- Δὲν εἶστε Ἐκκλησία!

Ἐπιστολὴ τοῦ μητροπολίτου Γόρτυνος Ἰερεμία
πρὸς τὸν ῥωμαιοκαθολικὸ ἀρχιεπίσκοπο Νικόλαο

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013
Ἐντιμότατε κ. Νικόλαε,
Καθολικὲ Ἀρχιεπίσκοπε Νάξου, Τήνου,
Ἄνδρου καὶ Μυκόνου
Χαίρετε καὶ ὑγιαίνετε!


1. Εἶμαι ἕνας Ἀρχιερεὺς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ διακονῶ ποιμαντικὰ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως. Εὐχαριστῶ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, διότι γεννήθηκα καὶ ἀνατράφηκα στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Μάνας Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας.

Ὁ ἅγιος ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, στὸν ὁποῖον οἱ Ἕλληνες πρέπει νὰ εἴμεθα εὐγνώμονες, διότι ἂν δὲν ὑπῆρχε αὐτὸς δὲν θὰ ὑπῆρχε πατρίδα ἐλευθέρα, ἔλεγε στὸ κήρυγμά του στοὺς ὑποδούλους Ἕλληνες: «Ὅλες αἱ πίστες εἶνε ψεύτικες• τοῦτο κατάλαβα ἀληθινόν, ὅτι μόνη ἡ πίστις τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν εἶνε καλὴ καὶ ἁγία. Νὰ εὐφραίνεσθε ὅπου εἶσθε ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ καὶ νὰ κλαίετε διὰ τοὺς ἀσεβεῖς καὶ αἱρετικοὺς ὅπου περιπατοῦν εἰς τὸ σκότος»[1].

Αἰτία τῆς ἐπιστολῆς μου πρὸς Σᾶς εἶναι τὸ κείμενο τῆς ἀπαντήσεώς Σας πρὸς τὸν Συλλειτουργὸν Ἀδελφὸν Μητροπολίτην Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ καὶ τὸ ὁποῖο κείμενο ἔγινε εἰς πάντας γνωστὸ διὰ τοῦ Διαδικτύου. Ἐπειδὴ τὰ θιγόμενα εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴ ἅπτονται θεμάτων ὀρθοδόξου θεολογίας, παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε καὶ νὰ ἀναγνώσετε τὴν ἐπιστολή μου, τὴν ὁποία μοῦ ἐπέβαλε ἡ ἀρχιερατική μου συνείδησι νὰ Σᾶς γράψω, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ αἰσθάνθηκα.

2. Κατὰ πρῶτον, Ἐντιμότατε Ἀρχιεπίσκοπε τῶν Καθολικῶν, ἤθελα νὰ Σᾶς ἐξηγήσω γιατί δὲν Σᾶς προσφωνῶ ὡς «ἀδελφόν», ἀλλὰ Σᾶς προσφωνῶ μὲ τὸν τίτλο «Ἐντιμότατε». Μὲ μία γενικὴ βέβαια ἔννοια ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς γῆς εἴμεθα ἀδελφοί, διότι ὅλοι καταγόμεθα ἀπὸ τὴν μητέρα γῆ. Τὴν ἔννοια αὐτὴ τὴν ἔχουμε καὶ ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι στὴν λατρεία μας, λέγοντες εἴς τινα Ἀναβαθμὸν τοῦ πλ. δ΄ ἤχου: «Ἐπὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ γῆν δύνων πᾶς αὖθις ἀναλύσει». Ἀλλὰ μὲ τὴν ἄλλη, τὴν ἐκκλησιολογικὴ ἔννοια τῆς λέξεως «ἀδελφός», λυποῦμαι, Ἐντιμότατε κ. Νικόλαε, διότι δὲν μπορῶ νὰ Σᾶς προσφωνήσω, καὶ ἐξηγοῦμαι διατί: Ἡ λέξη «ἀδελφὸς» συντίθεται ἀπὸ τὸ οὐσιαστικὸ «δελφὺς» (= κοιλία) καὶ τὸ «ἀ» ὡς ἀθροιστικὸν καὶ ὄχι στερητικόν. «Ἀδελφοὶ» λοιπὸν μὲ τὴν ἑρμηνεία αὐτὴ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ τὴν ἴδια κοιλία, ἔχουν τὸ ἴδιο αἷμα στὶς φλέβες τους καὶ ἀνήκουν στὴν ἴδια οἰκογένεια. Ἡ κοιλία, ἡ ὁποία «γεννᾶ» τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνει τέκνο Θεοῦ, εἶναι τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Τὸ αἷμα, μὲ τὸ ὁποῖο τρέφονται τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι τοῦ Χριστοῦ τὸ Αἷμα, τὸ χυθὲν κατὰ τὸν Σταυρικό Του θάνατο στὸν Γολγοθᾶ καὶ τὸ Ὁποῖο Αἷμα εἶναι στὸ ἅγιο Ποτήριο τῆς θείας Λειτουργίας. Καὶ ἡ Οἰκογένεια, στὴν ὁποία ἀνήκουν τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Δὲν μπορῶ λοιπόν, Ἐντιμότατε Ἀρχιεπίσκοπε τῶν Καθολικῶν, νὰ Σᾶς προσφωνήσω «ἀδελφόν», διότι δὲν ἐξήλθαμε ἀπὸ τὴν ἴδια μήτρα. Ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμεθα βαπτισμένοι στὴν ἁγία Κολυμβήθρα μὲ τρεῖς καταδύσεις, ἐνῶ Σεῖς οἱ Καθολικοὶ ἔχετε ἁπλὸ ράντισμα. Δὲν κοινωνοῦμε μαζί Σας τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν ἀνήκετε μαζί μας στὴν Οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ, ἥτις ἐστὶν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἀφοῦ δὲν εἴμεθα Συλλειτουργοί, δὲν μπορεῖ νὰ λεγόμεθα καὶ «ἀδελφοὶ» μὲ τὴν ἐκκλησιολογικὴ ἔννοια τῆς λέξεως.

Πρὸς στηριγμὸ τῶν ἀνωτέρω Σᾶς γράφω ἕνα σχετικὸ χωρίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Ἀδελφὸν τὸ βάπτισμα ἐργάζεται καὶ ἡ τῶν θείων μυστηρίων κοινωνία»! (εἰς MPG 58,718). Καὶ ἕνα ἄλλο ἀκόμη χωρίο τοῦ ἰδίου πατρός: «Τί γάρ ἐστι τὸ ποιοῦν τὴν ἀδελφότητα; Τὸ λουτρὸν τῆς παλιγγενεσίας», δηλαδὴ τὸ ἱερὸν Βάπτισμα (MPG 63,177). Ἀλλὰ ὁ ἄλλος πάλι ἅγιος πατέρας καὶ μέγας θεολόγος, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, τὸν ὁποῖο ἡμεῖς ὀνομάζουμε «συνισταμένη τῶν ἁγίων Πατέρων», διὰ σᾶς τοὺς Παπικοὺς λέγει ὅτι εἶστε ἀβάπτιστοι. Δὲν μποροῦμε λοιπὸν νὰ σᾶς καλοῦμε ἀδελφούς.

3. Ἀλλὰ οὔτε, ὡς ὀρθόδοξος ἐγὼ θεολόγος, μπορῶ νὰ πῶ γιὰ Σᾶς τοὺς Παπικοὺς ὅτι ἀποτελεῖτε Ἐκκλησία. Σεῖς βέβαια στὴν ἐπιστολή Σας πρὸς τὸν Μητροπολίτην Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ γράφετε καὶ λέγετε μὲ ἰσχὺ ὅτι ἀποτελεῖτε τὴν «Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν» μὲ τὴν προσθήκη μάλιστα «ὅσο καὶ ἂν αὐτὸ κοστίζει εἰς σᾶς», δηλαδὴ εἰς ἡμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους.

Ἐγὼ ὅμως Σᾶς λέγω, μετὰ ἀπὸ θεολογικὴ μελέτη καὶ σπουδή, ὅτι Σεῖς οἱ Παπικοὶ δὲν εἶστε Ἐκκλησία. Καὶ ἐξηγοῦμαι πάλι διατί. Εἶναι ἐντυπωσιακό, Ἐντιμότατε, ὅτι στὰ πατερικὰ κείμενα δὲν ἔχουμε ὁρισμὸ περὶ Ἐκκλησίας. Οἱ φερόμενοι σὲ μερικὰ ἐγχειρίδια ὁρισμοὶ περὶ Ἐκκλησίας στηρίζονται, λίγο ἢ πολύ, ἐπὶ ἐσφαλμένων βάσεων. Κατὰ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία, ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μυστήριο καὶ δὲν καθορίζεται μὲ ὅρους. Ὅσο δὲ κανεὶς καθαίρεται καὶ φωτίζεται μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τόσο περισσότερο νοεῖ τὸ Μυστήριο αὐτὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ἔχουμε καὶ ἕνα σύντομο λόγο τοῦ ἀποστολικοῦ πατρὸς ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ θεοφόρου, τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε, ὅπως καὶ θεωρήθηκε πράγματι, ὡς ὁρισμὸς τί εἶναι Ἐκκλησία. Κατὰ τὸν ἅγιον αὐτὸν πατέρα Ἐκκλησία εἶναι τὸ «Θυσιαστήριον», ἡ Ἁγία Τράπεζα δηλαδή, πάνω στὴν ὁποία οἱ ἱερεῖς τελοῦν τὴν θεία Λειτουργία.[2] Ὥστε «Ἐκκλησία», κατὰ τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο, εἶναι τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Πραγματικά, σ’ αὐτὸ τὸ Μυστήριο, στὴν θεία Λειτουργία, γευόμεθα ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι καρδιακὰ τὸ τί εἶναι Ἐκκλησία. Ἀλλὰ θέλω νὰ δώσω καὶ βιβλικὴ ἀπόδειξη εἰς τὰ παραπάνω, στὸ ὅτι δηλαδὴ Ἐκκλησία εἶναι ἡ τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ὡς ἀπόδειξη φέρω τὸ κεφ. 11 τῆς Α΄ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Εἶναι φανερὸ στὸ κεφάλαιο αὐτὸ ὅτι ὁ Ἀπόστολος ὁμιλεῖ γιὰ τὴν σύναξη τῶν πιστῶν πρὸς τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας. Καὶ τὴν σύναξη αὐτὴ τὴν ὀνομάζει «Ἐκκλησία», γιατὶ λέγει: «Συνερχομένων ὑμῶν ἐν Ἐκκλησίᾳ ἀκούω σχίσματα ἐν ὑμῖν ὑπάρχειν» (στίχ. 18).[3]

Ἀφοῦ λοιπὸν «Ἐκκλησία» εἶναι ἡ σύναξη τοῦ λαοῦ γιὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας –καὶ τὸ Μυστήριο αὐτὸ γίνεται βέβαια γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ– καὶ ἀφοῦ μὲ Σᾶς τοὺς Παπικοὺς δὲν μποροῦμε νὰ συλλειτουργήσουμε καὶ νὰ κοινωνήσουμε μαζὶ τὴν Θεία Τροφή, εὔκολα ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἀποτελεῖτε Ἐκκλησία. Ταῦτα λέγω κατὰ τὴν πίστη ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων ὅτι ἡ Ἐκκλησία, τὴν Ὁποία ἵδρυσε ὁ Χριστός, εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

4
. Ἐννοῶ ὅτι Σᾶς ἐνόχλησε, Ἐντιμότατε, αὐτὸ τὸ τελευταῖο ποὺ εἶπα, ὅτι ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἀποτελοῦμε τὴν μόνην καὶ ἀληθῆ Ἐκκλησίαν, τὴν Ὁποίαν ἵδρυσε ὁ Χριστός, καὶ ὄχι Σεῖς οἱ Παπικοί.

Εἶναι βέβαια ἄκρως ἀντίθετο αὐτὸ ποὺ Σᾶς λέγω πρὸς αὐτὸ τὸ ὁποῖο Σεῖς μετὰ πυγμῆς ἰσχυρίζεσθε στὴν ἐπιστολή Σας πρὸς τὸν ἅγιο Ἀδελφὸ κ. Σεραφείμ, «νὰ μάθουμε» ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι «μιὰ γιὰ πάντα» ὅτι «εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι» Σεῖς οἱ Παπικοὶ εἶσθε «ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία», μὲ τὸν περισσότερο ἀκόμη προκλητικὸ λόγο Σας, «ὅσο καὶ ἂν αὐτὸ μᾶς στοιχίζει».

Ὄχι, Ἀρχιεπίσκοπε τῶν Καθολικῶν κ. Νικόλαε! Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἀληθὴς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ εἶναι ἔτσι, διότι ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι κρατοῦμε τὴν διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τὶς παραδόσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐνῷ Σεῖς οἱ Καθολικοὶ τὶς παραλλάξατε.


Δὲν μοῦ λέτε, Σᾶς παρακαλῶ, ἦταν σὲ πλάνη ἡ Ἐκκλησία γιὰ τόσους αἰῶνες καὶ ἤρθατε Σεῖς οἱ Παπικοὶ τὸν 9ο αἰώνα καὶ βάλατε «ἄφοβα» τὸ χέρι Σας στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως μὲ τὸ Filioque ποὺ προσθέσατε σ’ αὐτό; Ἔγραψα τὴν ἔκφραση «ἄφοβα», διότι πραγματικὰ ἦταν πολὺ τολμηρὸ καὶ ἀσεβέστατο αὐτὸ ποὺ κάνατε. Διότι ὑπῆρχε προηγούμενη ἐντολὴ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, κανείς νὰ μὴν τολμήσει νὰ παραλλάξει τὸ ἱερὸ Σύμβολο προσθέτοντας ἢ ἀφαιρώντας τι ἀπὸ αὐτό. Αὐτὴν τὴν ἐντολὴ τὴν σεβάστηκαν οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ δὲν προσέθεσαν στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως διὰ τὴν Παναγία τὸν ὅρο «Θεοτόκος».

Σεῖς, οἱ Παπικοί, ἀντίθετα πρὸς τὴν ρητὴ ἔντολη καὶ ἀντίθετα πρὸς τὸ παράδειγμα αὐτὸ τῶν ἁγίων Πατέρων Οἰκουμενικῆς Συνόδου, βάλατε ἀσεβῆ χεῖρα –πῶς δὲν φοβηθήκατε;– στὸ ἱερὸ Κείμενο τῆς Πίστεως καὶ τὸ ἀλλοιώσατε.
Καὶ μόνο ἀπὸ τὸ Filioque ἀποδεικνύεσθε ὅτι δὲν φυλάξατε ἀκέραια τὴν πίστη τῶν Πατέρων καὶ ἀλλοιώσατε τὸ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκοῦστε τώρα τί Σᾶς λέγει ὁ ἅγιός μας, μέγας θεολόγος, ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Ποτέ δὲν πρόκειται νὰ Σᾶς δεχθοῦμε ὡς κοινωνούς, ὅσον χρόνον ὁμολογεῖτε ὅτι τὸ Πνεῦμα προέρχεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ»![4]


____________________
1. Μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου, ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ, ἔκδ. ΛΑ΄, σελ. 132.

2. Πρὸς Ἐφεσ. 5,2. Πρὸς Τράλλ. 7,2. Ἐπὶ τῶν χωρίων τούτων ἐρειδόμενος καὶ ὁ δικός Σας πατρολόγος Altaner λέγει: Die Kirche nennt er (ὁ Ἰγνάτιος) «θυσιαστήριον» (Ἐφ. 5,2. Τραλ. 7,2. Φιλ. 4) und erinnert so an das Wort «θυσία» der Didache. B. Altaner A. Stuiber, Patrologie, Leben, Schriften und Lehre der Kirchenvater,7 Basel, Wien, 1966, σελ. 49.

3. Καὶ ἡ ἔκφραση τῆς Καινῆς Διαθήκης «κατ’ οἶκον Ἐκκλησία» ἀναφέρεται στὴν σύναξη τῶν πιστῶν γιὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ ὄχι γιὰ μιὰ ἁπλῆ διδασκαλία.

4. Ἐπὶ λέξει λέγει τὸ κείμενο: «Οὐδέποτ’ ἂν ὑμᾶς κοινωνοὺς δεξαίμεθα μέχρις ἂν καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα λέγητε» (Περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Α΄, Ε.Π.Ε. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Ἔργα 1, σελ. 74).

Comments