Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου

Ξυλόστεγη μακεδόνικη βασιλική με τρία κλίτη. Ίσως να υπήρχε προστώον (ισόγειο χαγιάτι) στη νότια πλευρά εκεί όπου παλαιότερα υπήρχε πόρτα με τοξωτό άνοιγμα και που σήμερα έχει κλείσει και έχει διαμορφωθεί παράθυρο.

Η μοναδική αψίδα που προεξέχει είναι η αψίδα του ιερού βήματος. Κάτω από το αέτωμα της ανατολικής πλευράς και επάνω ακριβώς από την αψίδα υπάρχει διακοσμητικός φεγγίτης.

Είναι κτίσμα με αργολιθοδομή με ημικατεργασμένες πέτρες και άφθονο κονίαμα. Οι γωνίες είναι κτισμένες με τετραγωνισμένες πέτρες. Ίσως και στην κόγχη του ιερού όπως συνηθίζονταν εκεινα τα χρόνια η κατασκευή να έχει γίνει με λαξευμένες πέτρες.

Η δίκλινη στέγη παρουσιάζει θλάση στην πλευρά του ιερού και ίσως κάποτε και στη Δυτική όψη (όπως γίνεται και σε εκκλησίες του Πηλίου). Οι εξωτερικοί τοίχοι της εκκλησίας είναι διακοσμημένοι με μαρμάρινες πλάκες με διακοσμητικά ανάγλυφα.

Το 1928 επειδή ο χώρος δεν έφτανε πια για τους πιστούς έκτισαν έναν γυναικωνίτη πάνω από τον νάρθηκα και κατεδάφισαν τον μικρό ξύλινο γυναικωνίτη που υπήρχε μέχρι τότε. Έτσι η εκκλησία απέκτησε τη μορφή που έχει σήμερα.

Οι κολώνες που δημιουργούν τα κλίτη είναι μικρών διαστάσεων τετράγωνες και ξύλινες και στηρίζουν τοξωτά ανοίγματα.

Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο. Έχει μεγάλο ύψος και χωρίζει σχεδόν πλήρως το ιερό από τον κυρίως ναό. Σταδιακά τα ψηλά τέμπλα καθιερώθηκαν σ' όλες τις εκκλησίες της Ορθοδοξίας, φτάνοντας ως τις μέρες μας. Έχει μορφή βαρέα πιθανή επίδραση αυτού του τύπου των τεμπλών, είναι η Ορθόδοξη Ρωσία. Το τέμπλο κρατάει την παλιά διάταξη. Η κάτω ζώνη είναι διαμορφωμένη με θωράκια και η άνω ζώνη με εικόνες. Πάνω από το επιστύλιο υπάρχει μία ζωφόρος με εικόνες που έχουν για θέμα τις δώδεκα δεσποτικές εορτές. Ψηλότερα υπάρχει μεγάλος ξυλόγλυπτος σταυρός.

Το τέμπλο του Αγίου Γεωργείου ακολουθεί πιστά τους αρχιτεκτωνικούς κανόνες. Δε συναντάται αυτοσχεδιασμός. Οι τεχνίτες (μαραγκοί) - τους οποίους δεν γνωρίζουμε - δούλευαν αυστηρ, δημιουργώντας όλα τα τμήματα - επιφάνειες για να μπορέσει ο ζωγράφος ή ο ξυλογλύπτης να δουλέψει τα θέματά του. Σε κάθε επιφάνεια τοποθετείται το ανάλογο θέμα. Στην κορυφή πάντα ο Εσταυρωμένος, περιστοιχισμένος από δύο εξαπτέρυγα. Στο κάτω μέρος του Σταυρού, δύο δράκοντες φτερωτοί. Στο Τέμπλο του Αγίου Γεωργίου οι δράκοντες έχουν κεφάλι και στο μέρος της ουράς. Δικέφαλοι δράκοντες, ακοίμητοι φρουροί του Χριστού. Δίπλα όλα τα σύνεργα της Σταύρωσης (τανάλια, λόγχη, γύφτικα καρφιά, σφυρί σκάλα). Παραδίπλα ο κόκκορας με το σμβολισμό του καθώς και το περιστέρι. Περιστέρι επίσης στην κορυφή του Σταυρού.

Πιο κάτω δύο σειρές εικόνων, του Δωδεκαόρτου και των αποστόλων (σε ύψος 1 μέτρου περίπου), οι Δεσποτικές εικόνες, επιβλητικές, αυστηρές, σε θέση που να μπορείς να τις προσκυνήσεις και να τις αποσπασθείς. Στο κέντρο του έμπλου η Ωραία Πύλη με τα δύο Βημόθυρα, σκαλισμένα, με απεικονίσεις αγίων αλλά και διάκοσμο από λουλούδια και φύλλα. Στην άκρη των Βημοθύρων με κατεύθηνση προς τα πάνω και στο κέντρο καταλήγουν δύο φίδια. Το φίσι χρησιμοποιείται στις θρησκευτικές απεικονίσεις, συμβολίζοντας το προπατορικό ανάθεμα αλλά είναι και φρουρός.

Η αρμοκάλυπτρα στις δύο θύρες καταλήγει σε σταυρό, φανερώνοντας στην ισχύ και την Νίκη της Ορθοδοξίας.

Στη βόρεια πλευρά του κεντρικού κλείτους υπάρχει ξύλινος άμβωνας και απέναντί του υπάρχει περίτεχνος Δεσποτικός Θρόνος με αγιογραφία του 1866 από το Άγιο Όρος. Ο Δεσποτικός Θρόνος, σε ύψος 0,60 εκ. από το δάπεδο του Ναού στηρίζεται σε δύο ολόσωμα λιοντάρια που δηλώνονυν την Ισχύ του Δεσπότη Χριστού, ο οποίος απεικονίζεται στην πλάτη του θρόνου, πάνω ο ουρανός που αναπαριστάται από το θόλο. Τα μέρη του θόλου σκαλισμένα καταλήγουν σε Σταυρό. 

Για την διακόσμοση του Τέμπλου - πέρα από τις εποχές αντάμωσαν δύο τέχνες. Η ζωγραφική και η ξυλογλυπτική. Τα ξυλόγλυπτα μέρη είναι σχετικά λίγα, ο σταυρός, οι δράκοντες, τανάλια, λόγχες κλπ, η Ωραία Πύλη, με τους δράκοντες καθώς και τα λιοντάρια κι ο ουρανός του Δεσποτικού. Η ξυλογλυπτική είναι απλή. Δούλεψαν τεχνίτες αυτοδίδακτοι, δεν ακολουθούν κανόνες, οι φόρμες τους απλές, πράγμα που δηλώνει την μοναδικότητα και αυθεντικότητα.

Το μεγαλύτερο μέρος του Τέμπλου είναι ζωγραφισμένο : Η ζωγραφική έγινε το 1843. Ο ζωγράφος είναι ο Μαργαρίτης Λάμπρου, καταγόμενος Κουλακιά (Χαλάστρα). Η τέχνη του Κουλακιώτη ζωγράφου ξεχωρίζει για τη ζωντάνια των χρωμάτων, τους χρωματικούς συνδυασμούς, τη σύνθεση στις απεικονίσεις και το εξεραιτικό αποτέλεσμα.

Τα ζωγραφισμένα μέρη είναι η Ωραία Πύλη, ο Εσταυρωμένος, η άμπελος με τα επαναλαμβανόμενα τριαντάφυλλα και τα φύλλα που   συμπληρώθηκαν αργότερα όπως και οι επιφάνειες οι βαμμένες με καφέ και άσπρες αποχρώσεις.

Στο τέμπλο υπάρχουν αγιογραφίες πολύ αξιόλογες που οι ντόπιοι έφεραν από το Άγιο Όρος. Στις παλαιότερες απ' αυτές που ευρίσκονται στα άκρα του τέμπλου δεξιά και αριστερά της Ωραίας Πύλης, δεν μπορούν πλέον να αναγνωστούν ημερομηνίες. Η πιο παλιά αγιογραφία με συγκεκριμένη ημερομηνία βρίσκεται στο Αριστερό τμήμα του τέμπλου και φέρει την ημερομηνία 1774. Υπάρχουν ακόμα μερικές άλλες γύρω στο 1866.

Στη νότια πλευρά του ναού υπάρχει καμπαναριό το οποίο κτίστηκε το 1978 μετά από τον καταστροφικό σεισμό, αλλά έχει την μορφή και την θέση που είχε το αρχικό πέτρινο καμπαναριό.

Η εκκλησία θα πρέπει να έχει κτιστεί στα τέλη του 18ου αιώνα ή στις αρχές του 19ου αιώνα. Γιατί εκείνη την περίοδο κτίστηκαν στη Μακεδονία εκκλησίες με τα ίδια μορφολογικά στοιχεία (Ν. Μουτσόπουλου "Μαθήματα Αρχιτεκτονικής Μορφολογίας") .

Οι γνώμες των εντοπίων για τη χρονολόγηση της εκκλησίας διχάζονται, μερικοί υποστηρίζουν ότι κτίστηκε το 1830 ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι κτίστηκε πολλά χρόνια πριν.

Αυτό που είναι άξιο απορίας (και ενδιαφέροντος) είναι ότι υπάρχουν αγιογραφίες του 1776 και ίσως ακόμα παλαιότερες, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι οι αγιογραφίες αυτές προϋπήρχαν της εκκλησίας. Μπορεί να βρίσκονταν σε κάποια άλλη εκκλησία ίσως της Ζωοδόχου Πηγής ή ίσως να τις είχαν σπίτι τους οι κάτοικοι και μετά την ανέγερση του ναού να τις έκαναν δωρεά στην εκκλησία.

Θα πρέπει ακόμα να αναφέρουμε ότι πολλές από τις υπόλοιπες αγιογραφίες μπορούμε να τις κατατάξουμε σε δύο χρονικές περιόδους. Αρκετές έχουν επάνω χρονολογία ανάμεσα σε 1840 και 1846, ενώ άλλες ανάμεσα σε 1864 και 1868. Φαίνεται τις χρονικές αυτές περιόδους έχουμε μία επιστροφή των κατοίκων από το Άγιο Όρος που όπως ξέρουμε πήγαιναν για να δουλέψουν σαν μαραγκοί ή στα κτήματα. Στην επιστροφή τους λοιπόν όπως αναφέραμε και πιο πάνω έφερναν πολλές αγιογραφίες και τις αφιέρωναν στην εκκλησία.


Η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής

Οι παλιοί αναφέρουν ότι σύμφωνα με διηγήσεις των παππούδων τους υπήρχε μία μικρή και σκοτεινή εκκλησία στην τοποθεσία της μεσοχωριάς. Αν δεχτούμε ότι η ρυθμολογία της εκκλησίας αυτής ακολουθεί τον κανόνα θα πρέπει τότε να υποθέσουμε ότι θα πρέπει να κτίστηκε τον 17ο αιώνα περίπου. Με αυτή τη χρονολογική τοποθέτηση συμφωνούν και οι διηγήσεις των γερόντων.