ΛΟΓΟΣ Δ' (4): ΠΕΡΙ ΥΠΑΚΟΗΣ

Ο Λόγος 4(Δ'), ο οποίος αποτελεί έναν από τους κεντρικούς πυλώνες ολόκληρης της «Κλίμακος». Η Υπακοή για τον Άγιο Ιωάννη δεν είναι μια απλή πειθαρχία, αλλά το «εργαστήριο» μέσα στο οποίο νεκρώνεται ο εγωισμός και γεννιέται ο νέος άνθρωπος.

Το Πρωτότυπο Κείμενο

«Υπακοή εστι, παντελής της οικείας ψυχής άρνησις, διά του σώματος αυτήν εναργώς επιδεικνύουσα. Υπακοή εστι, θάνατος μελών εν ζώντι νοΐ. Υπακοή εστι, κίνησις ανεξέταστος, εκούσιος θάνατος, ζωή απολυτράγμων, ακίνδυνος πλους, οδοιπορία υπνώττουσα.

Υπακοή εστι, μνήμα θελήματος, και ανάστασις ταπεινώσεως. Ο γαρ εαυτόν τη υπακοή αρνησάμενος, αυτός ουκ απολογήσεται· ο γαρ ηγούμενος αυτού, αυτός υπέρ αυτού απολογήσεται. Υπακοή εστιν, απόθεσις διακρίσεως εν περιουσία διακρίσεως.

Μη νομίσητε, ώ ούτοι, δουλείαν είναι την υπακοήν· ελευθερία γάρ εστιν αληθής, η από πάσης μερίμνης και φόβου απαλλάττουσα. Ο υποτακτικός, ως νεκρός ουκ αντιλέγει, ουκ εξετάζει, ου κρίνει τον επιτάττοντα· αλλά ως επί Θεού προστάγματι, ούτως τοις κελευσθείσι προσανέχει.»

Η Μετάφραση

«Υπακοή είναι η πλήρης άρνηση της δικής μας ψυχής, η οποία αποδεικνύεται ξεκάθαρα μέσω των πράξεων του σώματος. Υπακοή είναι ο θάνατος των μελών του σώματος (ως προς το ίδιον θέλημα) μέσα σε έναν ζωντανό και άγρυπνο νου. Υπακοή είναι μια κίνηση χωρίς (πολυπράγμονα) εξέταση, ένας εκούσιος θάνατος, μια ζωή χωρίς περιττές φροντίδες, ένα ταξίδι στη θάλασσα χωρίς κινδύνους, μια οδοιπορία που μοιάζει με τον ύπνο (λόγω της εσωτερικής ησυχίας).

Υπακοή είναι το μνήμα του θελήματος και η ανάσταση της ταπεινώσεως. Διότι εκείνος που αρνήθηκε τον εαυτό του μέσω της υπακοής, δεν θα δώσει ο ίδιος λόγο στον Θεό για τις πράξεις του, αλλά ο οδηγός του θα απολογηθεί γι' αυτόν. Υπακοή είναι το να παραμερίζει κανείς τη δική του κρίση, ακόμα κι αν διαθέτει μεγάλη διάκριση και σοφία.

Μην νομίσετε, ω εσείς, ότι η υπακοή είναι δουλεία· διότι είναι η αληθινή ελευθερία, η οποία απαλλάσσει τον άνθρωπο από κάθε μέριμνα και φόβο. Ο υποτακτικός, σαν νεκρός, δεν αντιλέγει, δεν εξετάζει, δεν κρίνει αυτόν που τον προστάζει, αλλά αφοσιώνεται σε όσα του ζητήθηκαν σαν να ήταν εντολή του ίδιου του Θεού.»

Φιλοσοφική και Θεολογική Ανάλυση

Ο τέταρτος λόγος αποτελεί μια βαθιά σπουδή πάνω στη βούληση και την ευθύνη. Φιλοσοφικά, ο Άγιος Ιωάννης επαναπροσδιορίζει την ελευθερία: η αληθινή ελευθερία δεν βρίσκεται στην ικανοποίηση του ιδίου θελήματος (το οποίο θεωρείται πηγή ταραχής και άγχους), αλλά στην εκούσια εκχώρηση της κρίσης σε έναν πνευματικό οδηγό. Η «κίνησις ανεξέταστος» δεν είναι τυφλή υποταγή, αλλά μια συνειδητή επιλογή υπέρβασης του υποκειμενισμού.

Θεολογικά, η υπακοή είναι ο δρόμος της κένωσης του Χριστού. Ο ορισμός «θάνατος μελών εν ζώντι νοΐ» περιγράφει την κατάσταση όπου ο άνθρωπος παραμένει πλήρως συνειδητός και ενεργός, αλλά έχει νεκρώσει την εγωιστική παρόρμηση. Η υπακοή λειτουργεί ως «μνήμα θελήματος» – εκεί θάβεται η αλαζονεία της προσωπικής γνώμης – ώστε να μπορέσει να αναστηθεί η ταπεινοφροσύνη, η οποία είναι η μόνη ασφαλής βάση για τη θέωση.

Η παρομοίωση της υπακοής με «ακίνδυνο πλουν» και «οδοιπορία υπνώττουσα» υποδηλώνει την ψυχική γαλήνη που αποκτά ο υποτακτικός. Εφόσον την ευθύνη της πορείας την αναλαμβάνει ο οδηγός, η ψυχή απαλλάσσεται από το βάρος της αμφιβολίας και της μέριμνας. Ο Άγιος τονίζει ότι η υπακοή είναι «απόθεσις διακρίσεως εν περιουσία διακρίσεως»· δηλαδή, η πιο υψηλή μορφή διάκρισης είναι να γνωρίζει κανείς πότε πρέπει να παραμερίσει τη δική του λογική για χάρη της πνευματικής ωφέλειας. Τελικά, η υπακοή δεν καταργεί το πρόσωπο, αλλά το ελευθερώνει από τον τυραννικό «εαυτό» του.

Επιστροφή