Ο λόφος «Καστρί» με μέγιστο υψόμετρο 187 μ., βρίσκεται 3 χλμ. νότια του οικισμού του Ριζοβουνίου. Αποτελεί τη νοτιοανατολική απόληξη της οροσειράς Ζαρκοράχη – Τσούκα Ποδογόρας, που οριοθετεί από τα ανατολικά την περίκλειστη από βουνά πεδιάδα του Θεσπρωτικού, η οποία κατά την αρχαιότητα αποτελούσε τμήμα της Κασσωπαίας. Από τη φυσικά οχυρή αυτή θέση επιτυγχάνεται ο έλεγχος της λεκάνης του σημερινού Θεσπρωτικού αλλά και ενός σημαντικού κατά την αρχαιότητα δρόμου, που από τα παράλια του Αμβρακικού οδηγούσε στη Δωδώνη και στο εσωτερικό της Ηπείρου.
Τα σύνορα της χώρας, που ονομαζόταν κατά την αρχαιότητα Ήπειρος, εκτεινόταν από την Αιτωλία στον Νότο έως την Ιλλυρία στον Βορρά, καλύπτοντας και τμήμα της σημερινής Μακεδονίας μέχρι τη Φλώρινα. Γεωμορφολογικά η περιοχή χαρακτηρίζεται από το ορεινό ανάγλυφο και αφθονία υδάτων, με τα ποτάμια να αποτελούν και τα φυσικά όρια μεταξύ των αρχαίων φύλων. Τα όρια της Κασσωπαίας, περιοχής που κατοικούνταν από το Θεσπρωτικό φύλο των Κασσωπαίων, ορίζονται Β και Α από τους ποταμούς Αχέροντα και Λούρο αντίστοιχα, ενώ Ν και Δ από τον Αμβρακικό και το Ιόνιο, ταυτιζόμενα σε γενικές γραμμές με τα διοικητικά όρια της σημερινής Π.Ε. Πρέβεζας (εικ. 6).
Η ανθρώπινη παρουσία στην ευρύτερη περιοχή ανάγεται στην Πρώιμη Παλαιολιθική περίοδο, με βάση ευρήματα προερχόμενα από τη θέση του Κοκκινόπηλου (εικ. 8). Άποικοι από τη νότιο Ελλάδα εγκαταστάθηκαν ήδη από την εποχή του Χαλκού ιδρύοντας την Εφύρα (εικ. 9) στις εκβολές του Αχέροντα. Αργότερα, κατά την Αρχαϊκή περίοδο, εγκαθίστανται άποικοι από την Ήλιδα της Πελοποννήσου, ενώ το 625 π.Χ. (ή και νωρίτερα) οι Κορίνθιοι ιδρύουν με τη σειρά τους την Αμβρακία (εικ. 10).
Χάρη στις κινήσεις αυτές περιορίστηκε σταδιακά η πολιτιστική απομόνωση της Ηπείρου. Ωστόσο, και παρά την επίδραση των αποικιών, ο παραδοσιακός νομαδικός βίος εξακολούθησε να καταλαμβάνει σημαντική θέση στην τοπική οικονομία έως και την Κλασική Περίοδο. Σύμφωνα με αρχαίες πηγές, τα περισσότερα Ηπειρωτικά φύλα κατοικούσαν κατά κώμας. Προς τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. συντελείται η ίδρυση μίας ενιαίας πολιτικής ενότητας, της Συμμαχίας των Ηπειρωτών, η οποία ξεκίνησε με την ονομασία «Απειρωτάν» και εν συνεχεία εξελίχθηκε στο «Κοινό των Ηπειρωτών», με κυρίαρχο φύλο αυτό των Μολοσσών.
Το 168/167 π.Χ. η Ήπειρος καταλαμβάνεται από τους Ρωμαίους, οι οποίοι σύμφωνα με τις πηγές καταστρέφουν έναν σημαντικό αριθμό πόλεων και ακροπόλεων και αιχμαλωτίζουν μεγάλο μέρος του πληθυσμού της. Έως πρόσφατα επικρατούσε η άποψη, ότι μετά την καταστροφή οι περισσότερες περιοχές ερημώθηκαν. Τα στοιχεία, ωστόσο, πρόσφατων ανασκαφικών ερευνών αποδεικνύουν τη συνέχιση κατοίκησης βασικών κέντρων της περιοχής, όπως της Κασσώπης, του Ορράου και των Ηλειακών αποικιών (εικ. 10).
Με τη νίκη του Οκταβιανού στη ναυμαχία του Ακτίου το 31 π.Χ. σηματοδοτείται η απαρχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και η έναρξη της Pax Romana. Σε ανάμνηση της νίκης αυτής, με το συνοικισμό πληθυσμών από τις γύρω περιοχές, ιδρύεται η Νικόπολη, η οποία αποτέλεσε το διοικητικό κέντρο της Ηπείρου για τους πρώτους τρεις αιώνες της Ρωμαϊκής κυριαρχίας. Η πόλη που κοσμήθηκε από τον ιδρυτή της με μεγαλοπρεπή κτίρια δημόσιου χαρακτήρα κατά τη διοικητική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού ορίστηκε πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας Epirus Vetus.
Ένα όστρακο κεραμικής της Εποχής του Χαλκού και λίγα λίθινα εργαλεία από το εσωτερικό του αρχαίου οχυρωμένου οικισμού, καθώς και όστρακα χειροποίητων αγγείων από την πλαγιά στα ΒΔ του λόφου, πιστοποιούν την ανθρώπινη παρουσία στο Καστρί Ριζοβουνίου ήδη από την Εποχή του Χαλκού και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου.
Η παρουσία Ηλείων αποίκων στην περιοχή της Κασσωπαίας είναι γνωστή μόνον από μια σύντομη αναφορά του Δημοσθένη στον Περί Αλοννήσου λόγο του. Στο σχετικό χωρίο αναφέρεται, ότι ο Φίλιππος Β΄, αφού κατέλαβε την Πανδοσία (σημ. Καστρί Φαναρίου), την Ελάτρεια (σημ. Παλαιορόφορος Ωρωπού) και το Βουχέτιον (σημ. Κάστρο των Ρωγών), τις παρέδωσε στον συγγενή του Αλέξανδρο των Μολοσσών ως υποτελείς.
Η ίδια η αρχαία πόλη Βατίες ή Βατία ή Βιτία μνημονεύεται ως μία από τις πόλεις των Κασσωπαίων, μαζί με τις υπόλοιπες Ηλειακές αποικίες, τόσο από τον Θεόπομπο όσο και από τον Στράβωνα, ο οποίος επιπλέον αναφέρει, ότι βρισκόταν ἐν μεσογαίᾳ.
Τόσο ο Nicholas G.L. Hammond όσο και ο Σωτήρης Δάκαρης, οι κυριότεροι μελετητές της ιστορικής τοπογραφίας της Ηπείρου, στηριζόμενοι κυρίως στην ερμηνεία των πηγών, συμφωνούν ότι οι Βατίες θα πρέπει να ταυτιστούν με τον αρχαίο οχυρωμένο οικισμό στο Καστρί Ριζοβουνίου στηριζόμενοι στα παρακάτω δεδομένα:
α) στο γεγονός ότι βρίσκεται στο εσωτερικό της Κασσωπαίας, όπως αναφέρει ο Στράβωνας και
β) στο ότι ο οχυρωματικός περίβολος χρονολογείται μετά το 343 π.Χ., γεγονός που δικαιολογεί και την μη αναφορά των Βατιών από τον Δημοσθένη μεταξύ των Ηλειακών αποικιών (Πανδοσία, Βουχέτιο και Ελάτρεια) που κατέλαβε δια της βίας ο Φίλιππος Β΄.
Το ιστορικό της ίδρυσης των Ηλειακών αποικιών της Κασσωπαίας δεν μάς είναι γνωστό. Γενικώς θεωρείται, ότι τουλάχιστον κάποιες από αυτές ιδρύονται την Αρχαϊκή περίοδο και οπωσδήποτε πριν την ίδρυση της Αμβρακίας το 625 π.Χ. Αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται αρχαιολογικά μόνο στην περίπτωση του Βουχετίου και της Ελάτρειας, όπου έχει εντοπιστεί κεραμική του 6ου αι. π.Χ. προερχόμενη από τη Νότιο Ελλάδα. Ο Nicholas G.L. Hammond θεωρεί, ότι ο Στράβων για την περιγραφή της Ηπείρου, την οποία ουδέποτε επισκέφτηκε, χρησιμοποίησε πιθανότατα το έργο του γεωγράφου Εκαταίου, ο οποίος περιγράφει την κατάσταση στην Ήπειρο κατά τα τέλη του 6ου/αρχές 5ου αι. π.Χ., χρονολογία που μας παρέχει και ένα πιθανό terminus ante quem για την ίδρυση της αποικίας των Βατιών.
Η Ελληνιστική Περίοδος, κατά την οποία η περιοχή των Βατιών ενσωματώνεται στο φυλετικό «κράτος» των Κασσωπαίων και συνδέεται πλέον με την τύχη της Ηπείρου γενικότερα, φαίνεται ότι είναι περίοδος ακμής για τον οικισμό, ο οποίος οχυρώνεται με ισχυρό τείχος μήκους 1.499μ., που περιβάλλει το ανώτερο και σχετικά επίπεδο τμήμα του λόφου, έκτασης περίπου 100 στρεμμάτων (εικ. 11).
Το 168 π.Χ. οι Βατίες, ακολουθώντας τη μοίρα της υπόλοιπης Ηπείρου, καταλαμβάνονται από τους Ρωμαίους. Μετά το 31 π.Χ. το Καστρί συνδέεται άμεσα με τη Νικόπολη, στο territorium της οποίας ανήκει. Από τους πρόποδες του λόφου διέρχεται το υδραγωγείο, το οποίο μετέφερε νερό από τις πηγές του Αγ. Γεωργίου στη ρωμαϊκή μητρόπολη. Ο έλεγχος ενός εκτεταμένου τμήματος του υδραγωγείου που διέρχεται από την περιοχή, θα ήταν δυνατός από το Καστρί ή τουλάχιστον από κάποια θέση κοντά σε αυτό, όπως το γειτονικό χωριό Ριζοβούνι, στο οποίο εντοπίστηκαν λείψανα της Ύστερης Ρωμαϊκής Περιόδου.
Το Καστρί εξακολούθησε να αποτελεί κέντρο της ευρύτερης περιοχής και κατά την Ύστερη Αρχαιότητα, σύμφωνα με επισκευές και προσθήκες, που εντοπίζονται στο βόρειο και δυτικό σκέλος της οχύρωσης. Εξάλλου, την ίδια χρονική περίοδο, σε χώρο που ταυτίζεται με το κέντρο της αρχαίας πόλης, κατασκευάζεται μεγάλων διαστάσεων τρίκλιτη βασιλική, λείψανα της οποίας διατηρούνται ενσωματωμένα στο μεταβυζαντινό ναό, όπου τιμάται η Κοίμηση της Θεοτόκου (εικ. 13α).
Πρόκειται για το καθολικό της ομώνυμης Ιεράς Μονής, η οποία κατά την Οθωμανική περίοδο αποτέλεσε το σημαντικότερο πνευματικό και οικονομικό ίδρυμα της περιοχής. Παρόλο που δεν γνωρίζουμε τον ακριβή χρόνο και τις συνθήκες ίδρυσης της μονής, είναι βέβαιο ότι το καθολικό της κτίσθηκε και τοιχογραφήθηκε το 1670 διά κόπου και εξόδων του ηγουμένου Διονυσίου, επί μητροπολίτη Άρτας Βαρθολομαίου, όπως μαρτυρά η επιγραφή του υπερθύρου της δυτικής θύρας του ναού.
Κατά το 18ο αιώνα το μοναστήρι απέκτησε σημαντική περιουσία και μετόχια στα γύρω χωριά. Η παρακμή του μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου το 1912, οδήγησε στην υπαγωγή του στην Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία Ηλιοβουνίων, ενώ ο βομβαρδισμός των μοναστηριακών κτισμάτων, πλην του ναού, από τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής κατά την αποχώρησή τους από την περιοχή το 1944, είχε ως αποτέλεσμα την οριστική εγκατάλειψή τους.