- Τί εἶνε Ὀρθοδοξία (Β' ΜΕΡΟΣ)

4. ΑΓΙΟΤΗΣ.
Τὸ ἑπόμενο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς Ὀρθοδοξίας ποιό εἶνε; Ὁ σκοπός, τὸ ἰδανικό της. Ὅλα ὅσα γίνονται στὴν Ἐκκλησία ποιό σκοπὸ ἔχουν; γιατί ἀνάβουμε τὸ κερὶ ἢ τὸν πολυέλεο, γιατὶ διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο, γιατί κηρύττει ὁ ἱεροκήρυκας, γιατί γίνεται τὸ μυστήριο; Ἀπαντᾷ ὁ Παῦλος• «πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων» (Ἐφ. 4,12). Τὸ ἰδανικὸ τῆς Ἐκκλησίας, στὸ ὁποῖο κατατείνουν ὅλα, εἶνε ἡ ἁγιότης• «ἅγιοι γίνεσθε» (Α΄ Πέτρ. 1,16• βλ. Λευϊτ. 20,7,26).


Τί θὰ πῇ ἁγιότης; Νά• ἕναν ἀγράμματο τσοπᾶνο ποὺ βόσκει τὰ πρόβατά του καὶ μόλις ἀκούσῃ τὴν καμπάνα –εἶδα τέτοιους– σταματάει καὶ κάνει τὸ σταυρό του καὶ λέει «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» καὶ τὰ μάτια του δακρύζουν, μοῦ ᾽ρχεται νὰ πέσω νὰ τὸν προσκυνήσω. Ἕνας τέτοιος, ποὺ πιστεύει στὸ Θεό, ζυγίζει παραπάνω ἀπ᾿ ὅλους τοὺς πολυγραμματισμένους καθηγητάδες καὶ θεολόγους, αὐτοὺς ποὺ ξέρουν πολλά, μὰ δὲν ἔχουν μέσα τους οὔτε δράμι ἀπὸ τὴν πίστι αὐτή.

Ἕνας τέτοιος ἀγράμματος πιστὸς στὸ Θεὸ εἶνε ἀνώτερος ἀπὸ δαύτους. Ἡ Ἐκκλησία μας παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα ἐκτιμᾷ τὴν ἁγιότητα. Εἶνε αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Παῦλος• «Βλέπετε τὴν κλῆσιν ὑμῶν, ἀδελφοί, ὅτι οὐ πολλοὶ σοφοὶ κατὰ σάρκα, οὐ πολλοὶ δυνατοί, οὐ πολλοὶ εὐγενεῖς»• δὲν εἶνε μεταξύ σας πολλοὶ σοφοί, πολλοὶ ἰσχυροὶ καὶ μεγάλοι• «ἀλλὰ τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ»• «ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου;» (Α΄ Κορ. 1,26-27,20). Ναί, αὐτοὺς ποὺ ὁ κόσμος θεωρεῖ ἀνοήτους, αὐτοὺς ἐκτιμᾷ ἡ Ἐκκλησία μας.


Ἕνα δράμι ἁγιότης ζυγίζει περισσότερο ἀπὸ ἕνα τόννο ἀνθρωπίνης σοφίας. Δῶστε μου λίγη ἁγιότητα ἀπ᾽ αὐτὴν ποὺ εἶχαν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ νὰ σᾶς χαρίσω τὰ διπλώματα καὶ τὶς γλῶσσες καὶ ὅλη τὴν ἐγκυκλοπαιδικὴ μόρφωσι ποὺ ἔχουν σήμερα μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς ἀρχιερεῖς μας. Ἡ ἁγιότης εἶνε παραπάνω• σ᾽ αὐτὴν κατευθύνει κάθε προσπάθεια ἡ Ἐκκλησία μας.

Τί εἶνε ἁγιότης; Τὸ νὰ κόψῃ κανεὶς τὰ ἐλαττώματά του. Ὁ ἅγιος, ἐνῷ αὐτὸς εἶνε ὁ μεγάλος ἥρωας, ὁ νικητὴς τῶν παθῶν καὶ θριαμβευτής, ἐμπαίζεται σήμερα. Ποιόν νὰ ρωτήσουμε τί εἶνε ἁγιότης; Τὸ ἄνθος τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σῦρο. Ὅταν τὸν ρώτησαν τί εἶνε ἁγιότης, ἀπήντησε• βάθος ταπεινώσεως.

Ἕνα παράδειγμα. Κάποιος ἀσκητὴς εἶχε ἕνα ὑποτακτικό. Μιὰ μέρα αὐτὸς κατέβηκε στὸν κόσμο. Ὅταν τὸ βράδυ γύρισε στὸ κελλὶ ἦταν διαφορετικός• δὲν ἐκτιμοῦσε πιὰ τὸ γέροντα. Τὸ κατάλαβε ἐκεῖνος καὶ λέει• –Τί ἔπαθες, παιδάκι μου; –Ξέρεις, γέροντα, τί σοῦ σέρνουν οἱ γλῶσσες; –Τί, παιδί μου; –Σ᾽ ἕνα σπίτι ἄκουσα ὅτι εἶσαι ὑπερήφανος. –Ναί, παιδί μου, εἶμαι. –Σὲ ἄλλο σπίτι σὲ κατηγοροῦν ὅτι εἶσαι πόρνος. –Ναί, παιδί μου, εἶμαι. –Ἄλλοι λένε πὼς εἶσαι κλέφτης. –Ναί, εἶμαι. –Ἀλλοῦ σὲ κατηγοροῦν ὅτι εἶσαι θυμώδης. –Ναί, παιδί μου, εἶμαι• παρακάλει τὸ Θεὸ νὰ μ᾽ ἐλεήσῃ. –Λένε ἀκόμα πὼς εἶσαι καὶ μοιχός. –Ναί, παιδί μου, εἶμαι. –Κάποιοι μοῦ εἶπαν, ὅτι εἶσαι αἱρετικός. –Τί, αἱρετικός; ὄχι, παιδί μου, αἱρετικὸς δὲν εἶμαι!… Ὅλα τὰ δέχτηκε ὁ ἀσκητής, γιατὶ ἦταν ἅγιος κ᾽ εἶχε ταπείνωσι• τὴν κατηγορία τοῦ αἱρετικοῦ δὲν τὴ δέχτηκε, γιατὶ ἦταν ὄντως ὀρθόδοξος. Σήμερα πᾶνε στὸν πνευματικὸ καὶ ζητοῦν νὰ δικαιωθοῦν. Ἐγὼ δὲν ἔκανα τίποτα! λένε. Μὰ ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει λεπτὸ κόσκινο, ζυγαριὰ φαρμακείου. Ἂν μᾶς κοσκινίσῃ ὁ ἄγγελος!…

Μά, ἀφοῦ δὲν ἦταν πόρνος, θὰ πῆτε, γιατί ἔλεγε πὼς εἶνε; Δὲν ἁμαρτάνεις μόνο μὲ τὸ κορμί• κ᾽ ἕνα βλέμμα κ᾽ ἕνα λογισμὸ νὰ δεχτῇς μέσα σου, πάει, τὴν ἔκανες τὴν καρδιά σου οἶκο ἀνοχῆς. «Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός…» (Ψαλμ. 50,12). Τὸ εἶπε ὁ Χριστός• Ὅποιος δῇ γυναῖκα μὲ βλέμμα φιλήδονο, ἁμάρτησε, «ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. 5,28). Ἂν περάσῃς ἀπὸ ἕνα περιβόλι καὶ πῇς «Ἄχ νὰ τά ᾿χα ἐγὼ αὐτά», ἔγινες κλέφτης μὲ τὴ διάθεσι. Καὶ ἂν μέσα σου δεχθῇς γιὰ κάποιον λογισμὸ μίσους, ἔ τὸν σκότωσες• «πᾶς ὁ μισῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἀνθρωποκτόνος ἐστί» (Α΄ Ἰω. 3,15).

Ἀπὸ τὶς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας μας ὡραία εἶνε ἐκείνη τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ γονατίζουμε καὶ λέμε• «Σοὶ μόνῳ ἁμαρτάνομεν, ἀλλὰ καὶ σοὶ μόνῳ λατρεύομεν» (γ΄). Εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἀλλ᾽ ὄχι ἀσεβεῖς καὶ αἱρετικοί.

5. ΜΑΡΤΥΡΙΟ. Τί εἶνε λοιπὸν ἡ Ὀρθοδοξία μας• ἱερὰ παράδοσις, μυστήριο θείας εὐχαριστίας, ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ἁγιότης. Τί ἄλλο μένει γιὰ νὰ συμπληρωθῇ τὸ πορτραῖτο της; Μία ἀκόμη πινελλιά, ἀλλ᾽ αὐτὴ εἶνε κόκκινη• εἶνε τὸ αἷμα! Ποιό αἷμα; Ὄχι τὸ ξένο ἀλλὰ τὸ δικό μας. Ἡ Ἐκκλησία - ἡ Ὀρθοδοξία μας ποτίστηκε καὶ ἔγινε δέντρο μεγάλο μὲ δύο πράγματα• δάκρυ μετανοίας καὶ αἷμα μαρτυρίου. «Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ μαρτύρων σου ὡς πορφύραν καὶ βύσσον τὰ αἵματα ἡ Ἐκκλησία σου στολισαμένη δι᾽ αὐτῶν βοᾷ σοι, Χριστὲ ὁ Θεός…» (ἀπολυτ. Κυρ. ἁγ. Πάντ.)• ἡ Ἐκκλησία, λέει, στολίστηκε μὲ τὰ αἵματα τῶν μαρτύρων σὰν μὲ ἁλουργίδα βασιλική, καὶ λάμπει καὶ ἀστράφτει.

Καὶ ἐρωτῶ• ποιός ἄλλος ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ἔχυσε τόσο αἷμα γιὰ τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ; οἱ προτεστάντες, οἱ παπικοί, ποιοί; Ξέρετε τί εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία; Δὲν ὑποτιμῶ τοὺς κόπους τῶν παπικῶν ἢ τὰ κηρύγματα τῶν προτεσταντῶν. Ἀλλ᾽ ἐὰν ὁ Χριστιανισμὸς εἶνε ἕνα στράτευμα, ἡ Ὀρθοδοξία εἶνε ἡ ἐμπροσθοφυλακή. Οἱ ὀρθόδοξοι –δὲν καυχώμεθα, τὸ λέμε ἀντικειμενικά–, ἐδῶ στὴ γωνιὰ ποὺ σταθήκαμε, στὴν Ἀνατολὴ ποὺ μᾶς ἐφύτευσε ὁ Θεός, εἴμαστε στὴν πρώτη γραμμή. Ἐὰν σπάσῃ ἡ Ὀρθοδοξία, δὲν θὰ ὑπάρχῃ Χριστιανισμός. Ἐμπρός, στρατιῶτες, σαλπίζει• προχωρεῖτε προχωρεῖτε! Καὶ πέφτουν καὶ συνεχῶς πέφτουν κορμιὰ καὶ ματώνει τὸ χῶμα καὶ γέμισε ἡ γῆ μυριάδες μαρτύρων. Ποτάμια αἷμα ἔχυσε αὐτὴ ἡ Ὀρθοδοξία. Καὶ ἔτσι ἀποδεικνύεται ἡ γνησιότης.

Θέλετε νὰ καταλάβετε τὸν Χριστιανὸ καὶ τὸν κληρικό; θέλετε νὰ καταλάβετε τοὺς παπᾶδες σας, τοὺς δεσποτάδες σας, τοὺς θεολόγους σας; Παρατηρῆστε ποιός εἶνε ἕτοιμος γιὰ θυσία, ποιός διώκεται. «Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄ Τιμ. 3,12). Ὅποιος θέλει νὰ κρατήσῃ τὸ Εὐαγγέλιο, θὰ διωχθῇ στὸν κόσμο αὐτόν. Ὁ κλῆρος τοῦ δικαίου, τοῦ τιμίου ἀνδρός, τοῦ εἰλικρινοῦς κήρυκος τοῦ εὐαγγελίου, εἶνε ὁ διωγμός. Καὶ διώχθηκε πράγματι ἡ κατὰ ἀνατολὰς ἡ Ἐκκλησία. Ἔδωσε ἀγῶνα. Ποῦ; Ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, π.χ. τῶν εἰκονομάχων ἐπὶ ἑκατὸ καὶ πλέον ἔτη. Ἐμπροσθοφυλακὴ δὲν εἴπαμε;

Ξέρεις πόσο αἷμα ἔχυσε ἡ Ἐκκλησία μας ν᾽ ἀναχαιτίσῃ – ποιό; τὸ Ἰσλάμ. Ἄχ! ζωντανεύει πάλι τὸ Ἰσλάμ, θηρίο ποὺ κοιμόταν – δὲν πήραμε χαμπάρι. Δὲν θέλω τώρα νὰ μπῶ στὴν πολιτική, εἶνε ἔξω ἀπὸ τὸ στόχο μου. Ξύπνησε πάλι τὸ Ἰσλὰμ μὲ κεφαλὲς πολλές… Τί κῦμα τῆς ἀβύσσου εἶν᾽ αὐτό! Σὰ ν᾽ ἀκούω Ἀποκάλυψι. Εἶδα νὰ βγαίνῃ θηρίο ἀπὸ τὴν ἔρημο, τὸ θηρίο τοῦ Μωάμεθ• καὶ προχώρησε, καὶ ἔφθασε μέχρι ποῦ; μέχρι τὴ Βιέννη. Καὶ ἀπέναντί του στάθηκε – ποιός ἐδῶ στὴν Ἀνατολή; ἡ ἐμπροσθοφυλακή, ἡ Ὀρθοδοξία μας.

Σήμερα ἀκοῦμε στὴν Ἐκκλησία «Αἰωνία ἡ μνήμη» τῶν πατέρων, ὅλων ἐκείνων ποὺ μᾶς παρέδωσαν τὴν Ὀρθοδοξία κ᾽ ἔφθασε μέχρι τὰ χρόνια μας. Δυὸ ἑκατομμύρια σφάχτηκαν σὰν ἀρνιὰ ἀπὸ τὸν ἀντίχριστο Κεμὰλ στὴ Μικρὰ Ἀσία. Κ᾽ ἐμεῖς φρουροῦμε γι᾽ αὐτὸν στὴ Θεσσαλονίκη. Ὅταν περνάω καὶ τὸ βλέπω, ῥαγίζει ἡ καρδιά μου νὰ βλέπω Ἕλληνες φαντάρους νὰ φυλᾶνε τό μνῆμα τοῦ θηρίου αὐτοῦ τῆς Ἀποκαλύψεως. Κι ὅταν ἀκούω τὰ λόγια ἑνὸς ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς ὅτι «Ἐγὼ εἶμαι Τοῦρκος», τί νὰ πῶ; Ξέρω ὅτι πάνω ἀπὸ τὰ ἔθνη εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ θὰ εἴμαστε ἄδικοι ἂν πέσουμε νὰ προσκυνήσουμε τὸν Τοῦρκο. Ὄχι. Θὰ ἀγαπήσουμε καὶ τὸν δήμιό μας, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸν κάνουμε ἀφέντη.

Θέλετε νὰ δῆτε τί εἶνε Ὀρθοδοξία; Σ᾽ ἕνα χωριὸ τῶν Γρεβενῶν ἕνας εὐκατάστατος ἰεχωβίτης παντρεύτηκε ἕνα σεμνὸ κορίτσι βοσκοῦ – θυμᾶμαι ποὺ ὁ μητροπολίτης τὴν κάλεσε καὶ τὴν ἐπῄνεσε, διότι τί ἔγινε; Τὴν πρώτη βραδιὰ τοῦ γάμου, πῆγε ἐκείνη ν᾿ ἀνάψῃ τὸ καντήλι στὸ εἰκονοστάσι τῆς καλύβας• καὶ σηκώνεται αὐτός –τότε φανερώθηκε• σοῦ λέει, τώρα τὴν ἔχω στὸ χέρι–, ἁρπάζει τὶς εἰκόνες καὶ τὶς καίει! Ἂν ἤτανε καμμιὰ ἀπ᾿ τὸ Κολωνάκι, θὰ τὸν ἀνεχόταν• αὐτὴ ἡ ἀγράμματη, μόλις τὸ εἶδε αὐτό, τοῦ λέει «Φύγε, διάβολε!…» καὶ τὸν ἔδιωξε πὺξ-λάξ. Εὐλογημένη νά ᾿νε!

Τὸ 1822 ἔφθασε στὴ Χίο ἡ ἀρμάδα, τὰ πλοῖα τῶν Τούρκων. Ἔπιασαν 30.000 γυναικόπαιδα, ὅπως ἱστορεῖ ὁ Γάλλος Πουκεβίλ, τὰ πῆγαν στὴν παραλία, ἔβαλαν χάμω στὴν ἁμμουδιὰ ἕνα σταυρό, τὸν πάτησαν, καὶ τοὺς λένε• Ὅποιος ἀπὸ σᾶς θὰ πατήσῃ τὸ σταυρό, θὰ ζήσῃ• ὅποιος δὲν τὸν πατήσῃ, δὲν θὰ ζήσῃ• σᾶς δίνω προθεσμία. Δὲν κουνήθηκε οὔτε ἕνας, οὔτε παιδὶ οὔτε νέος, κανείς. Σὰν ἀρνιὰ τοὺς ἔσφαξαν καὶ κοκκίνισε ἡ θάλασσα.

Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστις μας καὶ αὐτοὶ οἱ ἥρωες ποὺ τὴν κρατᾶνε. «Ὦ Ὀρθοδοξία, ὦ πατροπαράδατον σέβας• ἐν σοὶ ἐγεννήθημεν, ἐν σοὶ ζῶμεν, καὶ ἐν σοὶ κοιμηθησόμεθα» (Ἰωσὴφ Βρυέννιος).

6. ΕΥΠΟΙΪΑ. Σᾶς ἔδειξα μὲ λίγες λέξεις τί εἶνε Ὀρθοδοξία. Καὶ τώρα ἂς φύγουμε ἀπὸ τὸ ὕψος αὐτὸ καὶ νὰ πέσουμε – ποῦ; Στὴν ἀφεντιά μου καὶ στὴν ἀφεντιά σας, καὶ νὰ κάνουμε ἕνα ἐρώτημα• Ἐμεῖς εἴμαστε παιδιὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Πολλὰ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ἐπ᾽ αὐτοῦ• θὰ θίξω ἕνα μόνο σημεῖο.

Ἐὰν θέλουμε νὰ εἴμαστε δίκαιοι, ὀφείλουμε νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι, ἐνῷ ὑπερτεροῦμε σ᾽ αὐτὰ ποὺ ἐκθέσαμε, σὲ ἕνα σπουδαῖο τομέα ὑστεροῦμε. Μᾶς νικοῦν ἐκεῖ οἱ ἄλλοι, οἱ προτεστάντες καὶ οἱ παπικοί. Ἐνῷ ἔχουμε ἕνα μεγαλεῖο ἄφθαστο, θεωρητικὸ μεγαλεῖο, ὑστεροῦμε στὰ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας.

Στὴν Ἀθήνα πέθανε ἕνα φτωχαδάκι. Πῆγαν νὰ κανονίσουν τὰ τῆς κηδείας. Τοὺς λένε• –Τόσο γιὰ τὸν παπᾶ, τόσο γιὰ τὸ διᾶκο, τόσο γιὰ τὸν πολυέλεο, τόσο γιὰ τὸ ἕνα, τόσο γιὰ τὸ ἄλλο… –Μὰ δὲν ἔχουμε, τί θὰ γίνῃ; –Ἄ, δὲν ξέρω (ἦταν ἕνας παπᾶς φιλάργυρος). Τὸ μαθαίνει ὁ αἱρετικός (παπικός) καὶ πάει στὸ σπίτι ἀμέσως. –Τί συμβαίνει; λέει. –Δὲν ἔχουμε νὰ τὸν θάψουμε. –Γι᾽ αὐτὸ στενοχωριέστε; τὸν θάβω ἐγὼ δωρεάν. Τὸν πῆρε, τὸν ἔθαψε, καὶ τὸ βράδυ τοὺς γέμισε τὸ σπίτι ροῦχα καὶ τρόφιμα. Θὰ μοῦ πῆτε, καὶ πρέπει γι᾿ αὐτὰ ν᾽ ἀφήσουν τὴν Ὀρθοδοξία; Ὄχι ὄχι• ἀλλὰ μιὰ Ἐκκλησία ποὺ εἶνε μάνα πρέπει νὰ κοιτάξῃ τὰ παιδιά της καὶ στὸν τομέα τῆς φιλανθρωπίας ὅσο τοὐλάχιστον οἱ αἱρετικοί. Ὑστεροῦμε, ἀδέρφια μου, στὴ φιλανθρωπία.

Θὰ δῇ κανεὶς στὴν Ἑλλάδα ἀπ᾽ τὸ ἕνα μέρος πολυτέλεια κι ἀπὸ τὸ ἄλλο δυστυχία. Κάπου στὶς ὑπώρειες τῆς Πίνδου θὰ δῇ καὶ κάτι σπιτάκια θαῦμα. Τὰ εἶδα κ᾽ ἐγὼ καὶ ρώτησα• Αὐτὰ ποιός τὰ ἔχτισε; τὸ κράτος ἢ κάποιος ἐφοπλιστής; Τὰ ἔχτισαν, μοῦ εἶπαν, ὄχι Ἕλληνες ἀλλὰ Ἑλβετοί• πάστορες (δηλαδὴ «παπᾶδες»), ἔμαθαν ὅτι ἐδῶ ὑποφέρει κόσμος, ὥρισαν σὲ δεκαπέντε καντόνια - διαμερίσματα νὰ νηστέψουν μία μέρα ἀπ᾿ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ, καὶ μὲ ὅσα θὰ ξώδευαν γιὰ τὸ φαῒ μάζεψαν ἕνα μεγάλο ποσό, μὲ τὸ ὁποῖο χτίστηκαν τὰ σπιτάκια. Αὐτοὶ εἶνε προτεστάντες, νηστεῖες δὲν ἔχουν• στὸ ζήτημα αὐτὸ ὅμως ἐφήρμοσαν τὴν Ὀρθοδοξία, ἔκαναν αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Μέγας Βασίλειος• «Νηστεύσωμεν, ἀδελφοί, ἵνα ἐλεήσωμεν».

Γιὰ φανταστῆτε νὰ νηστεύαμε ὅλοι μία μέρα! Τί μπορούσαμε νὰ κάνουμε μὲ ὅσα ξοδεύονται τὶς ἀπόκριες στὰ καρναβάλια! Γι᾿ αὐτὸ σᾶς λέω ὅτι, ἐνῷ εἴμαστε ὀρθόδοξοι, ὑστεροῦμε στὰ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας καὶ μᾶς νικοῦν στὸν τομέα αὐτὸν καὶ οἱ φράγκοι καὶ οἱ προτεστάντες. Γι᾿ αὐτὸ εἶνε ἀνάγκη νὰ τελειώσω καὶ νὰ σᾶς πῶ τὸ δρᾶμα τῆς Ὀρθοδοξίας.

* * *

Ἡ Ἀποκάλυψις λέει, ἀγαπητοί μου, ὅτι φάνηκε νὰ πετάῃ ἕνα πουλί, ἕνας «ἀετὸς μέγας» (Ἀπ. 12,14). Ἀλλὰ ὁ ἀετός, ὅπως καὶ κάθε πουλί, γιὰ νὰ πετάξῃ χρειάζεται δύο φτερούγες• μὲ μία δὲν πετάει• ἅμα πληγωθῇ ἀπὸ σκάγια στὴ μία φτερούγα, ὁ ἀετὸς βασανίζεται καὶ χτυπιέται κάτω στὴ γῆ. Καὶ ἡ Ὀρθοδοξία μας ἔχει δυὸ φτεροῦγες, πίστι καὶ ἔργα. Ἡ μιὰ φτερούγα κρατιέται ἀλώβητη• εἶνε ἡ πίστις ἡ ἀμώμητος. Ἡ ἄλλη φτερούγα ὅμως δέχθηκε σκάγια, εἶνε πληγωμένη, κι ὁ ἀετὸς βασανίζεται. Αὐτὴ ἡ φτερούγα εἴμαστε ἐμεῖς, ποὺ ὑστεροῦμε στὰ ἔργα.

Ἐάν, ἀδελφοί μου, δώσουμε στὴν Ἐκκλησία μας καὶ ἔργα καλά, τότε ὁ ἀετὸς θὰ γίνῃ «μεγαλοπτέρυγος» (ἔ.ἀ.. Ἰεζ. 17,3), θὰ πετάξῃ στὰ ὕψη, καὶ τότε, ὤ τότε!… Πολλὰ θὰ γίνουν• τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγγόνια σας πολλὰ θὰ δοῦν. Ἕνα σᾶς λέω καὶ τὸ πιστεύω ἀκραδάντως• ὅταν ἡ Ὀρθοδοξία ἀποκτήσῃ καὶ τὴν ἄλλη φτερούγα, τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῶν καλῶν ἔργων, τότε θὰ μεσουρανήσῃ. Καὶ τότε θὰ δῆτε• δὲν θὰ νικήσῃ οὔτε ὁ πάπας οὔτε οἱ προτεστάντες. Θὰ νικήσῃ ἡ Ὀρθοδοξία, θὰ γίνῃ ἄστρο φωτεινό. Καὶ τότε θὰ ἔρθουν τὰ παιδιά της ἐκ δυσμῶν καὶ ἑώας, ἐξ Ἀμερικῆς καὶ Αὐστραλίας, ἐκ βορρᾶ καὶ νότου, καὶ ὅλα μαζὶ σὰν μιὰ κιθάρα θὰ ψάλλουν «Ὑμνεῖτε Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ἑσπερινὴ ὁμιλία ποὺ ἔγινε πρὸ πρὸ πενήντα καὶ πλέον ἐτῶν στὴν Ἀθήνα,
στὴν αἴθουσα τοῦ συλλόγου «Τρεῖς Ἱεράρχαι» ὁδ. Μενάνδρου 4,
τὴν Κυριακὴ 26-2-1961 τὸ βράδυ)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ Α' ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ.

Comments