Την ημέρα της πρωτοχρονιάς μετά την εκκλησία, στο σπίτι μπαίνει πρώτα η μάνα, κρατώντας το εικόνισμα που είχε πάει την προηγούμενη μέρα στην εκκλησία και πίσω ακολουθούμε κι εμείς. Κάθε οικογένεια παέι από ένα εικόνισμα στην εκκλησία. Άρα ποδαρικό κάνει η μάνα με το είκονισμα. Στη συνέχεια, πριν ετοιμάσει τραπέζι η μάνα, μας έδινε από ένα πιάτο με καλούδια να τα πάμε σε στενούς συγγενείς (παππούδες και γιαγιάδες, θείους και θείες) για να τους κάνουμε το καλό ποδαρικό όπως λέγεται.
- Με το δεξί να μπείτε και να πείτε χρόνια πολλά και καλή χρονιά! και μην ξεχάσετε να τους φιλήσετε τη χέρα. Αυτή ήταν η συμβουλή της μάνας.
Συνήθως οι άνθρωποι πρόσεχαν πολύ, ποιός θα έμπαινε πρώτος με τον καινούργιο χρόνο μέσα στο σπίτι τους και αν κάποιον τον θεωρούσαν γρουσούζη, δεν του άνοιγαν την πόρτα. Τα παιδιά βέβαια πάντα ήταν ευπρόσδεκτα.
Όταν φτάναμε στο σπίτι των συγγενών αφού κάναμε ότι μας είχε πει η μάνα μας, παραδίναμε το πεσκέσι με τα καλούδια. Οι συγγενείς με τη σειρά τους για να μας ευχαριστήσουν, εκτός του ότι μας γέμιζαν το πιάτο με τα δικά τους καλούδια για να τα πάμε σπίτι μας, μας έδιναν και χρήματα για το καλό του χρόνου. Αυτό λέγεται καλή χέρα και κρατάει ακόμα και σήμερα. Εμείς τους φιλούσαμε ξανά το χέρι και τους ευχόμασταν καλή χρονιά και επιστρέφαμε γεμάτοι χαμόγελα στο σπίτι. Το απόγευμα μαζευόμασταν όλα τα παιδιά πίσω από την εκκλησία και λέγαμε ο καθ’ ένας πόσα χρήματα έβγαλε από τις καλές χέρες. Τα χρήματα που ήταν σε χαρτονομίσματα τα δίναμε στους γονείς μας για να μας τα φυλάξουν. Όμως τα κέρματα τα κρατάγαμε εμείς και τα παίζαμε στον “τζόγο”, στις αμάδες.
Αμάδες: παιχνίδι που παίζεται με πλακέ πέτρες τις οποίες πετάγαμε σε μία γραμμή που είχαμε χαράξει κάτω στο έδαφος και όποιος πήγαινε την πέτρα του πιo κοντά σ’ αυτήν κέρδιζε. Όμως εαν π.χ ο πρώτος που πέταγε την πέτρα πήγαινε πολύ κοντά στη γραμμή οι υπόλοιποι σημάδευαν αυτή την πέτρα με σκοπό να την απομακρύνουν από τη γραμμή.
Το βράδυ της παραμονής των φώτων συνήθως λέγαμε τα κάλαντα “Σήμερα τα φώτα…” Όμως ελάχιστα παιδιά έβγαιναν για να τα πουν. Μάλλον είχαν κουραστεί από τα προηγούμενα. Την ημέρα των φώτων γέμιζε η εκκλησία από κόσμο. Πηγαίναμε όλοι για τον αγιασμό και να μας φωτίσει ο παπάς. Μετά την εκκλησία ο παπάς του χωριού γυρνούσε ένα-ένα τα σπίτια για τον αγιασμό και ο κόσμος υπομονετικά τον περίμενε. Ακόμα και σήμερα γίνεται το ίδιο. Και κάπου εδώ, τελειώνουν τα ξεροτήγανα και οι κουραμπιέδες και τ' άλλα...