Η ιδέα ότι το συναίσθημα μπορεί να επηρεάσει την ανθρώπινη σκέψη και συμπεριφορά είναι ευρέως γνωστή και κοινώς αποδεκτή. Ωστόσο, οι διαστάσεις που το συναίσθημα αποκτά στη ζωή των ανθρώπων και ο σκοπός τον οποίο εξυπηρετεί, έχει αποτελέσει αμφιλεγόμενο αντικείμενο συζήτησης μέσα στους αιώνες.
Οι Bargh και Williams αναφέρονται σε δύο ιστορικά πρόσωπα που διατηρούσαν μία επικριτική στάση ως προς την σπουδαιότητα και την αξία των συναισθημάτων. Ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι τα συναισθήματα συνιστούν «ανόητο σύμβουλο» όποιου επιλέγει να πράξει βάσει αυτών. Ο Ντεκάρτ, δύο χιλιάδες χρόνια μετά, υποστήριζε ότι τα συναισθήματα προκαταλαμβάνουν, διαστρεβλώνουν και στην ουσία παρεμποδίζουν τη σκέψη. Ο πρώτος που έδωσε φωνή στην αντίθετη άποψη ήταν ο Δαρβίνος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι τα συναισθήματα κατέχουν πρωταρχικό ρόλο σε ζητήματα που σχετίζονται με τη λειτουργικότητα και την προσαρμογή των έμβιων όντων. Βάσει της ιδέας αυτής, κινήθηκαν αργότερα επιστήμονες από τον κλάδο της ψυχολογίας, οι οποίοι άρχισαν να τοποθετούν το συναίσθημα κάτω από τον ερευνητικό τους φακό.
Η κεντρική ιδέα πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η θεωρία της συναισθηματικής νοημοσύνης είναι ότι οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς τον τρόπο που αντιλαμβάνονται, κατανοούν και ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους. Οι Mayer και Salovay υποστήριζαν ότι η συναισθηματική νοημοσύνη εδράζεται στη συνεργασία μεταξύ σκέψης και συναισθήματος: «Πρόκειται για τη δυνατότητα που έχουν οι άνθρωποι να σκέφτονται πάνω στα συναισθήματά τους και παράλληλα να τα αξιοποιούν ώστε να διευρύνουν τη σκέψη τους. Άνθρωποι με ανεπτυγμένη συναισθηματική νοημοσύνη μπορούν να διακρίνουν και να αντιλαμβάνονται με ακρίβεια τα συναισθήματα που βιώνουν, [...] και να τα ρυθμίζουν έτσι ώστε να προάγουν τη συναισθηματική και τη γνωστική ανάπτυξη».
Η αλλαγή στην ένταση, τη διάρκεια ή στο ίδιο το συναίσθημα, έτσι ώστε οι συναισθηματικές αντιδράσεις να προσαρμόζονται κατάλληλα στις εκάστοτε συνθήκες ή να εξυπηρετούν κάποιον συγκεκριμένο στόχο, αποτελούν διεργασίες της διαχείρισης των συναισθημάτων, ή αλλιώς, όπως ονομάστηκε στη συνέχεια ως ξεχωριστό αντικείμενο επιστημονικής μελέτης, της συναισθηματικής ρύθμισης.
Σύμφωνα με τον Gross η συναισθηματική ρύθμιση μπορεί να λάβει χώρα σε οποιοδήποτε από τα τέσσερα σημεία του μοντέλου που παρουσιάζεται στην εικόνα, ή ακόμη νωρίτερα, εφόσον το άτομο έχει τη δυνατότητα να επιλέξει αν θα βρεθεί ή όχι σε μία κατάσταση που ενδεχομένως το διεγείρει συναισθηματικά. Τα πέντε, συνεπώς, σημεία στα οποία μπορεί να επιτευχθεί η συναισθηματική ρύθμιση είναι τα εξής: επιλογή της κατάστασης, τροποποίηση της κατάστασης, εστίαση της προσοχής, αλλαγή στον τρόπο σκέψης και τροποποίηση απόκρισης.
Η επιλογή της κατάστασης θεωρείται πρωταρχικός συναισθηματικός ρυθμιστής, καθώς προηγείται των υπολοίπων. Αναφέρεται στη δυνατότητα ενός ανθρώπου να επιδιώξει να βρεθεί (ή να αποφύγει να βρεθεί) σε μία κατάσταση που εν γνώσει του θα του διεγείρει έντονα (ευχάριστα ή δυσάρεστα) συναισθήματα. Η κατάσταση αυτή μπορεί να σχετίζεται με συγκεκριμένους ανθρώπους, μέρη ή αντικείμενα.
Το επόμενο σημείο όπου μπορεί να επιτευχθεί ρύθμιση των συναισθημάτων είναι η ενεργή προσπάθεια για τροποποίηση της κατάστασης, στην οποία το άτομο έχει ήδη εμπλακεί. Ο βαθμός ελέγχου που το άτομο μπορεί να ασκήσει στην κατάσταση, καθώς και το γεγονός ότι η απόπειρα τροποποίησης της κατάστασης μπορεί να οδηγήσει σε μία νέα, απρόβλεπτη κατάσταση, αποτελούν ενδιαφέρουσες συνιστώσες της συναισθηματικής ρύθμισης σε αυτό το σημείο της διαδικασίας.
Ακολουθεί η αλλαγή στην εστίαση της προσοχής, η οποία μπορεί να γίνει μέσω του περισπασμού (distraction), της συγκέντρωσης (concentration) ή του μηρυκασμού (rumination). Με τον όρο περισπασμός νοείται η εστίαση της προσοχής σε διαστάσεις της κατάστασης που είναι συναισθηματικά ουδέτερες (ούτε αυξάνουν, ούτε μειώνουν το συναίσθημα). Η συγκέντρωση, ως διεργασία εστίασης της προσοχής, δίνει στο άτομο τη δυνατότητα να απασχολεί τους γνωστικούς ή συναισθηματικούς του πόρους σε κάτι πολύ συγκεκριμένο. Στην περίπτωση του μηρυκασμού, η προσοχή εστιάζεται συνήθως σε κάποιο συναίσθημα και τις επιπτώσεις του. Οι παραπάνω στρατηγικές μπορούν να αλλάξουν την εστίαση της προσοχής.
Η συναισθηματική απόκριση σε μία κατάσταση δεν αποτελεί τετελεσμένο γεγονός· εξαρτάται από τον τρόπο που το συναίσθημα γίνεται αντιληπτό από το άτομο. Η αντίληψη του ατόμου μπορεί να αλλάξει το συναίσθημα, κι αυτό είναι το τέταρτο σημείο όπου μπορεί να επιτελεστεί η συναισθηματική ρύθμιση. Η αλλαγή στον τρόπο που το άτομο σκέφτεται και αξιολογεί την κατάσταση ή τη διαχείριση της κατάστασης, μπορεί να επιφέρει αλλαγές στον συναισθηματικό αντίκτυπο που η κατάσταση έχει. Ένας τρόπος γνωστικής αλλαγής που έχει προσελκύσει ερευνητικό ενδιαφέρον είναι η γνωστική επανεκτίμηση (cognitive reappraisal), η οποία αναφέρεται στην τροποποίηση του νοήματος μίας κατάστασης, έτσι ώστε το νέο νόημα να επηρεάζει τον συναισθηματικό αντίκτυπο της κατάστασης αυτής προς μία πιο επιθυμητή κατεύθυνση.
Τέλος, σε αντίθεση με όλες της προηγούμενες στρατηγικές ρύθμισης του συναισθήματος, η τροποποίηση της απόκρισης (response modulation) πραγματοποιείται μετά την έναρξη των διαδικασιών απόκρισης. Σε αυτή την περίπτωση το άτομο έχει επίγνωση του συναισθήματος που αισθάνεται και προσπαθεί να ελέγξει τον τρόπο που το βιώνει, καταστέλλοντας τις σωματικές και συμπεριφοριστικές αντιδράσεις του.
Σε γενικές γραμμές, η στρατηγική της γνωστικής επανεκτίμησης θεωρείται πως είναι πιο αποτελεσματική και επωφελής στρατηγική συναισθηματικής ρύθμισης συγκριτικά με την καταστολή της έκφρασης του συναισθήματος, χωρίς αυτό να ισχύει απόλυτα για κάθε άνθρωπο, σε κάθε περίπτωση, κάθε δεδομένη χρονική στιγμή.
Καταλήγοντας, θα λέγαμε ότι ένας βασικός τρόπος συναισθηματικής ρύθμισης - αφού έχουμε αναγνωρίσει το πώς αισθανόμαστε - αποτελεί η νοηματοδότηση της συναισθηματικής μας εμπειρίας, η οποία μπορεί να αμβλύνει ή να ενισχύσει την ένταση, να διατηρήσει ή να τροποποιήσει τη βίωση ενός συναισθήματος και να μας επιτρέψει να είμαστε οι «πρωταγωνιστές» στη συναισθηματική μας ζωή.