Το Κόκκινο δεν το συναντάς τυχαία· το ανακαλύπτεις. Σκαρφαλωμένο στο όρος Λυκόδημο, σε υψόμετρο 531 μέτρων, στέκει σιωπηλό και περήφανο, το τελευταίο χωριό πριν την κορυφή. Ένας τόπος όπου ο αέρας μυρίζει βουνό και οι πλαγιές παραμένουν καταπράσινες, σαν να τις προστάτευσε ο χρόνος από τη φθορά.
Τα πέτρινα σπίτια, σμιλεμένα με υπομονή και μεράκι, κουβαλούν μνήμες αιώνων. Στα τέλη του 18ου αιώνα, ελάχιστες οικογένειες ζούσαν εδώ, άνθρωποι δεμένοι με τη γη και τις εποχές της. Σήμερα, λιγοστοί αλλά επίμονοι κάτοικοι κρατούν το χωριό ζωντανό, αφήνοντας το Κόκκινο να αναπνέει στους δικούς του, αργούς ρυθμούς.
Γύρω του απλώνονται άλλα χωριά – η Γαμβριά, η Λύκισσα, το Αγνάντιο, οι Αμπελόκηποι και η Μηλίτσα – σαν σημάδια ανθρώπινης παρουσίας μέσα στο φυσικό τοπίο. Λίγο πιο νότια, τα Παναίικα θυμίζουν πως η ιστορία συνεχίζεται και αλλάζει ονόματα. Κι όμως, όσο κι αν το Κόκκινο μοιάζει απομονωμένο, η θάλασσα δεν είναι μακριά. Σε λίγα λεπτά, το βουνό παραδίδει τη θέση του στο γαλάζιο του Μεσσηνιακού.
Το χωριό είναι ένας ζωντανός περίπατος στο παρελθόν. Πέτρινα καλντερίμια, αυλές που μοσχοβολούν χώμα και βροχή, σπίτια που στέκουν ακόμη όρθια, σαν φύλακες μιας αρχιτεκτονικής που άνθισε εδώ και δεν θέλει να ξεχαστεί. Κάθε γωνιά του μοιάζει με μικρό, υπαίθριο μουσείο – χωρίς επιγραφές, χωρίς φωνές.
Από το Κόκκινο ξεκινούν δρόμοι και μονοπάτια που χάνονται μέσα στο βουνό. Χωματόδρομοι που σε καλούν να τους ακολουθήσεις χωρίς προορισμό, μόνο με την περιέργεια και τον ήχο των βημάτων σου. Δεν είναι τυχαίο που το χωριό έχει αγαπηθεί από πεζοπόρους και όσους αναζητούν τη σιωπή της φύσης.
Κι όταν επιστρέφεις, καταλαβαίνεις τι πραγματικά είναι το Κόκκινο: ένα πράσινο καταφύγιο. Ένας τόπος κοντά σε γνωστούς προορισμούς, μα τόσο μακριά από τον θόρυβο. Ένα χωριό για όσους θέλουν να θυμηθούν πώς είναι να ζεις απλά, να κοιτάς το βουνό και να αφήνεις τον χρόνο να περνά χωρίς να σε πιέζει.
Γιάννης Λάσκαρης