Στο παλάτι του Αλκίνοου, οι φλόγες από τους δαυλούς έριχναν ζεστά, χρυσαφένια φώτα στις πέτρινες στήλες και τα μαρμάρινα δάπεδα. Το τραπέζι, εκτεταμένο σαν να ήθελε να φιλοξενήσει όλους τους θεούς του Ολύμπου, ήταν φορτωμένο με φαγητά: ζεστά κρέατα, φρεσκοψημένα ψωμιά, πιατέλες με ώριμα φρούτα και κρατήρες γεμάτοι αρωματικό κρασί που μοσχοβολούσε μπαχαρικά. Η μυρωδιά γέμιζε την αίθουσα, προκαλώντας την όρεξη ακόμα και στους πιο χορτασμένους.

Ο Αλκίνοος καθόταν στο κέντρο της μεγάλης αίθουσας, με την αύρα της αρχοντιάς του να γεμίζει τον χώρο. Στο πλάι του, ο Οδυσσέας, γεμάτος σεβασμό και ευγνωμοσύνη, σηκώθηκε για να μιλήσει. "Ω, Αλκίνοε, άρχοντα των Φαιάκων, τα δώρα σου είναι γενναιόδωρα, και η φιλοξενία σου ξεπερνά κάθε φαντασία. Μου πρόσφερες ασφάλεια και ζεστασιά όταν τα κύματα της θάλασσας και η οργή των θεών με έφεραν σε τούτη τη χώρα. Σε ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά, και εύχομαι οι θεοί να ευλογούν το λαό σου και το παλάτι σου."

Οι Φαίακες αντάλλαξαν βλέμματα γεμάτα ενθουσιασμό. Τα λόγια του Οδυσσέα, βαθιά και συγκινητικά, είχαν αγγίξει τις καρδιές τους. Κάποιοι ψιθύριζαν μεταξύ τους, θαυμάζοντας το κουράγιο και τη σοφία του. Ένας νεαρός, με μάτια που έλαμπαν από θαυμασμό, γύρισε στον φίλο του και είπε: "Είναι άνθρωπος ή κάποιος θεός μεταμφιεσμένος;" Άλλοι απλώς σιωπούσαν, συγκινημένοι από την ιστορία του ήρωα, ενώ οι πιο ηλικιωμένοι κούνησαν το κεφάλι τους, αναγνωρίζοντας το βάρος που κουβαλούσε ο ξένος.

Ο Δημόδοκος, ο τυφλός αοιδός, σηκώθηκε κρατώντας τη λύρα του. "Ακούστε τώρα, αγαπημένοι μου, το τραγούδι που μιλά για τα κατορθώματα αυτού του μεγάλου άνδρα," είπε με φωνή που αντήχησε σαν μελωδία στην αίθουσα. Τα δάχτυλά του άγγιξαν τις χορδές, και η μουσική πλημμύρισε τον χώρο. Το τραγούδι του μιλούσε για τις μάχες, τα ταξίδια και τους κινδύνους που αντιμετώπισε ο Οδυσσέας. Οι νότες του Δημόδοκου, γεμάτες πάθος και θλίψη, έκαναν τους ακροατές να δακρύσουν, με τον Οδυσσέα να σκύβει το κεφάλι του, κρύβοντας τα μάτια του που γυάλιζαν.

Ο Οδυσσέας, αφού ευχαρίστησε για το τραγούδι, πρόσθεσε με πιο ζωντανή φωνή: "Δεν είναι τα ταξίδια μου που αξίζουν τον έπαινο, αλλά οι θεοί που με καθοδήγησαν. Μα κι εσείς, οι Φαίακες, δείχνετε πως το μεγαλείο δεν βρίσκεται μόνο στη δύναμη, αλλά και στη γενναιοδωρία της ψυχής."

Εντωμεταξύ, ο Ηρακλής, με την παρουσία του να γεμίζει τον χώρο σαν άλλη θεϊκή μορφή, έριξε μια καχύποπτη ματιά προς το φαγητό που του σερβίρισε η Περσεφόνη. "Πάλι κρέας και κρασί;" φάνηκε να σκέφτεται, λες και ο Ολύμπιος ήρωας περίμενε κάτι πιο ιδιαίτερο. Ταυτόχρονα, ο Αριστοφάνης, παρακολουθώντας από την άκρη της αίθουσας, ψιθύρισε στον διπλανό του: "Αν ο Ηρακλής παραπονεθεί άλλη μια φορά, ίσως του προσφέρω μερικές από τις κωμικές μου ιδέες για να ξεχαστεί."

Η γιορτή συνεχίστηκε μέχρι τα μεσάνυχτα, με τον Οδυσσέα να αφηγείται τις περιπέτειές του και τους Φαίακες να τον ακούνε μαγεμένοι. Η αίθουσα του Αλκίνοου έλαμπε, όχι μόνο από τα φώτα, αλλά και από τη ζεστασιά των ιστοριών και την ενότητα της στιγμής.