- Ἀντὶ καρπῶν ἀγκάθια

«Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς»(Ματθ. 21,41) 



Σ
τὶς 30 Αὐγούστου, ἀγαπητοί μου, στὴν ἐκκλησία διαβάζεται ἡ παραβολὴ τοῦ ἀμπελῶνος καὶ τῶν κακῶν γεωργῶν ποὺ δὲν ἀπέδωσαν τοὺς καρποὺς στὸν ἰδιοκτήτη. Εἶνε ἕνας ἔλεγχος τῶν Ἑβραίων πού, παρὰ τὴν καλλιέργεια ποὺ δέχτηκαν, ἔδειξαν ἀχαριστία, ἀκαρπία καὶ τέλος φόνευσαν τὸ Χριστό.

Τώρα ὅμως τὸ ἀμπέλι τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἡ Ἐκκλησία, καὶ κλήματα σ᾽ αὐτὸ εἴμαστε ἐμεῖς. Περιμένει λοιπὸν κι ἀπὸ μᾶς καρποὺς ὁ Κύριος. Τί καρποὺς περιμένει; Θὰ σᾶς παρουσιάσω ἕνα κατάλογο, ἕνα πίνακα ἀρετῶν, ποὺ κάθε Χριστιανὸς πρέπει νὰ ἐπιδείξῃ. 


* * * 


  • Καρπὸς πρῶτος εἶνε ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ εὐλάβεια στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸ ὄνομα τοῦ οὐρανίου Πατρός, στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος· ἡ εὐλάβεια στοὺς ἁγίους, στὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, στὸν ἄγγελο ποὺ μᾶς παραστέκει, στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ. 

  • Καρπὸς εἶνε ἡ προθυμία, μὲ τὴν ὁποία πρέπει νὰ τρέχουμε ὅταν ἀκοῦμε τὴν καμπάνα. Ὅπως τὸ παιδὶ ὅταν ἀκούει τὴ φωνὴ τῆς μάνας, ὅπως τὰ πουλιὰ ὅταν ἀκοῦνε τὴ φωνὴ τῆς κλώσσας, ἔτσι κ᾽ἐμεῖς ὅταν ἀκοῦμε τὴν καμπάνα· εἶνε ἡ φωνὴ τῶν ἀγγέλων, ἡ σάλπιγγα τοῦ οὐρανοῦ. «Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά σου, Κύριε τῶν δυνάμεων. ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου», δηλαδή· Πόσο ἀγαπητὸς εἶνε ὁ ναός σου, Κύριε τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων! λαχταρᾷ καὶ λειώνει ἡ ψυχή μου νὰ βρεθῇ στὴν αὐλὴ τοῦ Κυρίου (Ψαλμ. 83,2-3). Νά μερικοὶ καρποὶ στὴν σχέσι μας μὲ τὸ Θεό. 

  • Ἀλλὰ σχέσεις ἔχουμε καὶ μὲ τὸν πλησίον. Καρπὸς ἐκεῖ εἶνε ἡ τιμιότης. Ἂν εἴμαστε βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος, ἂν πιστεύουμε, δὲν πρέπει νὰ εἴμαστε Χριστιανοὶ μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ ἔξω εἰδωλολάτρες. Νὰ μᾶς διακρίνῃ τιμιότης. Δηλαδή· νὰ μὴν ἀγγίζουμε ποτέ ξένο πρᾶγμα, νὰ μὴν κακολογοῦμε, νὰ μὴ βρίζουμε, νὰ μὴν ἀτιμάζουμε τὸ ὄνομα τοῦἄλλου, νὰ σεβώμαστε τὴν τιμὴ τῆς οἰκογενείας του (τὴ γυναῖκα, τὴν ἀδερφή, τὴν κόρη του), νὰ μὴ θέλουμε ποτέ νὰ τὴ θίξουμε. 

  • Καρπὸς εἶνε ἡ φιλαλήθεια. Καὶ μαχαίρι στὸ λαιμὸ ἀκόμα νὰ μᾶς βάλουν, ἂν εἴμαστε Χριστιανοί, δὲν πρέπει ποτέ νὰ ποῦμε τὸ ψέμα. 

  • Καρπὸς εἶνε ἡ δικαιοσύνη. Νὰ μὴν ἐπιτρέψουμε στὸν ἑαυτό μας νὰ ἀδικήσῃ τὸ ὀρφανό, τὴ χήρα, τὸν ἐργάτη, τὸ φτωχὸ ἄνθρωπο. 

  • Δὲ σᾶς εἶπα τίποτα· καρπὸς σπάνιος, γλυκύτατος, πάνω κι ἀπ᾽ τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν τιμιότητα κι ἀπ᾽ὅλα, καρπὸς ποὺ γεύονται οἱ ἄγγελοι, εἶνε ἡ ἀγάπη. Αὐτὸ τὸν καρπὸ θέλει ὁ Χριστὸς νὰ βλέπῃ στὴν κοινωνία, στὶς οἰκογένειες, στοὺς πνευματικοὺς ἀμπελῶνες του.


* * *


Καὶ τώρα ἂς ρωτήσουμε, ἀδελφοί μου. Ἐμεῖς, ἡ γενεά μας - ἡ ἐποχή μας, ἔχουμε τοὺς καρποὺς ποὺ ζητάει ὁ Κύριός μας;Ἂν κάνουμε μία ἐξέτασι τοῦ ἑαυτοῦ μας (τῶν κληρικῶν, τῶν ἀρχιερέων, τῶν ἀρχόντων, τοῦ λαοῦ, τῶν πλουσίων, τῶν φτωχῶν, τῶν γυναικῶν, τῶν νέων), ἂν ζυγίσουμε ὅλους, ἡ ἔρευνα θ᾽ἀποδείξῃ ὅτι δυστυχῶς εἴμαστε ἀμπέλι ἄκαρπο. Ἡ Ἐκκλησία μας, ποὺ εἶνε ἡ «μία»Ἐκκλησία (Σύμβ. πίστ. 9), στὰ μάτια τοῦ κόσμου παρουσιάζεται σὰν ἀμπέλι ξέφραγο. Ἔπεσε ὁ φράχτης. Καὶ σὲ ἀμπέλι ποὺ ἔπεσε ὁ φράχτης μπαίνουν μέσα τ᾽ἀγριογούρουνα καὶ τινάζουν τὶς ῥίζες στὸν ἀέρα. Ἔτσι καταντήσαμε κ᾽ἐμεῖς. Ἔπεσαν οἱ φράχτες, καταλύονται οἱ νόμοι καὶ οἱ κανόνες, τὰ ὅσια καὶ τὰἱερά, οἱ παραδόσεις ποὺ πρέπει νὰ τηροῦμε. Ποιός σήμερα προσέχει τοὺς κανόνες τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας; ποιός διαβάζει Πηδάλιο, ποιός ἐκτελεῖ τὶς ἐντολὲς τῶν πατέρων; Ὁ φραγμὸς εἶνε τὸ Πηδάλιο, οἱ ἱεροὶ κανόνες τῶν ἁγίων Συνόδων. Τὸ ἀμπέλι ἔμεινε χέρσο καὶ ἀντὶ καρπῶν γέμισε ἀγκάθια.

  • Ἀντὶ εὐλαβείας ἐμεῖς παρουσιάζουμε ἀνευλάβεια. Ἄλλοτε στὸν τόπο μας ἡ μάνα, ὅταν ἄκουγε τὸ παιδὶ νὰ πῇ κακὸ λόγο, τοῦ ἔβαζε πιπέρι στὴ γλῶσσα. Στὴ Μικρὰ Ἀσία δὲν ἄκουγες Χριστιανὸ νὰ βλαστημήσῃ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Κι ἂν καμμιὰ φορὰ κανένας δαιμονιζόμενος βλαστημοῦσε, χίλια χέρια τὸν ἔπιαναν. Τώρα βουΐζει ὁ κόσμος ἀπὸ φρικτὲς βλαστήμιες. Ἂν δὲν βλαστημάῃ ὁ πατέρας, θὰ βλαστημάῃ ὁ παπποῦς· ἂν δὲν βλαστημάῃ ὁ παπποῦς, θὰ βλαστημάῃ ὁ μικρός, θὰ βλαστημάῃ ὁ γείτονας. Καὶ ἁμαρτάνει μὲν αὐτὸς ποὺ βλαστημάει, ἀλλ᾽ἁμαρτάνεις κ᾽ἐσὺ ἡ γυναίκα, ποὺ ἀκοῦς τὸν ἄντρα σου κ᾽ ἐσὺ τὸ παιδὶ ποὺ ἀκοῦς τὸν πατέρα σου νὰ βλαστημάῃ καὶ δὲν διαμαρτύρεσαι. Ἂν εἶσαι Χριστιανός, τὴν ἡμέρα ἐκείνη δὲν πρέπει νὰ φᾷς· φαρμάκι εἶνε τὸ φαγητό. Νὰ πῇς· Πατέρα, μὲ χόρτασες, δὲν ἔχω ὄρεξι. Τὸ ἴδιο ἡ γυναίκα· καὶ ξέρει ἡ γυναίκα τρόπους νὰ κάνῃ τὸν ἄντρα νὰ μὴ βλαστημήσῃ πιὰ τὸ Θεό. Καὶ τὴν πιὸ ἁμαρτωλὴ γυναῖκα κανείς δὲν τολμάει νὰ τὴ βρίσῃ μέσ᾽ στὴν πλατεῖα· τὴν Παναγία μας ὅμως, τὸ κρύσταλλο τῆς ἁγιότητος, τὴ βρίζουν καπηλικῶς μέρα καὶ νύχτα, καὶ κανείς δὲν διαμαρτύρεται. Ποῦ εἶνε λοιπὸν ὁ καρπός, ἡ εὐλάβεια κι ὁ σεβασμός μας πρὸς τὸ Θεό; 

  • Ποῦ εἶνε ἡ προθυμία γιὰ ἐκκλησιασμό; Πόσοι εἶστε σήμερα στὴ θεία λειτουργία; διακόσοι, τετρακόσοι; Τί εἶνε αὐτὸ μπροστὰ σὲ τόσες χιλιάδες; Ἂν αὐτοὶ ἐκκλησιάζονταν, ἔπρεπε οἱ ἐκκλησίες νά ᾽νε τετραπλάσιες καὶ πενταπλάσιες. Ἀπ᾽ τοὺς ἑκατὸ οὔτε δύο δὲν ἐκκλησιάζονται. Οἱ ἄλλοι ποῦ εἶνε, ποῦ βρίσκονται; 

  • Ἂν πᾶτε στὶς παραλίες, θὰ δῆτε ἐκεῖ ἄντρες καὶ γυναῖκες ξεγυμνωμένους. Μολύναμε τὶς ἀμμουδιὲς τ᾽ἀκρογιάλια καὶ τὰ νησάκια μας τὰ εὐλογημένα· καταντήσαμε σὲ μεγάλη ἠθικὴ ἐξαχρείωσι· γίνονται πράγματα ποὺ οὔτε στὸ διεφθαρμένο Παρίσι δὲν τολμοῦν νὰ τὰ κάνουν, ἀλλὰ ἔρχονται ἐδῶ, γιατὶ βρῆκαν τὸν τόπο μας ἀμπέλι ξέφραγο· ἔρχεται ὁ κάθε διεφθαρμένος μὲ τὸ πορτοφόλι καὶ τὰ ἑκατομμύριά του, γιὰ νὰ μεταβάλῃ τὴν πατρίδα μας σὲ πορνεῖο. Καὶ δὲν σηκώνεται κανείς ν᾽ ἀντιδράσῃ. Λεφτὰ νὰ πέσουν, σοῦ λέει, κι ἂς μὴ μείνῃ τιμὴ κοριτσιοῦ. φτάσαμε στὸ σημεῖο ποὺ λέει ὁ Δαυΐδ· «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς», δηλαδή· Ὁ ἄνθρωπος δὲν συνειδητοποίησε τὴν τιμητική του θέσι, πῆγε μαζὶ μὲ τ᾽ἀνόητα ζῷα κ᾽ἔγινε ὅμοιος μ᾽ αὐτά (Ψαλμ. 48,13,21). 

  • Ἀντὶ τῆς τιμιότητος ἀτιμία καὶ αἰσχρότης. Ἀντὶ τῆς δικαιοσύνης πλεονεξία καὶ ἁρπαγή, καὶ ἀντὶ τῆς ἀγάπης κακία, μῖσος, μοχθηρία. 

Δὲν ἔχουμε λοιπὸν καρπούς. Οὔτε ἕνα τσαμπὶ σταφύλι, ποὺ ζητάει ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ δροσίσῃ τὰ χείλη του, δὲν τοῦ προσφέρουμε. Ἀντὶ γιὰ καρπὸ τὸ ἀμπέλι μας παρουσιάζει ἀγκάθια μυτερά, σὰν ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα στεφάνωσαν οἱ Ἑβραῖοι τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ναί· κάθε φορὰ ποὺ παραβαίνουμε τὶς ἐντολές του, δὲν κάνουμε τίποτε ἄλλο παρὰ να φτειάχνουμε ἕνα ἀγκάθι κ᾽ἕνα καρφὶ καὶ νὰ τὸν κεντοῦμε. Ἐσύ, ποὺ ἁπλώνεις στὸ δικαστήριο τὸ βρωμερό σου χέρι πάνω στὸ Εὐαγγέλιο καὶ παίρνεις ψεύτικο ὅρκο, τὴν ὥρα ἐκείνη βάζεις πάλι ἕνα καρφὶ στὸ χέρι τοῦ Χριστοῦ. Ἐσὺ ποὺ τρέχεις στὶς πλὰζ καὶ τὰ κέντρα, τὴν ὥρα αὐτὴ ποὺ ὁδηγεῖς τὰ βήματά σου μακριὰ ἀπ᾽ τὴν ἐκκλησία, καρφώνεις μὲ καρφιὰ τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ. Κ᾽ἐσὺ ὁ ἄλλος, ποὺ τρέφεις στὴν καρδιά σου φθόνο καὶ κακία, κεντᾷς καὶ λογχίζεις τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ. Κ᾽ἐσὺ ὁ ὑπερήφανος μὲ τὴ μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό σου, δὲν κάνεις τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ βάζῃς ἕνα ἄλλο ἀγκάθινο στεφάνι ἐπάνω στὴν κεφαλὴ τοῦ Χριστοῦ μας. Κ᾽ἐσὺ ὁ ἄλλος ποὺ βρίζεις καὶ αἰσχρολογεῖς καὶ βωμολοχεῖς καὶ βλαστημᾷς τὰ θεῖα, ποτίζεις μὲ ὄξος καὶ χολὴ ἐκεῖνον ποὺ ἔπλασε τοὺς ὠκεανοὺς καὶ τὶς θάλασσες. 


* * * 


Ἐκεῖνο, ἀδελφοί μου, ποὺ ἔπαθαν οἱ Ἑβραῖοι, κινδυνεύουμε νὰ τὸ πάθουμε κ᾽ἐμεῖς. «Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς» (Ματθ. 21,41). Τί νὰ μᾶς κάνῃ ὁ Θεός; Μετάνοια δὲ δείχνουμε, ἐξομολόγησι δὲν ἔχουμε, προσευχὴ δὲν κάνουμε, στὴ θεία κοινωνία δὲν προσερχόμεθα, ἀγάπη καὶ ἔλεος δὲν ὑπάρχει στὴν καρδιά μας. Ὕστερα ἀπ᾽ αὐτὴ τὴν ἀκαρπία τί θὰ γίνῃ; Τὸ εἶπε ὁ Κύριος· «Πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται»· ὅποιο δεντρὶ δὲν κάνει καλὸ καρπό, ὁ γεωργὸς τὸ ξεπατώνει καὶ τὸ ῥίχνει στὴ φωτιά (Ματθ. 3,10· 7,19). Δὲ μᾶς ἔφερε ὁ Θεὸς στὸν κόσμο αὐτὸν γιὰ νὰ γλεντοῦμε, νὰ διασκεδάζουμε, νὰ κάνουμε τὰ κέφια μας καὶ νὰ ὀργιάζουμε. Μᾶς θέλει κλήματα - δέντρα καρποφόρα. Ὅλα τὰ πλάσματα ἔχουν τὸν προορισμό τους· ἐσὺ πρὸς τί ὑπάρχεις πάνω στὴ γῆ;

Ἂν εἴχαμε μάτια πνευματικά, θὰ βλέπαμε ὅτι πάνω ἀπ᾽ τὰ κεφάλια μας ἀπὸ μιὰ κλωστὴ κρέμεται ἕνα σπαθί. Ἀλλοίμονο ἂν ἡ κλωστὴ κοπῇ. Ὦ Παναγία Δέσποινα, ὦ ἅγιοι, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν. Ἂς μετανοήσουμε, ἂς κλάψουμε ὅλοι, πλούσιοι - φτωχοί, βασιλιᾶδες - παπᾶδες, ἂς πέσουμε στὰ γόνατα κι ἂς παρακαλέσουμε. «Ἐσχάτη ὥρα ἐστί» (Α΄ Ἰω. 2,18).



(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος 



(Β΄ μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας,
 ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου Νικαίας - Πειραιῶς τὴν 27-8-1961. 
Τὴν ὁμιλία αὐτὴ μπορεῖτε νὰ τὴν ἀκούσετε χωρὶς περικοπὲς 
στὸ cd 38β΄Α τῆς σειρᾶς «ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ»)
Comments