Kolloquium

Fachbereich für deutsche Sprache und Literatur

Das Kolloquium dient der internen und externen Kommunikation des Fachbereichs für Deutsche Sprache und Literatur. Die Vorträge finden in loser Folge jeweils am

Mittwoch um 15:30 Uhr in Raum 712

an der Philosophischen Fakultät EKPA statt (Karte). Arbeitssprachen sind Deutsch, Griechisch und Englisch.

Über Ihren Besuch würden wir uns sehr freuen!

Organisation: Katerina Karakassi und Winfried Lechner

Sommersemester 2019

17. April 2019

Andeas Michalopoulos (Universität Athen)/Ανδρέας Ν. Μιχαλόπουλος (ΕΚΠΑ)

Der Blick aus dem Süden: Aspekte der Germanen im Werk von Tacitus Germania

Η θέα από τον Νότο: όψεις των Γερμανών στο έργο Germania του Κορνήλιου Τάκιτου


Abstract

Gegenstand des Vortrags ist die ethnografische Studie des römischen Historikers und Senators Cornelius Tacitus mit dem Titel Germania (vollständiger Titel: De origine et situ Germanorum), die 98 oder 99 n. Chr. zur Zeit von Kaiser Trajan erschienen ist. In diesem Werk beschäftigt sich Tacitus mit Fragen wie Herkunft, Eigenschaften, religiösen Gewohnheiten und Sitten der deutschen Geschlechter, die jenseits der nördlichen Grenze des Römischen Reiches lebten.

Nach einem kurzen Überblick über Inhalt und Struktur des Werkes werden wir die Quellen diskutieren, die Tacitus für seine Schrift verwendet hat, und auf die Beziehungen eingehen, die sein Werk mit der damaligen ethnographischen Tradition unterhält. Der wichtigste Punkt, den wir jedoch in der Präsentation berühren werden, ist der ideologische und politische Rahmen, der das Bild der deutschen Stämme bei Tacitus geprägt hat. Dabei werden wir versuchen, die Gründe zu ermitteln, die Tacitus dazu motiviert haben, eine Schrift den Germanen zu widmen, und vor allem mit welcher Absicht er es getan hat. Der Vortrag wird somit zwangsläufig auch die multidimensionale - und manchmal auch gefährliche – Rezeption von Germania in späteren Zeiten beinhalten.

Θέμα της ομιλίας αποτελεί η εθνογραφική μονογραφία του Ρωμαίου ιστορικού και συγκλητικού Κορνήλιου Τάκιτου (Cornelius Tacitus) με τον τίτλο Germania (πλήρης τίτλος: De origine et situ Germanorum), η οποία δημοσιεύτηκε το 98 ή 99 μ.Χ., στα χρόνια του αυτοκράτορα Τραϊανού. Στο έργο αυτό ο Τάκιτος πραγματεύεται ζητήματα όπως η καταγωγή, τα χαρακτηριστικά, οι θρησκευτικές συνήθειες και τα έθιμα των γερμανικών φύλων που κατοικούσαν πέρα από τα βόρεια σύνορα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ύστερα από μια σύντομη επισκόπηση του περιεχομένου και της δομής του έργου θα συζητήσουμε το θέμα των πηγών που χρησιμοποίησε ο Τάκιτος για τη συγγραφή του και το κατά πόσο η μονογραφία αυτή ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές και απαιτήσεις της εθνογραφικής παράδοσης. Βασικό, ωστόσο, άξονα της παρουσίασης θα αποτελέσει το ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο της Germania, καθώς θα επιχειρήσουμε να ανιχνεύσουμε τα κίνητρα που υπαγόρευσαν στον Τάκιτο τη συγγραφή του συγκεκριμένου έργου και τους σκοπούς που επιδίωκε να επιτύχει με αυτό. Αναπόφευκτα, η ομιλία θα συμπεριλάβει την πολυδιάστατη – και ενίοτε επικίνδυνη – πρόσληψη της Germania στις μεταγενέστερες εποχές.


08. Mai 2019

Maria Barouni (New York College & Mediterranian College)/Μαρία Μπαρούνη

The interpretation of superlatives and the Jespersen cycle

Ερμηνεία των Υπερθετικών και κύκλος του Jespersen


Abstract

This talk aims to explore the relation between regular and absolute superlatives. What I will claim is that absolute superlatives derive from a shift in the semantics of regular superlatives (following Sapir, 1985). Hence, absolute superlatives should also contain a comparative morpheme (cf. Bobaljik, 2012). Following Kiparsky & Kondoravdi (2006) who proposed a semantic approach for Jespesen’s (1917) cycle to account for Negation diachronically, I will extend the analysis on superlatives arguing that the relation between absolute and regular superlatives can be understood and receive an account under this perspective. Evidence will be provided from Greek, English, Catalan, Italian, Portuguese among others.

Selected References

Bobaljik, J. D. (2012). Universals in comparative morphology: Suppletion, superlatives, and the structure of words. Cambridge, Mass.: MIT Press.

Jespersen, O. (1917). Negation in English and other Languages. Copenhagen: Host.

Kiparsky, P., & Condoravdi, C. (2006). Tracking Jespersen’s cycle. In Proceedings of the 2nd international conference of Modern Greek dialects and linguistic theory (Vol. 172, p. 197). Doukas Mytilene.

Sapir, E. (1985). Culture, language and personality: Selected essays. (Vol. 342). University of California Press.

29. Mai 2019

Rika Benveniste (Universität Thessalien)/Ρίκα Μπενβενίστε (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας)

Die Erfahrung der Rückkehr der griechischen Juden aus den NS-Lagern

H εμπειρία της επιστροφής Ελλήνων Εβραίων από τα ναζιστικά στρατόπεδα


19. Juni 2019

Christian Gonsa (Journalist, Athen)

Ortsnamen(swechsel) in Griechenland

Τοπωνύμια (και η αλλαγή τους) στην Ελλάδα


Bisherige Vorträge 2018/19

20. März 2019 Dorothee Kimmich (Universität Tübingen)

Ähnlichkeit als kulturtheoretisches Paradigma

Η ομοιότητα ως παράδειγμα της πολιτισμικής θεωρίας

Abstract

Wir ordnen die Welt, die Dinge, aber auch Farben, Töne und Erinnerungen, Gesichter und Geschichten, indem wir Ähnlichkeiten und Unähnlichkeiten wahrnehmen und bewerten. Ohne diese Fähigkeit sind wir weder in der Lage zu erkennen noch zu lernen und auch nicht zu kategorisieren oder uns an etwas zu erinnern. Aber nicht nur passiv registrieren wir Ähnlichkeiten, sondern auch aktiv müssen wir Ähnlichkeiten umsetzen: Ohne die Fähigkeit, etwas oder jemanden zu imitieren und nachzuahmen, erlernen wir weder eine Sprache noch Klavierspielen, weder Radfahren noch Seilspringen. Wiedererkennen und Zuordnen, nachahmend Lernen und Imitieren sind grundlegende Fähigkeiten, mit denen wir uns im Alltag orientieren. Sie sind unabdingbar, wenn wir Objekte klassifizieren wollen, wenn wir Thesen oder Argumente prüfen sollen, Phänomene zu- oder einordnen müssen. All diesen Operationen und Praktiken liegt das Wiederkennen und Abgleichen von Ähnlichkeiten zugrunde; zugleich aber auch eine Entscheidung darüber, welche Kriterien für die angenommene Ähnlichkeit angelegt werden sollen. Ähnlichkeitsoperationen implizieren also meist ein – mehr oder weniger bewusstes – Urteilen und verbinden daher Erkenntnis und Interesse.

Ähnlichkeiten nicht zu erkennen, heißt daher oft, sie bewusst zu leugnen. Genau dies geschieht nicht selten, wenn kulturelle Zugehörigkeit oder eben Fremdheit und „Alterität“ behauptet werden. Werden Ähnlichkeiten übersehen zugunsten von Differenzen und Oppositionen – was meist zur Dominanz einzelner Gruppen führt –, so ist dies nicht nur ein erkenntnistheoretisches, sondern auch ein politisches Problem. Die Gleichheit vor dem Gesetz und die Ähnlichkeit der Kulturen ergänzen sich und machen deutlich, dass radikale Alterität keine Gegebenheit, sondern eine Frage der Perspektive ist.

Während der Begriff des Unterschieds, der ‚Differenz‘, in der Theoriegeschichte des 20. Jahrhunderts Schule machte und in den verschiedensten Wissenschaften eine enorme Konjunktur entfaltete, hat die Geschichte der Ähnlichkeit wenig Anhänger und vor allem kaum aktuelle Weiterentwicklungen im kulturtheoretischen Bereich gefunden. ‚Ähnlichkeit‘ soll also hier nicht als ein vollkommen neues Paradigma, wohl aber als ein innovatives und zudem politisch relevantes Konzept der Kulturtheorie vorgestellt werden.

Οργανώνουμε τον κόσμο, τα πράγματα, αλλά και τα χρώματα, τους ήχους και τις μνήμες, τα πρόσωπα και τις ιστορίες αντιλαμβανόμενοι ομοιότητες και μη ομοιότητες. Χωρίς αυτή την ικανότητα, δεν είμαστε σε θέση ούτε αναγνωρίσουμε, ούτε να μάθουμε, ούτε να κατηγοριοποιήσουμε, ούτε να θυμηθούμε κάτι. Αλλά όχι μόνο παθητικά καταγράφουμε ομοιότητες, αλλά και ενεργά πρέπει να «εφαρμόζουμε» τις αρχές της ομοιότητας: χωρίς την ικανότητα να μιμούμαστε κάτι ή κάποιον, δεν μαθαίνουμε ούτε γλώσσα ούτε να παίζουμε πιάνο, ούτε ποδηλασία, ούτε να παίζουμε σκοινάκι. Η αναγνώριση ομοιοτήτων και η αντιστοίχιση όμοιων πραγμάτων, η μιμητική εκμάθηση και η μίμηση είναι βασικές δεξιότητες που έχουμε και μας βοηθάνε στην καθημερινότητα μας. Είναι απαραίτητες αν θέλουμε να ταξινομήσουμε αντικείμενα, αν θέλουμε να εξετάσουμε απόψεις ή επιχειρήματα, να κατατάξουμε φαινόμενα σε κατηγορίες. Όλες αυτές οι λειτουργίες και πρακτικές βασίζονται στην αναγνώριση και τη αποδοχή της ομοιότητας. ταυτόχρονα, όμως, είναι και μια απόφαση σχετικά με τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμοστούν για να αναγνωρίσουμε την όποια ομοιότητα. Η πράξη του να αναγνωρίζεις την ομοιότητά συνήθως προϋποθέτει περισσότερο ή λιγότερο συνειδητές κρίσεις και συνεπώς συνδέει τη γνώση με το ενδιαφέρον για τον κόσμο.

Η μη αναγνώριση ομοιοτήτων συχνά σημαίνει σκόπιμη άρνηση τους. Αυτό δεν είναι ασυνήθιστο όταν η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την πολιτισμική ταυτότητα ή την ετερότητα του ξένου, την «ξενότητα» του. Εάν οι ομοιότητες παραβλέπονται για να προβληθούν οι διαφορές και οι αντιθέσεις, - κάτι που συνήθως συνήθως οδηγεί στην κυριαρχία μιας μεμονωμένης ομάδας έναντι των άλλων - αυτό δεν είναι μόνο ένα επιστημολογικό αλλά και ένα πολιτικό πρόβλημα. Η ισότητα ενώπιον του νόμου και η ομοιότητα των πολιτισμών είναι συμπληρωματικές έννοιες και καθιστούν σαφές ότι το ριζικά ξένο δεν είναι δεδομένο, αλλά είναι απότοκο μιας προοπτικής που λαμβάνει υπόψη της της ομοιότητες. Και ενώ η έννοια της διαφοράς, της διαφορετικότητας «έκανε καριέρα» στον θεωρητικό λόγο στον εικοστό αιώνα και αποτέλεσε μια εκρηκτική αλλαγή παραδείγματος στις πιο διαφορετικές επιστήμες, η έννοια ομοιότητας βρήκε ελάχιστη απήχηση και, πάνω απ’ όλα, δεν εξελίχθηκε ιδιαίτερα ως αντικείμενο της πολιτισμικής θεωρίας. Από αυτή την άποψη η «ομοιότητα» δεν θα παρουσιαστεί στο πλαίσιο της ομιλίας ως ένα εντελώς νέο παράδειγμα, αλλά ως μια καινοτόμος και πολιτικά σημαίνουσα έννοια της πολιτισμικής θεωρίας.


16. Jänner 2019 Κώστας Κουτσουρέλης

Η μετάφραση ως πολιτική

Die Übersetzung als Politik

Abstract

Weit verbreitet ist die Meinung, dass der Übersetzer über-setzt und insofern als Vermittler zwischen Literaturen und Sprachen, als Brücke zwischen Kulturen fungiert. Ist dies aber tatsächlich so? Und wenn der Übersetzer in der Tat solche Leistungen erbringt, wem nützten diese am meisten, wen spricht er an, und vor allem: wem gibt er Rechenschaft?

Πλατιά διαδεδομένη είναι η γνώμη που θέλει τον μεταφραστή μεσίτη, μεσολαβητή ανάμεσα στις λογοτεχνίες και τις γλώσσες, "γέφυρα" μεταξύ των πολιτισμών. Είναι όμως έτσι; Και αν πράγματι ο μεταφραστής παρέχει τέτοιες υπηρεσίες, ποιον ωφελεί πρωτίστως, σε ποιον κυρίως αναφέρεται, σε ποιον λογοδοτεί;


19. Dezember 2018 Κωστούλα Καλούδη (Επιτ. Καθ., Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου)

Ο Νέος Γερμανικός Κινηματογράφος: μια κοινωνία σε αμφισβήτηση. H περίπτωση του Βιμ Βέντερς και του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ.

Der Neue Deutsche Film: die Infragestellung einer Gesellschaft. Der Fall Wim Wenders und Rainer Werner Fassbinder.

Abstract

Στις αρχές της δεκαετίας του ΄60, άρχισε για το γερμανικό κινηματογράφο ένα σημαντικό κεφάλαιο. Μετά από περίπου μια εικοσαετία αδράνειας ή παραγωγής προπαγανδιστικών ταινιών υπέρ του ναζισμού από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 και μέχρι το τέλος του πολέμου, νέοι σκηνοθέτες δημιούργησαν ένα νέο κινηματογραφικό κίνημα. Έτσι, στο μανιφέστο του Ομπερχάουζεν εικοσιέξι νέοι κινηματογραφιστές δηλώνουν την απόρριψή τους στον κινηματογράφο της Δυτικής Γερμανίας από το 1945 μέχρι το 1962. Αναζητούν ένα νέο κινηματογράφο που θα αναφέρεται στα σύγχρονα προβλήματα. Έτσι δημιουργείται ο Νέος Γερμανικός Κινηματογράφος, ανάμεσα στους εκπροσώπους του συναντάμε τον Ράϊνερ Βέρνερ Φασμπίντερ και τον Βιμ Βέντερς.

Μετά από την παρουσίαση των επιδιώξεων του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου, θα επικεντρωθούμε σε μια αναδρομή του έργου των δύο σκηνοθετών, από την εμφάνισή τους μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80, αναζητώντας θεματικά και αισθητικά μοτίβα και καινοτομίες, θέλοντας έτσι να προσδιορίσουμε το ιδιαίτερο κινηματογραφικό στυλ του κάθε σκηνοθέτη.

Zu Beginn der 1960er Jahre begann für das deutsche Kino ein wichtiges, neues Kapitel. Nach etwa zwanzig Jahren Trägheit und Produktion von Nazipropagandafilmen von Mitte der 1930er Jahre bis zum Ende des Krieges, schufen neue Regisseure eine neue Kinobewegung. So erklärten 26 junge Filmemacher im Manifest von Oberhausen ihre Ablehnung des westdeutschen Kino von 1945 bis 1962. Sie verlangen ein neues Kino, das sich auf aktuelle Probleme bezieht. Auf diesem Weg entstand das Neue Deutsche Kino, unter dessen Vertretern wir Reiner Werner Fassbinder und Wim Wenders antreffen.

Nach einer Einführung in die Ziele des Neuen Deutschen Kinos, werden wir die Arbeit der beiden Regisseure in einer Retrospektive begleiten, von ihren Anfängen bis in die frühen achtziger Jahre, auf der Suche nach thematische und ästhetische Motiven und Innovationen, die das Kino von Fassbinder und Wenders prägen.


31. Oktober 2018 Katerina Drakoulaki (EKPA)

Εξερευνώντας τη δομή στη γλώσσα και στη μουσική: θεωρητικές προσεγγίσεις και ερευνητικά ευρήματα

Die Untersuchung von Struktur in Sprache und Musik: Theoretische Ansätze und Forschungsergebnisse


Abstract

Στην ομιλία θα διερευνηθούν ορισμένα κοινά δομικά χαρακτηριστικά της μουσικής και της γλώσσας και θα σκιαγραφηθεί το πώς διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις επηρεασμένες από τη γλωσσολογική παράδοση επιλέγουν να περιγράψουν τις διαδικασίες επεξεργασίας ενός μουσικού κομματιού από τον ιδανικό ακροατή. Κατόπιν θα παρουσιαστούν κριτικά τα ευρήματα από νευροφυσιολογικές μελέτες που προσπαθούν να εντοπίσουν την επεξεργασία της μουσικής και της γλωσσικής σύνταξης στον εγκέφαλο και θα εξεταστεί το κατά πόσο αυτά ανταποκρίνονται στα διαφορετικά θεωρητικά μοντέλα.

In diesem Vortrag werden gemeinsame, strukturelle Charakteristika von Sprache und Musik diskutiert werden. Es wird gezeigt werden, wie theoretische Modelle aus der linguistischen Tradition bei der Untersuchung des Verarbeitungsprozesses von Musik durch eine 'Idealen Hörer' anwendet werden können. Zudem werden Forschungsergebnisse neurophysiologischer Untersuchungen präsentiert werden, deren Ziel es ist, den kognitiven Verarbeitungsprozess der Syntax von Musik und Sprache aufzuzeichnen.