- Ἡ νίκη τῆς καλωσύνης καὶ τῆς ὑπομονῆς

Γιὰ σένα ποὺ παραπονεῖσαι γιὰ τὸν σταυρὸ ποὺ σὲ βρῆκε...

Μία πολὺ γλυκειὰ κυρία, μοῦ διηγήθηκε τὰ παρακάτω.

–Τὸν ἄντρα μου τὸν παντρεύτηκα μὲ προξενιό. Ὅμως, χωρὶς νὰ τὸ ξέρω, ἐκεῖνος ἀγαποῦσε καὶ εἶχε χρόνια δεσμὸ μὲ μία κοπέλλα, ποὺ οἱ δικοί του δὲν τὴν ἤθελαν, ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἔπαψε ποτέ νὰ τὴν ἀγαπᾶ.

Παντρευτήκαμε. Ἡ ἡμέρα τοῦ γάμου ἦταν πολὺ ὄμορφη.

Ὅμως οἱ ὄμορφες μέρες ἦταν μόνο τρεῖς. Ἀπὸ τὴν τέταρτη μέρα καὶ ἐπὶ δεκαεπτὰ χρόνια ἡ ζωή μου δίπλα του ἦταν μία κόλαση. Ὅταν τὸν ρώτησα γιατί μοῦ φέρεται τόσο ἄσχημα, μοῦ ἀποκάλυψε πὼς ἀγαποῦσε ἄλλη γυναῖκα κι ὄχι ἐμένα. Ἔπεσα ἀπὸ τὰ σύννεφα.

–Τότε γιατί μὲ παντρεύτηκες;

–Γιατὶ μὲ πίεσαν οἱ γονεῖς μου. Ἐκείνη, βλέπεις, δὲν τὴν ἤθελαν.

–Κ᾽ἐγὼ τί φταίω νὰ μοῦ φέρεσαι ἔτσι;

–Σήκω καὶ φύγε, ἅμα δὲν σοῦ ἀρέση.

–Ποῦ νὰ πάω; Ντρέπομαι τὰ ἀδέλφια μου καὶ τὸν κόσμο.

–Ἔ, τότε κάτσε ἐδῶ καὶ βούλωσ᾽ το.

Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀπάντησή του. Μαζὶ κοιμόμασταν ὅταν τσακωνόταν μὲ τὴν ἄλλη. Ὡστόσο ἔμεινα ἔγκυος. Μόλις τοῦ τὸ εἶπα, ἔγινε θηρίο ἕτοιμο νὰ μὲ κατασπαράξη. Μοῦ ζήτησε νὰ τὸ ρίξω. Ἐγὼ ὅμως δὲν τό ᾽κάνα. Γιὰ κανέναν καὶ γιὰ τίποτε δὲν θὰ σκότωνα τὸ παιδί μου. Μ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο γέννησα τρία κορίτσια!

–Ἐργάζεστε;

–Ναί. Ἔχω δικό μου κομμωτήριο. Ποτέ ὅμως οἱ πελάτισσές μου δὲν μὲ εἶδαν κλαμένη ἢ πικραμένη. Οὔτε καὶ τὰ παιδιά μου. Τὴν πίκρα μου τὴν ἔκρυβα βαθειὰ μέσ᾽ στὴν ψυχή μου, τὴ μοιραζόμουν μόνο μὲ τὸ Θεό. Ξέρεις τί σημαίνει νὰ κοιμᾶσαι μὲ τὸν ἄντρα σου ὅποτε τσακώνεται μὲ τὴ φιλενάδα του;

–Δὲν τὸ ἔχω ζήσει, ὅμως μπορῶ νὰ σὲ καταλάβω. Καλά, αὐτὴ δὲν βρῆκε κάποιον νὰ παντρευτῆ, νὰ κάνη οἰκογένεια;

–Παντρεύτηκε, ἔχει καὶ δύο παιδιά. Ἀλλὰ μὲ τὸν ἄντρα μου δὲν χώρισαν ποτέ.

–Ὁ ἄντρας της δὲν τό ᾽χει καταλάβει;

–Δὲν ξέρω.

–Τὰ παιδιά σας δὲν ἔχουν καταλάβει τίποτε;

–Ὄχι. Πάντα τὸν δικαιολογοῦσα, τὸν κάλυπτα. Ἀλλὰ καὶ ποτέ δὲν μαλώσαμε. Γιατὶ ποτέ δὲν τὸν ρώτησα οὔτε ποῦ ἦταν οὔτε γιατί ἄργησε οὔτε ἂν ἦταν μ᾽ αὐτήν. Τίποτα! Ὅποια ὥρα κι ἂν ἐρχόταν, ἂν ἦταν μπροστὰ τὰ παιδιά, τοῦ ἔλεγα «Καλῶς τὸν Δημητράκη!» καὶ ἑτοίμαζα τὸ τραπέζι γιὰ νὰ φάη.

–Πῶς τὸ ἄντεχες αὐτό;

–Δὲν μποροῦσα νὰ κάνω κι ἀλλιῶς. Ἔπρεπε νὰ δώσω τὸ καλὸ παράδειγμα στὰ παιδιά μου. Ἤθελα νὰ μάθουν τὴν ἀξία τοῦ σεβασμοῦ, τὴν ἀξία τῆς ἀγάπης, τὴν ἀξία τῆς ὑπομονῆς.

–Καί, δόξα τῷ Θεῶ, ἐσὺ διαθέτεις πολλὴ ὑπομονή.

Ἐδῶ χαμογέλασε. Συνέχισα·

–Τὰ παιδιά σου ποιός σοῦ τὰ κρατοῦσε τὶς ὧρες ποὺ ἐσὺ ἐργαζόσουν;

–Ἡ μητέρα μου. Καὶ ξέρεις πῶς τοὺς περνοῦσα τὰ μηνύματα γιὰ ὁ,τιδήποτε ἤθελα νὰ ἀποφύγουν;

–Πῶς;

–Τοὺς τὰ ἔγραφα σὲ κασσέττα. Ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν μωρά, ἔγραφα κάθε μέρα κάτι στὴν κασσέττα, τὴν ἔδινα στὴ μητέρα μου καὶ τῆς ἔλεγα νὰ τοὺς βάζη νὰ τὴν ἀκοῦνε. Ἔτσι δὲν ἔνιωθαν πολὺ τὴν ἀπουσία μου.

Αὐτὸ γινόταν ἐπὶ δεκαεπτὰ χρόνια. Ὅ,τι μήνυμα ἤθελα νὰ τοὺς περάσω, τὸ παρουσίαζα πὼς τὸ εἶχα ἀκούσει στὸ κομμωτήριο. Γιὰ τὰ ναρκωτικά, ἂς ποῦμε, τοὺς ἔλεγα πὼς εἶχε ἔρθει μία πελάτισσα στὸ μαγαζί, ποὺ ἦταν πολὺ πικραμένη, γιατὶ τὸ παιδί της εἶχε μπλέξει μὲ κάποιους φίλους, ποὺ τὸν παρέσυραν στὰ ναρκωτικά· ἢ ἄλλοτε πὼς γνώρισα κάποιο κορίτσι, ποὺ ἔμπλεξε μὲ κάποιο ἀγόρι καὶ ἔμεινε ἔγκυος καὶ ἀπὸ τὴν ἀνεπιθύμητη ἐγκυμοσύνη τῆς προέκυψαν πολλὰ δυσεπίλυτα προβλήματα.

Ὅταν μεγάλωσαν, δὲν πήγαιναν στὴ γιαγιά τους, ἀλλὰ προτιμοῦσαν νὰ καθίσουν σπίτι νὰ διαβάσουν. Τοὺς ἔλεγα πώς, ὅταν ἔρθη ὁ πατερούλης, ἔπρεπε νὰ τοῦ σερβίρουν τὸ φαγητό, νὰ τὸν περιποιοῦνται, ἀφοῦ ἐκεῖνος ἀγωνίζεται γιὰ μᾶς, γιατὶ μᾶς ἀγαπάει πολύ. Ἔτσι κάθε μέρα, γυρίζοντας ἀπὸ τὸ σχολεῖο, θὰ ἔβαζαν πρῶτα νὰ ἀκούσουν τὸ μήνυμα τῆς μαμᾶς.

–Συγγνώμη. Ὅλα αὐτὰ πῶς τὰ ἄντεχες;

–Σοῦ εἶπα· τὴν πίκρα μου τὴ μοιραζόμουν μὲ τὸ Θεό, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἄντεχα. Ἂν συζητοῦσα μὲ κάποια φίλη τὰ προβλήματά μου, σίγουρα θὰ εἶχα χωρίσει. Ἄκου τὴ συνέχεια, γιὰ νὰ δῆς τὴν κατάληξη.

–Εἶμαι ὅλη αὐτιά! Ἀκούω.

–Λοιπόν. Ἐπὶ δεκαεπτὰ χρόνια, διακοπὲς πήγαινα μόνη μὲ τὰ παιδιά μου. Ἐκεῖνος δὲν ἦρθε ποτέ, μὲ ὅσα παρακάλια κι ἂν τοῦ ἔκαναν τὰ παιδιά. Μία χρονιά, γυρνώντας ἀπὸ τὶς διακοπές μας, βρῆκα μία κασσέττα στὸ κομοδίνο μου, ποὺ ἔγραφε πάνω «Σ᾽ ἀγαπῶ». Παραξενεύτηκα. Τί κασσέττα ἦταν αὐτή; Σκέφτηκα πὼς θὰ ἦταν γιὰ τὴ φιλενάδα του. Ὅταν τὸ βράδυ κοιμήθηκαν τὰ παιδιά, ἔβαλα νὰ τὴν ἀκούσω.

Ἐδῶ γέλασε.

–Γιατί γελᾶτε; τὴ ρώτησα περίεργα.

–Γιατὶ ἡ κασσέττα ἦταν γραμμένη ἀπὸ τὸν ἄντρα μου γιὰ μένα!

–Τί ἔλεγε ἡ κασσέττα;

–Πρὶν σοῦ πῶ τί ἔλεγε ἡ κασσέττα, θὰ σοῦ πῶ τί ἔκανε πρίν.

–Τί ἔκανε;

–Εἶχε μαλώσει ἄσχημα μὲ τὴ φιλενάδα του καὶ χώρισαν. Πῆγε σπίτι καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὸ δωμάτιο τῶν παιδιῶν. Γνώριζε πὼς τοὺς γράφω κασσέττες, πῆρε μία στὴν τύχη καὶ τὴν ἄκουσε. Κ᾽ ὕστερα κι ἄλλες. Ἔτσι ἄκουσε τί ἔλεγα στὰ παιδιὰ καὶ συγκινήθηκε. Πῆρε λοιπὸν καὶ αὐτὸς μία κασσέττα καὶ μοῦ ἔγραψε·

«Συγχώρεσέ με γιὰ ὅ,τι σοῦ ἔχω κάνει. Τώρα καταλαβαίνω πόσο πολὺ σ᾽ ἔχω πληγώσει, πόσο πολὺ σ᾽ ἔχω ταπεινώσει. Καὶ ἐσὺ οὔτε μία ἄσχημη κουβέντα δὲν εἶπες ποτέ, πάντα τρυφερὴ καὶ γλυκειὰ μαζί μου. Ἄκουσα μερικὲς κασσέττες σου, ποὺ μιλᾶς στὰ παιδιά μας. Δὲν μὲ κατηγόρησες ποτέ. Μόνο καλὰ λόγια ἔβγαιναν ἀπὸ τὰ χείλη σου.

» Τώρα κατάλαβα γιατί μ᾽ ἀγαποῦν τόσο πολὺ τὰ παιδιά μας. Σὲ παρακαλῶ, συχώρεσέ με, καὶ σοῦ ὑπόσχομαι, ὅ,τι σοῦ στέρησα ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια, νὰ σοῦ τὰ δώσω ἁπλόχερα ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα. Θὰ εἶσαι ἡ βασίλισσα τῆς καρδιᾶς μου. Σὲ παρακαλῶ, συχώρεσέ με. Αὐτὴ τὴν ὥρα ποὺ σοῦ μιλάω, πίστεψέ με πὼς αἰσθάνομαι πολλὴ ἀγάπη γιὰ σένα, μοῦ λείπεις. Σ᾽ἀγαπῶ».

Ἀκούγοντάς τα ὅλα αὐτά, ἔνιωσα ὄμορφα, δυσκολευόμουν ὅμως νὰ τὰ πιστέψω. Στὴ σκέψη μου ἦρθαν, σὰν κινηματογραφικὴ ταινία, ὅσα μοῦ ἔκανε καὶ ὅσα μοῦ ἔλεγε. Ἔτσι μὲ πῆρε ὁ ὕπνος.

Ὅταν γύρισε τὸ βράδυ, τὸν ἄκουσα, μὰ δὲν σηκώθηκα, ὅπως ἔκανα πάντα, γιὰ νὰ τοῦ βάλω φαγητό. Ἔκανα πὼς κοιμᾶμαι. Ἐκεῖνος ἦρθε καὶ ξάπλωσε δίπλα μου, σιγὰ - σιγά, γιὰ νὰ μὴ μὲ ξυπνήση, καὶ μὲ πῆρε ἀγκαλιά, γιὰ πρώτη φορὰ στὰ δεκαεπτά μας χρόνια. Καὶ ὄχι μία ἁπλὴ ἀγκαλιά, ἀλλὰ πολὺ τρυφερή. Μὲ φίλησε ἁπαλὰ στὴν πλάτη καὶ ψιθύρισε· «Συχώρεσέ με, σ᾽ἀγαπῶ!».

Ἀπὸ ἐκείνη τὴ βραδιὰ ἡ ζωή μου ἄλλαξε τελείως. Ὁ Δημήτρης ἔγινε ἄλλος ἄνθρωπος. Τρυφερός, στοργικός, δὲν μοῦ χάλασε ποτέ χατίρι. Μὲ λίγα λόγια, γίναμε οἰκογένεια.

Νὰ ξέρεις πὼς στὴ ζωή, ὅταν ἀγωνίζεσαι, θὰ χάνης μάχες, μὰ στὸ τέλος τὸν πόλεμο ἐσὺ θὰ τὸν κερδίσης.

Καὶ κάτι ἄλλο: Χωρὶς πίστη στὸ Θεό, δὲν ἔχεις ὅπλα νὰ παλέψης!

[Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ταξιδεύοντας στὰ τείχη τῆς πόλης»,
τῆς μοναχῆς Πορφυρίας, Ἀθήνα 2010,
κεντρικὴ διάθεση Νεκτ. Δ. Παναγόπουλος]
Comments