- Ψυχοσάββατο: Ζοῦν οἱ ψυχὲς καὶ μᾶς βλέπουν!

Σ΄ ἕνα αἰγαιοπελαγίτικο νησὶ ζοῦσε πρὸ ἐτῶν ἕνας ἱερέας εὐλαβέστατος.

Ἡ ψυχούλα του ἦταν γεμάτη στοργὴ γιὰ τὸ ποίμνιό του καὶ εἰδικὰ γιὰ τοὺς πονεμένους. Ἔφτασε ὅμως ἡ μέρα ποὺ δοκιμάστηκε κ᾽ ἐκεῖνος καὶ πόνεσε πολύ.

Ἡ κόρη του, μία ἐξαιρετικὴ κοπέλλα, εἶχε παντρευτῆ πρόσφατα μ’ ἕνα νοικοκυρεμένο παλληκάρι. Ἔφτασε, λοιπόν, ὁ καιρὸς νὰ φέρη στὸν κόσμο τὸ πρῶτο παιδάκι της.

Κατὰ τὸν τοκετό, ὅμως, πέθανε! Πῆγε μάρτυρας, νὰ συναντήση τὸν Πλάστη της, ἀφήνοντας πολὺ πόνο πίσω της.

Ὁ ἱερέας πατέρας της πόνεσε κι αὐτὸς πολὺ στὸ χωρισμό, ἀλλὰ μὲ ἀκλόνητη πίστι στὸ Θεὸ πρόσφερε δοξολογία στὸ ἅγιο ὄνομά Του.

Τὴν ἀγάπη του δὲ γιὰ τὴν θυγατέρα του ἐξέφραζε μὲ θερμὲς προσευχὲς γιὰ τὴν ψυχή της καὶ μὲ κρυφὲς ἐλεημοσύνες.

Ὁ ἱερέας εἶχε ἕναν ἀδελφὸ καπετάνιο πού, ἀπόμαχος πιὰ τῆς θάλασσας, εἶχε γίνει στεριανὸς γιὰ τὰ ὑπόλοιπα χρόνια τῆς ζωῆς του. Εἶχε δημιουργήσει περιουσία κι ἀπολάμβανε πλέον τοὺς κόπους του. Δυστυχῶς ὅμως ἦταν σχεδὸν ἄπιστος, παρ’ ὅλο ποὺ εἶχε καλὴ καρδιά.

Τὰ βραδάκια, ὅταν μαζεύονταν στὸ φιλόξενο σπίτι τοῦ παπᾶ μαζὶ μὲ μερικοὺς φίλους, κάποιους ἀγαθοὺς νησιῶτες ποὺ πρόσφεραν τὶς ὑπηρεσίες τους στὴν ἐκκλησία, ἔπιναν τὸ ζεστό τους φασκόμηλο καὶ κουβέντιαζαν.

Ὁ καπετάνιος ἕνα βράδυ εἰρωνεύτηκε τὸν ἱερέα καὶ τοῦ εἶπε·

–Σιγά, καημένε παπᾶ, μὴν ὑπάρχη ἄλλη ζωὴ καὶ σὲ βλέπη ἡ κόρη σου τί λέμε καὶ τί κάνουμε!

Ὁ ἱερέας μὲ πραότητα προσπάθησε νὰ τὸν βοηθήση ν’ ἀποβάλη τὴν ἀπιστία, γιατὶ ἤξερε πὼς κατὰ βάθος ὑπέφερε ἡ ψυχή του μέσα στὴ θανατερὴ παγωνιά της. Ἐκεῖνος ὅμως δὲ φάνηκε νὰ ἐπηρεάζεται.

Ἕνα βράδυ, λοιπόν, ὁ ἱερέας βλέπει τὴ θυγατέρα του στὸν ὕπνο του. Ἦταν ὁλόφωτη, λευκοντυμένη, χαρούμενη, καὶ τοῦ λέει·

–«Πατέρα, σ’ εὐχαριστῶ γιὰ ὅλα. Γιὰ τὴν ἀγάπη σου, τὶς προσευχές σου, καὶ τὶς ἐλεημοσύνες ποὺ κάνεις γιὰ τὴν ψυχή μου. Πές, σὲ παρακαλῶ, καὶ στὸν θεῖο μου (τὸν καπετάνιο), ὅτι τὸν εὐχαριστῶ γιὰ τὸ ψάρι πού μοῦ ᾽στειλε!».

Αὐτὰ εἶπε κ᾽ ἐνῶ χαμογελοῦσε ἀγγελικά, τ᾽ ὄνειρο ἔσβησε…

Ὁ ἱερέας, ὅταν σηκώθηκε τὸ πρωί, αἰσθανόταν μεγάλη χαρὰ καὶ συγκίνησι.

Τὸ βράδυ διηγήθηκε τὸ ὄνειρο στὴ συντροφιά.

Ὅλοι συγκινήθηκαν, μόνο ὁ καπετάνιος κοιτοῦσε δύσπιστα τὸν ἀδελφό του.

Ὅταν ὅμως τοῦ εἶπε, ὅτι ἡ ἀνηψιά του τὸν εὐχαριστεῖ γιὰ τὸ ψάρι ποὺ τῆς ἔστειλε, κι ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγήση αὐτὰ τὰ λόγια της, ὁ καπετάνιος τινάχθηκε ὄρθιος.

Τὰ μάτια του γέμισαν δάκρυα καὶ τὰ χέρια του ἄρχισαν νὰ τρέμουν.

Ἀπ’ τὸ στόμα του βγῆκε ἡ κρυφὴ πίστι τῆς καρδιᾶς του.

–«Θεέ μου!», ψιθύρισε καὶ μιὰ κοίταζε τὸν ἕνα καὶ μιὰ τὸν ἄλλο σαστισμένος.

Ὅλοι τὸν ρώτησαν τί συνέβαινε· γιατί τόση ταραχή, γιατί τόση συγκίνησι;

Ἐκεῖνος, ὅταν συνῆλθε κάπως, ξανακάθισε στὴν καρέκλα του καὶ χωρὶς νὰ ἐμποδίζη τὰ δάκρυά του νὰ τρέχουν στὸ ἡλιοψημένο πρόσωπό του, τοὺς εἶπε μὲ ταπεινὴ φωνή·

–«Ναί, εἶναι ἀλήθεια, ζοῦν οἱ ψυχὲς καὶ μᾶς βλέπουν!

Ἀνήμερα στὴν κηδεία της ἑτοιμαζόμουν νὰ κατέβω στὴν ἐκκλησία, ὅπου θὰ τὴν διαβάζατε. Εἶχα πολὺ πόνο μέσα μου.

Τὸ ξέρεις, παπᾶ, πόσο ἀγαποῦσα αὐτὴ τὴ θυγατέρα σου. Ἦταν πάντα ἄγγελος…

Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἔφτασε ἕνας φίλος μου ψαρᾶς κάτω ἀπ’ τὸν πέρα γιαλό. Τοῦ ᾽χα πεῖ πώς, ὅταν ἔπιανε καλὸ ψάρι, νὰ μοῦ τό ᾽φερνε κ᾽ ἐγὼ θὰ τὸ πλήρωνα ὅσο - ὅσο.

Ἐκείνη ὅμως τὴ στιγμὴ μὲ νευρίασε ἡ παρουσία του, καθὼς κρατοῦσε τὸ ροφὸ κρεμασμένο στὸ πλάι του. Τοῦ εἶπα λοιπὸν ἀπότομα·

–Δὲ θέλω ψάρια σήμερα, δὲν θέλω τίποτε. Σήμερα κηδεύω τὴν ἀνιψιά μου!…

Ὁ ἄνθρωπος ὅταν τ᾽ ἄκουσε πάγωσε καὶ μὲ κοίταζε ἀμίλητος.

Τὸν λυπήθηκα καὶ τοῦ εἶπα·

–Ὅμως νά, σ᾽ τὸ πληρώνω καὶ σὺ δῶσ᾽ το σὲ κανένα φτωχὸ γιὰ τὴν ψυχή της!

Ἐκεῖνος πῆρε τὰ χρήματα, μὲ συλλυπήθηκε κ᾽ ἔφυγε γρήγορα.

Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ δὲν τό ᾽πα σὲ κανέναν καὶ τὸ εἶχα ξεχάσει. Ἀλλὰ ἡ ψυχούλα της δὲν τὸ ξέχασε καὶ μοῦ ᾽στειλε τὶς εὐχαριστίες της», εἶπε καὶ σκούπισε μὲ τὴν ἀνάστροφη τοῦ χεριοῦ του τὰ δάκρυά του.

Μετὰ χαμογέλασε γλυκά, μὰ τόσο γλυκά!

Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ χαριτωμένο χαμόγελο ὁ ἱερέας διέκρινε τὸ γλυκοχάραμα τῆς ἀναγεννημένης πίστεώς του.

Ἡ νύχτα τῆς ἀπιστίας ἔφυγε…

–«Δοξασμένο τ᾽ ὄνομά σου, πολυέλεε Κύριε», ψιθύρισε ὁ ἱερέας καὶ τὸν ἀγκαλίασε μὲ τὸ βλέμμα του…
Comments