμβάνει υπ’ όψη ότι οι αντιλήψεις που οι σύγχρονοι Ελληνολάτρες μεταφέρουν στην κοινωνία μας είναι ολοφάνερα οπισθοδρομικές, αντιεπιστημονικές και επικίνδυνες. Και σαν τέτοιες πρέπει να καταδικάζονται ανεπιφύλακτα.
ν.π.β.
Υποσημειώσεις
1. Βλ. Κ. Πλεύρη· Ρατσισμός, Από το ψεύδος στην αλήθειαν, έκδ. Κόκκινη Μηλιά,Αθήναι 1998, σελ. 9 και 15. Επίσης Γεωργ. Γεωργαλά, Κοσμοεξουσιαστές, Νέα Θέσις, Αθήνα 1997.
2. Θουκυδίδου Ιστορία· Εισαγωγή Ι. Θ. Κακριδή, μτφρ.-σχόλια Ελλης Λαμπρίδη, εκδ. Γκοβόστης, Τόμ. Α΄, σελ. 19.
3. Μάριος Βερέττας· Γεννήθηκα Έλληνας, εκδ. Μ. Βερέττας, Αθήνα 2000, σελ. 19, 22-25.
4. Βλ. Αρχιμ. Αστερίου Σ. Χατζηνικολάου· Ο άνθρωπος μέσα στό σύμπαν και Αρχή και Τέλος τού κόσμου, εκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήναι.
5. Φωτ. Σχοινά· άρθρο «Ελληνισμός και Χριστιανισμός· ρήξη ή ζεύξη;», στό Περιοδ. «Σύναξη» τ. 69/ Ιανουάριος-Μάρτιος 1999, σελ. 35.
6. Πλουτάρχου Ηθικά· Περί Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής, Λογ. Α΄, § 6, μτφρ. Π. Στάθη, εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων (102), Τόμ. Α΄ σελ. 38-39.
7. Φωτ. Σχοινά, ό.π., σελ. 36.
19. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΤΑΓΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΞΩΓΗΙΝΟΥΣ
Πέρα από τις αντιεπιστημονικές και ρατσιστικές θέσεις της νεοειδωλολατρίας, για τις οποίες μιλήσαμε στο προηγούμενο άρθρο· πέρα από τη θεοποίηση της φύσεως ως δήθεν «αυτογέννητης, αιώνιας και γενέτειρας όλων των θεών»· πέρα από την περίεργη επιμονή των Ελληνολατρών ότι «κατ’ εξαίρεση για μας τους Έλληνες, οι θεοί μας εκτός από φυσικές δυνάμεις και ενέργειες είναι επίσης και ιδέες, δηλαδή υπαρκτές οντότητες, που απλώς προσλαμβάνονται από τον ανθρώπινο νού»1, οι νεοπαγανιστές καλούν τους Χριστιανούς να κάνουμε την... επιλογή μας. Ποια επιλογή; Ακούστε· Μάς καλούν να διαλέξουμε μεταξύ τού Παναγίου και Παντοκράτορος Θεού της αγάπης και τού ανύπαρκτου νεφεληγερέτη Δία. Μεταξύ τού ιστορικού προσώπου της Πάναγνης Θεοτόκου και της ερωτότροπης Ήρας τού μύθου. Μάς καλούν μ’ ένα τρόπο αφελή και ταυτόχρονα θρασύ, να διαλέξουμε μεταξύ τού Σωτήρος και Λυτρωτού τού κόσμου, τού Εσταυρωμένου Κυρίου και τού μυθικού Κρόνου, που κατέστησε τον Ουρανό άγονο μεταξύ των θεών, ενώ έδωσε τη δυνατότητα στα κύματα να γεννήσουν από τον αφρό τους θεό!... Να διαλέξουμε μεταξύ τού Αναστάντος Κυρίου Ιησού και τού έκφυλου Δία τού μύθου, που η ανηθικότητά του τον κατέστησε περίφημο στη Φρυγία. Να περιφρονήσουμε τον Θεόν της άπειρης αγάπης και να προτιμήσουμε τον Ηρακλή τον τριέσπερο, μιμούμενοι τον έκφυλο δέκατο τρίτο άθλο του. Μάς καλούν να παραμερίσουμε τον Θεόν της ειρήνης και να συνταχθούμε με τον πολεμοχαρή Άρη. Μάς συμβουλεύουν να λατρεύσουμε τον μελάμπυγα και βουθοίνα Ηρακλή, που αφού τυράννησε ένα γεωργό, έφαγε το βόδι, με το οποίο όργωνε ο δυστυχής το χωράφι του. Μάς καλούν να εγκαταλείψουμε τον μόνο ζωντανό και αληθινό Θεό και να προσκυνήσουμε τον περιπλανώμενο στις ερημιές και τα όρη τραγοπόδαρο Πάνα...2.
Αλλά είναι προφανές ότι μόνον άνθρωποι που έχασαν τα λογικά τους μπορούν να ανταποκριθούν σε ένα τέτοιο προσκλητήριο...
Όμως η σύγχρονη νεοειδωλολατρία δεν μπορούσε να μείνει έξω και από την έντονη και διάχυτη στις ημέρες μας μηχανιστική αντίληψη της ζωής. Με πολλή επιτυχία επισημαίνει τη στάση αυτή τού νεοπαγανισμού ο κ. Βασίλης Ξυδιάς στό κατατοπιστικό άρθρο του «Οι «Έλληνες» ξανάρχονται»3. Αναφερόμενος στους κυριότερους άξονες της σκέψεως των αρχαιολατρών, επισημαίνει ως τρίτο άξονα την «τεχνο-προφητεία των εξωγήινων θεών». Οι νεοειδωλολάτρες, γράφει, έχοντας μια απωθημένη σχέση με τον άκτιστο Τριαδικό Θεό, τον οποίο ονομάζουν «εξωκοσμικό», κατασκευάζουν με την αχαλίνωτη φαντασία τους «μια μηχανιστική συγγένεια και επικοινωνία με απτούς εξωγήινους θεούς και προστάτες ή με χαμένους πολιτισμούς», όπως π.χ. αυτόν της μυθικής Ατλαντίδος. Από τις σχετικές θεωρίες «η πιο διαδεδομένη» μεταξύ των Ελληνολατρών είναι η θεωρία ότι «οι Έλληνες έλκουν με κάποιο τρόπο την καταγωγή τους από τους εξωγήινους «θεούς», που», πάντοτε κατά την αρρωστημένη φαντασία των ελληνολατρών, «ήρθαν πριν από δεκάδες χιλιάδες χρόνια στη Γη (από τον αστερισμό τού Λαγού ή από τον Σείριο ή από τέσσερις διαφορετικούς αστερισμούς)».
Και ύστερα απ’ αυτά τα διαζευκτικά ή (που μπορεί ένας ευφάνταστος να προσθέσει κι όσα άλλα θέλει), σημειώνει ο κ. Ξυδιάς· «Αυτή η εξωγήϊνη προέλευση εξηγεί, υποτίθεται, και την ανωτερότητα των Ελλήνων (sic) και τη διαχρονική σύγκρουσή τους με τους «άλλους», που κατευθύνονται από κακούς εξωγήινους ή από μυστηριώδη ανθρωποειδή, που κατοικούν στα έγκατα της Γης». Αλλά μη νομίσετε ότι σταματά έως εδώ η καλπάζουσα φαντασία της σύγχρονης ελληνολατρίας. Καθόλου· «εδώ ακριβώς επεμβαίνει η «Ομάδα Ε», η οργάνωση-φάντασμα, που από την αυγή της ιστορίας» δήθεν «προστατεύει και καθοδηγεί τους Έλληνες στον διαπλανητικής σημασίας αγώνα τους. Το επιτελείο της «Ε», στους συνεργάτες της οποίας θα μπορούσε κανείς να βρει τον Αριστοτέλη, τον Ιουλιανό, τον Κοραή, τον Ωνάση, τον Τρίτση, τον Σαντάμ Χουσείν και πολλούς άλλους» (sic), επεμβαίνει και τι κάνει; Ε, τι άλλο· «προωθεί τα συμφέροντα τού ελληνισμού, κατέχει υπερόπλα και σκοπεύει να κάνει την Ελλάδα υπερδύναμη»4!... Ωστόσο η νεοειδωλολατρική φαντασία, που δεν καλπάζει απλώς, αλλά κυριολεκτικά οργιάζει, επιμένει ότι «υπάρχει και η Ο.Α.Ε. (Ομάδα Εθνικής Αποκαταστάσεως, η οποία εκπροσωπείται από τους ελληνολάτρες τού Περιοδικού «Δίαυλος Έψιλον»), που θεωρεί ύποπτους τους «Ε»»... «αλλά», προσθέτει ο κ. Ξυδιάς με λεπτή ειρωνική διάθεση, «ας μη τα ψιλολογούμε και χάνουν την αξία τους».
Απ’ αυτά είναι προφανές ότι η ολότελα φανταστική και παντελώς αστήρικτη θεωρία περί εξωγήινης καταγωγής των Ελλήνων και των θεών τους είναι προσπάθεια προσαρμογής της γνωστής θεωρίας τού Εριχ φόν Νταίνικεν, την οποία μας είχε σερβίρει πριν λίγες δεκαετίες, υποστηρίζοντας τη δήθεν εξωγήινη καταγωγή των αρχαίων θεών. Τη θεωρία τού Νταίνικεν ανέλαβαν να «εξελληνίσουν» οι Γεώργιος Λευκοφρύδης το 1975 και Θεόδωρος Αξιώτης το 1995. Αλλά, προφανώς για να μη φαίνονται αντιθέσεις και αντίπαλα στρατόπεδα μεταξύ των Ελληνολατρών, ο Γιάννης Φουράκης προσπάθησε να συγκεράσει τις ιδέες περί εξωγήινων Ελλήνων και εκείνης της «Ομάδος Ε» σε μια ενιαία θεωρία. Κι αυτή τη νέα θεωρία πήραν να τη διαδίδουν στη συνέχεια και άλλοι, όπως ο Ανέστης Κεραμυδάς6.
Ας μην επαναπαυόμαστε όμως. Διότι ενώ όλα αυτά από τους σοβαρά σκεπτόμενους απορρίπτονται ως αφέλειες, φαντασιώσεις και παραδοξολογήματα, υπάρχουν όχι λίγοι που τα ασπάζονται, διότι τέρπονται με τέτοιου είδους νοσηρές μεταφυσικές ανησυχίες και μυθολογίες. Και αυτό ακριβώς είναι όχι μόνο τραγικό, αλλά και πολύ επικίνδυνο για το λαό και τον πολιτισμό μας.
Αλλά στους γεμάτους σύγχυση, σατανικά εφευρήματα και απίθανες εσχατολογικές προφητείες καιρούς μας, αυτά πρέπει να τα περιμένει κανείς. Άλλωστε το θράσος των νεοειδωλολατρών είναι απύθμενο, αφού τολμούν να γράψουν· «Όλη η υδρόγειος τρέμει μήπως αφυπνιστεί ο Έλληνας· άλλοι από τρόμο και άλλοι από χαρά». Κι αφού αναφέρουν ότι «διαστημόπλοια προσγειώνονται στις εξοχές τού Βόλου, τού Υμηττού... τού Ηρακλείου, τού Κιλκίς» κλπ. προσθέτουν· «Ο άνθρωπος που θα προτιμήσει να δεχτεί την «αλήθεια» των δελτίων ειδήσεων της τηλεόρασης, της γραφειοκρατίας, των εργατοπατέρων και τού σχολείου, και να αποκηρύξει ως ευφάνταστα παραμύθια όλα τα παραπάνω, πρέπει να είναι ένας άνθρωπος πολύ δυστυχισμένος. Μιά ανέλπιστη και απίστευτη ελπίδα ίσως να υπάρχει ακόμη στον πάτο τού κουτιού της Πανδώρας!»7.
Τα πολλά υμάς μυθολογήματα, ώ άνδρες Ελληνολάτρες, εις μανίαν και αλογίαν περιτρέπει!...
ν.π.β.
Υποσημειώσεις
1. Πρβλ. μεταξύ άλλων και «Ελληνική Αγωγή», φ. 4, Δεκέμβριος 1996.
2. Βλ. περισσότερα στό άρθρο· «Απέσβετο και λάλον ύδωρ - Απέσβετο;-Αληθώς απέσβετο», τού Στεφ. Καραχάλια, Περιοδ.«Σύναξη», τ. 69, Ιάν.-Μάρτ. 1999, σελ. 83-84.
3. Βλ. Περιοδ. «Σύναξη», τ. 69, Ιαν.-Μάρτ. 1999, σελ. 5-22.
4. Π. Γιαννουλάκη, «Τό μυστήριο της Ομάδας «Ε»», Περιοδ. «Τρίτο Μάτι», τ. 64, Οκτώβριος 1997, εις Βασ. Ξυδιά, ό.π.
5. Βλ. συνέντευξη τού Ι. Φουράκη στό Περιοδ. «Τρίτο Μάτι», τ. 36, Ιούνιος 1994, σελ. 24. Θεοδώρου Αξιώτη, Η Αποκρυπτογράφηση τού Δίσκου της Φαιστού, εκδ. Σμυρνιωτάκη. Καί Στ. Φανού, Οδηγός των βιβλίων για την Αρχαία Ελλάδα, εκδ. Κίνηση Ιδεών, Αθήνα 1997, σελ. 245, παρά Βασ. Ξυδιά, ό.π.
6. βλ. τή συνέντευξή του στό Περιοδ. «Τρίτο Μάτι», τ. 72, Οκτώβριος 1998, σσ. 18-24.
7. Π. Γιαννουλάκη, «Τό μυστήριο της Ομάδας «Ε»», Περιοδ. «Τρίτο Μάτι», τ. 64, Οκτώβριος 1997.
20. Επενδύουν στή νεοειδωλολατρία τα πάθη τους
Το μεγάλο δυστύχημα για τους Έλληνες «Εθνικούς» είναι ότι επενδύουν στη νεοειδωλολατρία τα πάθη τους, ανακαλώντας μάλιστα με καύχηση ό,τι ικανοποιεί τα κατώτερα ένστικτα τού ανθρώπου. Αναφέραμε σε προηγούμενο άρθρο της σειράς αυτής1 τη δήλωση Έλληνα νεοειδωλολάτρη, που ίδρυσε και πολυθεϊστικό ναό στο Παρίσι για να λατρεύσει το Δωδεκάθεο, ο οποίος είπε· Ο πολυθεϊσμός «απελευθερώνει τον άνθρωπο από οποιοδήποτε ηθικό νόμο. Βάζει την ηθική του πάνω στή φύση και πουθενά αλλού. Δέν έχει την έννοια τού καλού και τού κακού. Υπάρχει μόνο η έννοια τού ωραίου και τού άσχημου...». Ο δωδεκαθεϊστής Τρύφων Ολύμπιος σε Αναφορά-Υπόμνημά του μιλάει για «θεοποίηση τού αισθητού κόσμου» «από τους Έλληνες» που «κάνει το ανθρώπινο σώμα να είναι θεϊκό», «γι’ αυτό δε η ωραιότητα τού σώματος αποτελούσε ιδεώδες και η Ηδονή και Ευδαιμονία υπήρξαν θεότητες»· γι’ αυτό «οι δύο θεοί, ο Απόλλων και ο Διόνυσος, ελατρεύοντο μαζί στους Δελφούς»2. Ο δε ομόφρονάς του Μάριος Βερέττας, γράφει ότι ο ελληνικός μύθος «ως κινητήρια δύναμη της αποχαύνωσης τού Χάους υμνεί Έναν και μόνον θεϊκό παράγοντα· τον Έρωτα». Και προσθέτει· «Η σχέση των Ελλήνων με όλους τους αθάνατους είναι σχέση ερωτική». Και σχολιάζει· «Εδώ εντοπίζεται ανάμεσα στις τόσες και τόσες η θεμελιώδης διαφορά της Αρχαίας Ελληνικής Πολυθείας απέναντι στόν δεσπόζοντα χυδαίο μονοθεϊσμό (Σ.Σ. εννοεί τον Χριστιανισμό), τον οποίο επέβαλαν κάποτε κοινοί εγκληματίες και συντηρούν σήμερα αχαρακτήριστοι αργυρολάτρες» (Σ.Σ. εννοεί τους κληρικούς της Εκκλησίας). Και συνεχίζοντας το υβρεολόγιό του για τα μέλη της Εκκλησίας τού Χριστού, προσθέτει· «Ο ανατολίτης (Σ.Σ. ο Χριστιανός) πιστεύει στο ανυπόστατο, αντιερωτικό και κακόσχημο μονοφαγά θεό του, προκειμένου να εισπράξει κάποτε την... επουράνια ανταμοιβή της αφοσίωσής του». Συγχαίροντας δε τους «αρμοδίους», που «συνέβαλαν καθοριστικά» στον πατραϊκό καρνάβαλο, εκθειάζει τα μεθοκοπήματα, τις χυδαιολογίες νέων και των δύο φύλων και τ άλλα ασελγή και αθέμιτα (παραλείπουμε τον πραγματικό ύμνο του στην ασέλγεια και τη διαφθορά τού καρνάβαλου), και μας βεβαιώνει, μήπως τυχόν μας διαφύγει· «Αυτή είναι η ουσία της μεγάλης εορτής» (sic) τού πατραϊκού καρναβάλου3.
Η επένδυση των αρχαιολατρών στα πάθη τους είναι φυσική συνέπεια της λατρείας τού ειδωλολατρικού δωδεκαθέου. Διότι, όπως αναπτύσσει πολύ ωραία ο Μ. Αθανάσιος στο λόγο του «Κατά Ειδώλων», οι λεγόμενοι θεοί των ειδωλολατρών είναι απλοί άνθρωποι, που θεοποιήθηκαν από πλάνη ή κατόπιν διαταγής βασιλέων ή πολιτικών αρχόντων. Και μάλιστα όχι άνθρωποι καλοί, αλλά φαύλοι και στον μέγιστο δυνατό βαθμό ανήθικοι, με όλα τα ανθρώπινα ελαττώματα και πάθη. Τούτο δε αποδεικνύει την ανηθικότητα και την αφροσύνη της ειδωλολατρίας σ’ όλες τις ποικίλες μορφές της.
Ο Μ. Αθανάσιος στον ίδιο Λόγο του απαριθμεί με γλώσσα πολύ ρεαλιστική και με κάθε λεπτομέρεια τις ανηθικότητες και τις ασέλγειες των θεών και θεαινών τού ελληνικού πανθέου και τονίζει ότι οι ειδωλολάτρες έμαθαν πολλά κακά από τους θεούς τους· κακά, τα οποία οι μεν νόμοι τιμωρούν αυστηρά, οι δε σώφρονες αποστρέφονται. Και διερωτάται· Άραγε αξίζει να πιστεύονται ως θεοί αυτοί, οι οποίοι πράττουν τέτοιες πράξεις, και να μη θεωρούνται για την ακόλαστη συμπεριφορά πιο ανόητοι και από τα άλογα ζώα; Άραγε αξίζει να θεωρούνται άνθρωποι αυτοί που τους λατρεύουν και να μη ελεεινολογούνται ως αλογώτεροι και από τα άλογα ζώα και περισσότερο αναίσθητοι από τα άψυχα; Διότι, εάν απλώς εσκέπτοντο με το λογικό της ψυχής τους, δεν θα έπεφταν μπροστά στους θεούς αυτούς με το πρόσωπο στη γη για να τους προσκυνήσουν, αρνούμενοι τον αληθινόν Θεόν και Πατέρα τού Χριστού. Και καταλήγει ο Μ. Αθανάσιος· Δεν μπορούν να είναι θεοί ούτε τα άψυχα κτίσματα ούτε οι μυθολογούμενοι από τους ποιητές, Ζεύς και Απόλλων κ.ά., που υπήρξαν μόνο θνητοί άνθρωποι. Γι’ αυτό και η λατρεία και η θεοποίησή τους δεν εισάγει ευσέβεια, αλλ’ αθεΐα και κάθε είδος ασέβειας και είναι απόδειξη μεγάλου εκτροχιασμού από τη γνώση τού μόνου αληθινού Θεού, δηλαδή τον Πατέρα τού Χριστού. Η ειδωλολατρία των εθνικών είναι πέρα-ώς-πέρα αθεΐα και έχει επινοηθεί όχι προς ωφέλεια, αλλά προς καταστροφή τού ανθρωπίνου βίου4.
Ο αποστάτης Ιουλιανός, για να υπερασπισθεί την ασέλγεια των θεών του και όσων επίστευαν σ’ αυτούς, έφερε ως παράδειγμα τον Σολομώντα της Π. Διαθήκης, τού οποίου ο βίος δεν υπήρξε καθαρός. Και μάλιστα τον συνέκρινε με τους ειδωλολάτρες Φωκυλίδη, Θέογνη και Ισοκράτη. Αλλ’ ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας τού απάντησε ότι ο Σολομών έζησε σε χρόνους προχριστιανικούς, ήταν σύγχρονος τού Ομήρου. Ωστόσο, όταν ο Όμηρος συνέθετε τα ποιήματά του, ο Σολομών έγραφε το βιβλίο των Παροιμιών και έκτιζε τον ναό των Ιεροσολύμων. Οι Φωκυλίδης και Θέογνις είναι πολύ μεταγενέστεροι τού Σολομώντος και συνέγραψαν, κατά τον άγιο Κύριλλο, μερικά χρήσιμα πράγματα, απλά και κομψά, τέτοια ακριβώς που θα έλεγαν και οι παραμάνες στα κοριτσάκια και οι παιδαγωγοί νουθετώντας τα μικρά αγόρια. Ο δε Ισοκράτης, έγραψε μεν ωφέλιμα για τους νέους, ωστόσο ο Σολομών έγραψε πολύ πριν απ’ αυτόν όσα θα επαρκούσαν και στους νέους και στους πρεσβυτέρους. Άλλωστε, συνεχίζει ο άγιος Κύριλλος, δεν συναριθμούμε τον Σολομώντα ούτε με τους αγίους προφήτες ούτε με τους αποστόλους ή τους ευαγγελιστές. Έπεσε, ναι. Και μάλιστα πολύ χαμηλά. Αλλά είχε ανατραφεί μέσα στα πλούτη και στη χλιδή. Και όπως έγραψε και ο Ισοκράτης, με τις τρυφές συμβαδίζει πάντοτε και η φιληδονία. Ο δε πλούτος είναι υπηρέτης της κακίας μάλλον, παρά της καλοκαγαθίας. Δεν είναι παράδοξο λοιπόν αν υποχώρησε στις ηδονές. Αλλά τι θα ‘χες να μου πεις, λέει στον Ιουλιανό ο άγιος Κύριλλος, για τον σοφό Σωκράτη, ο οποίος λίγα κτήματα είχε και κατάντησε σε έσχατη πενία και ζούσε λιτά; Γιατί αυτός (ο Σωκράτης) ήταν ασυγκράτητος σε αισχρές και βδελυρότατες ορέξεις; Αλλά και οι θεοί σας, που τους ονομάζετε σοφούς και συνετώτατους, γιατί παραδίδονται σε ανήκουστες και απερίγραπτες ασέλγειες; Ναι· ο Σολομών παρασύρθηκε από αλλόφυλη γυναίκα και ελάτρευσε ψευδώνυμους θεούς. Αλλά δεν οδηγήθηκε στη λατρεία αυτή από τον Θεόν, ο οποίος και τον τιμώρησε για την παρεκτροπή του αυτή (βλ. Γ΄ Βασ. ια΄ ͺ[11] 4 εξ.)5 .
Και για να τελειώνουμε· Οι νεοειδωλολάτρες έχουν κάθε λόγο να επιμένουν στη λατρεία των ειδώλων. Αν πιστέψουν στον Τριαδικό Θεό, τον αληθινό Θεόν, τον Πανάγιο Θεόν της αγάπης, πρέπει να ζήσουν σύμφωνα με το άγιο θέλημά Του. Όμως, παγιδευμένοι από την αμαρτία και δούλοι των παθών τους, αρνούνται να κάνουν το σωτήριο αυτό βήμα. Ο Χριστός είναι το φως τού κόσμου, «ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια, ἡ ζωή» (Ιω. η΄ 12· ιδ΄ [14] 6). Τα είδωλα είναι σκοτάδι, είναι γκρεμός, είναι ψέμα, είναι αιώνιος θάνατος. Η αμαρτία την οποία καλλιεργούν τα είδωλα, δηλαδή ο διάβολος, είναι η μεγαλύτερη ταραχή και δυσαρμονία, γι’ αυτό καταστρέφει το κάλλος της αθάνατης ψυχής. Τά πονηρά έργα σκοτίζουν και μολύνουν την ωραιότητά της και τελικά τή χωρίζουν από τον Θεόν. Γι αυτό κάθε άνθρωπος που αμαρτάνει αποστρέφεται το φως της Αληθείας, δηλαδή τον Κύριον Ιησούν. Το είπε ο Κύριος· «πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς» για να μη γίνει φανερή η ασχημία και η φαυλότητα των έργων του και προκληθεί έτσι η αποδοκιμασία του και η εξέγερση της συνειδήσεώς του (Ιω. γ΄ 20).
ν.π.β.
Υποσημειώσεις
1. Βλ. «Η Δράσις μας», τ. 405, Ιανουάριος 2003, σελ. 11.
2. Βλ. Δρος Τρύφωνος Ολυμπίου, Αναφορά- Υπόμνημα προς τον κ. Εισαγγελέα τού Αρείου Πάγου, Λιτόχωρο 18 Οκτωβρίου 2001 (Κοινοποίηση· 1. Πρωθυπουργό 2. Υπουργό Δικαιοσύνης), σελ. 6.
3. Μάριου Βερέττα, Γεννήθηκα Ελληνας, Δεκατέσσερα πολυθεϊστικά κείμενα, Αθήνα 2000, σσ. 137, 139, 140, 93.
4. Μ. Αθανασίου, Κατά ειδώλων, 26 & 29 ΡG 25, 52Β· 60Β.
5. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Υπέρ της των Χριστιανών ευαγούς θρησκείας προς τα εν αθέοις Ιουλιανού, Λογ. Ζ΄, ΡG 76, 841ί - 849έ.
Πηγή: Περιοδικό Διάλογος, τεύχη 13 - 19
21. Αντιπαραβολή τού Χριστιανισμού με... μύθους!
Από το προηγούμενο άρθρο φάνηκε η έντονη και ακόρεστη σαρκολατρία της ειδωλολατρίας, όσο κι αν υπήρξαμε φειδωλοί στην έκθεση ορισμένων πτυχών της. Αυτό το κάναμε από σεβασμό προς τους αναγνώστες μας. Διότι οι μυθοπλάστες ποιητές τού ελληνικού πανθέου είναι ανατριχιαστικά ρεαλιστές στις περιγραφές τους.
Έχοντας λοιπόν υπ’ όψη όλα αυτά και γενικά τις φυσιοκρατικές αντιλήψεις της αρχαίας μυθολογίας για τους θεούς, προκαλεί όχι μόνο έκπληξη, αλλά και αγανάκτηση ο ισχυρισμός της νεοειδωλολατρίας ότι η Εκκλησία μιμήθηκε τους μύθους και τις τελετές των αρχαίων ειδωλολατρών!...
Πέραν τού ότι όλα τα είδωλα των εθνών είναι «δαιμόνια» κατά την Αγίαν Γραφήν (Ψαλμ. ϞΕ´ [95] 4) και επομένως δεν μπορεί να γίνει καμία σύγκριση με τον αληθινό, πραγματικό και ζωντανό Τριαδικόν Θεόν, οι τελετές και γενικώς η λατρεία τού Χριστιανισμού έχουν σταθερή ιστορική βάση. Και προϋποθέτουν γεγονότα και διδασκαλία τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο Οποίος υπήρξε ιστορικό πρόσωπο, όπως ιστορικά πρόσωπα υπήρξαν και οι άγιοι Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι και Μάρτυρες. Εξ άλλου πώς μπορεί να συγκριθεί Εκείνος, ο Οποίος «αμαρτίαν ουκ εποίησεν ουδέ ευρέθη δόλος εν τώ στόματι αυτού» (Α΄ Πέτρ. β΄ 22) με την ακάθαρτη ζωή των δαιμονίων; Εκείνος, ο Οποίος προσέφερε τον εαυτό του θυσία επί τού Σταυρού «υπέρ της τού κόσμου ζωής και σωτηρίας», με τα δαιμόνια που οδηγούν τον άνθρωπο στον αιώνιο θάνατο; Τα της θείας Λειτουργίας της Εκκλησίας και όλα τα Ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας έχουν ως βάση, πυρήνα και περιεχόμενο τη μοναδική, εξιλαστήριο και κοσμοϊστορική θυσία τού Υιού και Λόγου τού Θεού, ο οποίος έγινε άνθρωπος, για να κάνει τον άνθρωπο «θεόν κατά χάριν».
Οι Χριστιανοί όχι μόνον δεν αντέγραψαν τα της λατρείας των ειδώλων, ούτε βεβαίως ήταν δυνατόν να τα αντιγράψουν, διότι, όπως είπαμε, θεωρούσαν και θεωρούν ότι όλοι χωρίς καμιά εξαίρεση «οι θεοί των εθνών» είναι ψεύτικα πλάσματα και επινοήματα της ανθρώπινης φαντασίας και τού διαβόλου. Άλλωστε ήδη οι προφήτες της Π. Διαθήκης καταδίκαζαν την ειδωλολατρία με σκληρότατες εκφράσεις, ο δε Θεός τιμώρησε τον Ισραήλ όχι λίγες φορές, και μάλιστα πολύ σκληρά, διότι είχε επηρεασθεί από τους γειτονικούς λαούς και μιανθεί με τη λατρεία των ειδώλων, φθάνοντας στο σημείο όχι μόνο συνηθισμένες θυσίες ζώων να προσφέρει στα είδωλα, αλλά και ανθρωποθυσίες!
Στους Χριστιανικούς χρόνους πάλι η Εκκλησία τήρησε στάση όχι απλώς αντίθετη προς τις μυστηριακές τελετουργίες των ειδωλολατρών (μιθραϊκές, ελευσίνιες, αιγυπτιακές κ.τ.ό.), αλλά και προς εκείνους που τις τελούσαν. Άλλωστε οι περισσότεροι Μάρτυρες της Εκκλησίας οδηγήθηκαν σε φρικτά μαρτύρια από τους ειδωλολάτρες, διότι αρνήθηκαν να θυσιάσουν στους θεούς τους!
Εκτός αυτών οι Χριστιανοί αρνήθηκαν να δεχθούν και αυτά ακόμη τα της Ιουδαϊκής συναγωγής. Διότι όλα εκείνα ήσαν σκιές και τύποι, των όσων ακολούθησαν στους χρόνους της Κ. Διαθήκης. Οι δε Χριστιανοί θεώρησαν τους εαυτούς τους ως το «Ισραηλιτικόν το αληθινόν, πνευματικόν, και Ιούδα γένος και Ιακώβ και Ισαάκ και Αβραάμ», διότι προσήχθησαν στον Θεόν «διά τούτου τού σταυρωθέντος Χριστού»1.
Κατά τον άγιο Ιουστίνο, τον φιλόσοφο και μάρτυρα, ο οποίος ήταν προηγουμένως εθνικός (γεννήθηκε αρχές τού 2ου αι.), «το μυστήριον τού προβάτου», το οποίο ο Θεός διέταξε να θυσιάζεται το Πάσχα, ήταν τύπος τού Χριστού. Το πρόβατο που θυσιαζόταν ως ολοκαύτωμα ήταν σύμβολο «τού πάθους τού Χριστού»· «η εντολή της περιτομής» ήταν τύπος «της αληθινής περιτομής», που «υπέστημεν από την πλάνην και την πονηρίαν» από τον εκ νεκρών αναστάντα την «μίαν των σαββάτων», την ημέραν τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού2. Έτσι έχουμε αντί τού ναού τού Σολομώντος με τις θυσίες και τελετές τού Νόμου, τον Χριστιανικό ναό με τα Ιερά Μυστήρια και τις ιερές τελετές· αντί τού νομικού Πάσχα, το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας κλπ.
Επομένως τα Χριστιανικά μυστήρια δεν είναι Ιουδαϊκά δάνεια· πολύ περισσότερο δεν είναι ειδωλολατρικά δάνεια. Πώς είναι δυνατόν να είναι, αφού ουδεμία σχέση υπάρχει μεταξύ Χριστού και διαβόλου; Το γράφει ο απόστολος Παύλος· Ποια σχέση, ποιος συνεταιρισμός μπορεί να υπάρχει μεταξύ δικαιοσύνης και ανομίας; ποια επικοινωνία μεταξύ φωτός και σκότους; Ποια συμφωνία μπορεί να γίνει μεταξύ τού Χριστού και τού σατανά; Ποιο μερίδιο μπορεί να έχει ένας πιστός με έναν άπιστο; Πώς μπορεί να βρίσκονται μαζί στον ίδιο τόπο ο ναός τού Θεού και τα είδωλα; (Β΄ Κορ. στ΄ 14 -16).
Επί πλέον Σύνοδοι Οικουμενικές και Τοπικές έχουν αποφανθεί επανειλημμένως εναντίον των οποιωνδήποτε ειδωλολατρικών επιδράσεων στην Εκκλησία και στη λατρεία της. Τα δε περί αμφίων, θυσιών, νηστειών κλπ. είναι θεσμοθετημένα από τους χρόνους της Π. Διαθήκης (βλέπε Λευιτικό και Δευτερονόμιο), «πολύ πριν υπάρξουν γραπτά ελληνικά μνημεία (πολλώ μάλλον τελετές). Όλα δε αυτά στην Εκκλησία λειτουργούν προς δόξαν τού Θεού και σωτηρίαν τού ανθρώπου, ενώ στις ειδωλολατρικές τελετές τάσσονται στην υπηρεσία των δαιμόνων». Εξ άλλου «στην ιουδαϊκή λατρεία ο Μωϋσής είχε δώσει βαθύτερο πνευματικό (Χριστοκεντρικό-σωτηριολογικό) νόημα, το οποίο συχνά ξεχνούσαν οι Εβραίοι και χρειαζόταν η παρέμβασις τού Θεού διά των προφητών προς διόρθωσιν. Βλέπει κανείς θυσίες, αναφορές και θυμιάματα, οργανικά στοιχεία της Μωσαϊκής λατρείας, να προκαλούν την αποστροφή τού Θεού, επειδή δεν έχουν σωτηριολογική προοπτική (ταπείνωση, ειρήνη αισθήσεων και λογισμών, υπακοή και ελευθερία από την εγωιστική αυτονομία από τον Θεό)»3.
Πέραν αυτών είναι γνωστό ότι ο διάβολος μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός, ανέκαθεν δε προσπάθησε να μιμηθεί εξωτερικά στοιχεία της Χριστιανικής λατρείας. Γράφει ο άγιος Ιουστίνος· «Ο Ιησούς το βράδυ της Μ. Πέμπτης, αφού έλαβε άρτον και αφού έκαμε ευχαριστήριο προσευχή, είπε στους Μαθητάς του· να πράττετε τούτο για να φέρνετε με ευγνωμοσύνη και πίστη στη μνήμη σας και στη μνήμη των άλλων την υπέρ υμών σταυρική μου θυσία και την απολύτρωση και σωτηρία σας, που επετεύχθη με την θυσία αυτή. «Τούτο είναι το σώμα μου» (Λουκ. κβ΄ [22] 19 και Α΄ Κορ. ια΄ [11] 23 εξ.). Κατά τον ίδιο τρόπο, αφού επήρε το ποτήριο είπε· «Τούτο είναι το Αίμα μου». Καί μόνο στους Μαθητάς του μετέδωσε. Μιμούμενοι τούτο οι πονηροί δαίμονες», συνεχίζει ο άγιος Ιουστίνος, «εδίδαξαν να γίνεται το ίδιο και στα μυστήρια τού Μίθρα. Ότι δε προσφέρεται «άρτος και ποτήριον ύδατος» στις τελετές τού μυουμένου στά μυστήρια τού Μίθρα, το γνωρίζετε ή μπορείτε να το μάθετε»4.
Μήπως και σήμερα οι μάγοι και τα μέντιουμ και οι λογής-λογής αγύρτες δεν χρησιμοποιούν σταυρούς, εικόνες, θυμίαμα κλπ. για τα δαιμονικά τους ξόρκια;
Ώστε τα εξωτερικά φαινόμενα δεν πρέπει να μας παρασύρουν, όπως κάποιον που έγραφε επιπόλαια· «Όταν πηγαίνω στην ακολουθία της Μ. Παρασκευής, μου είναι δύσκολο να αποφασίσω αν ο Θεός, που κηδεύεται είναι ο Χριστός ή ο Άδωνης» !...5. Όταν όμως υπάρχει σκοτισμός τού νου και σκληροκαρδία πώς να ξεχωρίσει κανείς τον Θεάνθρωπον Κύριον από τον Άδωνη των μυθογράφων και ποιητών; Πώς να καταλάβει ότι η μυθολογία πίσω από τους μύθους περί θανάτων και αναστάσεως θεών (π.χ. τού Άδωνη, τού Διονύσου) έβλεπε την ανακύκληση της εαρινής βλαστήσεως και της χειμερινής νεκρώσεως; Δηλαδή καθαρά φυσιοκρατικά; Πώς να εννοήσει ότι οι αρχαίοι ποιητές περιέγραφαν όλα αυτά με τρόπο καθαρά σαρκικό-οργιαστικό, προκαλώντας έτσι την αποστροφή των Χριστιανών, που λατρεύουν και προσκυνούν με τις εσωτερικές τους πνευματικές δυνάμεις, με αφοσίωση της καρδιάς και τού νου, αλλά και με αληθινή επίγνωση τού Θεού και της λατρείας τού Θεού; Τού αληθινού Θεού, ο Οποίος είναι Πνεύμα, και όχι απλώς ένα Πνεύμα. Τού Θεού, που είναι το Ον, και δεν υπόκειται σε τοπικούς περιορισμούς, αλλ’ είναι πανταχού παρών (βλ. Ιω. δ΄ 24).
Κρίμα, που οι νεοειδωλολάτρες δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τόσο φανερά πράγματα και συγχέουν τα ασύγχητα.
ν.π.β.
Σημειώσεις
1. Ιουστίνου, φιλοσόφου και μάρτυρος, Διάλογος προς Τρύφωνα 11, 5 ΒΕΠΕΣ 3, 218 (28-30).
2. ό.π. 40, 1 και 3· 41, 4, ΒΕΠΕΣ 3, 243· 244· 245.
3. Νεο-ειδωλολατρικές περιπλανήσεις και η αληθής εμπειρία της Εκκλησίας μας, έκδ. Ι. Μ. ῾Οσίου Γρηγορίου, Αγ. Όρος 2002, σελ. 65-66.
4. Ιουστίνου, Απολογία Α΄ 66, 3-4 ΒΕΠΕΣ 3, 197 (39)-198 (1-6). Βλ. και Απολογία Α΄ 54, ό.π. 190-191.
5. Βλ. Γ. Σιέττου, Αρχαίες επιβιώσεις στον Χριστιανισμό, Αθήνα 1994, σελ. 58.
22. Ανατομία της ειδωλολατρίας (Α΄)
Μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, η ταλαίπωρη φύση των ανθρώπων έπεσε σε πάρα πολλά και μεγάλα κακά· φόνους, μοιχείες, επιορκίες, ποικίλη ανηθικότητα και, το χειρότερο απ’ όλα, στην ειδωλολατρία. Αρνήθηκε τη λατρεία και την προσκύνηση τού Δημιουργού, τού ενός αληθινού Θεού, και άρχισε να λατρεύει τα κτίσματα· ανθρώπους, ζώα, θηρία, αναίσθητα όντα, σκόρδα, πράσα, κρεμμύδια (όπως οι Αιγύπτιοι). Κατασκεύασαν δε των ανθρώπων αυτών και των ζώων αναίσθητα είδωλα και ομοιώματα και άρχισαν να προσφέρουν σ’ αυτά θυσίες! Γράφει ο απόστολος Παύλος·
Αντάλλαξαν το ένδοξο μεγαλείο τού Θεού, ο Οποίος δεν έχει καμιά σχέση με τη φθορά, με υλικά αγάλματα, που έχουν την εικόνα φθαρτού ανθρώπου και πετεινών και τετραπόδων και ερπετών (...). Αντικατέστησαν τον αληθινόν Θεόν με τους ψεύτικους θεούς των ειδώλων και απέδωκαν τον σεβασμό της καρδιάς τους και την εξωτερική τους λατρεία στην κτίση, αντί να σέβονται και να λατρεύουν Εκείνον, που την έκτισε (Ρωμ. α΄ 23, 25).
Ο Μ. Αθανάσιος γράφει ότι επειδή η ψυχή των ανθρώπων δεν ικανοποιήθηκε από την επινόηση της κακίας, άρχισε σιγά-σιγά να εκτρέπεται στα χειρότερα. Αφού βγήκε από τον εαυτό της, άρχισε να σκέπτεται και να κατασκευάζει τα ανύπαρκτα. Έτσι έγινε αιτία της ειδωλολατρίας η κακία. Κι όσο πλήθαινε η κακία, τόσο πλήθαινε και η ειδωλολατρία. Αφού οι άνθρωποι έμαθαν να εφευρίσκουν εις βάρος τους την ανύπαρκτη κακία, κατά τον ίδιο τρόπο έπλασαν για τους εαυτούς των και τους ανύπαρκτους θεούς. Και με την πάροδο τού χρόνου εφεύρισκαν και νεότερες δεισιδαιμονίες. Έτσι λάτρευαν στην αρχή τον ουρανό, τον ήλιο, τη σελήνη, τα άστρα. Υστέρα ονόμασαν θεούς τον αιθέρα, τον αέρα και τα στοιχεία της ύλης. Υστέρα θεοποίησαν ανθρώπους ζωντανούς, όπως ήσαν οι Καίσαρες της Ρώμης, προβάλλοντας τους θνητούς ως αθάνατους· αλλά και νεκρούς, τους λεγόμενους ήρωες, όπως π.χ. τον Ηρακλή, τον Αρισταίο, τον Αχιλλέα κλπ. Σκεπτόμενοι δε και επινοούντες ακόμη χειρότερα απέδοσαν το θείο και υπερκόσμιο όνομα τού Θεού σε λίθους, ξύλα και ερπετά· σε ζώα υδρόβια και της ξηράς και στα άγρια και άλογα ζώα. Ορισμένοι σκοτίσθηκαν τόσο πολύ, ώστε θεοποίησαν και όντα ανύπαρκτα, αναμιγνύοντας όντα λογικά και άλογα· συνέπλεξαν πράγματα ανόμοια κατά τη φύση τους και τα ελάτρευαν ως θεούς. Τέτοιοι ήσαν οι κυνοκέφαλοι, οφιοκέφαλοι, ιερακοκέφαλοι και ονοκέφαλοι θεοί των Αιγυπτίων και ο κριόμορφος ή κριοκέφαλος Άμμων των Λιβύων. Ο Ιουδαίος Φίλων αναφέρει ότι οι Αιγύπτιοι ελάτρευαν όχι μόνο κτήνη, αλλά και μέλη κτηνών (κέρατα βοδιών, πτερύγια ψαριού, πέλματα κλπ), τα οποία ανύψωσαν το καθένα σε θεό και τα θεοποίησαν. Άλλοι λίθους και ξύλα. Ενώ άλλοι, επαυξάνοντας ακόμη περισσότερο την ασέβεια, θεοποίησαν και προσκύνησαν την ηδονή και την επιθυμία, όπως τον Έρωτα και την Αφροδίτη. Ενώ άλλοι, φιλοδοξώντας για τα χειρότερα, τόλμησαν ν’ ανυψώσουν σε θεούς και τους άρχοντές τους ή και τους νεαρούς ερωμένους των αρχόντων τους είτε για να τους τιμήσουν είτε επειδή έτρεμαν την τυραννική εξουσία τους... Με όλα αυτά βεβαίωναν εκείνο που μας είπε πριν απ’ αυτούς η σοφία τού Θεού· η επινόηση των ειδώλων είναι αιτία της απομακρύνσεως από τον Θεόν και της πνευματικής πρώτα, κατόπιν δε και της σωματικής πορνείας (Σοφ. Σολ. ιδ΄ [14] 12).
Συνεχίζοντας ο Μ. Αθανάσιος παρατηρεί ότι το φαινόμενο να νομοθετεί η σύγκλητος των Ρωμαίων αναγορεύοντας θεούς και ορίζοντας να λατρεύονται ως θεοί αρχαίοι βασιλείς των Ρωμαίων ή άλλοι, όσους έκριναν, δεν ήταν μόνο συνήθεια των Ρωμαίων. Όμοια γίνονταν και παλαιότερα. Αφού ο Ζεύς, ο Ποσειδών, ο Απόλλων, ο Ήφαιστος, ο Ερμής, η Ήρα, η Δήμητρα, η Αθηνά, η Άρτεμη είχε αποφασισθεί να λέγονται θεοί κατόπιν διαταγής τού Θησέως, τού βασιλιά των Αθηνών. Το χαρακτηριστικό δε είναι ότι όλους αυτούς τους θεούς και άλλους παρόμοιους, δεν τους ελάτρευε μόνο ο συνηθισμένος λαός, αλλά και άνθρωποι που καυχόντουσαν για τη σοφία, την κρίση και τον στοχασμό τους. Έτσι ο Σωκράτης κατεβαίνει στόν Πειραιά με τον Γλαύκωνα, αδελφό τού Πλάτωνα, για να προσευχηθεί στη θεά Άρτεμη και για να δει την ειδωλολατρική γιορτή1. Με όλα αυτά, οι άνθρωποι έγιναν δούλοι είτε κάποιας συμφοράς είτε της εξουσίας κάποιων τυράννων και απέδωκαν το όνομα τού Θεού, που δεν επιτρέπεται ούτε είναι δυνατόν να αποδοθεί σε κάποιον άλλον, σε πέτρες και ξύλα2 (Σοφ. Σολ. ιδ΄ [14] 21).
Εξ άλλου, όπως παρατηρεί πάλι ο Μ. Αθανάσιος, αρκετοί προσκυνούμενοι ως θεοί ήσαν συνηθισμένοι «άνθρωποι και μάλιστα άνθρωποι «όχι σεμνοί». Εάν πάλι θεοποίησαν άλλους, επειδή είχαν εφεύρει τέχνες, τότε έπρεπε να θεοποιήσουν και όλους τους εφευρέτες τεχνών3. Κατά τον Κλήμεντα τον Αλεξανδρέα, οι προσκυνούμενοι από τους ειδωλολάτρες ως θεοί ήσαν κάποτε άνθρωποι, που στο τέλος πέθαναν. Τούς ετίμησε δε ως θεούς ο μύθος και ο χρόνος. Διότι συμβαίνει τα μέν παρόντα να καταφρονούνται εξ αιτίας της συνήθειας, ενώ τα περασμένα, χωρισμένα από τον άμεσο έλεγχο εξ αιτίας της αδηλότητος των χρόνων, τιμώνται διά της μυθοπλασίας· και άλλα μέν απιστούνται, άλλα δε θαυμάζονται4.
Η ασέβεια και η παραφρόνηση των ειδωλολατρών έφθασε στο σημείο να κατακρεουργούν ανθρώπους και να τους προσφέρουν θυσία στους ψευδοθεούς τους. Έτσι θυσιάζουν έμψυχα σε άψυχα και λογικά σε άλογα και ακίνητα. Αυτό δε το δράμα, όπως παρατηρεί ο Μ. Αθανάσιος, είναι χαρακτηριστικό της κακίας των ειδώλων και των δαιμόνων5. Για τις βδελυκτές ανθρωποθυσίες κάνουν εκτενή λόγο και ο Τερτυλιανός (Τertullianus, Apolog. 9, 2-5) και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς6 και ο Ευσέβιος Καισαρείας7, οι οποίοι αναφέρουν χώρες, πόλεις και αριθμό θυσιαζομένων ανθρώπων σε τακτά διαστήματα. Συγκεκριμένες ανθρωποθυσίες απαριθμεί και ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας στο λόγο του Κατά Ιουλιανού8. Επίσης και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στον θαυμάσιο λόγο του «Εις τον μακάριον Βαβύλαν» αναφέρεται σε ανθρωποθυσίες, που ξεπερνούν, όπως λέγει, κάθε υπερβολική μανία, αφού «οι μιαροί και παμμίαροι» δαίμονες, που όλα μηχανεύονται για να ανατρέψουν τη ζωή μας, έπεισαν τους πιστούς τους να κατασφάζουν πάνω στους βωμούς τους γυναίκες και παιδιά, αντί προβάτων και βοδιών9.
Και δεν ήταν μόνο οι ανθρωποθυσίες, που δεν χόρταιναν τους απάνθρωπους και αχόρταγους δαίμονες· οι ναοί των ειδωλολατρών, κατά τη μαρτυρία τού Κλήμεντος Αλεξανδρέως, ήσαν στην πραγματικότητα τάφοι, αναφέρει δε τέτοιους τάφους και ποιοί είχαν ταφεί σ αυτούς. Και προσθέτει· Για να αναφέρω τους τάφους που προσκυνείτε σεις οι ειδωλολάτρες, δεν θα μου αρκέσει ούτε όλος ο χρόνος· εσείς όμως, αν δεν αισθάνεσθε ντροπή για τις τολμηρές σας πράξεις, γίνεσθε τότε τελείως νεκροί, αφού πιστεύετε σε πραγματικούς νεκρούς· «Ω ταλαίπωροι! Τι κακό είν αυτό που πάσχετε; σκοτάδι σκέπασε τα κεφάλια σας»10.
Πόσο σοφός ήταν ο Μ. Αθανάσιος, όταν έγραφε ότι η ειδωλολατρία δεν εισάγει ευσέβεια, αλλ’ αθεΐα και κάθε είδους ασέβεια· και είναι απόδειξη μεγάλου εκτροχιασμού από τη γνώση τού μόνου αληθινού Θεού. Και ακόμη είναι πέρα-ως-πέρα αθεΐα και ότι έχει επινοηθεί όχι προς ωφέλεια, αλλά προς καταστροφή τού ανθρωπίνου βίου11. Ο δε Θεολόγος Γρηγόριος ονομάζει την ειδωλολατρία και την μετατόπιση της προσκυνήσεως από τον Δημιουργό στα δημιουργήματα ως «το πάντων έσχατον των κακών και πρώτον», δηλαδή, ως το χειρότερο και μεγαλύτερο απ’ όλα τα κακά12.
Έτσι οι εθνικοί λογικοκράτες, που με τους ψεύτικους και πλανεμένους συλλογισμούς τους αποδείχθηκαν μωροί (βλ. Ρωμ. α΄ 21), έφτιαξαν με το περιορισμένο, σκοτισμένο και ασύνετο λογικό τους ένα θεό, και τον υποτάξανε σ’ αυτό το λογικό· αλλ’ απατήθηκαν. Διότι αυτός ο θεός, «δεν ήτανε παντοδύναμος, αλλά δούλος της Ανάγκης· [σημ: Ειμαρμένη] αυτή ήτανε η παντοδυναμία του»13.
ν.π.β.
Σημειώσεις
1. Πλάτωνος, Πολιτεία Ι, 327Α.
2. Μ. Αθανασίου, Κατά ειδώλων § 8, 9, 10, 11, 12 και 18 ΡG 25, 16c-2937.
3. Μ. Αθανασίου, ένθ ανωτ., § 18 ΡG 25 37Α - D.
4. Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Προτρεπτικός προς Έλληνας, Δ΄ (περί της των ειδώλων αναισθησίας), ΒΕΠΕΣ 7, 45 (31-36).
5. Μ. Αθανασίου, ένθ ανωτ., § 25 ΡG 25, 49Α - C.
6. Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Προτρεπτικός 3 ΒΕΠΕΣ 7, 37-39.
7. Ευσέβιος Καισαρείας, Ευαγγελική Προπαρασκευή Δ΄ 16, 1-12 ΒΕΠΕΣ 25, 131-133.
8. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, ...Πρός τα τού εν αθέοις Ιουλιανού, Λόγ. Δ΄ ΡG 76, 696D - 701Β.
9. Ιω. Χρυσοστόμου, Λόγ. Εις τον μακάριον Βαβύλαν και κατά Ιουλιανού και προς Έλληνες, 1 ΡG 50, 533-535.
10. Οδύσσεια Υ, 351 εξ. (Κλημ. Αλεξανδρέως, Προτρεπτικός, 3 ΒΕΠΕΣ 7, 37-40).
11. Μ. Αθανασίου, Κατά ειδώλων, 29 ΡG 25, 60 ΑΒ.
12. Γρηγορίου Θεολόγου, Ομ. 45, Εις το Άγιον Πάσχα, 9 ΡG 36, 633C.
13. Φ. Κόντογλου, Εργα, Τόμ. ΣΤ΄ Μυστικά Ανθη, έκδ. Αστήρ, Αθήναι, 1977, σελ. 256.
23. Ανατομία της ειδωλολατρίας (Β΄)
Στήν Ελλάδα το Δωδεκάθεο ήταν εισαγόμενο. Η νεοελληνολατρική κίνηση υποστηρίζει με κομπασμό ότι το Δωδεκάθεο είναι η «πάτρια», η «εθνική» θρησκεία των Ελλήνων. Γι’ αυτό, σύμφωνα με την τέτοια αντίληψη, «δεν μπορεί να είναι κανείς «πραγματικός» και «ολοκληρωμένος» Έλληνας αν δεν είναι «Ελλην» ή «εθνικός το θρήσκευμα»»1.
Είναι φανερό πώς οι νεοειδωλολάτρες ζουν στον κόσμο τους. Η αγνοούν ολότελα την ιστορία τού έθνους μας. Διαφορετικά δεν θα υποστήριζαν κάτι τέτοια. Διότι πολύ θα θέλαμε να μας πουν με σαφήνεια ποια ήταν ή καλύτερα «σε τι ακριβώς συνίσταται» η κατ’ αυτούς «πάτρια ελληνική θρησκεία». Διότι οι θρησκειολογικές και ιστορικές έρευνες καθόλου δεν αποδεικνύουν ότι το δωδεκάθεο ήταν η αρχική θρησκεία των Ελλήνων, ούτε βέβαια και η τελευταία. Οι πρωτοέλληνες, όπως και όλοι οι σύγχρονοί τους, λάτρευαν τα ιερά φίδια (οφιολατρία) και άλλες υποχθόνιες θεότητες, στις οποίες πρόσφεραν «χοές» (διότι ήσαν κυρίως σε ρευστή μορφή) στις διάφορες οπές και στα ανοίγματα της γης, για να εξευμενίσουν τις θεότητες αυτές. Αργότερα, όταν άρχισαν να ζουν με το κυνήγι και τους καρπούς και έγιναν ζωολάτρες και φυσιολάτρες, πρόσφεραν φυτικές και ζωϊκές θυσίες, τις «σπονδές». Όταν μεταπήδησαν στη λατρεία των ουρανίων σωμάτων, άρχισαν να προσφέρουν θυσίες ζώων, των οποίων ο καπνός και η κνίσα ανέβαιναν ψηλά για να φθάσουν στους νομιζόμενους θεούς. Με την πάροδο των αιώνων εγκαταλείπονται οι φυσικές θεότητες και λατρεύονται οι προσωπικές. Θανατώνονται οι παλιές θεότητες και θεοποιούνται οι ήρωες. Έτσι, κατά τη μυθολογία, ο Απόλλωνας φονεύει τον Πύθωνα· ο Κάδμος τον Δράκοντα στη Θήβα· ο Πρωτέας τη Μέδουσα και ο Ηρακλής τη Λερναία Ύδρα. Ως τότε κάθε νέα μορφή θρησκείας γκρέμιζε τις προηγούμενες. Ωστόσο και στην εποχή τού Μινωϊκού, Κυκλαδικού και Μυκηναϊκού πολιτισμού έχουμε και το φαινόμενο μικτών θρησκευτικών δοξασιών. Έχουμε π.χ. ως θεούς τους Τρίτωνες (μισό σώμα ψαριού και μισό ανθρώπου), τους Κενταύρους (μισό σώμα αλόγου και μισό ανθρώπου) κ.ά. ανθρωπόμορφα τέρατα. Εξ άλλου για τον Κέκροπα, τον μυθικό ιδρυτή των Αθηνών, πίστευαν ότι ήταν μισός φίδι και μισός άνθρωπος. Ενώ η Πόλη των Αθηνών είχε το ... ιερό της φίδι, στο οποίο οι Αθηναίοι πρόσφεραν μηλόπιτα... Αλλά και οι Δώδεκα θεοί επικράτησαν, όπως αναφέρει ο Ησίοδος στή Θεογονία του, με αγώνες, φόνους και αλληλοεξοντώσεις γιγάντων και τιτάνων. Ο Κρόνος (χρόνος), προκειμένου να επικρατήσει, γκρεμίζει και σκοτώνει τον Ουρανό, τον πατέρα του, και τρώει τα παιδιά του. Στη συνέχεια ο Ζεύς (αυτός που καίει) ή Δίας (φωτεινός) σκοτώνει τον πατέρα του Κρόνο, ελευθερώνει τ αδέλφια του, γεννά νέες θεότητες και δημιουργεί τους ανθρώπους...
Κατόπιν τούτων ρωτάμε· «Ποια απ’ αυτές είναι η πραγματική ελληνική θρησκεία; Η μήπως πρόκειται για την ίδια πίστη, που κατά καιρούς και σε διάφορες ιστορικές περιστάσεις αποκτά διαφορετικές εκφράσεις;»2 .
Ωστόσο οι Έλληνες παρέλαβαν τους θεούς τους από την Αίγυπτο, όπως αναφέρει ο πατέρας της Ιστορίας, ο Ηρόδοτος. Γράφει· Αρχικά δεν ήταν ονομασία για κανένα θεό, ύστερα δε από πολύ χρόνο πληροφορήθηκαν τα ονόματά τους φερμένα από την Αίγυπτο και πολύ αργότερα το όνομα τού Διονύσου. Αυτούς τους θεούς λάτρευαν κατ’ αρχήν οι Πελασγοί στο Μαντείο, «χρηστήριο», της Δωδώνης, το «αρχαιότατον των εν Ελλησι χρηστηρίων», στο οποίο μάλιστα δεν είχε δοθεί ακόμη το όνομά του και λειτουργούσε χωρίς όνομα· αργότερα ονομάστηκε «Δωδωναίον Πελασγικόν»3. Διότι στον Ομηρο συναντούμε τον Αχιλλέα να προσεύχεται· «Δία βασιλιά, Δωδωναίε Πελασγικέ, που κατοικείς μακριά...»4. Στη συνέχεια οι ιερείς της Δωδώνης έφεραν και την πρώτη «μέλαιναν» (μαύρη) μάντισσα, την Προμένειαν, που αγόρασαν από την Αίγυπτο, για χρησμοδοσία στους «πιστούς» επισκέπτες τού Μαντείου. Αργότερα έφεραν και δεύτερη, την Τιμαρέτη και τρίτη την Νικάνδρη. Ο λαός τις ονόμαζε σκωπτικά «Πελειάδες», δηλαδή αγριοπερίστερα, επειδή αγνοώντας τη γλώσσα, μιλούσαν ασυνάρτητα ελληνικά· «διότι βάρβαροι ήσαν, εδόκουν δε σφί ομοίως όρνισι φθέγγεσθαι»5. Στη συνέχεια ακολούθησαν και άλλες παρόμοιες Πυθίες στα μαντεία των Θηβών και των Δελφών. Και τα... γραίδια εκείνα με τα γνωστά ασαφή και διφορούμενα «ήξεις - αφήξεις» πληροφορούσαν με την πονηρή επέμβαση δολίων ιερέων των ειδώλων για τα... μέλλοντα!...
Κατά τον Μ. Αθανάσιο οι Πελασγοί έμαθαν τα ονόματα των θεών από τους Αιγυπτίους6, αντλώντας την πληροφορία από τον Ηρόδοτο, ο οποίος γράφει «Δυώδεκά τε θεών επωνυμίας έλεγον πρώτους Αιγυπτίους νομίσαι και Ελληνας παρά σφέων (από αυτούς) αναλαβείν, βωμούς τε και αγάλματα και νηούς (ναούς) θεοίσι απονείμαι σφέας (εις αυτούς)...»7. Ο Μ. Αθανάσιος γράφει «Πελασγοί» αντί Έλληνες, διότι Πελασγοί ονομάζονταν αρχικά εκείνοι που κατοικούσαν στην Ελλάδα, πριν έλθουν οι Έλληνες. Όταν ήλθαν οι Έλληνες αναμίχθησαν μ’ αυτούς, σε ορισμένα όμως έμειναν άμικτοι.
Τις ίδιες πληροφορίες μας δίνει και ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας, γράφοντας· Η πολύθεη πλάνη όλων των εθνών φάνηκε μετά από μακρούς αιώνες, αφού δε άρχισε από τους Φοίνικες και τους Αιγυπτίους πέρασε απ’ αυτούς και στα υπόλοιπα έθνη «και μέχρις αυτών Ελλήνων»8. Άλλωστε και ο πρώτος εισηγητής των στοιχείων της «γραμματικής», «των κοινών γραμμάτων», στους Έλληνες ήταν ο φοινικικής καταγωγής Κάδμος, γι’ αυτό και «Φοινικίνια τα γράμματα τινές των παλαιών ονομάζουσι»9.
Εξ άλλου είναι γνωστό ότι ο Πυθαγόρας και ο Θαλής έμειναν αρκετό καιρό στην Αίγυπτο. Αλλά και ο Σόλων είχε επισκεφθεί τη χώρα αυτή, όπου άκουσε κάποιον από τους εκεί ψευδοπροφήτες, δηλαδή ιερείς των ειδώλων, να τού λέει· «Σόλων, Σόλων, οι Έλληνες είστε πάντοτε παιδιά· γέροντας Έλληνας δεν υπάρχει, όλοι είσαστε νέοι στις ψυχές»10. Επίσης, όπως παρατηρεί ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, είναι αρχαιότερα τα όσα πιστεύουν οι Χριστιανοί. Διότι δεν υπήρχε επιστήμη γραμμάτων στους Έλληνες και μόλις τελευταία ο Κάδμος τα έφερε από τη Φοινίκη, ενώ είχαν ήδη γραφεί τα συγγράμματα τού Μωϋσέως11. Όλοι δε οι Έλληνες που επισκέφθηκαν την Αίγυπτο, θαύμασαν τα συγγράμματα τού Μωϋσέως11. Στους ιστοριογράφους των Ελλήνων, όπως ο Πολέμων, ο Πτολεμαίος, ο Ελλάνικος, ο Φιλόχορος, ο Κάστωρ, ο Διόδωρος κ.ά., ήταν πολύ γνώριμος ο Μωϋσής.
Ο Πλάτων, εξ άλλου, όπως αποδεικνύει με αρκετά παραδείγματα και εκτενή αποσπάσματα ο Ευσέβιος Καισαρείας, μεταποιεί επί το ελληνικότερο αρκετά από τα λόγια τού Μωϋσέως, τού Σολομώντος και των προφητών, μεταφέροντάς τα στα συγγράμματά του· τους Νόμους, την Πολιτεία και τον Θεαίτητο12.
Τέλος και ο Albin Lesky στο ογκώδες και πλήρως τεκμηριωμένο έργο του «Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής λογοτεχνίας» επισημαίνει ότι και το περιεχόμενο της «Θεογονίας» τού Ησιόδου ήταν εισαγόμενο. Γράφει· «Στή «Θεογονία» παραδόσεις που προέρχονται από διάφορες πηγές έχουν ποικιλότροπα ανακατευθή με αυτό που ο Ησίοδος έπλασε από δική του σκέψη (Ϝ). Ο Ησίοδος, με τη διήγησή του για τον Ουρανό, τον Κρόνο και το Δία, βρίσκεται σε μια γραμμή πανάρχαιας παράδοσης, στην οποία ανήκουν και τα χεττιτικά κείμενα και τα κείμενα της Ras Shamra (...). Για τη μετάδοση στους Έλληνες υπάρχουν δύο δυνατότητες· ότι οι Φοίνικες ήσαν οι διαβιβαστές ή ότι Έλληνες, που ζούσαν στη μικρασιατική περιοχή της Μιλήτου ή στη Ρόδο, όπου είχαν εγκατασταθεί από τη μυκηναϊκή εποχή, γνώρισαν τη διήγηση για τη διαδοχή των θεών και όλα τα σχετικά»13.
Οι Αθηναίοι ρώτησαν κάποτε τον Πύθιο Απόλλωνα ποια θρησκεία έπρεπε να ακολουθήσουν. «Τήν των προγόνων», τους απάντησε. Αλλά οι πατέρες μας, τού είπαν, άλλαξαν επανειλημμένως λατρεία· «τότε ν’ ακολουθήσετε την καλύτερη», ήταν η ανταπάντηση. Και βέβαια, προσθέτει ο Κικέρων, που αναφέρει το γεγονός, ως καλύτερη θα μπορούσε να νοηθεί η αρχαιότερη και μάλλον εκείνη που προσεγγίζει τον Θεόν14.
Και, εκείνη που προσεγγίζει τον Θεόν, και από την οποία είχαν απομακρυνθεί οι άνθρωποι λατρεύοντας την κτίση, τα είδωλα, αντί τον Κτίστη, ήταν στα χρόνια εκείνα η μονοθεϊστική και πνευματικότερη θρησκεία, η θρησκεία τού Ισραήλ. Αλλά η θρησκεία εκείνη δεν ήταν απλώς θρησκεία ενός λαού· ήταν η θρησκεία που παιδαγωγούσε «εις Χριστόν» (Γαλ. γ΄ 24), δηλαδή προπαρασκεύαζε με ποικίλους παιδαγωγικούς τρόπους τους ανθρώπους να ποθήσουν και να γνωρίσουν τον Χριστόν, που θα ‘ρχόταν στον κόσμο ως άνθρωπος, όταν θα έφθανε «το πλήρωμα τού χρόνου» (Γαλ. δ΄ 4), ο χρόνος που είχε ορίσει η πανσοφία τού απείρου, αληθινού και φιλανθρώπου Θεού.
Ο Μωσαϊκός νόμος, αφού ελευθέρωσε τους ανθρώπους από την ασέβεια της ειδωλολατρίας, τους παιδαγωγούσε και τους καθοδηγούσε ώστε να υποδεχθούν τον Σωτήρα Χριστόν και να λάβουν τη δικαίωση από την πίστη σ’ Αυτόν. Τώρα δε που απολαμβάνουμε τον αμύθητο πλούτο της Χάριτος τού Θεού, δεν είμαστε «υπό παιδαγωγόν», αλλά «υιοί Θεού» (Γαλ. γ΄ 26-27). Διότι όσοι έχουν δεχθεί τον Χριστό και τον έχουν εγκολπωθεί ως σωτήρα τους με το να βαπτισθούν στο όνομα της Αγίας Τριάδος και να σφραγισθούν με τη σφραγίδα τού Αγίου Πνεύματος, έχουν ενωθεί μαζί Του. Και όλοι αυτοί, που αποτελούν την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν (=Ορθόδοξον) και Αποστολικήν Εκκλησίαν, έλαβαν από Αυτόν το δικαίωμα και τη χάρη να γίνουν «τέκνα Θεού» (Γαλ. γ΄ 27 και Ιω. α΄ 12), και θεοί «κατά χάριν»!
Τότε μεν ήταν η θρησκεία τού Ισραήλ, σήμερα δε είναι η της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας τού Χριστού, δηλαδή της Ορθόδοξης.
ν.π.β.
Σημειώσεις
1. Βασ. Ξυδιά, άρθρο Οι «Έλληνες» ξανάρχονται, περιοδ. «Σύναξη», τ. 69, Ιανουάριος - Μάρτιος 1999, σελ. 10.
2. Βασ. Ξυδιά, ό.π.
3. Ηροδότου, Ιστοριών Β, 52.
4. Ιλιάδος Π. 233.
5. Ηροδότου, Ιστοριών Β, 55 και 57.
6. Μ. Αθανασίου, Κατά ειδώλων 23 ΡG 25, 48Α.
7. Ηροδότου, Ιστοριών Β, 4, 2.
8. Ευσεβίου Καισαρείας, Ευαγγελική Προπαρασκευή Α΄, θ΄ 19 ΒΕΠΕΣ 25, 34 (34-37).
9. Ευσεβίου Καισαρείας, ό.π., Ι΄, 5, 1 ΒΕΠΕΣ 25, 373 (33-35).
10. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Κατά Ιουλιανού, Βιβλ. Α΄ Ρύ 76, 524ί.
11. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, ό.π., 525Α.
12. Ευσεβίου Καισαρείας, Ευαγγελική Προπαρασκευή ΙΒ΄ λδ΄ - νβ΄ ΒΕΠΕΣ 26, 93-116.
13. Albin Lesky, Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής λογοτεχνίας, μτφρ. Αγαπ. Γ. Τσοπανάκη, εκδ. αδ/φών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 19905, σελ. 152, 154.
14. Κικέρωνος De legibus, Βιβλ. β΄, κεφ. 16, παρά Αυγούστου Νικολάου, Φιλοσοφικαί Μελέται Περί Χριστιανισμού, μτφρ. Π. Βραίλα Αρμένη και Α. Μαυροκορδάτου, Τόμ. Α΄, Μέρος Α΄, Βιβλ. Α΄ κεφ. Ε΄ εν Αθήναις, έκδ. οίκος Γεωργ. Δ. Φέξη, 1910, σελ. 140.
24. Θεολογία της ειδωλολατρίας
Τα προηγούμενα δύο άρθρα της σειράς αυτής μας έδωσαν μια εικόνα των θεών της αρχαίας ειδωλολατρίας, την οποία επιθυμούν να αναστήσουν οι νεοειδωλολάτρες. Αν τώρα θέλαμε να δούμε τη θεολογία της ειδωλολατρίας εκείνης, θα λέγαμε τα ακόλουθα. Στην έκθεσή μας ακολουθούμε τις μαρτυρίες Χριστιανών συγγραφέων και Πατέρων των πρώτων αιώνων τού Χριστιανισμού, οι οποίοι είχαν άμεση γνώση της ειδωλολατρίας.
Οι θεοί τού Δωδεκαθέου αλληλομάχονται για το ποιός θα επικρατήσει. Σκοτώνει ο ένας τα παιδιά τού άλλου, σκοτώνονται όμως και μεταξύ τους. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (έζησε τέλη 2ου με αρχές 3ου αι.) κάνει εκτενή λόγο, αναφέροντας τα ονόματα θεών και τους μύθους περί τα πρόσωπά τους, μιλάει για τους έρωτες των θεών, τα παράδοξα μυθεύματα για την ακρασία τους, τους τραυματισμούς και τα δεσμά, τα γέλια και τις διαμάχες, τις αιχμαλωσίες και τα συμπόσια, τις συμπλοκές και τα δάκρυα, τα πάθη και τις ασελγείς ηδονές τους. Επίσης για τα πάθη και τις ακολασίες θεαινών και θεών, για τους θεούς και τις θεές, που υπηρετούν ανθρώπους σπρώχνοντάς τους στην ακολασία, και που τραυματίζονται στα τραπέζια όπου μεθούν και ακολασταίνουν, που τρώγουν ανθρώπινες σάρκες και παραθέτουν ως φαγητό στον Δία τα παιδιά τους1.
Παρόμοια αναφέρει και ο Μ. Αθανάσιος (295-373) στόν περίφημο «Κατά ειδώλων» λόγο του, όπου καυτηριάζει τον ακόλαστο βίο τού Διός. Όπως η Αφροδίτη ήταν η πιο ασελγής θεά, έτσι και ο Ζεύς ήταν ο πιο ανήθικος και παράνομος. Ο Μ. Αθανάσιος μιλάει ακόμη για τις έριδες των θεών, αναφερόμενος στις Ραψωδίες της Ιλιάδος Δ, Θ, Ο, Φ, τή φαυλότητα τού Άρη, της Αφροδίτης και τού Ηφαίστου, τού Ηρακλή και της βασίλισσας Ομφάλης. Και κατακλείει την παράγραφο αυτή με τη φράση· Ωστόσο οι εθνικοί λατρεύουν αυτούς που κατηγορούνται γι’ αυτά. Και όσα οι νόμοι δεν επιτρέπουν να γίνονται ούτε από τους ανθρώπους, αυτά τα αποδίδουν σ’ αυτούς που ονομάζουν θεούς, χωρίς να κοκκινίζουν2!
Αλλά και ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας (375-444) στους αποδεικτικούς λόγους του κατά τού αποστάτου Ιουλιανού, τού απαντά· Ενώ ασελγούν οι θεοί σας, τους θαυμάζετε και λατρεύετε τις αδιάντροπες και αναιδείς θεές σας. Εγκαταλείψαμε, λέγει ο άγιος στον Ιουλιανό, τους φανταστικούς θεούς σας, γιατί δεν βρίσκαμε σ αυτούς τίποτε απολύτως που να μην είναι άξιο της έσχατης κατηγορίας. Και απαριθμεί τα της άθλιας διαγωγής των εθνικών θεών, κάνοντας λόγο για μύθους και γελοιότητες, μυστήρια τερατολογίας και κάθε είδος ακαθαρσίας, υλικής και πνευματικής. Απαριθμεί δε και ο άγιος Κύριλλος τα της άθλιας διαγωγής τού μιαιοφόνου Άρη, της αναιδούς Αθηνάς, που συνεχώς ορμούσε στη φιλονικία με τους θεούς κλπ. Και προσθέτει ο άγιος, κάνοντας σύγκριση της Αγίας Γραφής με τη θεολογία των ειδωλολατρών. Οι μεν εθνικοί, λέγει, έγραψαν για τους θεούς τους τέτοια, που μόνο να τ’ ακούσει κανείς, θα γεμίσει το νού του από αισχρότητα και ακαθαρσία. Ενώ οι θεόπνευστοι συγγραφείς της Αγίας Γραφής με τα γραφόμενά τους, που είναι αστραφτεροί λόγοι της αληθινής θεοπτίας, ανεβάζουν τον νου εκείνων που τους διαβάζουν. Στο επιχείρημα ότι η θεία Γραφή έχει κοινό, λαϊκό και βατό από όλους λεξιλόγιο, ενώ η Ελληνική γλώσσα είναι εκφραστική, πλούσια σε χάρη και επί πλέον μελωδική, απαντά· Στο εύχρηστο της γλώσσας της θείας Γραφής δεν υπάρχει καμιά δυσκολία. Τα Ελληνικά έχουν πολλή ευκοσμία και είναι εύηχα στην προφορά, ωστόσο δεν έχουν το πρέπον και αστοχούν στην αλήθεια. Γιατί αραδιάζουν μύθους για άπειρους θεούς, ενώ αγνοούν τελείως τον ένα κατά φύση και αληθινό Θεό. Από τα Ελληνικά συγγράμματα θα πάρει κανείς μόνο την καλλιλογία, αλλά δεν θα βοηθηθεί για αγιότητα, σωφροσύνη, εγκράτεια και σεμνότητα. Ενώ από τη θεόπνευστη Γραφή μπορεί οποιοσδήποτε να γίνει καλύτερος και να συντελέσει και στην ωφέλεια άλλων3.
Αλλ’ οι θεοί των ειδωλολατρών δεν είναι μόνον ασελγείς και ακάθαρτοι· είναι και πολυποίκιλοι. Οι ειδωλολάτρες τιμούν μύριους όσους θεούς, ώστε δεν επαρκούν γι’ αυτούς οι αριθμοί. Λατρεύουν δε τόσο πλήθος ακάθαρτων δαιμόνων, που το αγνοούν ίσως και αυτοί που τους προσκυνούν. Έχουν αγάλματα θεών (δηλαδή δαιμονίων) στους ναούς πολύμορφα και πολλών ειδών, θεών οι οποίοι δεν έλαβαν μόνο τη μορφή ανδρών και γυναικών, αλλά και αγρίων θηρίων, τετραπόδων και ερπετών, φτερωτών και θαλασσίων! Εκτός από τη θεοποίηση τού ουρανού, τού ηλίου, της σελήνης, των άστρων, στα οποία μοίρασαν τη θεία και υπέρτατη δόξα, συγχέοντας τα πάντα, άνω και κάτω4.
Πολλοί ονομάζουν τον Όμηρο ποιητή και θεολόγο. Είναι πράγματι μοναδικός και αξεπέραστος ποιητής. Είναι και θεολόγος· αλλά θεολόγος ψευδοθεών και ψευδοθεαινών. Εκτός τού ότι οι Έλληνες είναι «ανθρωπολάτραι» (Κύρ. Αλεξανδρείας), η θεολογία της ειδωλολατρίας, για την οποία υπάρχει μόνο η Μυθολογία, είναι κατ’ εξοχήν ενδοκοσμική. Γι’ αυτήν δεν υφίσταται Θεός εκτός τού κόσμου. Η βασική της θέση είναι ότι το «ένα σχηματίστηκε από το πολλαπλό». Για την αρχαία ελληνική σκέψη ο Θεός είναι εντός τού κόσμου. Γι’ αυτούς ο Θεός είναι η ημέρα και η νύκτα, ο χειμώνας και το καλοκαίρι, ο πόλεμος και η ειρήνη, ο κόρος (κορεσμός) και η πείνα· ο Θεός αλλάζει μορφή όπως η φωτιά, που όταν σμίξει με θυμιάματα (αρώματα), ονομάζεται σύμφωνα με την ευωδία τού καθενός5.
Για μας όμως ο Τριαδικός Θεός, ο Οποίος μας έχει αποκαλυφθεί, δεν είναι μια αόριστη δύναμη, ένα ασυνείδητο και χωρίς ζωή κινούν ακίνητο. «Ούτε μια υποκόσμια κατάσταση διακεχυμένη και άμορφη (...) ούτε η αφηρημένη ή πενιχρή και στενή μονάδα τού Ιουδαϊσμού»6. Για μας τους Χριστιανούς ο Θεός είναι προσωπικός και Τριαδικός. Είναι Θεός αίδιος, άκτιστος· «Το Α και το Ω, ο ών και ο ήν και ο ερχόμενος, ο παντοκράτωρ» (Αποκ. α΄ 8). Είναι ο δημιουργός και ο προνοητής τού κόσμου και τού ανθρώπου.
Ένα ουσιαστικό στοιχείο στη σύγχρονη παγανιστική θεολογία, που προσπαθεί ν αντιγράψει την αρχαία θρησκεία, είναι, όπως ορθά έχει επισημανθεί, ότι το θεολογικό πρόβλημα των νεοειδωλολατρών παραμένει άλυτο. Πέραν τού ότι δυσκολεύονται να μας απαντήσουν ποιοι και που τέλος πάντων βρίσκονται οι δώδεκα θεοί, «εκκρεμεί το ζήτημα μίας κάποιας κοινής κατανόησης της φύσης των θεών αυτών και της σημασίας, που αποδίδεται στη λατρεία τους (...). Άλλοι αντιλαμβάνονται τους θεούς ως πραγματικές οντότητες υλικο-ψυχικές», άλλοι «ως απρόσωπες φυσικές δυνάμεις και ενέργειες»· άλλοι «ως απλές συμβολικές υποδηλώσεις φυσικών ή ψυχικών τάσεων και αρχετύπων» κ.ο.κ. Είναι τόσες οι θεολογικές τάσεις μεταξύ των συγχρόνων Ελλήνων «εθνικών», ώστε, ενώ «υποτίθεται ότι μοιράζονται την ίδια (ελληνική) πίστη, αποδεικνύεται ευκολότερο γι’ αυτούς να συνεννοηθούν με τις ομόλογες ξένες κινήσεις (εσωτεριστικές, νεοπαγανιστικές κλπ.), παρά μεταξύ τους». Ωστόσο όλες οι τάσεις «είναι έντονα αντιχριστιανικές κι όλες τους, λίγο ως πολύ, θεωρούν ότι Ελληνισμός και Μονοθεϊσμός (Χριστιανικός ή άλλος) είναι μεγέθη εχθρικά και ασυμβίβαστα»7.
Κλείνοντας το άρθρο αυτό αναφέρουμε ότι η ασυνεννοησία των νεοειδωλολατρών ήταν και γνώρισμα της αρχαίας ειδωλολατρίας, η οποία δεχόταν τρεις Ζήνας, έξι Απόλλωνες, πολλούς Ασκληπιούς, πολυάριθμους Ερμάς και όχι λίγους Ηφαιστους8. Επίσης οι μεν δεν αναγνώριζαν τους θεούς των δε και οι μεν καταργούσαν τους θεούς των άλλων. Έτσι όμως, κατά τον Μ. Αθανάσιο, όλοι οι θεοί καταργούνται από όλους! Κι αυτό είναι μεγάλη απόδειξη της αθεΐας τους9 ή της άθεης θεολογίας τους. Μίας θεολογίας, που ήταν ουσιαστικά δαιμονολογία, δηλαδή υποβολή των παμπόνηρων δαιμόνων.
ν.π.β.
Σημειώσεις
1. Κλήμ. Αλεξανδρέως, Προτρεπτικός προς Ελληνας, Β´ PG 8, 105Β-116Α και ΕΠΕ 1, 89-99.
2. Μ. Αθανασίου, Κατά Ειδώλων 11, 12 PG 25, 24-28.
3. Κυρ. Αλεξανδρέως, Κατά Ιουλιανού, Λόγ. Στ΄, Ε΄, Ζ΄ PG 76, 816Β· 821ί-824Α· 765ί-769Α· 849ί-860Α.
4. Κυρ. Αλεξανδρέως, Κατά Ιουλιανού, Λόγ. Ζ΄ PG 76, 852 CD.
5. Βλ. περισσότερα εις· Αντωνίου Παπαδοπούλου, άρθρο «Φονταμενταλισμός και Αρχαιολατρία ή Νεοειδωλολατρία», εις Περιοδ. «Θεοδρομία», τ. 4, Οκτ.-Δεκ. 2003, σελ 592, 593.
6. Αντ. Παπαδοπούλου, ό.π., σελ. 594, 595.
7. Βασ. Ξυδιά, άρθρο «Οι «Ελληνες» ξανάρχονται», στό Περιοδ. «Σύναξη», τ. 69 Ιαν.-Μάρτ. 1999, σελ. 12-15.
8. Κλήμ. Αλεξανδρέως, Προτρεπτικός προς Έλληνας, Β΄´ PG 8, 100.
9. Μ. Αθανασίου, Κατά Ειδώλων 23, 24 PG 25, 47-48.
25. Συνέπειες της ειδωλολατρικής θεολογίας και κοσμολογίας
Μία θεολογία, όπως την είδαμε στο προηγούμενο άρθρο, που είναι ουσιαστική δαιμονολατρία, είναι πολύ φυσικό να έχει θλιβερές συνέπειες στην όλη ζωή των ανθρώπων. Διότι διεστραμμένη ιδέα περί Θεού έχει ως αποτέλεσμα διεστραμμένη αντίληψη και περί των καθηκόντων μας προς τον Θεόν και προς τον πλησίον.
Το δόγμα δημιουργεί και ανάλογο ήθος. Γράφει ο Μέγας Αθανάσιος· οι άνθρωποι βλέποντες ότι οι δαιμονικοί θεοί τους ενεργούσαν, πολιτεύονταν και δοκίμαζαν ευχαρίστηση με τον ακόλαστο βίο τους, μιμήθηκαν αμέσως και οι ίδιοι τους θεούς τους με όμοια παραπτώματα. Έτσι οι άνθρωποι οδηγήθηκαν σε ανθρωποκτονίες και παιδοκτονίες και σ’ όλες τις ασέλγειες. Και σχεδόν κάθε πόλη είναι γεμάτη από κάθε ασέλγεια, διότι έχει τρόπους όμοιους με εκείνους των θεών της· μεταξύ δε των ειδωλολατρών δεν θεωρείται σώφρων κανείς, παρά μόνον αυτός που αποδεδειγμένα ζει ακόλαστο βίο1!
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στηλιτεύοντας τον αποστάτη αυτοκράτορα Ιουλιανό, παρατηρεί πολύ εύστοχα· Αν τα όσα λέγει η ελληνική μυθολογία είναι αληθινά, δεν πρέπει οι ειδωλολάτρες να ντρέπονται, αλλά να φιλοτιμούνται να τα μιμηθούν και να πείσουν ότι δεν είναι αισχρά. Γιατί λοιπόν πρέπει να καταφεύγουν στο μύθο, ως συγκάλυμμα της αισχύνης; Διότι ο μύθος δεν είναι χαρακτηριστικό των θαρραλέων, αλλά εκείνων που υποχωρούν. Εάν δε όσα λέγει η ελληνική μυθολογία είναι ψευδή, πρώτον μεν ας μας υποδείξουν τους σαφείς θεολόγους, για να απευθυνθούμε σ εκείνους. Έπειτα ας μας πουν πώς δεν είναι μωρία, με εκείνα, που ως μυθικά ντρέπονται, με τα ίδια, ως αισχρά, να καλλωπίζονται2...
Και τώρα δύο λόγια για την κοσμολογία της ειδωλολατρίας. Στους αρχαίους Έλληνες δεν υπάρχει δημιουργία τού κόσμου από το μηδέν. Γι’ αυτούς υπήρχε ανέκαθεν «πύρ αείζωον». Γράφουν· «Οι θεοί των Ελλήνων δεν δημιούργησαν τον σύμπαντα κόσμο. Ο κόσμος υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει από μόνος του, ερήμην των θεών και των ανθρώπων. Ο κόσμος, κατά τον Ηράκλειτο, «είναι πύρ αείζωον», φωτιά διαρκούς και ακατάπαυστης ζωής, η οποία με μέτρο ανάβει και με μέτρο σβήνει (...). Δεν υπάρχει θεία δημιουργία ούτε θεία πρόνοια ούτε θεία δίκη. Ούτε καν ωφελιμιστική σκοπιμότητα. Τα αυτιά και τα μάτια δεν τα έχουμε για ν’ ακούμε και να βλέπουμε. Αντίθετα, ακούμε και βλέπουμε επειδή συμβαίνει να έχουμε αυτιά και μάτια»3. Οι ίδιοι πάλι επιμένουν ότι ο κόσμος «είναι αυτογέννητος αιώνια και γεννήτορας όλων των θεών (...). Το χάος είναι η δημιουργική αρχή των όντων». Στη «θεολογία» τού Ησίοδου «υπάρχει πρώτα το Χάος, έπειτα η Γαία, ο έρως εκ Χαέος, Ερεβος ως νύξ»4.
Ωστόσο οι εθνικοί φιλόσοφοι δεν συμφωνούν στα θέματα της κοσμογενέσεως. Γι’ αυτό γράφει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας· Ο Θαλής και οι έπειτ’ απ’ αυτόν είπαν ότι ο κόσμος είναι ένας. Ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος και ο μαθητής του Μητρόδωρος είπαν ότι υπάρχουν μέσα στο άπειρο άπειροι κόσμοι και με κάθε κατάσταση. Ο Σέλευκος δίδαξε ότι ο κόσμος είναι άπειρος. Ο Εμπεδοκλής, ότι η τροχιά τού ηλίου είναι περιγραφή των ορίων τού κόσμου. Ο Διογένης, ότι το πάν είναι άπειρο, ενώ ο κόσμος έχει πέρας (...). Οι Στωικοί, ότι ο κόσμος είναι σφαιροειδής, άλλοι ότι είναι κωνοειδής ή ωοειδής (...). Ο Πυθαγόρας και οι Στωικοί πιστεύουν ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό και είναι φθαρτός ως προς την φύση (...). Ο Ξενοφάνης θεωρούσε ότι ο κόσμος είναι αγέννητος, αιώνιος και άφθαρτος (...). Άλλοι είπαν ένα τον κόσμο, άλλοι πολλούς (...). Άλλοι ότι ο Πλάτων είχε αντιμαχόμενες γνώμες, ο δε μαθητής του Αριστοτέλης ήταν αντίθετος και τον αντέκρουε5...
Θεωρούμε περιττό ν αναπτύξουμε την κοσμογένεση όπως τη διδάσκει η Εκκλησία τού Θεού. Σημειώνουμε μόνο ότι για μας ο κόσμος έχει δημιουργηθεί «εν χρόνω» και «εξ ουκ όντων», δηλαδή από το μηδέν, είναι πεπερασμένος, και όπως έχει αρχή, έτσι θα έχει και τέλος. Διοικείται δε από την Πρόνοια παντοδύναμου και πάνσοφου Θεού Δημιουργού. Οι δε Πατέρες της Εκκλησίας επισημαίνουν ότι οι τυχόν όμοιες ή παραπλήσιες απόψεις των αρχαίων φιλοσόφων με εκείνες της Αγίας Γραφής, σχετικά με την κοσμογένεση, προέρχονται από το ότι εκείνοι μεν δεν είχαν εντελώς αθόλωτη την όραση τού νου τους και αφ ετέρου από το ότι ο Μωϋσής είναι πολύ «πρεσβύτερος» των Σόλωνος και Λυκούργου, που έγραψαν τους άριστους νόμους των Ελλήνων· παλαιότερος και όλων των Ελλήνων φιλοσόφων, οι οποίοι είναι νέοι και «αρτιφαείς» (πρόσφατα εμφανισθέντες). Γι’ αυτό και δεν ήσαν εντελώς άμοιροι από τους λόγους και τη διδασκαλία τού Μωϋσέως, θα είχαν δε ακούσει τη θεόσδοτη και γνήσια σοφία που είχε εκείνος. Γι’ αυτό τραυλίζουν μερικές φορές περιπλέκοντας το ψεύδος με την αλήθεια και κατά κάποιον τρόπο αναμιγνύοντας το ευοσμότατο μύρο με τον βόρβορο. Γιατί ποιο δίδαγμα σοφό και άξιο να διδαχθεί κανείς δεν υπάρχει στους λόγους τού Μωϋσέως; Άλλωστε τα δόγματα των Χριστιανών είναι αρχαιότερα και γεμάτα από την αλήθεια· οι δε διαλεχτοί από τους κορυφαίους φιλοσόφους θεώρησαν ότι είναι ορθά και ασυγκρίτως καλύτερα από τα ψελλίσματα των Ελλήνων6.
Και οι μεν θύραθεν φιλόσοφοι, όσο σοφοί και αν υπήρξαν, συγκρινόμενοι προς το φως της εξ αποκαλύψεως Χριστιανικής αληθείας, είναι νυχτερίδες· ωστόσο είναι αξιέπαινοι, διότι έφθασαν εκεί όπου έφθασαν με τη δύναμη τού λογικού τους. Για να φθάσουν όμως ν’ αντικρύσουν την αλήθεια είχαν ανάγκη θείου φωτισμού. Έπρεπε να γίνει η ενανθρώπηση τού Θεού και Λόγου για να φωτισθεί η διάνοια των ανθρώπων και να ομολογήσουν με τον απόστολο Παύλο· Κανένα είδωλο δεν έχει πραγματική ύπαρξη στον κόσμο και κανένας άλλος Θεός δεν υπάρχει, παρά μόνον ένας, ο αληθινός Θεός (Α΄ Κορ. η΄ 4). Καεί για να φανεί ότι η ειδωλολατρία είναι απ’ αρχής μέχρι τέλους ένα δαιμονικό ψεύδος· η έσχατη αφροσύνη (βλ. Σοφ. Σολ. κεφ. ιγ΄-ιδ΄). Η δε «των ανωνύμων ειδώλων θρησκεία» είναι η αρχή και η αιτία και το τέλος παντός κακού (Σοφ. Σολ. ιδ΄ [14] 27), και γενικά η αιτία ολέθριων συνεπειών στον κόσμο και στον άνθρωπο (Σοφ. Σολ. ιδ΄ [14] 22-31). Κι όμως, αυτή την ειδωλολατρία θέλουν να εισαγάγουν σήμερα στον κόσμο οι νεοειδωλολάτρες ή οι «εθνικοί» Έλληνες!...
ν.π.β.
Σημειώσεις
1. Μ. Αθανασίου, Κατά ειδώλων, 25 Ρύ 25, 49CD.
2. Γρηγορίου Θεολόγου, Κατά Ιουλιανού... Στηλιτευτικός Α΄, Λόγ. Δ΄, ριζ΄ (117) PG 35, 656C.
3. Μαρ. Βερέττα, Γεννήθηκα Ελληνας, έκδ. Μαρ. Βερέττας, Αθήνα 2000, σελ. 67, 162.
4.Αντ. Παπαδοπούλου, άρθρο Φονταμενταλισμός και Αρχαιολατρία ή Νεοειδωλολατρία, εις Περιοδ. Θεοδρομία, τ. 4, Οκτ.-Δεκ. 2003, σελ. 594-597.
5. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Κατά Ιουλιανού, Λόγ. Β΄ PG 76, 572-573.
6. Οπ.π., Λόγ. Ε΄ και Λόγ. A΄ PG 76, 736D· 524ABC· 556D.
26. Σταδιακή φθορά της αρχαίας ειδωλολατρίας
Δυστυχώς για την αρχαία θρησκεία, το Δωδεκάθεο, το οποίο τόσο πολύ νοσταλγούν και αγωνίζονται να αναβιώσουν οι «Έλληνες εθνικοί», είχε αρχίσει να φθίνει στη συνείδηση τού λαού. Η εγκυρότητα των Δώδεκα θεών, που επικράτησαν με αλληλοεξοντώσεις και φονικούς αγώνες μεταξύ τους, άρχισε να αμφισβητείται. Ο λαός θεωρούσε ότι οι θεοί γέρασαν, γι’ αυτό και δεν τους πίστευε. Άλλωστε στη θρησκεία εκείνη υπήρχαν εγγενή στοιχεία σκοταδισμού, που ήταν μοιραίο να φέρουν την κατάρρευσή της. Ήταν θλιβερό να βλέπεις ανθρώπους έξυπνους και δραστήριους, κατά τα άλλα, οι οποίοι όμως δεν επιχειρούσαν τίποτα στη ζωή, αν δε ρωτούσαν τους «οιωνούς», δηλαδή τα όρνια, για το μέλλον. Όσοι διέθεταν κοινό νου δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν περιμένοντας να δουν κατά που θα φτερουγίσουν τ’ αθώα πουλιά -«οι οιωνοί»- για να ξεκινήσουν ή να προγραμματίσουν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις. Ωστόσο πολλοί σιωπούσαν φοβούμενοι ότι θα κατηγορηθούν για «γραφή ασεβείας» ή θα καταδικασθούν να πιούν το κώνειο. Παρόλα αυτά κάποτε κάποιος Έκτορας ξέσπασε και είπε στον Πολυδάμαντα· «Πλατυφτέρουγους οιωνούς εσύ προστάζεις να πιστεύουμε, που διόλου δε γυρνάω να τους δώ, μηδέ τους λογαριάζω, είτε δεξά πηγαίνουνε (...) είτε ζερβά (...). Ενας οιωνός υπάρχει ο πιο καλός, πάλη για την πατρίδα» (εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης)¹.
Εξ άλλου πολύ νωρίς ορισμένα ανεπτυγμένα ελληνικά πνεύματα αμφισβητούσαν την εγκυρότητα των θεών τού Ολύμπου. Εκτός από τους υπαινιγμούς, που συναντούμε ακόμη και στον Όμηρο, όπως αυτός που αναφέραμε, αμφισβητήσεις παρατηρούμε και στους οντολόγους φιλοσόφους, με πρώτο τον Ηράκλειτο τον Εφέσιο (544-484 π.Χ.), ο οποίος διατύπωσε την άποψη ότι «τα πάντα ρεί», όλα ρέουν, έρχονται και παρέρχονται, όμως ο Λόγος, δηλαδή η αληθινή Αιτία των όντων, μένει. Λίγα χρόνια πριν απ’ αυτόν ο φιλόσοφος Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (570-480 π.Χ.), από τους ιδρυτές της Ελεατικής Σχολής, δίδαξε· «Είς θεός έν τε θεοίσι και ανθρώποισι μέγιστος, ουδέ δέμας θνητοίσι ομοίοις, ουδέ νόημα». Δηλαδή· Μόνο ένας θεός υπάρχει πανίσχυρος ανάμεσα στους ονομαζόμενους θεούς και στους ανθρώπους, που δε μοιάζει με τους θνητούς κατά το σώμα και την ψυχή. Το ότι ο αείζωος Λόγος παραμένει αναλλοίωτος το διατύπωσε θαυμάσια ο Πλάτων (428-347 π.Χ.), ο οποίος, ορίζοντας το θείον, είπε ότι αυτό είναι «αεί ών και ωσαύτως έχων». Ο δε Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.), ο μαθητής τού Πλάτωνος, συνεπλήρωσε ότι το δημιουργικό θείον είναι «το τα πάντα κινούν και μηδέποτε κινούμενον». Εξ άλλου, από τον 5ο αιώνα και μετά, επικρατεί η άποψη ότι ο Θεός είναι αγαθός, τέλειος και δεν έχει ανάγκη κανενός και από τίποτε, άρα και από θυσίες. Ο Πλάτων στό διάλογό του «Αλκιβιάδης Β΄» θέλει τους θεούς να μη αποβλέπουν σε δώρα και πολυδάπανες τελετές και θυσίες, αλλά στη φρόνηση και στή δικαιοσύνη της ψυχής εκείνων που θυσιάζουν. Παραθέτει δε απόσπασμα από την Ιλιάδα τού Ομήρου, όπου ο ποιητής τονίζει ότι οι θεοί δεν ήθελαν τις θυσίες των Τρώων, διότι το Ιλιον είχε γίνει πολύ μισητό σ’ αυτούς, όπως και ο Πρίαμος και ο λαός του2.
Παράλληλα οι Αθηναίοι αναζητούσαν κάποιον «Άγνωστον Θεόν» στήνοντάς του βωμό και «στήλες σεβασμάτων» στους δρόμους (πρβλ. Πράξ. ιζ΄ [17] 23). Ενώ κάποιο βράδυ οι «Ερμοκοπίδες» έσπασαν τις προτομές τού Ερμή με επί κεφαλής ένα πλουσιόπαιδο, τον Αλκιβιάδη... Εξ άλλου ο Τίμων τού Λουκιανού (2ος αι. μ.Χ.) γεμάτος απογοήτευση ονόμασε τον ίδιο το Δία «Λήρο», δηλαδή ασήμαντο, ανόητο, φλύαρο.
Μία θρησκεία όμως με θεούς, των οποίων ο τρόπος ζωής ήταν ό,τι αισχρό και διεφθαρμένο ήταν φυσικό να δημιουργεί και ήθος αντίστοιχο στους ανθρώπους. Τι να μιμηθεί ο λαός από τον Δία που καθισμένος στον Ολυμπο, απολαμβάνει το θέαμα των θεών, «που για καυγά επηγαίναν» κάνοντας γούστο, ενώ γελούσε «η καλή καρδιά του»3; Στην Ιλιάδα οι θεοί παρουσιάζουν μια φοβερή αντινομία και μάλιστα η Αθηνά. Αν μάλιστα «προβάλουμε» σαν «αντίθεση» και «την αυθαιρεσία και το δίκαιο, τότε σκοντάφτουμε» με όλα αυτά «στο πρόβλημα της ηθικότητας των ομηρικών θεών, που τους αρχαίους τους είχε ζωηρά απασχολήσει», παρατηρεί ο Albin Lesky4.
Το άηθες ήθος των θεών έγινε, όπως ήταν πολύ φυσικό, παράδειγμα προς μίμηση όχι μόνο τού απλού λαού, αλλά και των φιλοσόφων και μάλιστα κορυφαίων φιλοσόφων, όπως τού Αριστοτέλη, τού Ζήνωνα τού Κιτιέως, τού Σωκράτη, τού Πλάτωνος. Ο ιερός Χρυσόστομος αναφέρει συγκεκριμένες πράξεις των φιλοσόφων αυτών, που αδυνατούμε να μεταφέρουμε στις σελίδες αυτές5.
Παρόμοια αναφέρει για τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Κίμωνα ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Ο οποίος κατηγορεί επίσης τον καταστροφέα και βάναυσο Μίνωα, τον βασιλιά των Κρητών, την ανήθικη σύζυγό του Πασιφάη και τις επίσης φαύλες θυγατέρες του Φαίδρα και Αριάδνη. Και να σκεφθεί κανείς ότι ο Μίνωας ισχυριζόταν ότι δεχόταν τους νόμους από τον... Δία6!
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αποκαλύπτει επίσης την ολοφάνερη αναισχυντία των Ορφικών και Ελευσινίων μυστηρίων7. Ας σημειωθεί δε ότι τότε οι Έλληνες θεωρούσαν αθέους, όσους δεν μετείχαν στη λατρεία των ειδώλων· αυτούς που ζούσαν με σωφροσύνη και είχαν επισημάνει καθαρότερα από τους άλλους ανθρώπους την πλάνη σχετικά με τους ειδωλικούς θεούς· παρ’ όλον ότι αυτοί δεν κατενόησαν την ίδια την αλήθεια, είχαν όμως υποπτευθεί την πλάνη7.
Παράλληλα, με την πάροδο τού χρόνου έχασαν την αίγλη τους και τα μαντεία. Τώρα δεν τα συνεβουλεύοντο για θέματα εθνικά, αλλά αν πρέπει να συνάψουν γάμο ή δάνειο ή να πραγματοποιήσουν κάποιο θαλάσσιο ταξίδι... Επίσης και η τάξη των φιλοσόφων έφθινε τόσο, ώστε επί Ουεσπασιανού διώχτηκαν από τη Ρώμη όλοι σχεδόν οι Έλληνες φιλόσοφοι, οι περισσότεροι των οποίων είχαν εκπέσει στην τάξη των λεγομένων σοφιστών, οι οποίοι περιόρισαν «την σοφιστικήν εις την επί μισθώ πώλησιν επιπολαίου σοφίας». Και δίδασκαν «το πώς διά τού λόγου δύναται το αληθές να γίνη ψευδές (τον ήττω λόγον κρείττω ποιείν)». «Εν γένει» δε η σοφιστική «επηγγέλθη διά ποικίλων λόγου τεχνασμάτων να ανατρέψη πάσας τας αρχάς της ηθικής και να ενθρονίση εντός της κοινωνίας το κράτος τού συμφέροντος και της ιδιοτελείας». Με όλα αυτά συνετέλεσε ως «άλλο διαλυτικόν στοιχείον, εις την εξαχρείωσιν και την πτώσιν της αρχαίας ῾Ελλάδος»8.
Κατακλείουμε το άρθρο αυτό με την πολύ ορθή παρατήρηση τού Αυγούστου Νικολάου· Όλα αυτά, γράφει, δεν είναι καθόλου παράδοξα. Είναι η αναγκαία και λογική συνέπεια της απώλειας των αληθειών, που εδίδαξε ο ένας και μόνος αληθινός και άγιος Θεός. Γι’ αυτό «ο ασελγής έρως έλαβε τόσα θυσιαστήρια, και με την λατρείαν ανεμίχθησαν τόσαι φρικταί αισχρότητες, αίτινες επί τέλους έφθασαν αποκλειστικώς να συνιστώσιν αυτήν. Εκαστος εθεοποίει την βίαν τού ιδίου πάθους»9.
Έχουμε όμως να προσθέσουμε και άλλα για τη φθίνουσα κοινωνία της ειδωλολατρικής θρησκείας και την κριτική των φιλοσόφων. Στο επόμενο.
ν. π. β.
Σημειώσεις
1. Ομήρου Ιλιάδος Μ 237-243.
2. Πλάτωνος, Αλκιβιάδης Β΄ (Η περί προσευχής, ΧΙΙΙ, 149-150.
3. Ομήρου, Ιλιάς Φ 389.
4. Βλ. περισσότερα· Albin Lesky, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, μτφρ. Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, εκδ. Αδελφών Κυριακίδη, 5η έκδοση, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 118-119.
5. Βλ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος Εις τον μακάριον Βαβύλαν και κατά Ιουλιανού, 9 ΡG 50, 546.
6. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Κατά Ιουλιανού Λόγ. Στ΄, ΡG 76, 781ί-788Α· 792ΑΒC).
7. Βλ. Κλήμεντος Αλεξανδρείας, Προτρεπτικός προς Ελληνας ΙΙ ΒΕΠΕΣ 7, 27 (20-38).
7. Κλήμεντος Αλεξανδρείας, ό.π. ΒΕΠΕΣ 7, 28 (5-11).
8. Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία τού Ελληνικού έθνους, Τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1862, σελ. 471, 473, 474.
9. Αυγούστου Νικολάου, Φιλοσοφικαί Μελέται περί Χριστιανισμού, εξελληνισθείσαι υπό Π. Βραίλα Αρμένη και Α. Μαυροκορδάτου, Τόμ. Α΄, εν Αθήναις, εκδ. Γ.Δ. Φέξη, 1910, σελ. 151, 152.
27. Ηθική και κοινωνική κατάρρευση τού αρχαίου κόσμου
Την αδυναμία της ειδωλολατρίας να βοηθήσει τον άνθρωπο καταδεικνύει και η διαφωνία των φιλοσόφων σε μεγάλα ζητήματα. Οι μαθητές πολεμούσαν τους δασκάλους. Ο Αριστοτέλης υπήρξε μαθητής τού Πλάτωνος· κι αυτό το θυμήθηκε για να τον πολεμήσει, όπως παρατηρεί εύστοχα ο Αιμ. Φαγκέ1! Η διαφωνία δε αυτή είχε ως αποτέλεσμα την ύπαρξη πλήθους φιλοσοφικών συστημάτων. Έτσι υπήρχαν φιλόσοφοι μονοθεϊστές, πολυθεϊστές, άθεοι, υλιστές, δυαρχικοί, πανθεϊστές, ορθολογιστές, σκεπτικιστές κλπ. Άλλοι άλλασσαν φιλοσοφικές θεωρίες, αν και κατά τον Πλάτωνα κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα τού φιλοσόφου είναι η σταθερότης. Ωστόσο ούτε ο Πλάτων είχε αυτή τή σταθερότητα, αφού στους «Νόμους» του ανασκευάζει θέσεις, που υποστήριζε στην «Πολιτεία».
Ο Νεμέσιος Εμέσης στο έργο του «Περί φύσεως ανθρώπου», και ειδικότερα στο κεφάλαιο Β΄ «Περί ψυχής», παρατηρεί· Σχεδόν από όλους τους παλαιούς υπάρχει διαφωνία περί ψυχής. Διότι ο Δημόκριτος και ο Επίκουρος λένε ότι η ψυχή είναι σώμα. Όμως και αυτοί που υποστηρίζουν ότι η ψυχή είναι σώμα έχουν διαφορετικές απόψεις «περί της ουσίας αυτής». Διότι οι μεν Στωικοί λένε ότι αυτή είναι «σώμα ένθερμον και διάπυρον». Ο Κριτίας διδάσκει ότι αυτή είναι «αίμα». Ο φιλόσοφος Ίππων ότι είναι «ύδωρ». Ο Δημόκριτος ότι είναι «πυρ» (...). Εξ άλλου όσοι υποστηρίζουν ότι η ψυχή είναι «ασώματος» διαφωνούν πάρα πολύ μεταξύ τους. Άλλοι πιστεύουν ότι αυτή είναι «ουσία και αθάνατος»· άλλοι ότι είναι μεν ασώματος, «ου μην ουσίαν, ουδέ αθάνατον». Πρώτος ο Θαλής υποστήριξε ότι η ψυχή είναι «ακίνητος και αυτοκίνητος». Ο Πυθαγόρας την ονόμασε «αριθμόν, εαυτόν κινούντα». Ο Πλάτων την ονόμασε «ουσίαν νοητήν, εξ αυτής κινουμένην, κατά αριθμόν εναρμόνιον». Ενώ ο Αριστοτέλης την ονόμασε «εντελέχειαν» (...). Ο Δείναρχος την ονόμασε «αρμονίαν των τεσσάρων στοιχείων» (δηλαδή «κράσιν θερμών και υγρών και ψυχρών και ξηρών»)2.
Παράλληλα προς τις αλληλοσυγκρουόμενες φιλοσοφικές ιδέες, η θρησκεία των ειδώλων βρισκόταν σε κατάπτωση και αποσύνθεση. Εκτός τού ότι οι θεοί της ήσαν προσωποποίηση όλων των ανθρωπίνων παθών, τα χρηστήρια άρχισαν να εκλείπουν το ένα μετά το άλλο. Προαίσθημα τού θανάτου της θρησκείας τού Δωδεκαθέου είναι και η παράδοξη είδηση κατά τους χρόνους τού Τιβερίου ότι «ο Πάν, ο μέγας θεός απέθανε»3.
Χαρακτηριστικό της καταπτώσεως της ειδωλολατρικής θρησκείας κατά τή Ρωμαϊκή εποχή ήταν και η λατρεία των αυτοκρατόρων, οι οποίοι συχνά ήσαν διεστραμμένοι εγκληματίες. Ο Καλιγούλας συνήθιζε να λέει· «Οι βασιλείς είναι θεοί, οι δε λαοί αγέλες κτηνών!». Οι ίδιοι οι Αθηναίοι ελάτρευαν τον αυτοκράτορα Αντώνιο ως νέον Διόνυσο και τον ενύμφευσαν με την Αθηνά, προσφέροντάς του ως γαμήλιο δώρο χίλια τάλαντα!... Στις μέρες εκείνες ό,τι παράδοξο, ανήθικο και βάρβαρο πιστευόταν ως θρησκεία. Ενώ δε οι πλέον μορφωμένοι καταντούσαν σε σκεπτικισμό, ο λαός παρασυρόταν στα δίκτυα της δεισιδαιμονίας, της μοιρολατρίας, των μάγων και των αστρολόγων4.
Οι απόγονοι των πρωταγωνιστών της ελευθερίας Αθηναίοι έσκυβαν το κεφάλι μπροστά στους τυράννους και συναγωνίζονταν ποιος θα τους στεφανώσει πρώτος και θα τους ονομάσει ημιθέους και θεούς! Τον Δημήτριο Πολιορκητή στεφάνωσαν με στεφάνια αξίας 200 ταλάντων. Τού έστησαν χρυσές εικόνες, τον ανακήρυξαν θεό, τού έστησαν βωμό, τού προσέφεραν τον Παρθενώνα να κατοικεί με τις εταίρες του5!
Έφτασαν στο σημείο να θεοποιήσουν και αυτόν ακόμη τον Νέρωνα, ο οποίος, όπως γράφει ο Κωνστ. Παπαρρηγόπουλος, «επήνεγκεν εις την Ελλάδα συμφοράς μείζονας των όσας πάλαι ποτέ η τού Ξέρξου διαβόητος επιδρομή. Τό δε δεινότερον», προσθέτει ο εθνικός μας ιστορικός, «ευρέθησαν Έλληνες οίτινες, διά να κολακεύσωσι τον αλλόκοτον τούτον ελευθερωτήν, ενήγαγον Ελληνας άλλους ενώπιον των δικαστηρίων, διότι δεν ήλθον, να ακροασθώσι τού Νέρωνος, ή παρέστησαν μέν αλλ ηκροώντο ραθύμως ή εγέλασαν, ή δεν εχειροκρότησαν, ή δεν ετέλεσαν θυσίας, ίνα αποβή η φωνή του λαμπροτέρα»6!
Οι Έλληνες διανοούμενοι είχαν φθάσει σε τέτοιο σημείο καταπτώσεως, ώστε, πάλι κατά τον Παπαρρηγόπουλο, είχαν για ασχολία τους «πάσαν αγυρτείαν» και «φλυαρίαν», ένεκα των οποίων η συγγραφική τους παραγωγή, που είχε ως ασχολία τα περί «μυίας και ψιττακού και κώνωπος εγκώμια», πρέπει να θεωρείται «ως η μάλλον άσκοπος τού λόγου ενασχόλησις, από όσας αναφέρει η ιστορία της ανθρωπότητος»7. Αφήνουμε ότι το θέατρο τού Διονύσου, στο οποίο άλλοτε σκόρπιζαν ρίγη ιερής και εθνικής συγκινήσεως τα έργα των Αισχύλου, Σοφοκλή και Ευριπίδη, τώρα το βεβήλωναν με αισχρές και αιματηρές μονομαχίες. Παραλείπουμε επίσης τα εκατομμύρια των δούλων, που στέναζαν κάτω από φρικτή και αφόρητη δουλεία. Αφού «υπήρχον εκατομμύρια δούλων άνευ οικογενείας, άνευ θρησκείας, άνευ κτημάτων, άνευ ανεγνωρισμένων δικαιωμάτων, προς τους οποίους ουδείς είχεν ανεγνωρισμένα καθήκοντα»8. Παράλληλα ο όχλος χειροκροτούσε κάθε φορά που τα αίματα των μονομάχων πλημμύριζαν το αμφιθέατρο. Ο Σουετώνιος γράφει ότι ο Καλιγούλας ευχόταν να έχει όλος ο ρωμαϊκός λαός μια κεφαλή για να μπορεί να τού την κόψει διά μιάς!
Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Ο «εγκέφαλος» της απάτης του «Ελληνοχριστιανισμού» (Πηγή: Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 278, εξώφυλλο)
Τον μαρασμό τού αρχαίου κόσμου επισημαίνει ο Κωνστ. Παπαρρηγόπουλος παραθέτοντας κείμενο τού Θεοδωρήτου Κύρου (5ος αι.), ο οποίος γράφει· «Αργεί παρ Αθηναίοις ο Αρειος Πάγος, και η ῾Ηλιαία, και το επί Δελφίνω δικαστήριον, και η των πεντακοσίων βουλή, και οι ένδεκα, και οι θεσμοθέται, και ο πολέμαρχος, και ο τού ενιαυτού άρχων». Και επιλέγει ο Παπαρρηγόπουλος· «Ωστε περί τα μέσα της πέμπτης εκατονταετηρίδος, δεν κατηργήθησαν μέν, αλλά οίκοθεν (αυτοπροαίρετα) ερειπώθησαν οι επί τοσούτον διατηρηθέντες γηραιοί εκείνοι θεσμοί»9.
Κάποιοι νηφάλιοι άνδρες, που τόλμησαν να επαναφέρουν στην τάξη όσους συνέβαλλαν στον κατήφορο και τον εκτροχιασμό της κοινωνίας, δεν συναντούσαν απλώς αντίδραση. Τούς φέρονταν έτσι, ώστε αναγκάζονταν να φύγουν εκτός Ελλάδος10! Οι φωνές των σωφρόνων ανδρών ήσαν όμοιες «προς τα ολίγα της αηδόνος κελαδήματα, τα οποία συμβαίνει ν ακούη τις διερχόμενος κοιλάδα αντηχούσαν από τας αδιακόπους των βατράχων φωνάς» (Κ. Παπαρρηγόπουλος).
Κατακλείνοντας το άρθρο αυτό δεν θα πούμε δική μας κρίση. Παραθέτουμε την κρίση τού Γάλλου συγγραφέα και διπλωμάτου Φραγκίσκου Σατωμπριάν (1768-1848), ο οποίος περιγράφοντας την τραγική εκείνη κατάσταση τού αρχαίου κόσμου, τού οποίου ο ηθικός και κοινωνικός βίος έφτασε σε αξιοθρήνητα απελπιστική κατάσταση, έγραψε· «Αν ο Χριστός ερχόταν λίγο αργότερα στη γη, θα εύρισκε μόνο το πτώμα της κοινωνίας»11!
ν. π. β.
Σημειώσεις
1. Αιμ. Φαγκέ, Εισαγωγή εις την Φιλοσοφίαν, μτφρ. Ι. Παναγιωτοπούλου, 1925, σελ. 26.
2. Νεμεσίου Εμέσης, Περί Φύσεως ανθρώπου, κεφ. Β΄ Περί ψυχής, ΒΕΠΕΣ 38, 230-231. Στήν Ελληνική Πατρολογία τού Μigne ο Λόγος Περί ψυχής αποδίδεται στόν άγιο Γρηγόριο Νύσσης· ΡG 45, 188 ΑΒ.
3. Βλ. Πλουτάρχου Ηθικά, Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων 419 α § XVΙΙ 20-40. Τό όλο περιστατικό βλ. και εις· Νικ. Π. Βασιλειάδη, Χριστιανισμός και Ανθρωπισμός, εκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήναι 19924, σελ. 136-137, υποσ. 7.
4. Ευαγγ. Αντωνιάδου, Η κατάστασις των Αθηνών επί της εποχής τού απ. Παύλου, Αθήναι 1932, σελ. 61-62 και 81.
5. Α. Λαμπρινού, Η παρακμή στην αρχαία Ελλάδα, περιοδ. «Ακτίνες», έτος 1945, σελ. 7-8.
6. Κωνστ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία τού Ελληνικού έθνους, Τόμ. Β΄, Βιβλ. η΄, εν Αθήναις 1862, σελ. 466.
7. Βλ. και Αlbin Lesky, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, έκδ. Α/φών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 19905, σελ. 1140, 1141, 1147.
8. F. W. Farrar, Ο Αντίχριστος, μτφρ. Χ. Παπαϊωάννου, σελ. 7-8.
9. Κωνστ. Παπαρρηγοπούλου, ό.π., Τόμ. Β΄, Βιβλ. η΄, εν Αθήναις, 1862, σελ. 753.
10. βλ. σχετικό παράδειγμα εις Ευαγγ. Αντωνιάδου, ό.π., σελ.105-106.
11. Francois R. Chateaubriand, Le genie du Christianisme, τόμ. VΙ, σελ. 288.
28. Τούς θεούς της ειδωλολατρίας γκρέμισαν οι Έλληνες φιλόσοφοι
Στον γεμάτο απογοήτευση και έντονη αναζήτηση αρχαίο ειδωλολατρικό κόσμο κάποια πνεύματα διατηρούσαν νηφάλια και άγρυπνη σκέψη. Γι’ αυτό δεν μπορούσαν ν’ αποδεχθούν μια θρησκεία που είχε ως θεμέλιο τον μύθο. Και προ παντός, μια θρησκεία με θεούς που προβαίνουν σε κάθε είδους ανηθικότητα, ως ελεύθεροι από κάθε ηθικό έλεγχο. Από θεούς και θεές, που κυριαρχούνται απ’ όλα τα ανθρώπινα πάθη, τα οποία δεν έστεργαν καθόλου οι σώφρονες άνθρωποι. Δίκαια ο Όμηρος έψαλλε· Μακάρι να εξαφανιζόταν από τους θεούς και τους ανθρώπους η έριδα και η οργή¹. Αλλά και ο Ευριπίδης βάζει στο στόμα τού Κάδμου, τού αποκαρδιωμένου από την αλύπητη εκδικητικότητα τού Διονύσου, τον βαρύ λόγο για τους θεούς· «Οργάς εχρήν θεοίς ουχ ομοιούσθαι βροτοίς»· στις οργές θα ‘πρεπε οι θεοί να μην είναι όμοιοι με τους θνητούς².
Αλλ’ αυτοί που κλόνισαν συθέμελα την ειδωλολατρία και το Δωδεκάθεο ήταν οι Έλληνες φιλόσοφοι. Ήδη ο Θαλής ο Μιλήσιος (643-548 π.Χ.), όταν ρωτήθηκε· «Τί πρεσβύτατον των όντων;» απάντησε· «Θεός, αγέννητον γάρ». Ο δε Σωκράτης όταν ρωτήθηκε «Τί (είναι) Θεός;» αποκρίθηκε· «Τό αθάνατον και αίδιον»³.
Ο προσωκρατικός Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (540-475 π.Χ.), με το βάθος και τη δύναμη της θεολογικής του σκέψεως, έγινε ο πρώτος θεολόγος τού κόσμου. Και έκρινε με τόλμη την ανηθικότητα των θεών. Ο Αlbin Lesky παρατηρεί ότι «από την αγανάκτηση για τους κλέφτες και πόρνους θεούς τού έπους, από το γέλιο και τις μωρίες τού ανθρωπομορφισμού, γεννήθηκε η δική του (τού Ξενοφάνη) επιβλητική αντίληψη για τους θεούς. Οι ομηρικοί θεοί είναι κατασκευάσματα ανθρώπων, και τα βόδια και τα λιοντάρια, αν είχαν χέρια, θάκαμναν θεούς που θάμοιαζαν μ αυτά (...). Στην πραγματικότητα όμως υπάρχει ένας μοναδικός Θεός, ο πιο μεγάλος, όλος μάτια, όλος πνεύμα, όλος αυτιά. Χωρίς προσπάθεια, ο Θεός αυτός τα τραντάζει όλα με τη δύναμη τού πνεύματος, στηριγμένος στον εαυτό του, ακίνητος, γιατί η κίνηση δεν ταιριάζει στο μεγαλείο του. Ήδη», συνεχίζει ο Lesky, «αναγγέλλεται «το πρώτον κινούν ακίνητον», ο ακίνητος κινητής τού Αριστοτέλη. Σε μιαν απίστευτη για τον πρώιμο ελληνισμό σύλληψη, εγκαταλείπεται εδώ κάθε ανθρωπόμορφη εικόνα τού θεού και μπαίνει στη θέση της ένα ανώτατο Ον, που από έξω επενεργεί στον κόσμο»4. Είπε συγκεκριμένα ο Ξενοφάνης· «Ένας Θεός υπάρχει μέγιστος μεταξύ των θεών και των ανθρώπων, ούτε κατά τη μορφή όμοιος προς τους ανθρώπους ούτε κατά τη σκέψη. Πάντοτε δε ο θεός αυτός μένει στόν ίδιο τόπο ακίνητος και δεν αρμόζει σ αυτόν να κινείται πότε εδώ και πότε εκεί. Διότι όλα προέρχονται από τή γη και στή γη καταλήγουν. Και το μεν σαφές (την αλήθεια) κανείς άνθρωπος δεν είδε ούτε θα υπάρξει εκείνος που γνωρίζει τα περί θεών...»5.
Ο Ηράκλειτος (540-480 π.Χ) υποστήριξε ότι οι Όμηρος και Ησίοδος έβλαψαν τους νέους με τους ψεύτικους, αδύναμους και κυριευμένους από πάθη θεούς. Καταδίκασε φαλλικές και άλλες λατρείες, γιατί ήταν άσεμνες, και απειλούσε όσους έκαναν ανίερες τελετές (όργια, πορνεία...). Ο Αναξαγόρας (490-427 π.Χ.) δίδαξε, και μάλιστα με εξαιρετικά τολμηρό τρόπο, ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα δεν είναι θεοί.
Παρόμοια υποστήριζαν οι Μιλήσιοι φιλόσοφοι Αναξίμανδρος (610-547 π.Χ.), Αναξιμένης (585-528 π.Χ.) και Θαλής (643-548 π.Χ.). Ο σπουδαίος σοφιστής Πρωταγόρας (480-410 π.Χ.) σατίριζε τη νηπιώδη θρησκευτικότητα των συγχρόνων του, γι’ αυτό και οι φανατικοί ειδωλολάτρες των Αθηνών είχαν αποφασίσει να τον θανατώσουν. Ο πατέρας της Ιστορίας Ηρόδοτος (484-410 π.Χ.) κατέκρινε χωρίς δισταγμό το μαντείο των Δελφών για ψεύτικους χρησμούς. Τούς ανόητους χρησμούς τού ιδίου μαντείου περιγελούσε και ο μέγιστος των Ελλήνων ρητόρων Δημοσθένης. Ο αρχηγός της Κυνικής Σχολής Αντισθένης (424-342 π.Χ.) επεκήρυξε την ειδωλολατρία, διότι οι θεοί της ήσαν θεοποιημένοι άνθρωποι6. Ο ποιητής και φιλόσοφος Ευριπίδης (480-406 π.Χ.)7 και ο μέγιστος των λυρικών ποιητών Πίνδαρος (522-442 π.Χ.) απογυμνώνουν με επιχειρήματα τις σαθρές ειδωλολατρικές δοξασίες. Ο Ευριπίδης τονίζει πώς συχνά οι άνθρωποι επικαλούνταν το παράδειγμα των θεών για να δικαιολογήσουν τα σφάλματά τους. Την ίδια τακτική ακολουθεί και ο Αριστοφάνης8. Γενικά οι φιλόσοφοι, κατά τον W.K.C. Guthrie, συμφωνούν ότι «το ίδιο το θείον δεν είναι ανθρωπομορφικό» και «με κανένα τρόπο δεν είναι σαν τους θνητούς στο σώμα ή στο νου». «Μερικοί» δε «από αυτούς τους στοχαστές θα μπορούσαν να ταξινομηθούν, αν το επιθυμούσαμε, ως μονοθεϊστές, ιδιαίτερα ο Ηράκλειτος και ο Ξενοφάνης»9. Επίσης «οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, άσχετα αν πίστευαν ή όχι σε μία ή περισσότερες θεϊκές δυνάμεις, όλοι ανεξαιρέτως διακήρυσσαν θρησκευτικές απόψεις, που απείχαν πάρα πολύ από τον ανθρωπομορφισμό των λαϊκών ή των δημόσιων λατρειών, οι οποίες στηρίζονταν στο ομηρικό πάνθεο»10.
Αργότερα «ο Σωκράτης στον Αριστοφάνη απέρριψε τους θεούς, ως νόμισμα που δεν είχε πια καμιά αξία, και στον Ευριπίδη η Εκάβη λέει ότι ο νόμος είναι ανώτερος από τους θεούς». Ως γνωστόν, ο Σωκράτης (469-399 π.Χ.) καταδικάσθηκε το 399 π.Χ. σε θάνατο με την κατηγορία ότι δεν πιστεύει στους θεούς της πόλεως, ότι προσπαθεί να εισαγάγει νέους θεούς και διαφθείρει τα ήθη των νέων. Για ασέβεια είχαν δικαστεί επίσης, πριν από τον Σωκράτη, ο Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος, ο δάσκαλος τού Περικλή, ο Αβδηρίτης Πρωταγόρας και ο Διαγόρας από τη Μήλο. Για τον ίδιο λόγο είχαν καταδιωχθεί οι τραγικοί Αισχύλος και Ευριπίδης. Για αθεϊσμό κατηγορήθηκε και ο Αριστοτέλης, επειδή αντιστρατεύθηκε στις δοξασίες της αρχαιοελληνικής θρησκείας. Ο Περικλής και ο Θουκυδίδης συμμορφώνονταν μεν προς τις τελετές της πόλεως και της οικογένειας «δεν πολυπίστευαν όμως στην αποτελεσματικότητα των θρησκευτικών τελετών» ούτε στις δεισιδαιμονίες ούτε στους χρησμούς των μαντείων11.
Επίσης ο Πλάτων στο Β΄ βιβλίο της «Πολιτείας» του κατηγόρησε απερίφραστα τον Όμηρο και τον Ησίοδο ότι έλεγαν μεγάλα και βαριά ψέματα και προσηλώθηκε στό «Οντως “Ον”». Την πίστη στη μονοθεία υποστήριξαν και οι Στωικοί. Στην εποχή μάλιστα τού Πλάτωνος ήταν κάτι το συνηθισμένο η παρουσία «ανθρώπων που καθόλου δεν πίστευαν στην ύπαρξη των θεών». «Σε μεταγενέστερους δε συγγραφείς βρίσκουμε έναν κατάλογο άθεων, δηλαδή όσων αρνούνταν εντελώς την ύπαρξη των θεών», όπως π.χ. ο Διαγόρας από την Μήλο, ο Πρόδικος ο Κείος, ο Κριτίας, και αργότερα ο Ευήμερος από την Τεγέα και ο Θεόδωρος από την Κυρήνη. Ας σημειωθεί ότι η κριτική σχετικά με την ηθική των θεών είχε αρχίσει νωρίς. Ταυτόχρονα δε με τη συγγραφή της Θεογονίας, η οποία περιγράφει παλαιότερες δοξασίες, άρχισε από διάφορους Έλληνες φιλοσόφους η αμφισβήτηση τού Δωδεκαθέου και των άλλων θεοτήτων. Άλλωστε «δεν απαιτούνταν επιστημονική σκέψη ή οξύνοια για να σκανδαλισθεί κανείς» από την ανηθικότητα, την ασέλγεια, τους έρωτες και τα εγκλήματα των θεών12.
Τέλος επισημαίνουμε ότι και ο Ορφισμός, δηλαδή οι θρησκευτικές ιδέες που είχαν σχέση με τον Θράκα τραγουδιστή Ορφέα, είχε τους αγύρτες του. Αυτούς μάλιστα τους είχε στιγματίσει και ο Πλάτων13. Επίσης «το όριο ανάμεσα στη θρησκεία και τη δεισιδαιμονία δεν ήταν πάντα καθορισμένο με ακρίβεια»14.
Η κριτική των φιλοσόφων, όπως την είδαμε με πολύ μεγάλη συντομία, αποδεικνύει τη μεγάλη φτώχεια της ελληνικής ειδωλολατρικής θεολογίας, η οποία δεν παύει να είναι μια εξυπνότατη και ευρηματική μυθολογία. Φανερώνει όμως και τον έντονο θεολογικό προβληματισμό των αρχαίων Ελλήνων για τη ζωή, το θάνατο, τον πόνο, τις θλίψεις και γενικώς τα μεγάλα υπαρξιακά προβλήματα. Ένα προβληματισμό που δεν μπορούσε να βρει προ Χριστού απαντήσεις, γι’ αυτό και οδήγησε τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους αφ ενός μεν στο σαρκασμό των θεών και αφ ετέρου στην αναζήτηση τού «αγνώστου θεού», ο οποίος θα τους έβγαζε από τα αδιέξοδα και τα διλήμματα. Οι αρχαίοι Έλληνες, με το οξύ και σπινθηροβόλο πνεύμα τους, συνέλαβαν σωστά το όλο υπαρξιακό πρόβλημα, δεν βρήκαν όμως απαντήσεις, μέχρις ότου γνώρισαν τον ένα και μόνο αληθινό Θεό, τον Τριαδικό Θεό που τους αποκάλυψε ο απόστολος Παύλος στην Πνύκα.
ν.π.β.
Σημειώσεις
1. Ομήρου, Ιλιάδα Σ 107.
2. Ευριπίδου, Βάκχαι, στίχ. 1348.
3. Corpus Hermeticum: Fragmenta· Fragmenta 28, section 1.
4. Αlbin Lesky, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, μτφρ. Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, έκδ. αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 19905, σελ. 308.
5. Εις Ευαγγέλου Σταμάτη, Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, Αθήναι 1966, σελ. 58, 59, 60.
6. Βλ. περισσότερα εις W.K.C. Guthrie, Οι σοφιστές, μτφρ. Δαμ. Τσεκουράκης, έκδ. Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1991, σελ. 302.
7. Βλ. Ευριπίδου «Ελένη» στίχ. 744-757· 1137-1140. «Κύκλωψ» στίχ. 354-355. «῾Ιππόλυτος» στίχ. 120. «Τρωάδες», στίχ. 1280-1281. «Εκάβη» στίχ. 488-491.
8. Βλ. «Τρωάδες» στίχ. 948 και «Νεφέλαι» στίχ. 1079.
9. W.K.C. Guthrie, ό.π., σελ. 301.
10.W.K.C. Guthrie, ό.π., σελ. 278.
11.W.K.C. Guthrie, ό.π., σελ. 279. Robert Flacelière, Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων ῾Ελλήνων, μτφρ. Γερασ. Δ. Βανδώρου, έκδ. Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήναι 1970, σελ. 236, 237.
12. W.K.C. Guthrie, ό.π., σελ. 288, 289, 281. Βλ. και σελ. 290-293 και ιδιαίτερα τις υποσ. α-η, όπου οι μαρτυρίες και χωρία από τους αθέους φιλοσόφους. Επίσης και λεπτομέρειες για την κριτική της ειδωλολατρίας από τον Περικλή για τον αγνωστικισμό τού Πρωταγόρα και τον αθεϊσμό τού Διαγόρα, τού Πρόδικου και τού Κριτία.
13. Βλ. Πλάτωνος Πολιτεία Β, 364-365α.
14. Βλ. Robert Flacelière, ό.π. σελ. 263 και 271-272.
29. Απογοήτευση τού αρχαίου κόσμου
Την απογοήτευση τού αρχαίου κόσμου προκαλούσαν και οι απαντήσεις των θεών στα καίρια ερωτήματα της καθημερινής ζωής· Τα προσωπικά-υπαρξιακά, τα κοινωνικά, τα πολεμικά και τα θεολογικά. Όσο δε οι άνθρωποι προάγονταν πνευματικά αμφισβητούσαν ανοικτά το Δωδεκάθεο τού Ολύμπου.
Ο Αισχύλος (525-455 π.Χ), κορυφαίος τραγικός ποιητής των αιώνων, έβλεπε και βίωνε το δράμα τού κακού, που έδερνε τον προχριστιανικό κόσμο, και αναζητώντας λύση έγραψε την περίφημη τριλογία του· Προμηθεύς πυρφόρος, Προμηθεύς δεσμώτης και Προμηθεύς λυόμενος. Στο έργο του αυτό ενσωμάτωσε τις παραδόσεις, τους φόβους, τους προβληματισμούς, τα μεγάλα ερωτηματικά, που βασάνιζαν τον άνθρωπο σχετικά με την πτώση και τη λύτρωσή του. Ο Προμηθεύς τού Αισχύλου είναι ουσιαστικά η προσωποποίηση ολόκληρης της αγωνιούσης ανθρωπότητος.
Για τη λύση τού δράματος αυτού ο ποιητής έδινε μια απάντηση προφητική, που σήμερα καταπλήσσει κυριολεκτικά· γι’ αυτήν όμως θα μιλήσουμε στο επόμενο άρθρο.
Την αδυναμία των θεών να βοηθήσουν τους ανθρώπους, που ζουν μέσα στην απέραντη μοναξιά τους και μ ένα υπαρξιακό παράπονο, εκφράζει και ο «Ύμνος εις Απόλλωνα», ο οποίος επί αιώνες εξέφραζε την επίσημη λατρεία τού ειδωλολατρικού κόσμου. Λέει ο Ύμνος· «Όλες οι Μούσες η μια μετά την άλλη, με ωραία φωνή υμνούν των θεών τα αθάνατα δώρα και των ανθρώπων τα βάσανα, όσα έχοντας ζούνε κάτω απ’ την εξουσία των αθάνατων θεών, χωρίς να μπορούν ούτε να σκεφτούν ούτε να κάνουν κάτι κι ούτε μπορούν να βρουν γιατρικό τού θανάτου και αποτρεπτικό των γηρατειών»1.
Ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας, μιλώντας για την απάτη και τις αδυναμίες της προχριστιανικής ειδωλολατρίας, τονίζει ότι ο θεός Απόλλων έγινε αίτιος θανάτου πολλών με τους γεμάτους αμφιβολίες χρησμούς του. «Δι’ αμφιβολίας χρησμού» εξέπεσε από την εξουσία του και ο Κροίσος. Οι μάντεις των ειδώλων έκρυβαν την άγνοιά τους «διά τού σκότους της ασαφείας» των χρησμών τους. Ανίκανοι να βοηθήσουν στις συμφορές των πολέμων απατούσαν «δι’ αμφιβόλων χρησμών», τους οποίους σοφίζονταν, όσους προσέφευγαν στα μαντεία τους. Ενώ άλλους τους ξεσήκωναν σε πόλεμο μεταξύ τους! Εξ άλλου οι μάντεις των ειδώλων δεν χρησμοδοτούσαν για σπουδαία πράγματα, αλλά «περί γάμου», «περί παίδων», «περί αποικίας» και «περί κενής δόξης». Συνεβούλευαν «τα πρακτέα» με «κοινούς και ανθρωπίνους λογισμούς» και τις περισσότερες φορές συνεβούλευαν «αφιλοσόφως». Επίσης συνερίζονταν εκείνους που αδικούσαν, εγκωμίαζαν άκριτα και τους ποιητές που δεν είχαν επιδείξει βίον άξιον επαίνων, κολάκευαν τους τυράννους και πρόσταζαν τους ανθρώπους να σέβονται «την άψυχον ύλην». Όλα αυτά ο ιστορικός Ευσέβιος τα κατοχυρώνει με ονόματα, με κείμενα χρησμών και γεγονότα2.
Πέραν αυτών οι απογοητευμένοι σκεπτόμενοι άνθρωποι υπέσκαπταν την πίστη τού λαού με το να ελέγχουν και να λοιδορούν όσο μπορούσαν τους θεούς.
Έτσι ο Όμηρος (800-724 π.Χ.), ο ύπατος των επικών ποιητών και ολοκλήρου τού κόσμου, ονομάζει την Αθηνά «σκυλόμυγα», τον Ηφαιστο «κουτσό», ενώ η Ελένη λέει στη θεά Αφροδίτη «είθε να μη γυρίσεις ποτέ με τα πόδια σου στον Όλυμπο!»3.
Ο τραγικός ποιητής και φιλόσοφος Ευριπίδης (480-406 π.Χ.), άξιος πράγματι της Σωκρατικής Σχολής, αποβλέποντας στην αλήθεια και παραβλέποντας τους θεατές, παρουσιάζει τον θεό Απόλλωνα μανιακό και άλλοτε μεθυσμένο και άπληστο, διότι χορταίνοντας με κρέατα «έτρωγε για επιδόρπιο άγουρα σύκα, γαυγίζοντας παράφωνα σαν ένας βάρβαρος»4. Στο δράμα «Ίων» απογυμνώνει κυριολεκτικά τους θεούς μπροστά στα μάτια των θεατών, λέγοντας· «Αφού όποιος θνητός αποδειχθεί κακός οι θεοί τον τιμωρούν, πώς είναι σωστό και δίκαιο σεις οι θεοί, που συντάξατε τους νόμους για τους θνητούς, να πέφτετε σε λάθη; Κι αν (δεν πρόκειται βέβαια να γίνει, απλώς το αναφέρω) τιμωρήσετε ανθρώπους για βιασμούς, κι εσύ (ο Φοίβος) κι ο Ποσειδών κι ο Δίας, που κυριαρχεί στον ουρανό, τότε θα γίνετε αιτία ν’ αδειάσουν οι ναοί σας, για την αδικία που θα κάνετε (...). Δεν είναι σωστό πια να κατηγορούμε τους ανθρώπους, επειδή μιμούνται αυτά που εγκρίνουν οι θεοί, αλλά εκείνους που δίνουν το παράδειγμα»5.
Στην «Ελένη», ο Ευριπίδης με το στόμα τού αγγελιαφόρου λέει· «Κατάλαβα ότι οι μάντεις είναι πονηροί και ψεύτες. Καμιά μαντεία δεν είναι σοφή ούτε αυτή που μας δίνει η φωτιά της θυσίας ούτε αυτή από τις φωνές των πουλιών. Είναι ανόητο να πιστεύει κανείς, ότι τα πουλιά ωφελούν τους θνητούς. Γιατί ούτε ο Κάλχας ούτε ο Έλενος είπαν ούτε φανέρωσαν (την αλήθεια) στο στρατό μας, παρόλο που έβλεπαν να πεθαίνουν οι δικοί τους για ένα ομοίωμα νεφέλης (...). Θα μπορούσες να πείς· «Ίσως επειδή ο Θεός δεν το ήθελε». Αλλά τότε γιατί συμβουλευόμαστε τους μάντεις; Πρέπει να ζητάμε τα καλά από τους θεούς με θυσίες και ν’ αφήσουμε τις μαντείες, γιατί αυτές εφευρέθηκαν ως δόλωμα για τους ανθρώπους. Ο καλύτερος προφήτης είναι η ορθή κρίση και η σύνεση». Στη συνέχεια δε ο Ευριπίδης διά τού χορού επιτίθεται στους θεούς και τις παραξενιές τους, λέγοντας· «Τί είναι θεός; Τί δεν είναι θεός; Τί βρίσκεται ανάμεσα σ αυτά τα δυο; (ή· υπάρχει θεός; ή δεν υπάρχει; ή είναι κάτι ανάμεσα σ αυτά;) Ποιός από τους θνητούς λέει πώς το βρήκε μετά από μακροχρόνιες έρευνες, όταν βλέπει τους θεούς να ενεργούν πότε έτσι, πότε αλλιώς, και πάλι ν αλλάζουν ξαφνικά, ανέλπιστα, παράλογα;»6.
Ο ίδιος τραγικός στο έργο του «Κύκλωψ» απευθυνόμενος στο Δία τού λέει· «Δία, που είσαι των ξένων ο προστάτης, κύτταξε και σύ αυτά εδώ· αν όμως δεν τα βλέπεις αυτά, άδικα οι άνθρωποι σε πιστεύουν για θεό, ενώ είσαι ένα τίποτα («μηδέν ών θεός») (ή· δεν είσαι καθόλου θεός)»7. Επίσης στον «Ιππόλυτο» διδάσκει ότι οι θεοί πρέπει να είναι σοφότεροι από τους ανθρώπους. Στίς «Τρωάδες» αναφωνεί· «Ω θεοί! Αλλά γιατί καλώ τους θεούς; Κι άλλη φορά που τους καλούσα δε μ’ άκουσαν»! Ενώ στην «Εκάβη» απευθυνόμενος στο Δία τού λέει· «Ω Δία, τι να πώ; Τί από τα δύο συμβαίνει; Τάχα τους ανθρώπους εσύ τους φροντίζεις; ή αυτήν την γνώμη τού κάκου, μάταια την απέκτησαν; (νομίζοντας ψεύτικα ότι υπάρχει το γένος των θεών), ενώ η τύχη κυβερνάει όλα όσα γίνονται στους θνητούς;»8.
Τέλος ο κωμικός φιλόσοφος και ποιητής Μένανδρος (342-292 π.Χ.) στο δράμα «Ηνίοχος» αποφαινόταν· «Κανένας θεός δεν μ’ αρέσει, που περπατεί έξω με μια γριά»9, ή μπαίνει στα σπίτια μητραγύρτης θεός· διότι τέτοιοι ήσαν οι μητραγύρτες, δηλαδή οι οπαδοί της θεάς Μητρός Δήμητρας ή Κυβέλης, που περιέρχονταν τα σπίτια για ζητιανιά.
Αυτά είναι αρκετά για να δείξουν την απογοήτευση που ένοιωθε ο αρχαίος κόσμος για τους θεούς του. Ο κόσμος εκείνος αμφισβητώντας ανύπαρκτα, νεκρά είδωλα αναζητούσε με αγωνία τον ένα, τον μόνο και αληθινό Θεό.
ν.π.β.
συνεχεια
Τὸ σύγχρονο προσωπεῖο τοῦ Ἀντιχρίστου 2