- ΜΑΡΤΥΡΙΑ (Β' ΜΕΡΟΣ)



τοῦ ἀρχιμ. Γρηγορίου 

καθηγουμένου τῆς ἱ. μονῆς Δοχειαρίου Ἁγ. Ὄρους 
 

π. Σάββας ζήτησε ἀπὸ τὸν γέροντα Ἀμφιλόχιο νὰ ταξιδέψη στὴν Ρόδο. Ὁ Γέροντας τοῦ ἔδωσε τὰ ναῦλα του γιὰ τὸ καράβι. 

Ὁ π. Σάββας,ὅμως, συνήθιζε νὰ προμηθεύεται βιβλιαράκια ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Σχοινᾶ στὸν Βόλο μὲ τὴν θεία Μετάληψη, μὲ τὴν παράκληση τῆς Παναγίας καὶ ἄλλα, σὲ σχῆμα τσέπης, τὰ ὁποῖα δώριζε στοὺς ἀνθρώπους («Πάρε νὰ διαβάσης τοὺς Χαιρετισμούς· διάβασε τὴν θεία Μετάληψη» κλπ) καὶ τὸ χρέος του τὸν ἀνάγκασε νὰ ταχυδρομήση τὰ ναῦλα του γιὰ τὴν Ρόδο στὶς ἐκδόσεις Σχοινᾶ. 

Τὸ πλήρωμα τοῦ καραβιοῦ τοῦ ζήτησε ναῦλο καὶ εἶπε «Δὲν ἔχω». ῎Ετσι ποὺ τὸν εἶδε τὸ πλήρωμα, κακοφορεμένο, μὲ μιὰ ὑπόδηση εὐτελῆ καὶ ἕνα σκοῦφο καλογερικὸ κατατρυπημένο καὶ κατατριμμένο, τοῦ φέρθηκε περιφρονητικά, σὰν νὰ ἤθελαν νὰ τὸν πετάξουν στὴν θάλασσα, καὶ τὸν πῆγαν κατηγορούμενο στὸν καπετάνιο. 

Μιὰ μοναχὴ ἀπὸ τὸ Κοινόβιο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ποὺ συνταξίδευε μαζί του, ἐσπλαγχνίσθη τὸν Ὅσιο καὶ ἀπὸ τὰ λίγα χρήματα ποὺ κρατοῦσε τοῦ πλήρωσε τὰ ναῦλα.

Στὴν Ρόδο ἔμεινε στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Ὑψενῆς. Ἡ ἐκκλησία, σχεδὸν ἐγκαταλελειμμένη, ἔμπαζε κρύο ἀπὸ παντοῦ καὶ τὰ ὄμβρια νερὰ δὲν ἔλειπαν. Αὐτὸς ὅμως καμμιά νύχτα δὲν ἔλειψε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία νὰ κάνη τὴν ἀκολουθία καὶ νὰ τελῆ τὴν θεία Λειτουργία. 

Πέρασε πάμπτωχα, ὑστερούμενος τὰ πάντα ἐκεῖνο τὸν δριμὺ χειμῶνα στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Ὑψενῆς. Ἄφησε τὰ Ἱεροσόλυμα (γιατὶ δυστυχῶς οὔτε ἴχνη μοναχισμοῦ δὲν ὑπῆρχαν ἐκεῖνα τὰ χρόνια ἐκεῖ), γιὰ νὰ ἔρθη νὰ γνωρίση ἔστω καὶ ἴχνη μοναχισμοῦ στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὑστερούμενος καὶ κακουχούμενος πήγαινε ἀπὸ τόπο σὲ τόπο.

Τοὺς θερινοὺς μῆνες στὴν σκιὰ μιᾶς συκιᾶς συνάχθηκε ὁ κόσμος, γιὰ νὰ ἀκούση λόγον ἀγαθὸν ἀπὸ τὸν π. Σάββα. Εἶπε λίγα λόγια καὶ μετὰ παρεκάλεσε τὸν κόσμο νὰ γονατίση καὶ νὰ προσευχηθῆ. Τελείωσε αὐτὴ ἡ σύναξη κάνοντας ὅλοι μετάνοιες. Μοῦ εἶπε κάποιος κύριος Στέφανος:

–Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ πῶ πόσες ἦταν οἱ γονυκλισίες τοῦ π. Σάββα –ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ κάποια ἡλικία.

Ἔπειτα τὸν συνάντησα στὴν Πάρο. Ἤκουσε τὰ τῆς μονῆς Λογγοβάρδας καὶ περὶ τοῦ ὁσίου Φιλοθέου, τοῦ Γέροντα αὐτῆς, καὶ ἔσπευσε ἡ μέλισσα νὰ συλλέξη γύρη καὶ μέλι καὶ ἀπ᾽ αὐτὸν τὸν πνευματικὸ ἀνθόκηπο. Ἀλλά, ὡς λάτρης τῆς παλαιᾶς τάξης τῆς Ἐκκλησίας, ἐπέλεξε γιὰ διαμονὴ τὴν γυναικεία μονὴ τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, ποὺ καὶ αὐστηρὸ κοινόβιο εἶναι καὶ τὸ παλαιὸ ἡμερολόγιο ἀκολουθεῖ. Ἐχρημάτισε ἀρκετὸ καιρὸ ἐφημέριος καὶ πνευματικός, χωρὶς καμμιὰ διάκριση παλαιοῦ καὶ νέου ἡμερολογίου. Ὅλους τοὺς ὀρθόδοξους τοὺς κοινωνοῦσε καὶ τοὺς ἐξωμολογοῦσε. Ὁ μακαριστὸς πατέρας μου, μετὰ τὴν χηρεία του, ἤκουσε περὶ τοῦ Ὁσίου· καβαλίκευσε τὸν ἵππο του καὶ μετέβη στὸ κελλὶ τοῦ Γέροντα γιὰ ἐξομολόγηση. Ἀργότερα μοῦ διηγεῖτο:

–Ἔνιωσα, παιδί μου, τὴν ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως ὅτι δὲν μιλοῦσα σὲ ἄνθρωπο, ἀλλὰ μὲ τὸν οὐρανό. Μοῦ ἔδωσε τὴν ἄνεση νὰ ἀναφερθῶ σὲ ὁλόκληρη τὴν ζωή μου ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια μέχρι ἐκείνη τὴν στιγμὴ τῆς ἐξαγορεύσεως. Δὲν ἄφησα κανένα κακὸ μέσα μου. Ἐπέστρεψα ἀπὸ τὰ ψηλὰ βουνὰ τῶν Ἁγίων Θεοδώρων σὰν ἀετός. Καὶ δοξάζω τὸν Θεὸ ποὺ στὴν κατάστεγνη ἐποχή μας ὑπάρχουν ὅσιοι ἄνδρες, ποὺ ξεκουράζουν ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς.

Καὶ ἄλλος ἄνθρωπος ἀπὸ τοῦ Πειραιᾶ τὰ μέρη ἦρθε στὴν μονὴ Προυσοῦ καὶ μοῦ ἐξωμολογήθηκε τὰ ἑξῆς:

–Εἶμαι δικηγόρος στὸ ἐπάγγελμα. Εἶχα ἀναλάβει τὴν ὑπόθεση μιᾶς πανέμορφης κόρης, ἡ ὁποία, ὅπως πληροφορήθηκα ἀργότερα, ἔπασχε ἀπὸ δαιμόνιο. Ἅπλωσα μὲ λάγνο τρόπο τὸ χέρι μου νὰ λάβω τὴν ἀμοιβή μου. Ἀμέσως αἰσθάνθηκα μέσα μου δαιμονικὴ κατάσταση. Ἐπὶ ἐννέα χρόνια ἔκλεισα τὸ γραφεῖο μου. Τὸ ἡμερονύκτιο τὸ περνοῦσα στὸ κρεβάτι μου καὶ ἤμουν ἀνήμπορος γιὰ τὰ πάντα. Ἡ σύζυγός μου ἀνέλαβε νὰ πλένη σκάλες σὲ πολυκατοικίες, γιὰ νὰ ἔχουμε τὰ πρὸς τὸ ζῆν.

Στὰ ἐννέα χρόνια ἔμαθα πὼς στὴν Πάρο ὑπάρχει Γέροντας ποὺ διώκει δαιμόνια. Πῆγα σ᾽ αὐτὸν τὸν ἅγιο ἄνθρωπο, γονάτισα, τοῦ ἐξωμολογήθηκα τὴν κατάστασή μου καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν συγχωρητικὴ εὐχή, μοῦ διάβασε ἐξορκισμούς. Στὸ μέσο τῶν ἐξορκισμῶν, ἄθελά μου, ἔβγαλα κραυγὴ μεγάλη, ποὺ ἀσφαλῶς δὲν ἦταν δική μου: «Ἀπὸ τὰ δάχτυλα μπῆκα καὶ ἀπ᾽ τὰ δάχτυλα βγαίνω». Αἰσθάνθηκα φωτιὰ στὰ χέρια μου καὶ μιὰ δυσοσμία καὶ μιὰ φωνὴ νὰ λέη: «Φεύγω, καλόγερε· μ᾽ἔκαψες». Ἐλευθερώθηκα ἀπὸ τὸ δαιμόνιο καὶ περίπου τέσσερα χρόνια ἐργάζομαι κανονικά. Ἦρθα στὸ Καρπενήσι, γιὰ νὰ κάνω μιὰ βάπτιση στὸ χωριὸ Ἅγιος Νικόλαος, καὶ θεώρησα σωστὸ νὰ ἐξομολογηθῶ πρὸ τοῦ μυστηρίου.


Τὸν π. Σάββα τὸν συνάντησα γιὰ τελευταία φορὰ τὸν Ἰούνιο τοῦ᾽68. Ἦρθε στὸ κονάκι τῆς μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὴν Ἀθήνα, ὅπου διέμενε ὁ γέρων Ἀμφιλόχιος γιὰ ἰατρικὲς ἐξετάσεις. Ἕνα πρωὶ τὸν προϋπάντησα στὴν πόρτα τῆς παλιᾶς μονοκατοικίας. Χαιρετιστήκαμε σεβαστικὰ καὶ μοῦ ζήτησε τὸν Γέροντα. Μπροστά μου τὸν ρώτησε:

–Ἅγιε Γέροντα, πάσχω ἀπὸ προστάτη. Τὰ μέλη μου μόνον ἡ μάννα ποὺ μὲ γέννησε τὰ ἔχει δεῖ. Ἐπιτρέπεται τώρα στὰ ἔσχατά μου νὰ ξεγυμνωθῶ μπροστὰ στοὺς γιατρούς, ἱερομόναχος ὢν καὶ προσεδρεύων μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο τόσα χρόνια;

Ὁ Γέροντας σχεδὸν μετὰ δακρύων τοῦ ἀπήντησε:

–Γιὰ μᾶς εἶναι μιὰ κένωση, μιὰ ταπείνωση, ποὺ ἂν πρέπει νὰ τὴν ὑποστοῦμε, νὰ μὴ τὴν ἀρνηθοῦμε.

Ἦρθε κι ἄλλη μιὰ φορὰ νὰ ἐξομολογηθῆ καὶ νὰ ρωτήση τὸν Γέροντα μήπως ἔτσι χάνει τὴν ἄκρα ἁγνότητα ποὺ φύλαξε στὴν ζωή του.


Ὁ π. Σάββας ἦταν παιδαριογέροντας. Παρ᾽ὅλο ποὺ εἶχε περάσει ἀπὸ τόπους πού, ἂν καὶ εἶναι ἱεροί, ὑπάρχει ἐλευθερία ἤθους, ἤτανε ἁγνὸς ἄνθρωπος, παιδικὴ ψυχή, ταπεινός. Ἀγαποῦσε τὴν γωνιά· νὰ εἶναι καταφρονημένος. Ποτέ δὲν σήκωνε τὸ φρύδι καὶ τοὺς ὤμους. Ἡ ὑπόδησή του πάντα σήκωνε τὴν «μύτη», σὰν νὰ ἦταν ὁ τελευταῖος ρασοφόρος. Ἡ φωνή του χαμηλή –ἔστηνες καλὰ τὸ αὐτί, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσης– καὶ ἡ ψαλμωδία του ἕνας κλαυθμυρισμὸς μετάνοιας καὶ ἐξομολόγησης πρὸς τὸν ὕψιστο Θεό. Ἔμαθε καλὰ τὴν τέχνη τῆς ταπεινῆς πορείας. Χαμήλωσε τόσο πολὺ τὸν ἑαυτό του, ποὺ οὔτε ἀπὸ τὸ ἔδαφος δὲν φαινότανε. Εἶχε πολλὲς χάριτες, ἀλλὰ τὶς ἀπέκρυπτε, γιατὶ εἶχε μάθει πολὺ καλὰ καὶ νὰ φρονῆ καὶ νὰ πράττη ταπεινά. Ἂν κοίταζες προσεκτικὰ τὸ πρόσωπό του, θὰ ἔλεγες: «Ἐδῶ κατοικεῖ ὁ Θεός· ἐδῶ ἀναπαύεται, ἐδῶ ἔχει στήσει τὸ θρονί Του».

Εἶχε, ἀκόμα, μέσα του τὸν πόθο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Ἔκανε τὰ πάντα νὰ βοηθήση τὸν πεπλανημένο, τὸν ἀπολωλότα. Εἶχε βαθειὰ μέσα του τὴν συναίσθηση ὅτι ἡ ἱεραποστολὴ δὲν εἶναι εἰδικὸς κλάδος μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὑποχρέωση καὶ καθῆκον κάθε χριστιανοῦ εἶναι νὰ βοηθήση τὸν συνάνθρωπό του στὸ μεγάλο κεφάλαιο τῆς σωτηρίας. Καὶ σ᾽ αὐτήν του τὴν προσπάθεια δέχθηκε πολλὲς ταπεινώσεις, σὰν αὐτὲς ἀπὸ τὸ πλήρωμα τοῦ καραβιοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς μοναχὲς ποὺ διακονοῦσε στὴν Πάρο. Τὸν ἔβλεπαν προδότη τῆς πίστεως, γιατὶ ὄχι καὶ ἀφελῆ καὶ βλάκα. Καθόλου δὲν ἀσχολεῖτο νὰ προσηλυτίση τοὺς ἀνθρώπους στὸ παλαιὸ ἡμερολόγιο, ἀλλὰ μὲ πολλὴ διάκριση νὰ τοὺς φέρη στὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου. Γινότανε –ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος– τοῖς πᾶσι τὰ πάντα, γιὰ νὰ σώση ἔστω καὶ μιὰ ψυχή.

Μακάρι ἡ μαρτυρικὴ Μεγαλόνησος νὰ μᾶς δώση καὶ ἄλλους ὁσίους σὰν τὸν π. Σάββα. Ἀμήν. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ Α΄ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ.


Comments