ΛΟΓΟΣ Γ' (3): ΠΕΡΙ ΞΕΝΙΤΕΙΑΣ
Ο Λόγος 3 (Γ') συμπληρώνει την πρώτη «τριάδα» των θεμελίων της Κλίμακος. Μετά την Αποταγή και την Απροσπάθεια, η Ξενιτεία έρχεται να σφραγίσει την απόφαση του ανθρώπου να ζήσει ως «περαστικός» από αυτόν τον κόσμο.
Το Πρωτότυπο Κείμενο
«Ξενιτεία εστίν, ηθών αμετάστρεπτος κατάλειψις, και λογισμού ανεπίστροφος άρνησις. Ξενιτεία εστίν, άγνωστος σοφία, σύνεσις αδήλωτος, ζωή λεληθυία, σκοπός αόρατος, έννοια ακατάληπτος, πόθος ταπεινοφροσύνης, επιθυμία θλίψεων, ορισμός αγάπης Θεού, πλησμονή ελέους, σιωπής κατάστασις.
Ξενιτεία εστίν, η από των οικείων πάντων, προς το των οικείων του Θεού γενέσθαι, αλλοτρίωσις. Μη ως ο Λωτ εκείνος, αλλ' ως ο Αβραάμ ποίει· ο μεν γαρ την πατρίδα καταλιπών, την προαίρεσιν ου μετέθετο· ο δε, και γένους και πατρίδος αλλοτριωθείς, τον Θεόν εύρατο.
Ξενιτεία εστίν, ο χωρισμός των επί γης, ίνα την διάνοιαν αχώριστον του Θεού ποιήσωμεν. Ξένος εστίν, ο εν μέσοις τοις ξένοις, ως ξένος διάγων.»
Η Μετάφραση
«Ξενιτεία είναι η αμετάκλητη εγκατάλειψη των συνηθειών και η άρνηση του λογισμού να επιστρέψει σε αυτές. Ξενιτεία είναι μια άγνωστη (στους πολλούς) σοφία, μια κρυμμένη σύνεση, μια ζωή απαρατήρητη, ένας αόρατος σκοπός, μια έννοια ακατάληπτη, ένας πόθος για ταπεινοφροσύνη, μια επιθυμία για τις θλίψεις, ένας ορισμός της αγάπης του Θεού, μια αφθονία ελέους, μια κατάσταση σιωπής.
Ξενιτεία είναι η αποξένωση από όλους τους δικούς μας ανθρώπους, με σκοπό να γίνουμε οικείοι του Θεού. Μην ενεργείς όπως εκείνος ο Λωτ, αλλά όπως ο Αβραάμ. Διότι ο μεν Λωτ, αν και άφησε την πατρίδα του, δεν άλλαξε την εσωτερική του προαίρεση· ο δε Αβραάμ, αφού αποξενώθηκε και από το γένος και από την πατρίδα του, βρήκε τον Θεό.
Ξενιτεία είναι ο χωρισμός από τα επίγεια πράγματα, ώστε να κάνουμε τη διάνοιά μας αχώριστη από τον Θεό. Ξένος είναι εκείνος που, ακόμα και ανάμεσα σε ξένους, ζει ως ξένος (ως περαστικός).»
Φιλοσοφική και Θεολογική Ανάλυση
Στον τρίτο λόγο, η Ξενιτεία παρουσιάζεται ως μια βαθιά εσωτερική μετανάστευση. Φιλοσοφικά, ο Άγιος ορίζει την ξενιτεία όχι απλώς ως γεωγραφική μετακίνηση, αλλά ως «ηθών αμετάστρεπτον κατάλειψιν». Η ουσία της δεν βρίσκεται στο πού βρίσκεται το σώμα, αλλά στο πού «κατοικεί» ο νους. Η ξενιτεία είναι η συνειδητή απόφαση του υποκειμένου να καταστεί «ξένο» προς το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον που το διαμόρφωσε, προκειμένου να αναζητήσει μια νέα, πνευματική ταυτότητα.
Θεολογικά, η ξενιτεία είναι η μίμηση του Αβραάμ, ο οποίος εγκατέλειψε τη «γη και το γένος» του υπακούοντας στην κλήση του Θεού. Ο Άγιος χρησιμοποιεί μια σειρά από οξύμωρα σχήματα («άγνωστος σοφία», «σύνεσις αδήλωτος») για να δείξει ότι ο τρόπος ζωής του «ξένου» είναι ακατανόητος για τον κοσμικό άνθρωπο. Η ξενιτεία δεν είναι αυτοσκοπός· είναι το μέσο για την απερίσπαστη ένωση με τον Θεό. Ο χωρισμός από τους «οικείους» κατά σάρκα γίνεται η προϋπόθεση για την οικειότητα με τον Θεό.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάκριση μεταξύ Λωτ και Αβραάμ. Ο Άγιος προειδοποιεί ότι η εξωτερική φυγή χωρίς την εσωτερική αλλοίωση της προαίρεσης είναι άκαρπη. Η αληθινή ξενιτεία απαιτεί τη διαρκή αίσθηση ότι ο άνθρωπος είναι πάροικος (προσωρινός κάτοικος) στη γη. Ο «ξένος» του Αγίου Ιωάννου είναι ο ελεύθερος άνθρωπος που δεν επιτρέπει σε καμία συνήθεια ή σχέση να γίνει δεσμός που θα τον εμποδίσει στην πορεία του προς την Άνω Ιερουσαλήμ.
Επιστροφή