Ταξιδεύεις μόνη, κατάμονη, στον απέραντο κόσμο των λογισμών σου, ναρκωμένη και χορτασμένη απ’ τη μαγεία των αισθήσεων, χαμένη κι αδιάφορη, πότε σαν μοναχικό αστέρι και πότε σαν φωτεινός μετεωρίτης με ξέπλεκα μαλλιά που χάνεται στην άβυσσο…
Πλατεία Ελευθερίας εκεί δα, είναι μαζεμένα όλα τα παιδιά, να λένε τα δικά τους μυστικά… Κι εσύ μαζί τους. Παράμερα, βουβή κι απόμακρη. Ν’ ακούς το τίποτα, τυλιγμένη στο μανδύα της μοναξιάς σου, αόρατη πίσω απ’ το νυφικό της ομίχλης να σκεπάζει με την πάχνη του το λιβάδι των ματιών σου. Και η υγρασία ν’ απλώνεται… κι όλο ν’ απλώνεται! Μέχρις ότου γίνεται σταγόνα π’ αργοκυλάει, ποτίζοντας την ξέρα της καρδιάς σου.
Ο ήλιος υποχωρεί βαμμένος με το αίμα των πονεμένων ψυχών, το βράδυ απλώνει το κεντημένο με το φως των άστρων σεντόνι του, το βοριαδάκι στεγνώνει τη βρεγμένη ποδιά της καρδιάς σου, οι αισθήσεις σου ξυπνάνε απ’ τη νάρκωση…
Τώρα που ’φυγε η πάχνη βλέπεις... Τώρα δεν ακούς το τίποτα· ακούς τα πάντα: το σφύριγμα του τρένου στο σταθμό, την ησυχία της πόλης που κοιμάται, τους κτύπους της καρδιάς σου, τη μυστική και τρυφερή φωνή που αργά και σταθερά ψελλίζει το όνομά σου.
Όνειρο; Ψευδαίσθηση; Η η αλήθεια;
Μόνο εκείνος -εκείνοι το ξέρουν…
Γι’ αυτό σου λέω ‘‘μην κλαις’’… Πάρε απ’ το χέρι την μοναξιά σου, τον καλύτερό σου φίλο και κυνήγησε τη φωνή που τη νύχτα ψάλλει νοσταλγικά το όνομά σου…
Βιάσου όμως, η νύχτα τρέχει, ο ήλιος θα ανατείλει ξανά εξαγνισμένος, οι άνθρωποι τυφλωμένοι απ’ το θάμπος του θα φορέσουν τις μάσκες που είχαν βγάλει τη νύχτα, μην τύχει κι ονειρευτούν την ευτυχία που δεν έχουν τη μέρα:
Την αγάπη…
Το χαμόγελο της ζωής…
Τα δώρα του Θεού...