1. Διάδρομος προσγείωσης

…έτσι λοιπόν βάλθηκα να κατεβαίνω τη σιδερένια σκάλα, με το σακ βουαγιάζ κρεμασμένο πάνω από το δερμάτινο,  αεροπορικού τύπου, μπουφάν μου (γούνινος γιακάς απαραιτήτως) και τις μπότες να ξύνουν τις αγκράφες τους στα πλαϊνά κάγκελα. Ήμουν σίγουρος, θα έπαιρνα πίσω όσα ποτέ δεν μου έδωσαν –αν και αυτό δεν θα εξασφάλιζε σε κανέναν την ευτυχία. Για την ώρα υπήρχε ένα κορίτσι που με περίμενε στις αφίξεις του αεροδρομίου κι ένα μυθικό σπίτι στο τέλος του δρόμου. Όλα αυτά είναι λόγοι να κατέβεις μια σκάλα –σημαντικότεροι από τις σπρωξιές των βιαστικών ανθρώπων πίσω σου.

Γιατί η χοντρή πίσω μου ήταν αγχωμένη. Έβλεπε τις θέσεις του λεωφορείου να γεμίζουν, είχε κι εμένα που ρούφαγα μανιωδώς αέρα διατηρώντας κάποιον ελαφρύ πονοκέφαλο –τη μύρισα πρώτα και μετά έφαγα μια γερή σπρωξιά. Η χοντρή προσπάθησε να περάσει πάνω από τις μπότες μου, αλλά σκόνταψε στα ενισχυμένα μέρη. 20 γραμμάρια μασίφ σίδερο με μοναδική αποστολή να προστατεύουν τα δάχτυλα των ποδιών μου –δεν είναι και λίγο πράγμα! Η χοντρή παραπάτησε, το ήξερα ότι θα γίνει έτσι –την απέφυγα χωρίς να κουνήσω καν τα βλέφαρά μου και πέρασα δίπλα της όσο έπεφτε παρέα με μια βαλίτσα. Τελικά η Αθήνα δεν διέφερε καθόλου από το κωλοχανείο που είχα αφήσει πίσω μου, 20 χρόνια πριν.

Το λεωφορείο πήγε μέχρι την αλουμινένια πόρτα και μας ξέβρασε πριν καλά-καλά δέσει χειρόφρενο. Κοντοστάθηκα –ήμουν σίγουρος πως ήθελα να μπω; Ήμουν σίγουρος -ήθελα να κάνω επιτόπου μεταβολή και να χωθώ ξανά στο άδειο αεροπλάνο. Να παρακαλέσω τον πιλότο, «μη με αφήνεις εδώ –θα με φάνε τα ψάρια» και ίσως αυτό να ήταν η λογικότερη κίνηση της πενταετίας. Γιατί εξακολουθούσα να βαδίζω σταθερά προς την αλουμινένια πόρτα λοιπόν; Έφταιγε ο εγωισμός μου που δεν ήθελε να τσαλακωθεί με παρακάλια; Δεν θα το έλεγα –μάλλον, οι Ελβετοί μπάτσοι που με συνόδευσαν μέχρι τη θέση μου στο αεροπλάνο, φιλικοί, τυπικά δίγλωσσοι, «μπον βουαγιάζ μάιν χερ», μάλλον αυτοί με είχαν πείσει ότι δεν υπήρχε άλλο μέρος στην Ευρώπη για τα μούτρα μου εκτός από το κωλοχανείο που άνοιγε πίσω από την αλουμινένια πόρτα. Πήγα να σπρώξω την πόρτα γεμάτος αποφασιστικότητα, αλλά εκείνη τινάχτηκε σα φίδι που το δάγκωσε άνθρωπος κι άνοιξε αυτόματα. «Μπράβο εξέλιξη το μπουρδέλο!» θαύμασα. «Σε λίγο θα μας πουν ότι έφεραν και πουτάνες!»

Πέρασα βιαστικά τους διαδρόμους και βγήκα στην αίθουσα υποδοχής –ένα σούργελο κούναγε απεγνωσμένα τα χέρια της, αδιαφόρησα. Έπρεπε να ψάξω τριγύρω, να εντοπίσω τη Ρέα, είχε πει ότι θα με περίμενε. Έλπιζα να το εννοούσε κιόλας, γιατί στο πορτοφόλι μου είχα μονάχα 500 ευρώ και κάτι πιστωτικές αμφιβόλου χρησιμότητας, καθότι πλαστές  –δεν έλεγε να πληρώνω ταξί και ξενοδοχεία με το καλησπέρα. Η πόρτα, αδιαφανής και τζαμένια αυτή τη φορά, έβγαζε ζαλισμένους επιβάτες στην πλάτη μου –που διάολο είχε χωθεί η Ρέα; Προχώρησα διστακτικά μετά τη διαχωριστική κορδέλα, το σούργελο είχε πάρει φόρα κι έτρεχε καταπάνω μου. Τρόμαξα λίγο.

«Ήρθες επιτέλους ρε ψοφίμι;» ούρλιαξε το σούργελο ενώ γραπωνόταν από τους ώμους μου σαν τη μαϊμού τού Ταρζάν.

Κρατήθηκα να μην πέσω. Δηλαδή κόντεψα να πέσω γιατί δεν υπήρχε πουθενά να κρατηθώ. Άσχημα αρχίσαμε!

«Ρέα;» ψέλλισα παρακαλώντας να εμφανιστεί από το πουθενά και να με σώσει.

«Εγώ είμαι -δε με γνώρισες;» γέλασε το σούργελο.

Πως να τη γνωρίσω; Είχα αφήσει ένα κορίτσι με οξυζεναρισμένα μαλλιά και κολλητά, μαύρα ρούχα –τώρα έσπρωχνε να με τσακίσει μια μαλακισμένη μεσόκοπη με μαλλί κομμωτηρίου, μιλιτέρ σορτσάκι και καουμπόικες μπότες. Φορούσε και ασημί καλσόν –αν έχεις το Θεό σου δηλαδή!

«Πως έγινες έτσι;» απόρησα.

«Τι θες να πεις –ότι γέρασα; Εξακολουθείς να μου ρίχνεις 5 χρόνια ψοφίμι –το ξέχασες;» διαμαρτυρήθηκε αφήνοντάς με επιτέλους από την αγκαλιά της. Βρωμοκοπούσε λεμονί κολόνια σα θείτσα.

«Όλοι γεράσαμε Ρέα. Αυτά παθαίνει κανείς μετά θάνατον … Αλλά τα ρούχα σου … τι έχεις ντυθεί; Τζι Άι Τζέιν ας πούμε;»

Ξεκαρδίστηκε.

«Πάντα ο ίδιος μαλάκας. Δε μου λες παιδάκι μου, σε ίδρυμα ήσουνα κλεισμένος; Δεν έχεις πάρει χαμπάρι τη νέα μόδα;»

Είπε «παιδάκι μου» και ξαναθυμήθηκα την παλιά Ρέα. Σκέτο τσαμπούκι στις παρέες, αλλά όταν μισόκλεινε τα μάτια και σκάρωνε λακκάκια στις άκρες των χειλιών της, ξημέρωνε σε ακτίνα 10 χιλιομέτρων ακόμα και τα μεσάνυχτα. Έριχνε κι ένα «παιδάκι μου», τραβηγμένο –σου ΄ρχόταν να τη βουτήξεις επιτόπου. Τι να είχαν κάνει στην υπόλοιπη Ρέα; Γιατί μόνο το χαμόγελό της είχαν αφήσει να ‘ρθει να με συναντήσει.

«Τέλος πάντων, δεν την κάνουμε από ‘δω μέσα γιατί έχει αρχίσει να με πιάνει η χλωρίνη στα νεφρά; Κι άμα πετύχεις παραλία στο δρόμο, κατεβαίνουμε και τρέχουμε μια σκηνή συνάντησης στο ηλιοβασίλεμα», της είπα μυρίζοντας τον αέρα.

«Πολύ σκληρό σε φτιάξανε στην αλλοδαπή», παρατήρησε.

«Φταίνε οι σκουριασμένες σωληνώσεις», την πληροφόρησα. «Κατάπινα αμίαντο κάθε φορά που έπλενα τα δόντια μου –γι΄αυτό».

Μου άρπαξε το σακ βουαγιάζ χωρίς λόγο και με τράβηξε από το μανίκι προς την έξοδο. Ακολούθησα –δεν είχα και τίποτα καλύτερο να κάνω. Περάσαμε μπόλικο τσιμέντο μέχρι να φτάσουμε στο πάρκινγκ –έδειξε κάποιο λαχανί Πεζώ σημαδεύοντάς το με τηλεχειριστήριο.

«Ξεκλείδωσα, πήγαινε βολέψου μέχρι να πληρώσω το μηχάνημα», φώναξε πετώντας το σακ βουαγιάζ μου στον αέρα.

Το άρπαξα πριν πέσει κάτω και ραγίσουν τα σώβρακά μου –δεν είχα καταλάβει ούτε γιατί μου το πήρε, ούτε γιατί μου το ξανάδωσε, αλλά βαρέθηκα να το ψάξω περισσότερο. Άνοιξα την πόρτα του οδηγού, βολεύτηκα πίσω από το τιμόνι του Πεζώ, τράβηξα και το κάθισμα για να χωρέσω τα πόδια μου. Το αυτοκίνητο μύριζε λεβάντα σαν τα πουκάμισα του γέρου μου, θεοσχωρέστον. Έστριψα ένα τσιγάρο –τώρα μου έβγαινε το χαρμάνιασμα της πτήσης, άνοιξα το τασάκι για να είμαι έτοιμος –το τασάκι ήταν πεντακάθαρο! «Κανένας πούστης δεν καπνίζει εδώ μέσα;» αναρωτήθηκα. Έβγαλα λοιπόν τον μυθικό Ronson Premier Varaflame –μοντέλο του ’58 παρακαλώ –και τον ζύγισα ανάμεσα στα δάχτυλά μου αναποφάσιστος. Να το ανάψω το ρημάδι ή να φανώ ευγενικός προς τον περιβάλλοντα χώρο; Μετά από πρόχειρη σκέψη καβάντζωσα το τσιγάρο πίσω από το αυτί μου –δεν έλεγε ν’ αρχίσω τις γουρουνιές στη γυναίκα που προσφέρθηκε να λύσει το στεγαστικό μου πρόβλημα, έστω και προσωρινά. Τουλάχιστον όχι ακόμα –έτσι; Θα περίμενα να ζητήσω την άδειά της και να εκμεταλλευτώ τη φιλοξενία της.

Άνοιξε την πόρτα απότομα και κόντεψε να καθίσει στα γόνατά μου.

«Τι κάνεις εδώ ρε; Φύγε απ΄τη θέση μου», φώναξε έκπληκτη.

«Άραξε δίπλα δεν τρέχει τίποτα. Οδηγώ εγώ», πρότεινα στριφογυρίζοντας τον αναπτήρα μου.

«Πως την είδες δηλαδή; Ο άντρας του σπιτιού;» θύμωσε η Ρέα.

«Ακόμα δεν πάτησα χώμα, μη με πλακώνεις στα φεμινιστικά να χαρείς …», την παρακάλεσα.

Ξεκαρδίστηκε σε στυλ «αφόρητος οίκτος».

«Ο φεμινισμός μάς τελείωσε στα 30 λόγω βιολογικού ρολογιού –δεν τα ‘μαθες; Απλά θυμάμαι ότι οδηγούσες σα μανιακός, δεν έχω όρεξη να μου διαλύσεις το αμάξι …»

Έξυσα τη φαβορίτα μου και αποφάσισα να ανάψω εκείνο το τσιγάρο. Από σεβασμό στον Ronson –κατάλαβες;

«Όπου ‘βιολογικό ρολόι’ ισούται με δυο κουτσούβελα και σύζυγο σκληρά εργαζόμενο;» αναρωτήθηκα.

«Αν το παίξεις σωστά –ναι. Για εμάς τις υπόλοιπες, ‘βιολογικό ρολόι’ σημαίνει ακατάσχετες ορμονικές εκρήξεις και ραντεβού με βλαμμένους που καθαρίζουν τ΄αυτιά τους με οδοντογλυφίδες…», μουρμούρισε η Ρέα.

«Και στο τέλος;»

«Στο τέλος ξυπνάς κρυώνοντας επειδή ο μαλάκας σού πήρε τα σκεπάσματα και τρέχεις να φτιάξεις πρωινό. Στο ενδιάμεσο της διαδρομής, χώνεσαι στην τουαλέτα, κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και ξεφορτώνεσαι τα υπολείμματα φεμινισμού στη λεκάνη. Τραβάς πολλές φορές το καζανάκι αμέσως μετά».

Την κοίταξα σκεπτικός.

«Κάτσε δίπλα θα οδηγήσω εγώ και θα είμαι φρόνιμος», της υποσχέθηκα.

Κάπνιζα πετώντας τη στάχτη έξω από το μισάνοιχτο παράθυρο, ο δρόμος ήταν του κουτιού και η Ρέα σκάλιζε το ντουλαπάκι στο καντράν.

«Να βάλω κανένα έθνικ;» ρώτησε.

«Εισαγόμενα κλαρίνα δηλαδή;» αγανάκτησα.

«Ε όχι δα!» διαμαρτυρήθηκε η Ρέα.

«Όχι δα! Αυτό είπα κι εγώ», διευκρίνισα. «Δεν έχεις τίποτα σε στυλ Βιτόφσκι να στανιάρουμε;»

Με κοίταξε απορημένη.

«Πού τα θυμήθηκες αυτά τώρα;»

«Πες μου εσύ πού τα ξέχασες!» απάντησα ψιλοζοχαδιασμένος. Ένα ζευγάρι Doc Martins όργωσαν το παρμπρίζ κόβοντας μαχαίρι τις αντανακλάσεις του ήλιου –έχασα για λίγο το τιμόνι, ο διπλανός οδηγός κορνάρισε ξαφνιασμένος –οι Doc Martins βιάστηκαν να εξαφανιστούν χοροπηδώντας. Άνοιξα τέρμα το παράθυρο.

«Θες τίποτα ρε μαλάκα;» φώναξα στον διπλανό.

Δεν με κοίταξε καν.

«Τι καταλαβαίνεις -θα πέσουμε πάνω σε κανένα διαχωριστικό;» με σκούντηξε η άλλη από δίπλα.

«Χέσε μας τώρα!» πετάχτηκα, έχοντας χάσει την ψυχραιμία μου. «Αφού ο μαλάκας με στρίμωξε δεν το είδες; Και βάλε τίποτα να παίζει, γαμώ το Βούδα μου εδώ μέσα!»

Δε μίλησε γιατί η Ρέα ήταν ξηγημένο άτομο. Ποτέ δεν σου χωνόταν απλά και μόνο για να στην πει –έτσι και τώρα. Με άφησε να βράζω στη μαλακία μου κι έριξε ένα cd με Bauhaus –ζόρικα πράγματα. Δεν ήξερα ούτε μισό τραγούδι από το cd –μου έκανε εντύπωση, αλλά δεν έβγαλα άχνα.

«Το καινούργιο τους», είπε ήσυχα η Ρέα. «Πως σου φαίνεται;»

«Έβγαλαν τέτοιο πράγμα –αυτή την εποχή;» έκανα έκπληκτος.

Η Ρέα δεν μίλησε. Τι να απαντήσεις στον ηλίθιο που επαναλαμβάνει αυτό που μόλις του είπες;

«Ξαναρχόμαστε γαμημένοι –κρύψτε τις κόρες σας και πλυθείτε!» πανηγύρισα.

Η Ρέα με κοίταξε δείχνοντας ακόμα βαθύτερο οίκτο. Μετά ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Εγώ πάλι –όχι.

Σοβαρολογούσα.