9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ


 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ

Ονησιφόρου και Πορφυρίου, Ματρώνας Οσίας, Θεοκτίστης Λεσβίας, Ευστολίας και Σωπάτρας, Συμεών Μεταφραστή, Αντωνίου, Χριστοφόρου και Μαύρας, Ναρσή και Αρτέμωνα, Ιωάννη Κολοβού, Ελλαδίου Οσίου, Ευθυμίου και Νεοφύτου, Νεκταρίου Πενταπόλεως, Νικηφόρου Οσίου

 

 

 

 

 

 

 

Οι Άγιοι Ονησιφόρος και Πορφύριος

 

Σχίστηκαν οι σάρκες τους και πέθαναν βαπτισμένοι στα αίματα τους, κατά το διωγμό του Διοκλητιανού. Και οι δύο υπηρετούσαν σε διάφορα φιλανθρωπικά έργα της Εκκλησίας. Συγχρόνως, άνηκαν στην ομάδα πού ανίχνευε κατά τη διάρκεια της νύκτας και ανεύρισκε σώματα μαρτύρων, πού ρίχνονταν στις χαράδρες. Τα μάζευαν και τα παρέδιδαν να ταφούν με την αρμόζουσα τιμή. Κάποτε, όμως, τους ανακάλυψαν και τους συνέλαβαν. Κατόπιν τους εξεβίασαν να αρνηθούν την πίστη τους. Αλλά εκείνοι έμειναν σταθεροί στην ομολογία της αγίας πίστης στο Χριστό, χωρίς να φοβηθούν τις απειλές και τα επικείμενα μαρτύρια. Τους έδεσαν, λοιπόν, πίσω από άγρια άλογα, τα οποία τους έσυραν με δυνατό καλπασμό, μέσα από αγκάθια και πέτρες. Όταν τα άλογα σταμάτησαν κουρασμένα, μετά από αρκετές ώρες δρόμου, τα σώματα των μαρτύρων βρέθηκαν διαμελισμένα, πνιγμένα στο αίμα. Και όπως αναφέρει η Αποκάλυψη, "είδον την γυναίκα μεθύουσαν εκ του αίματος των αγίων και εκ του αίματος των μαρτύρων Ιησού". Είδα δηλαδή τη γυναίκα, πού είναι η διεφθαρμένη ειδωλολατρική κοινωνία, να μεθάει από το αίμα των χριστιανών, πού καταδίωκε, και από το αίμα των μαρτύρων του Ιησού. Άλλα ο Θεός "έκρινε την πόρνην... και εξεδίκασε το αίμα των δούλων αυτού εκ χειρός αυτής". Έπειτα, όμως, ο Θεός, έκρινε και καταδίκασε την πόρνη, τη νοητή Βαβυλώνα, και εκδικήθηκε το αίμα των δούλων του, πού χύθηκε από τα χέρια της.

Απολυτίκιο. Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν όνησιν, Ιχνηλατούντες, πορφυρίζοντα, ώφθητε κρίνα, Ονησιφόρε κλεινέ και Πορφύριε όθεν ως άρμα του Λόγου χρυσήλατον, προς την ουράνιον νύσσαν ηλάσατε. Θείοι Μάρτυρες, Χριστώ τω Θεώ πρεσβεύσατε, δωρήσασθε ημίν το μέγα έλεος.

 

Κοντάκιον. Ήχος β’. Τα άνω ζητών.

Μαρτύρων δυάς, αθλήσαντες στερρότατα, εχθρού την οφρύν, εις γην κατηδάφισαν, ελλαμφθέντες χάριτι, της ακτίστου Τριάδος οι ένδοξοι, και νυν μετ' Αγγέλων αυτή, πρεσβεύουσιν απαύστως υπέρ πάντων ημών.

 

 

 

 

 

 



 

 

 

Η Οσία Ματρώνα

 

Έζησε στα χρόνια των βασιλέων Μαρκιανού (450-457) και Λέοντα Θρακός ή Μακέλλη (457-474). Καταγόταν από την Πέργη της Παμφυλίας και ανατράφηκε από γονείς πλούσιους και ευσεβείς. Σε κατάλληλη ηλικία παντρεύτηκε με κάποιο Δομέτιο (κατ' άλλους Δομετιανό), με τον όποιο απόκτησε μία κόρη και κατά τα χρόνια του Λέοντα του Θρακός ήλθαν οικογενειακά στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί συνδέθηκε με μια ευσεβή γυναίκα, την Ευγενία, και σύχναζε στους ιερούς ναούς, ποθώντας να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στη λατρεία του θείου. Έτσι εγκατέλειψε τον σύζυγο της, και την κόρη της αφού την εμπιστεύθηκε σε κάποια Σωσάννα, κατέφυγε στη Μονή του Βασιανού, μεταμφιεσμένη με το όνομα Βαβύλας. Άλλα καταζητούμενη από τον άνδρα της και αφού αποκαλύφθηκε το φύλο της, στάλθηκε από τον Βασιανό σε γυναικεία Μονή των Ιεροσολύμων. Κατόπιν αναχώρησε και από 'κει και πολλά μέρη αφού επισκέφθηκε, γριά πλέον, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Τοποθετήθηκε από τον Βασιανό σε ιδιαίτερο μέρος (της Ματρώνης ονομαζόμενο αργότερα), όπου έκτισε Μονή, στην οποία μαζεύτηκαν αρκετές μοναχές. Στη Μονή αυτή λοιπόν, έζησε με μεγάλη αρετή και πνευματική τελειότητα. Απεβίωσε ειρηνικά σε ηλικία 100 χρονών.


Απολυτίκιο. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Χριστόν αγαπήσασα, των αγαθών την πηγήν, Αγγέλων εζήλωσας, μετά σαρκός την ζωήν, Ματρώνα θεόπνευστε, συ γαρ συνεύνου φίλτρον, παραδίδουσα εμφρόνως, ήσχυνας τον Βελίαρ, τω πανσόφω σου τρόπω, διό της ακατάλυτου δόξης ηξίωσαι.

 

Κοντάκιον. Ήχος β’. Τα άνω ζητών.

Το σώμα το σον, νηστείαις Κατατήξασα, εν μέσω ανδρών, Ματρώνα κατοικήσασα, προσευχαίς σχολάζουσα, τον Δεσπότην ενθέως εθεράπευσας, δι' εν πάντα κατέλιπες, οσίως τον βίον διανύσασα.



 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Οσία Θεοκτίστη η Λεσβία

Μοναχή ενάρετη από τη Μήθυμνα της Λέσβου και έζησε στα χρόνια του βασιλιά του Λέοντα του Σοφού (816). Παιδί ακόμα έμεινε ορφανή και ανατράφηκε σε Παρθενώνα της πόλης. Κάποια μέρα πήγε να επισκεφθεί την αδελφή της, πού ήταν σε μια κοντινή κωμόπολη. Τότε συλλήφθηκε μαζί με τους κατοίκους της κωμόπολης αυτής από τους πειρατές της Κρήτης και μεταφέρθηκε με τους άλλους αιχμαλώτους στην Πάρο για πώληση. Εκεί κατόρθωσε να δραπετεύσει και να κρυφτεί στα βουνά, όπου και παρέμεινε μόνη 35 χρόνια, τρεφόμενη με χόρτα. Ανακαλύφθηκε τυχαία από έναν κυνηγό, ο όποιος, μετά από παράκληση της, έφερε σ' αυτή τα θεία μυστήρια. Όταν δε κοινώνησε των Άχραντων Μυστηρίων, πέθανε και τάφηκε εκεί από τον ίδιο κυνηγό. Για την Οσία αυτή, υπάρχει και μια διήγηση του μονάχου Συμεών του Πάριου, πού μοιάζει πολύ με αυτή της Οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας και είναι εντελώς φανταστική.


Απολυτίκιο. Ήχος γ’. Την ωραιότητα.
Η Λέσβος βλάστημα, θείον σε κέκτηται, τοις δε αγώσι σου, Πάρος ηγίασται, και τω σκήνει τω σεπτώ, πεπλούτισται Ικαρία. Όθεν ως παρθένον σε, και Οσίαν γεραίρομεν, και επιβοώμεθα, την θερμήν προστασίαν σου, ην δίδου τοις βοώσί σοι Μήτερ, χαίροις Οσία Θεοκτίστη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι Αγίες Ευσταλία και Σωπάτρα

 

Οι άγιες Ευσταλία και Σωπάτρα έζησαν τον πέμπτο αιώνα μ.Χ., κατά την εποχή του αυτοκράτορα Μαυρίκιου. Η Ευσταλία καταγόταν από τη Ρώμη. Οι γονείς της ήταν χριστιανοί και ιδιαίτερα εύποροι. Έτσι μετά το θάνατό τους απέκτησαν αρκετή περιουσία, την οποία διέθεσε σε φιλανθρωπικά έργα. Αφού υπηρέτησε στην Ρώμη τις κόρες που χρειαζόντουσαν βοήθεια διότι είχαν πέσει σε παραπτώματα, μετέβηκε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έγινε γνωστή για τις ευεργεσίες της και την πνευματική της μόρφωση. Γι' αυτό πολλές νέες την επισκεπτόντουσαν στη Μονή, που τη φιλοξενούσε. μία από τις νέες αυτές ήταν και η κόρη του Μαυρίκιου, η Σωπάτρα. Η Σωπάτρα, προτίμησε το μοναχικό βίο από τα πλούτη των ανακτόρων και έτσι μόνασε δίπλα στην Ευσταλία. Πρώτη απήλθε προς τον Κύριο η Ευσταλία, το έργο της οποίας συνέχισε άξια η Σωπάτρα μέχρι το τέλος της ζωής της.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Όσιος Συμεών ο Μεταφραστής


Πατρίδα του ή Κωνσταντινούπολη και έζησε στα χρόνια του Βασιλιά Λέοντα του Σοφού (886-912). Νεότερη όμως εκδοχή (1931), λέει ότι ο Συμεών έζησε στα χρόνια του Δούκα Παραπινάκη (1071-1078), πού μάλλον είναι και η επικρατέστερη. Προηγούμενα ονομαζόταν Νικήτας Παφλαγών και λόγω της μεγάλης του αρετής και σοφίας πήρε το αξίωμα του Μαγίστρου και Λογοθέτου. Το κυριότερο έργο του, ήταν η εκκαθάριση των αρχαίων αγιολογικών υπομνημάτων και η παράστασή τους σε ομαλότερο ύφος. Απ' αυτό λένε, ότι πήρε την ονομασία Μεταφραστής, πού μάλλον δεν φαίνεται και τόσο πιθανό. Ίσως να ήταν μεταφραστής ξενόγλωσσων εγγράφων στην ελληνική γλώσσα και το αντίθετο. Μερικοί νομίζουν, ότι στο τέλος της ζωής του έγινε μοναχός, αλλά ο φίλος του Ψελλός, πού έγραψε εγκώμιο και Ακολουθία σ' αυτόν, δεν υπαινίσσεται κάτι τέτοιο. Έζησε οσιακά και έγραψε πολλά για την Εκκλησία. Απεβίωσε ειρηνικά και η μνήμη του αναφέρεται μόνο στον Συναξαριστή του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη.

 

 

 

 

 



 

 

 

Ο Άγιος Αντώνιος


Καταγόταν από τη Συρία και έκανε το επάγγελμα του λιθοξόου. Όταν γνώρισε τον Χριστό, εγκατέλειψε το επάγγελμα αυτό, διότι σχετιζόταν και με την ειδωλολατρία και αναχώρησε στην έρημο. Εκεί βρήκε τον ευσεβή αναχωρητή Τιμόθεο και μαζί μ' αυτόν έζησε τρία χρόνια. Κατόπιν, με τις ευχές του γέροντα αυτού, κατέβηκε στο χωριό του και σε στιγμή Ιερής αγανάκτησης συνέτριψε τους βωμούς των ειδώλων. Τότε οι ειδωλολάτρες τον έδειραν σκληρά και ο Άγιος πήγε στην Απάμεια της Συρίας, όπου παρακάλεσε τον επίσκοπο Όσιο (το όνομα του αυτό) και πήρε την άδεια να κτίσει Ναό στο όνομα της Αγίας Τριάδας. Όταν λοιπόν άρχισε την οικοδομή, το έμαθαν οι συγχωριανοί του ειδωλολάτρες, οι όποιοι ήλθαν νύχτα και με ξύλα τον θανάτωσαν με τον πιο άσπλαχνο τρόπο.

 

 

 

 

 

 

 

 


Οι Άγιοι Χριστόφορος και Μαύρα


Μαρτύρησαν δια ξίφους.

 

 

 

 

 



Οι Άγιοι Ναρσής και Αρτέμωνας


Μαρτύρησαν δια ξίφους. Ο Ναρσής ήταν Πέρσης και ίσος να είναι ο ίδιος με αυτόν της 9ης Δεκεμβρίου.

 

 

 

 

 

 



 

 

 

Ο Όσιος Ιωάννης ο Βραχύσωμος ή Κολοβός

Καταγόταν από τη Θήβα της Αιγύπτου και ονομάστηκε Κολοβός επειδή ήταν κοντός σωματικά. Υπήρξε από τους μεγάλους ασκητές της ερήμου και διακρίθηκε κυρίως για την εγκράτεια της γλώσσας του και για την ταπεινοφροσύνη του. Στους Συναξαριστές βρίσκουμε αρκετές σοφές συμβουλές του. Ο Όσιος Ιωάννης απεβίωσε ειρηνικά.



 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Όσιος Ελλάδιος


Απεβίωσε ειρηνικά.

 

 

 

 

 

 


Οι Όσιοι Ευθύμιος και Νεόφυτος κτήτορες της Μονής Δοχειαρίου Αγίου Όρους


Ο όσιος Ευθύμιος ήταν θείος του οσίου Νεοφύτου. Ο Ευθύμιος λοιπόν, πού καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη, ήταν γνώριμος και φίλος του Αγίου Αθανασίου ηγούμενου της Μεγίστης Λαύρας. Στην αρχή οικοδόμησε Μονύδριο στο όνομα του Αγίου Νικολάου, αλλά πειρατές το κατέστρεψαν και ο ίδιος μετά βίας σώθηκε. Τότε ήλθε στην τοποθεσία πού σήμερα βρίσκεται η Μονή Δοχειαρίου και οικοδομεί πάλι Ναό στο όνομα του Άγιου Νικολάου. Κοντά δε στον ναό έκτισε και κελιά. Μετά από λίγο ήλθε και ο ανεψιός του, πού τον έκειρε μοναχό και του εμπιστεύθηκε την ηγουμενεία της Μονής. Ο ίδιος, αφού πέρασε και το υπόλοιπο της ζωής του με ησυχία, απεβίωσε σε ηλικία 100 χρονών. Ο δε ανεψιός του Νεόφυτος, ήταν γιος δούκα στα χρόνια των βασιλέων Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννη Τσιμισκή (963-976). Επειδή είχε το χάρισμα της σοφίας, τον αγαπούσαν όλοι και ό βασιλιάς τον έκανε πρώτο γραμματέα του. Επειδή όμως ο θείος του ήταν στο Άγιο Όρος και ηγούμενος στη Μονή Δοχειαρίου, αγάπησε να έλθει σ' αυτόν και να γίνει μοναχός. Αφού εγκατέλειψε τα εγκόσμια, ήλθε στη Μονή και αφιέρωσε όλα του τα χρήματα σ' αυτή. Πράγματι, έκτισε μεγαλύτερη εκκλησία, φρούριο στο Μοναστήρι για την ασφάλεια των μοναχών από τους πειρατές και έγινε αργότερα Πρώτος του Αγίου Όρους. Μετά απ' αυτά παραιτήθηκε της ηγουμενίας και ήσυχα απεβίωσε.

 

 

 

 

 

 

 



 

 

Ο Άγιος Νεκτάριος Μητροπολίτης Πενταπόλεως Αιγύπτου

Γεννήθηκε στις 1 Οκτωβρίου του 1846 στη Σηλυβρία της Θράκης από τον Δήμο και τη Βασιλική Κεφάλα και ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά τους. Το κοσμικό του όνομα ήταν Αναστάσιος. Μικρός, 14 ετών, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος και κατόπιν ως παιδονόμος στο σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου. Κατόπιν πήγε στη Χίο, όπου, από το 1866 μέχρι το 1876 χρημάτισε δημοδιδάσκαλος στο χωριό Λίθειο. Το 1876 εκάρη μοναχός στη Νέα Μονή Χίου με το όνομα Λάζαρος και στις 15 Ιανουαρίου 1877 χειροτονήθηκε διάκονος, ονομασθείς Νεκτάριος, από τον Μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο (1860-1877), και ανέλαβε τη Γραμματεία της Μητροπόλεως. Το 1881 ήλθε στην Αθήνα, όπου με έξοδα του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου Δ' (1870-1899), σπούδασε Θεολογία και πήρε το πτυχίο του το 1885. Έπειτα, ο ίδιος προαναφερόμενος Πατριάρχης, τον χειροτόνησε το 1886 πρεσβύτερο και του έδωσε τα καθήκοντα του γραμματέα και Ιεροκήρυκα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Διετέλεσε επίσης πατριαρχικός επίτροπος στο Κάιρο. Στις 15 Ιανουαρίου 1889, χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Η δράση του ως Μητροπολίτου ήταν καταπληκτική και ένεκα αυτού ήταν βασικός υποψήφιος του πατριαρχικού θρόνου Αλεξανδρείας. Λόγω όμως φθονερών εισηγήσεων (αισχρών συκοφαντιών), προς τον Πατριάρχη Σωφρόνιο, ο ταπεινόφρων Νεκτάριος, για να μη λυπήσει τον γέροντα Πατριάρχη, επέστρεψε στην Ελλάδα (1889). Διετέλεσε Ιεροκήρυκας (Ευβοίας) (1891-1893), Φθιώτιδος και Φωκίδας (1893-1894) και διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής στην Αθήνα (1894-1904). Μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου (1899), ο Νεκτάριος εκλήθη να τον διαδεχθεί, αλλά ο Άγιος αρνήθηκε. Στα κηρύγματα του, πλήθος λαού μαζευόταν, για να "ρουφήξει" το νέκταρ των Ιερών λόγων του. Το 1904 ίδρυσε γυναικεία Μονή στην Αίγινα, της οποίας ανέλαβε προσωπικά τη διοίκηση, αφού εγκαταβίωσε εκεί το 1908, μετά την παραίτηση του από τη Ριζάρειο Σχολή. Έγραψε αρκετά συγγράμματα, κυρίως βοηθητικά του θείου κηρύγματος. Η ταπεινοφροσύνη του και η φιλανθρωπία του υπήρξαν παροιμιώδεις. Πέθανε το απόγευμα της 8ης Νοεμβρίου 1920. Τόση δε ήταν η αγιότητά του, ώστε επετέλεσε πολλά θαύματα, πριν αλλά και μετά τον θάνατο του. Ενταφιάστηκε στην Ι. Μονή Αγ. Τριάδος στην Αίγινα. Η ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του έγινε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1953 και στις 20 Απριλίου του 1961 με Πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διακηρύχτηκε Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.


Απολυτίκιο. Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Σηλυβρίας τον γόνον και Αιγίνης τον έφορον, τον εσχάτοις χρόνοις φανέντα, αρετής φίλον γνήσιον, Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, ως ένθεον θεράποντα Χριστού, αναβλύζει γαρ ιάσεις παντοδαπάς, τοις ευλαβώς κραυγάζουσι, δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου, πάσιν Ιάματα.



 

 

 

 

 

 

Ο Όσιος Νικηφόρος "ο εν τω Σπηλαίω" (Ρώσος)

 

Δεν έχουμε λεπτομέρειες για τον Βίο του Οσίου.