ΤΖΗΝ ΓΟΥΛΦ


Το Βιβλίο του Νέου Ήλιου

Ο Τζην Γουλφ υπογράφει βιβλία του στο worldcon 98


«
Πιστεύουμε πως εμείς επινοούμε τα σύμβολα. Η αλήθεια είναι πως τα σύμβολα επινοούν εμάς· είμαστε πλάσματά τους, πλασμένοι από τις σκληρές, καθοριστικές ακμές τους. Όταν οι στρατιώτες ορκίζονται, τους δίνουν ένα νόμισμα, ένα αργύριο με αποτυπωμένη πάνω του την κατατομή του Αυτάρχη. Παίρνοντας αυτό το νόμισμα στα χέρια τους, αποδέχονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της στρατιωτικής ζωής — είναι στρατιώτες από εκείνη τη στιγμή, παρ’ όλο που μπορεί να μην ξέρουν καθόλου να χειρίζονται τα όπλα. Δεν το ήξερα αυτό τότε, αλλά είναι τεράστιο λάθος να πιστεύουμε πως πρέπει να ξέρουμε αυτά τα πράγματα για να μας επηρεάζουν, και μάλιστα η πίστη αυτή είναι και μια πίστη στο πιο εξευτελισμένο και προληπτικό είδος μαγείας. Μόνος ο επίδοξος γητευτής πιστεύει στην αποτελεσματικότητα της καθαρής γνώσης· οι λογικοί άνθρωποι γνωρίζουν πως τα πράγματα είτε κινούνται από μόνα τους είτε δεν κινούνται καθόλου.
»
Η Σκιά του Βασανιστή
—Τζην Γουλφ


Links:

Lupine nuncio (News & Rumors)


Κυκλοφορεί

κάντε κλικ ΕΔΩ για το εξώφυλλο σε μεγαλύτερη ανάλυση

Ο Ήλιος πεθαίνει. Σε μια υπέργηρη και εξαντλημένη Γη, στην αχανή Ακρόπολη της Ακατάλυτης Πόλης Νέσσου, ο μαθητευόμενος βασανιστής Σεβέριαν προδίδει τον όρκο της συντεχνίας του. Εξόριστος πλέον, ο Σεβέριαν ξεκινά ένα περιπετειώδες ταξίδι στα ζοφερά, γεμάτα κινδύνους τοπία του απώτατου μέλλοντος. Σ’ έναν κόσμο όπου τίποτα και κανείς δεν είναι μόνο αυτό που δείχνει, η εξορία του μπορεί να αποδειχθεί αρχή μιας αναζήτησης με έπαθλο τον Νέο Ήλιο.


Έγραψαν:

“Μαγευτικό... αριστούργημα... η καλύτερη επιστημονική φαντασία που έχω διαβάσει εδώ και χρόνια!”

—Ursula K. Le Guin


“Το Βιβλίο του Νέου Ήλιου αποδεικνύει ξεκάθαρα πόσο κορυφαίος συγγραφέας είναι ο Γουλφ... Αλληγορικός όπως ο Σπένσερ, σατιρικός όπως ο Σουίφτ, με την κοινωνική συνείδηση του Ντίκενς και μια επική βαρύτητα αντίστοιχη της βαγκνεριανής μυθολογίας, ο Γουλφ εισάγει τον αναγνώστη σε μια αληθινά πρωτόγνωρη κοινωνία την οποία βιώνει ολοζώντανη... αν το αρχίσετε, δεν θα το σταματήσετε.”

The New York Times Book Review


“Το Βιβλίο του Νέου Ήλιου είναι συναρπαστικό, εξαιρετικό, γεμάτο λεπτές και φευγαλέες νοηματικές αποχρώσεις που γίνονται βαθύτερα αντιληπτές με κάθε νέα ανάγνωση. Είναι το αριστούργημα του Τζην Γουλφ.”

—David Langford, Ansible


“Ο Τζην Γουλφ είναι σήμερα ο σημαντικότερος ίσως συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας. Το έργο του είναι βαθιά εντυπωσιακό, καθώς ενδύεται τους πλασματικούς κόσμους της ε.φ. σαν έναν πολύχρωμο μαγικό μανδύα.”

—John Clute,
The Encyclopedia of Science Fiction


Ο Τζην Γουλφ (Gene Rodman Wolfe) γεννήθηκε στην Νέα Υόρκη το 1931, μεγάλωσε στο Τέξας και ζει στο Ιλλινόις. Υπηρέτησε στον Πόλεμο της Κορέας, σπούδασε μηχανολόγος μηχανικός στο Χιούστον και εργάστηκε ως μηχανικός έως ότου ανέλαβε την αρχισυνταξία του επαγγελματικού περιοδικού Plant Engineering το 1972.

Αν και έγραφε από χρόνια, δυσκολεύτηκε πολύ να δημοσιεύσει τα γραπτά του· το πρώτο του διήγημα εμφανίστηκε το 1965. Μέσα στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, όμως, δημοσίευσε πολλά διηγήματα σε περιοδικά και συλλογές, επιδεικνύοντας βαθιά γνώση της γλώσσας και αξιοθαύμαστη μαεστρία στη χρήση της. Παρ’ όλο που δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των δημοφιλέστερων συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας ούτε ανήκει σ’ εκείνους που άσκησαν τη μεγαλύτερη επιρροή στον χώρο, ο Γουλφ είναι ίσως (σύμφωνα με τον γνωστό κριτικό και επιμελητή της Εγκυκλοπαίδειας Επιστημονικής Φαντασίας Τζων Κλουτ) ο σημαντικότερος: οι δημιουργίες του φαίνονται να εντάσσονται στον ευρύτερο χώρο της φανταστικής μυθοπλασίας — που βρίσκεται συνήθως σε αντίθεση με την επιστημονική φαντασία καθώς αμφισβητεί τις βασικές της προϋποθέσεις, ότι δηλαδή ο κόσμος είναι εντέλει αντιληπτός και διηγήσιμος. Αλλά, χρησιμοποιώντας το ιδίωμα και τους όρους της επιστημονικής φαντασίας, κατορθώνει να δημιουργήσει απ’ αυτή την ασυμφωνία μια επιτυχημένη, σχεδόν μοναδική σύνθεση.

Σημαντικά διηγήματα αυτής της περιόδου είναι τα “The Island of Doctor Death and Other Stories” (1970), “The Death of Doctor Island” (1973), “The Doctor of Death Island” (1978) και “Death of the Island Doctor” (1983), από τα οποία το δεύτερο κέρδισε το βραβείο Nebula και το βραβείο Locus. Αν και πρόκειται για τέσσερις αυτόνομες ιστορίες, η κάθε μία είναι ένας αντικατοπτρισμός του ίδιου δομικού και θεματικού προτύπου, απαρτίζοντας έτσι (πάλι κατά τον Κλουτ) “ένα κυβιστικό πορτραίτο της θανάσιμης παγίδας της ταυτότητας”.

Το 1970 δημοσιεύεται το πρώτο του μυθιστόρημα, Operation ARES, που εξαιτίας των συντομευτικών επεμβάσεων του εκδότη δείχνει πρωτόλειο και ανώριμο. Το επόμενο βιβλίο, The Fifth Head of Cerberus (1972), αποτελείται από τρεις στενά συνδεδεμένες ιστορίες που εξερευνούν τη φύση της ταυτότητας και της ατομικότητας. Εδώ για πρώτη φορά γίνεται φανερό το πόσο δύσκολο είναι να διαβάσει κανείς τον Γουλφ χωρίς να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στις ενδείξεις που είναι σχεδόν κρυμμένες στο κείμενο, ενώ εκ των υστέρων ή σε μια δεύτερη ανάγνωση φαίνονται εντελώς ξεκάθαρες και σαφείς. Το μυθιστόρημα φαντασίας Peace (1975), ίσως το πιο δυσνόητο και προσωπικό έργο του, όντας μεταξύ άλλων και μια αυτοπροσωπογραφία του καλλιτέχνη ως αφηγητή-παραμυθά, είναι ίσως το πιο σημαντικό για την πλήρη κατανόηση του συνολικού συγγραφικού έργου του.

Το σημαντικότερο, όμως, και το πιο φιλόδοξο από τα έργα του είναι σίγουρα Το Βιβλίο του Νέου Ήλιου — ένα μεγάλο μυθιστόρημα χωρισμένο σε τέσσερα μέρη: The Shadow of the Torturer (1980), The Claw of the Conciliator (1981), The Sword of the Lictor (1982) και The Citadel of the Autarch (1983). Το πρώτο κέρδισε το Παγκόσμιο Βραβείο Φαντασίας και το δεύτερο το Βραβείο Nebula. Χάρη στη μεγάλη επιτυχία της σειράς, που συμπληρώθηκε το 1987 με το The Urth of the New Sun, μπόρεσε ν’ ασχοληθεί πλέον αποκλειστικά με το γράψιμο.

Άλλα βιβλία του στη δεκαετία του ’80 είναι το Free Live Free (1984), μια εξαιρετικά πολύπλοκη ιστορία ταξιδιού στο χρόνο, το There Are Doors (1988), που διαδραματίζεται σ’ έναν παράλληλο κόσμο που θυμίζει τις ΗΠΑ την εποχή της οικονομικής ύφεσης, το Castleview (1990), μια μεταφορά του μύθου του Βασιλιά Αρθούρου στο σύγχρονο Ιλλινόις, και η σειρά που αποτελείται προς το παρόν από τα βιβλία Soldier of the Mist (1986) και Soldier of Arete (1989), όπου ο ήρωας είναι ένας στρατιώτης που περιπλανιέται στην Ελλάδα μετά την μάχη των Πλαταιών.

Συνέχισε στη δεκαετία του ’90 με το The Book of the Long Sun, μια τετραλογία που έχει κάποια — αν και όχι προφανή — σχέση με το Βιβλίο του Νέου Ήλιου, και αποτελείται από τα βιβλία Nightside the Long Sun (1993), Lake of the Long Sun (1994), Caldé of the Long Sun (1994) και Exodus from the Long Sun (1996). Η επόμενη τριλογία του, The Book of the Short Sun, συνέχεια του Long Sun, απαρτίζεται από τα βιβλία On Blue’s Waters (1999), In Green’s Jungles (2000) και Return to the Whorl (2001). Το 2004 έγραψε το δίτομο μυθιστόρημα φαντασίας The Wizard Knight.

* * *

Ο Γουλφ είναι από τους συγγραφείς εκείνους που γράφουν για αναγνώστες που διαθέτουν την αντίληψη και τη φαντασία ν’ ανακαλύψουν τους λογοτεχνικούς λαβυρίνθους που χτίζει στη διήγησή του, να γοητευτούν απ’ αυτούς και, γιατί όχι, να παγιδευτούν μέσα τους. Σ’ αυτό μοιάζει με τον Μπόρχες, που φαίνεται να θαυμάζει ιδιαιτέρως — μάλιστα η βιβλιοθήκη της Νέσσου στο πρώτο βιβλίο είναι μια αναφορά κι ένας φόρος τιμής στον μεγάλο λατινοαμερικανό συγγραφέα. Οι επιρροές του όμως δεν σταματούν εκεί. Αχόρταγος αναγνώστης από μικρός, φαίνεται να έχει απορροφήσει όχι μόνο ένα μεγάλο μέρος του σώματος της επιστημονικής φαντασίας, αλλά και πολλούς από τους κλασικούς συγγραφείς που τα έργα τους φαίνονται να υποφώσκουν στα κείμενά του: ο Προυστ, ο Τσέστερτον, ο Κίπλινγκ, ο Μαρκ Τουαίν, ο Λιούις Κάρολ, αλλά και η ιστορία και οι μύθοι της οικουμένης από την ελληνική μυθολογία και τον ζωροαστρισμό μέχρι τους αφρικανικούς και λατινοαμερικανικούς μύθους συνδυάζονται με το πάνθεον της επιστημονικής φαντασίας γεννώντας γενικά μοντέλα και λογοτεχνικά επινοήματα που, μέσα από μια σειρά μεταμορφώσεων, προστίθενται στο σώμα των μύθων της εποχής μας. Πράγματι, λέγεται ότι το έργο του Γουλφ δεν περιέχει ούτε μια σημαντική πρωτότυπη ιδέα, αλλά η σημασία κι η προσφορά του στο λογοτεχνικό χώρο έγκειται σ’ αυτήν ακριβώς την επανέκφραση, την “ευλαβή παρωδία” των ιερών κειμένων του πολιτισμού σε μια νέα κοσμική ερμηνεία.

Σ’ αυτό το εγχείρημα του Γουλφ το Βιβλίο του Νέου Ήλιου έχει κεντρική σημασία· ακολουθώντας τη δομή μιας κλασικής περιπέτειας φαντασίας αφηγείται, όπως είναι αναμενόμενο, την χειραφέτηση και ωρίμανση ενός χαρακτήρα μέσα από μια σειρά δοκιμασιών και άθλων. Αλλά δεν σταματά εκεί. Ο υποψιασμένος αναγνώστης θα διακρίνει έναν μύθο απολλώνιο όσο και χριστιανικό (ο Γουλφ είναι ένθερμος Καθολικός) που εκτείνεται από τη γένεση ώς την εσχατολογία — κι όχι αναγκαστικά μ’ αυτή τη σειρά. Οι ίδιος ο συγγραφέας αναλαμβάνει το ρόλο του απλού “μεταφραστή” του μύθου στη σύγχρονη γλώσσα, χωρίς να προσφέρει περίσσεια επεξηγήσεων και ερμηνειών. Οι λακωνικές του παρατηρήσεις στα παραρτήματα των τεσσάρων τόμων δεν είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτικές, καθώς αναφέρονται κυρίως σε καθημερινά, ασήμαντα θέματα του παρακμασμένου, αφάνταστα απόμακρου μελλοντικού κόσμου. Τα μόνα στοιχεία που έχουμε είναι αυτά που μας προσφέρει ο ήρωας-αφηγητής, την ειδητική μνήμη του οποίου δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε — ισχύει όμως το ίδιο και για την ειλικρίνειά του; Ο Γουλφ ομολογεί πως αντιπαθεί να επαναλαμβάνει ενδείξεις και στοιχεία σε μια διήγηση· έτσι, τα κλειδιά της αποκρυπτογράφησης περιμένουν διάσπαρτα στο κείμενο την ανακάλυψή τους από τον προσεκτικό αναγνώστη. Πράγματι, ενώ μπορεί κανείς να αρκεστεί στην πρώτη ανάγνωση της συνηθισμένης περιπέτειας φαντασίας, έχει την ευκαιρία ν’ ανακαλύψει πως βρίσκεται μπροστά σε μια ουσιαστικά ατέλειωτη σειρά αποκαλύψεων που θ’ ανταμείψουν κάθε νέα ανάγνωση. Πολλά άρθρα έχουν γραφεί από την ολοκλήρωση του έργου ώς σήμερα για τη σημασία του όλου μύθου ή μερών του, καθώς και για την ερμηνεία των “γρίφων” της αφήγησης (όπως το “μυστήριο” του ποιοι είναι οι γονείς του ήρωα), ενώ από τις αρχές του 1987 έχει δημιουργηθεί στο Διαδίκτυο μια λίστα συζήτησης για το Βιβλίο του Νέου Ήλιου. Εδώ πρέπει όμως να σταματήσουμε, καθώς μια βαθύτερη ανάλυση του έργου αφ’ ενός μεν ξεπερνά τους στόχους αυτής της εισαγωγής, αφ’ ετέρου δε θα άμβλυνε την απόλαυση του αναγνώστη.

—Δημήτρης Αρβανίτης