Η ιστοσελίδα αυτή δημιουργήθηκε για εκπαιδευτικούς σκοπούς από μαθητές του 8ου Πειραματικού Δημοτικού Σχολείου Αγίας Βαρβάρας
Η Ερείκη η δενδρώδης ή ανοιξιάτικο ρείκι (επιστ. ονομασία Erica arborea) ανήκει στην οικογένεια των Ερεικών (ERICACEAE) στην οποία ανήκουν επίσης οι κουμαριές και τα ροδόδεντρα. Αποτελεί στενομεσογειακό είδος που απαντά σ’ όλη την Ελλάδα σε υψόμετρο μέχρι 900μ. Είναι συνήθως θάμνος ύψους 1-3 μ. με φύλλα μικρά γραμμοειδή διατεταγμένα σε σπονδύλους ανά 4. Aνθίζει την άνοιξη (Μάρτιο-Μάιο) και τα άνθη είναι μικρά, λευκά και εύοσμα. Είναι σημαντικό φυτό για την μελισσοκομία, ενώ το ξύλο από τις ρίζες και τα κατώτερα μέρη του φυτού, εξαιρετικά σκληρό και ανθεκτικό στην καύση, χρησιμοποιείται για την κατασκευή καπνοσυριγγών. Αποτελεί επίσης ένα από τα χαρακτηριστικά είδη της μιας βλάστησης.
Πρόκειται για θάμνο επεκτατικό που γίνεται και δέντρο, ευδοκιμεί στη περιοχή της Μεσογείου, είναι ανθεκτικό στην ξηρασία και τους ανέμους, αλλά όχι στους παγετούς. Δεν συναντάται σε ψηλά υψόμετρα.
Λόγω της επεκτασιμότητάς του, ο σκίνος αντιμετωπίζεται ως “ενοχλητικό” φυτό, ιδιαίτερα αν η παρουσία του άπτεται καλλιεργειών. Πρόκειται για φυτό πολύτιμο για το έδαφος και την βιοποικιλότητα. Συγκρατεί το χώμα στα επικλινή εδάφη, θεωρείται ιδανικός για αναδασώσεις, είναι πολύτιμο καταφύγιο για την πανίδα, ενώ τα φύλλα του εμπλουτίζουν το έδαφος, δημιουργώντας το γνωστό σκινόχωμα καθώς θεωρείται ιδανικό για την καλλιέργεια λουλουδιών.
Παρότι χρησιμοποιείται στην διατροφή και τα μέρη του (καρποί, φύλλα και ρητίνη) είναι πλούσια σε αντιοξειδωτικές και αντιφλεγμονώδεις ενώσεις, δεν τυγχάνει μεγάλης αναγνώρισης. Εξαίρεση αποτελεί η Κύπρος που προβάλλει και έχει εντάξει τον σκινόκαρπο στους γαστρονομικούς της θησαυρούς. Χρησιμοποιείται σε παρασκευή μπισκότων και ψωμιού, καθώς και ως καρύκευμα στα λουκάνικα.
Η κουμαριά είναι φυτό με ελάχιστες απαιτήσεις, αναπτύσσεται σε ξηρές και πετρώδεις πλαγιές με καλά αποστραγγιζόμενα και σχετικά όξινα εδάφη. Πλούσιο και βαθύ, το έρπον ριζικό της σύστημα εκμεταλλεύεται την υγρασία του εδάφους, ενώ παράλληλα το προστατεύει από τη διάβρωση.
Το ύψος της κυμαίνεται συνήθως από 2–3 μ. αλλά μπορεί να φτάσει έως και 12 μέτρα. Ο φλοιός της είναι καστανόχρωμος, ρυτιδωμένος και τραχύς, χαρακτηρίζεται δε από σφαιρικούς αδενώδεις καρπούς.
Έχει φύλλα στιλπνά, σκούρου πράσινου χρώματος, με ωοειδές σχήμα, οδοντωτά, τραχιά και δερματώδη. Τα άνθη της είναι συνήθως λευκά ή ωχρόλευκα, κωδωνόσχημα, σχηματίζονται δε σε μικρές ταξιανθίες (τσαμπιά) που γέρνουν προς τα κάτω, ενώ έχουν λεπτό άρωμα μελιού. Η ανθοφορία διαρκεί συνήθως τρεις μήνες, από τα μέσα του φθινοπώρου μέχρι τις αρχές του χειμώνα. Οι εδώδιμοι καρποί ωριμάζουν μετά ένα έτος, κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, έτσι συνυπάρχουν στο ίδιο δένδρο άνθη και ώριμοι καρποί. Οι καρποί είναι σφαιρικοί, τύπου ράγας, με διάμετρο 15-20 χιλιοστά και περικλείουν πολυάριθμα σπέρματα. Αρχικά έχουν κίτρινο χρώμα το οποίο κατά την ωρίμανση γίνεται βαθυκόκκινο.