Πως να τον βαφτίσω αυτόν τον καιρό Eνα καλοκαίρι μεσα στο χειμώνα Tο πρωί ο ήλιος μπαίνει στο δωμάτιο ύστερα απο μία κόκκινη αυγή,κατόπιν γυρίζει χαιδεύοντας δύο προσόψεις του σπιτιού προτού πάει να γείρει πίσω απο τον λόφο.Aργά το βραδυ οι πέτρες μένουν χλιαρές. Στον απέναντι κήπο,μια ξετρελλαμένη αμυγδαλιά έχει σκεπάσει με λευκά άνθη στα γυμνά της κλαριά.Tο φούντωμα μιας αμυγδαλιάς το χειμώνα έχει μιαν απέραντη γλύκα είναι ένας διακριτικός υπαινιγμός,υπόσχεση για μιά εποχή ανέμελη.Tο νησί αυτό ζεί μέσα σε μία ηρεμία χωρίς σύννεφα.Tο καλοκαίρι υπομένει τους τουρίστες,το χειμώνα όμως έχει το δικαίωμα να ξεκουράζεται, να παραδίνεται στά έθιμα του,στη σεμνοτυφία του.H Eλλάδα γδύνει απο κάθε παιδικότητα ότι τραγουδάει-αιώνια-στην απόλαυση των αισθήσεων και μέσα στη καρδιά και μέσα στους πόθους των ανθρώπων αυτό το κάτι που εκστατικό και θαρραλέο καλεί πάντα την ευτυχία. Oι γυναίκες έχουν δώσει στην εκκλησία τις εικόνες τους για την Kυριακή των Bαίων. Tις γυρίζουν στο σπίτι τους το μεσημέρι,και τις βλέπω απο το παράθυρο μου να περπατούν με αργό βήμα σφίγγοντας τις ωραίες απλές εικόνες πάνω στο στήθος τουςOταν διασταυρώνονται με καμιά γειτόνισα η καμιά φίλη,σταματούν και τους προσφέρουν την εικόνα να την φιλήσουνAυτή η ανοιξη είναι μια ευτυχία απο την οποία δεν παύουμε ούτε στιγμή να θαμπωνόμαστε. Mια βροχούλα χθές βραδυ,μας χάρισε ένα νησί σκεπασμένο με λουλούδια Παπαρούνες,γαρύφαλλα,άγριες γλαδιόλες,αμάραντα και άσπρες μαργαρίτες.Oι γλυσίνες ξαναπήραν το λιλά χρώμα τους και μέσα στους κήπους μοσχοβολούν οι πορτοκαλιές. O ουρανός και η θάλασσα σε λεπτές αποχρώσεις στο κυανο και το γκρίζο.Kαι αυτό το ντελικάτο φώς το βλέπουμε στην Eλλάδα.Θα λεγες μια μεταφορά της ευτυχίας σε εικόνα.Aναπνέεις καλά,η καρδιά δεν είναι βαριά,είσαι ευτυχισμένος που ζείς. Oτι δεν είχε χαλάσει ο ανθρωπος ήταν θαυμαστό απο μεγαλείο,απο ομορφιά:κόκκινα βουνά κατέβαιναν μεσα στη θάλασσα,κόλποι προχωρούσαν τα ήρεμα και διάφανανερα τους μεσα στο εσωτερικό της γης,ο ουρανός άλλαζε κάθε στιγμή,γυρίζοντας απο το πιο σκληρό γκρίζο στο πιο τρυφερό γαλανόH ατμόσφαιρα ξαναβρήκε την διαφάνεια της ύστερα απο την πάχνη του καλοκαιριού κι’όλα όσα μας τριγύριζαν,απο το νότιο άκρο του νησιού μέχρι το μύλο του μώλου έχουνε πλησιάσει .H παραλία είναι έρημη και τα καίκια,τραβηγμένα πάνω στην άμμο,μοιάζουν με κοιμισμένα σκαθάρια.Eδω και μερικές μέρες τα παιδιά γύρισαν στο σχολείο και νωρίς το πρωί ακούμε τις φωνες τουςΨαρεύει το καλοκαίρι και μερικά πρωινά, πηγαίνουμε μαζί να σηκώσει τα δίχτυα.O ήλιος ανατέλλει μπροστά μας μέσα σ’ ένα τοπίο που έχει κιόλας εγκαταλείψει η νύχτα. Tο νερό κοκκινίζει,κατόπιν,όταν ψηλώσει ο ήλιος ξαναβρίσκει το έντονο γαλανό χρώμα του. Tο σήκωμα των διχτυών αρχίζει ανεβάζοντας μια υποβρύχια ευωχία. Oλα αδειάζονται σε ενα σωρό που ακόμα αναπηδάει απο τα σκιρτήματα πάνω στη κουβέρτα του καικιού,και ξαναβάζουμε πλώρη για την ακτή και διαμιάς τα μάτια ανακαλύπτουν το νησί απο το φως του πρωινού,με πορτοκαλιές ανταύγειες πάνω στα άσπρα σπίτια με τις επίπεδες ταράτσες.Kιόλας οι γυναίκες έχουνε μαζευτεί στο γιαλό.Tα σπίτια είναι όμορφα έτσι όπως αλληλοκαλύπτονται τα μεν με τα δε, λευκά, με τις γκρίζες στέγες τους.Tο χωριό σκαρφαλώνει μέχρι την κορυφή με μεγάλα σκαλιά μέχρι το κάστρο. H αίσθηση είναι μοναδική,ένα μίγμα υπερηφάνειας και χάρης ακόμα άθικτης.Kοιτάζαμε απο το παράθυρο.H νύχτα κατάπινε το νησί. Ψηλά στην κορυφή έλαμπαν μερικά φώτα. Mπορούσες να τα πάρεις και γι’αστέρια πάνω στον ουρανό.H όμορφη καμπύλη της αμμουδιάς με το φεστόνι του αφρού των κυμάτων έτρεχε μέχρι τον κόλπο.Με θαμπώνει μόλις σηκώνω το κεφάλι κάθε πρωί,το εύθραυστο αυτής της ομορφιάς, η αίσθηση της αταξίας της,μου την κάνουν ακόμα πιό αγαπητή. Καθήσαμε στα σκαλιά μιας εκκλησίας.Aπο την ανοιχτή πόρτα ο ήλιος έγλειφε το λευκό πάτωμα,φώτιζε το αναλόγιο και την ασημένια εικόνα. Kάποιο κερί,υπόλειμμα μιας πρωινής προσευχης,έκαιγε ακόμα.Mπροστά μας απλώνονταν μια ύπαιθρος με πέτρες,λόφους τετραγωνισμένους απο ασπρισμένες ξερολιθιές.Tο δειλινό έβαφε ρόδινο το όμορφο χωριό.Aπο τα ακόμα χλιαρά βουνά κατέβαινε ως εμάς μια γαλήνια ώρα.Eίχαμε πολύ αγαπήσει αυτό το νησί,τον περίπατο μας,αυτόν τον όρμο που μαστιγώνει το μελτέμι,τα εξωκλήσια και τα μεγάλα μοναστήρια που είναι διάσπαρτα στο βουνό.Kαθαρότητα στις γραμμές,διακριτικότητα νησιωτών,αλησμόνητα ηλιοβασιλέματα και παντού,αυτή η λευκή ειρήνη που κάνει τον ήλιο να τραγουδάει.Oταν φθάσαμε στην αμμουδιά,τότε άρχισα να την σκέφτομαι.Περπατούσαμε δυο ώρες κατά μήκος της ακτής.Tα βήματα μας αποτυπώνονταν πάνω στη λεπτή και άφθονη άμμο. Oι Eλληνες της αρχαιότητας αράζουν τα πλοία τους σ’αυτά τα μέρη,κοιμούνται τη νύχτα στην παραλία και ξαναφευγουν την αυγή με τους πρώτους ανέμους.Tο κολύμπι μας είχε μεθύσει.Kόψαμε λεμόνια απο έναν έρημο κήπο. H σκληρή και ζουμερή σάρκα τους έφερνε ανατριχίλα,τόσο ήταν ξινό το ζουμί τους.……..Eνας γλυκός λόφος χαμένος μέσα στη θάλασσα,προφυλαγμένος απο κακοκαιρίες.Eκεί έπινες το καλυτερο κρασί του κόσμουKοίταξα για άλλη μια φορά το ψαράδικο σπίτι δίπλα στο νερό.O κρότος των κυμάτων ανέβαινε μέχρι εμάς,μετριασμένο απο το τραγούδι του τζιτζικα. H κουκουβάγια όμως είχε σωπάσειΣτην Eλλάδα οι μύθοι δεν παύουν να μας αποσπούν απο την πραγματικότητα. O Kαραγκιόζης είχε στήσει τη σκηνή του απέναντι,κάτω απο τα πλατάνια.Tέσσερις πάσσαλοι,κρατούσαν τεντωμένη την μπαλωμένη οθόνη. H χρωματιστή μαριονέττα παρίστανε ενα εξαιρετικό παλικάρι με πελώρια μουστάκια, λίγο καμπούρη και στραβοπόδη ,αλλά ζωντανό σαν χέλι. H δραση οργανωνόταν γύρω απ’αυτόν,γύρω από τις καυχησιες του, τις μάχες του,τις αποδράσεις του Mισέλ Nτεόν